Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.

Η αγαπητική οικειότης των παθών
Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ακρίβου,
Σφαίρα στο Βυζί’
(Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Της Εύης Κουτρουμπάκη

Είναι λίγες οι φορές που στη Λογοτεχνία ο homo scriptor τολμά να κοιτάξει στα μάτια τους ήρωες του, να καταβυθιστεί στο πάθος που τους καίει τα σωθικά και να αναμετρηθεί μαζί τους, προσδίδοντάς τους λογοτεχνικές συμπεριφορές και ιδιότητες που αφορούν τον πόνο του πόθου και της εγκατάλειψης.

Θα ήταν σκόπιμο να τονιστεί εδώ η διαφορά μεταξύ των όρων «ερωτισμός», «πορνογραφία», και «χυδαιότητα»1.

Με βάση τα συχνάκις κρατούντα συντηρητικά αναγνωστικά ειωθότα, συλλήβδην ομαδοποιούνται στην ίδια κατηγορία βιβλία τα οποία διαφέρουν δομικά, νοηματικά και λογοτεχνικά εξ αφορμής και μόνον της αφόρμησης τους που δύναται να είναι μία κοινή ερωτική φαντασίωση.

Μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως χυδαία, αριστουργηματικά αναγνώσματα όπως «Το προσκυνητάρι της σάρκας» της Li Yu (γραμμένο στην Κίνα του 17ου αιώνα), τις «120 Μέρες των Σοδόμων» του Marquis de Sade, τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλι» του D. H. Lawrence, την «Ερωμένη της» της Ντόρας Ρωζέττη (γραμμένο το 1929),  τον  «Τροπικό του Καρκίνου» του Henry Miller, τη «Μαύρη πέρλα» της Loulou Morin, τη «Λολίτα» του Vladimir Nabokov, το «Μεγάλο Ανατολικό» του Ανδρέα Εμπειρίκου, «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» του Pascal Bruckner ή την «Ιστορία του ματιού» του Georges Bataille
 
Ειδικά για τον τελευταίο ο Δημήτρης Δημητριάδης φοβούμενος πως η «Ιστορία του ματιού» θα παραναγνωστεί και έχοντας πλήρη συνείδηση των τρόπων ανάγνωσης, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση, στην εισαγωγή του, θεωρεί επιβεβλημένη μια μορφή προετοιμασίας του αναγνώστη για αποφυγή τυχόν παρερμηνειών του έργου2.

Στη συλλογή διηγημάτων Σφαίρα στο βυζί του Κώστα Ακρίβου, ένα από τα αξιολογότερα δείγματα της σύγχρονης νεοελληνικής πεζογραφίας, ο αναγνώστης συναντά οικεία ιστορικά και λογοτεχνικά πρόσωπα ενταγμένα σε ένα πλασματικό λογοτεχνικό πεδίο δράσης που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας, ο οποίος ανατρέπει ή συμπληρώνει, λογοτεχνική αδεία, δυνητικές στη σφαίρα του ερωτικού φαντασιακού, ερωτικές σκηνές και συνευρέσεις.

Οι ήρωες του, ο Κολοκοτρώνης ή ο James Joyce και πλείστοι άλλοι επώνυμοι, αναμετρώνται με τον πανάρχαιο πόθο, απροστάτευτοι και αβοήθητοι στον πόνο3, εισβάλλοντας με αδηφάγα ορμή στην επικράτεια του έρωτα.

Στα διηγήματα αυτά ο Ακρίβος διαπραγματεύεται τη σχέση του υποκειμένου με τη σεξουαλικότητα του, οπτικοποιώντας με θαυμαστό τρόπο τη γλώσσα και δημιουργώντας με αρχιτεκτονική ακρίβεια πλείστες όσες εικόνες της επιθυμίας, καθώς τα δαιμόνια περιτριγυρίζουν τη σάρκα, που ζητά να χορτάσει το γερασμένο της «σφρίγος». Εικόνες στις οποίες οι επιφανείς ήρωές του υπάρχουν μόνο μέσα από το ερωτικό βλέμμα του επινοημένου Άλλου4.



Στο modus scribendi του Ακρίβου, οι δυνητικοί εραστές είναι αγάλματα υψηλής θερμοκρασίας και ως τέτοιους τους αντιμετωπίζει. Αγάλματα με ζωώδη κυματισμό που ο έρωτας δεν τα ταξινομεί αλλά τα αποδιοργανώνει, αδιαφορώντας για κάθε λογής επικριτικούς ψιθύρους που μπορεί να επισύρουν5.
Σπάζει το κέλυφος του καθωσπρεπισμού εντός του οποίου οχυρώνουμε μέσα σε εξουσιαστικά πλέγματα τον ανεξερεύνητο εαυτό μας, έναν εαυτό που ούτε καν διανοούμαστε να εξερευνήσουμε την τρωτή του δύναμη, το βυθό και την καθαρότητα του.

Οι ήρωες του χιμαιροκυνηγοί που καταλαμβάνονται από ερωτική μάνητα, αιχμάλωτοι στο θόλο επιρροής του πάθους τους, ομνύουν στο όνομα της ιερής Δίψας6, επιζητούν φιλιά που σκάβουν τη σάρκα, και εν τέλει καταρρέουν7 καθώς ο πόθος τούς καταπίνει.

Ο Κολοκοτρώνης, ο Joyce, η Yursenar και η Μπουμπουλίνα, ο Thomas Mann και ο Καζαντζάκης, «μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι» παρασυρμένοι «απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής…ερωτικοί και υψιτενείς8» πορεύονται προς τη βαθειά επικράτεια της καρδιάς.

Η συλλογή των διηγημάτων Σφαίρα στο βυζί αποτελεί μια από τις λυρικότερες σπονδές στη ζώπυρη σαρκολατρεία, μια σπονδή στο εσώτερο εγώ που δεν ποθεί με μέτρο, που δεν κάνει τους λελογισμένους υπολογισμούς9, που αρέσκεται να κρημνοβατεί, που δε βουλιάζει στην ομοιότητα σαν μυστικό που εξομολογείται για να ξεθυμάνει10.

Κι όλα αυτά σε πλείστες όσες ελικοειδείς περιστροφές της γλώσσας -από τη δημώδη, την ιδιωματική μέχρι και την καθαρεύουσα- με λέξεις υποτελείς στο βασίλειο του συγγραφέα .

Ο Κώστας Ακρίβος ηδονικά εκτιθέμενος σ’ αυτό του το βιβλίο11, με τη βαθειά θεωρητική σκευή την οποία διαθέτει και με έναν διευρυμένο συναισθηματικό ορίζοντα, αποχρωματίζει το φαιόχρουν της υποκριτικής ευπρέπειας της καθημερινότητας, για να την εμβαπτίσει στο «πυρφόρο κάμα12» του κόκκινου του Rothko, μετατρέποντας τα διηγήματα αυτά σε ένα πέτρινο γεφύρι που ενώνει αριστουργηματικά την ποίηση με την πεζολογία.

-------------------------------------------------------------

1 Gilles Mayné, Eroticism in Georges Bataille & Henri Miller, Birmingham, Summa, 1993, σ. 1-6.
2 Δημήτρης Δημητριάδης, «Εισαγωγή: Η πρόστυχη κατεύθυνση», Bataille, Η ιστορία του ματιού. σ. 9 «Ο Georges Bataille, πρέπει να το πούμε από την πρώτη κιόλας στιγμή, δεν είναι, και με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι, απολογητής της σεξομανίας ούτε απόστολος του ελαφρού και διασκεδαστικού έρωτα· […] σκοπός του δεν είναι να προκαλέσει ή να ερεθίσει όπως κάνουν ορισμένα έντυπα που η σχέση τους με τον Μπατάιγ είναι ίδια με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ έναν έσχατα ανυποψίαστο άνθρωπο και σ’ έναν βασανιστικά κι εξουθενωτικά υποψιασμένο.»
3 «Ποτέ δεν είμαστε πιο απροστάτευτοι στον πόνο από όταν αγαπούμε, ποτέ πιο αβοήθητα δυστυχισμένοι από όταν έχουμε χάσει το αγαπημένο αντικείμενο ή την αγάπη του». S. Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, σ. 37.
4 «Τι είναι το έργο Τέχνης αν όχι το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου;». Karl Ove Knausgård, Ένας ερωτευμένος άντρας.
5 «Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα». Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
6 Juan Vincente Piqueras: Τι κάνω εγώ εδώ: Λεπρός Άγγελος: «Δίχως άλλη πίστη από το σφυγμό του αίματος ούτε άλλο θησαυρό από την ακατάπαυστη αναζήτηση, εφευρίσκουμε τη δίψα για να μπορούμε να τη σβήνουμε σε σώματα και κινδύνους».
7 «Στη βάση του ερωτισμού βιώνουμε μια θραύση, μια βία τη στιγμή της έκρηξής της». G. Bataille, Ο ερωτισμός, σ. 140.
8 Ανδρέας Εμπειρίκος, Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι.
9 Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και κλινοπάλη, σ. 97 «Πάθος που κάνει υπολογισμούς, δεν μπορεί παρά να είναι διεφθαρμένο.»
10 Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, σ. 98
11 «Μια από τις μεγάλες ηδονές ενός συγγραφέα είναι ότι εκτίθεται ανεπανόρθωτα», Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
12 Κώστας Ακρίβος, Σφαίρα στο βυζί, σ. 92.

εκδ. Φαρφουλάς, 2013
*

Tα ερωτικά μου ποιήματα
κολλημένα
σχιζότυπα
πάνω μου
Αντικαθιστούν την αφή
Μένουν πάντα εκτός συλλογής
Και δεν στρέφουν το βλέμμα στο μέλλον.



*
(άμετροι φίλοι)

Υπάρχουν πια
οι λίγες στιγμές
για τη τέχνη

Να πυρπολήσουμε τα κτήρια στη Σταδίου
Να διακομιστούμε ερωτευμένοι στα ψυχιατρεία
Να υποσχεθούμε πως οι άνθρωποι
θα μασουλάνε
υπέροχα.


*

(πολεμικό ανακοινωθέν)

Ο κύριος Γώγος
εχτές βράδυ
πάλι
εθεάθη
αλλόφρων
να πετά
αναγαλλιασμένος
με ρούμι
σφυρίζοντας
αδέσποτους σκύλους

Προσπαθούσε λέει να μάθει
πώς αποχαιρετούν τις γυναίκες.




*

i
Oι άνθρωποι
που γνώριζε
μάκραιναν επικίνδυνα
τα μέλη τους

τόσο πολύ
που δεν είχαν
ανάγκη
πια
ο ένας τον άλλον.


ii

(δίχως αισθαντικότητα καμιά)

Ανάμεσα στα μικροσκοπικά της δάκτυλα
Που αλείφουν την πόλη τ’ απογεύματα
Και όχι πολύ μακριά από αυτό που αποκαλούν μυαλγία
Στις εφτά και δεκαέξι ακριβώς
Μια τρύπα στο χρονικό των ταχυδευτερολέπτων

Ανοίγει
Και όπως
ΑΝΟΙΓΕΙ

Ανοίγουν και δυο βεντάλιες
Γοητευτικές
με τις οξείες τους
και τα ποιήματά της
νιφάδες
Να εκτρέπουν αυτή τη γυμνή φιλαρέσκεια
που επιδέξια τόσο έχει δημιουργήσει.


iii

Όπως τα ψάρια συνωστίζονται στη βαλίτσα μου
Και διάγουν την ανθρωπολογία σε κάτι ασήμαντο
Γελά κι εκείνη μαζί τους
Γνέφοντας
 η στιγμή για τη γη έχει έρθει
Και οι άνθρωποι δεν επιτρέπεται να μιλούν άλλο πια



ΒασιλιAς


«Πως πέρασες Αύγουστε
Χειμώνα;»
«Υπέροχα!
Ήταν ένας παράδεισος πουλιών
και άλλων δίσεκτων απολαύσεων!»


Ο Λευκός βασιλιάς του χειμώνα
κρυστάλλινος απεβίωσε εχτές βράδυ
στους 19 βαθμούς κελσίου.

Σύσσωμες οι εποχές με τον τρίτο ήλιο
κατέφθασαν να παραλάβουν το σώμα του
για την ετήσια ανακατασκευή.

Στη θανάσιμη ακολουθία
και στα επιμέρους τμήματα
του ολονύκτιου θρήνου
απλώθηκε από τον θρόνο του
μέχρι τον δρόμο
μία θλίψη εκθαμβωτικού αυλικού μεγαλείου.

Για άλλη μια φορά, όλες οι κυρίες
οι οποίες αποτέλεσαν τη ζωή του
αρκέστηκαν στο κονιάκ στα κόκκινα χείλη
και στην εξής δήλωση:


Και η πορεία του ήταν παράθυρο.
Και το γέλιο του ήταν παράθυρο.
Και οι αγάπες του εμείς ήμασταν.




*

Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν
Στις μηχανές και στις αντένες όπου αναζητούν
την ταχύτητα
Διασχίζοντας άλλα κορίτσια

                                                κορδέλες

Σε μυϊκή τάση των τροχοφόρων
Με έλατα μαλλιά και φούστες δίχως νόημα
Μέσα σ’ αγόρια
Μερικές φορές συμβαίνει τα κορίτσια να
χαλαρώνουν.




ΦYλα καρδιAς στις γωνIες

Αν η αστυνομία
τοποθετούσε
μηρούς
επιλεκτικά
επάνω στις χώρες που
για διασκέδαση παρακολουθούμε

(Όπου οι άνθρωποι έχουν τις
δουλειές τους
Όπου τα αφεντικά έχουν τους
ανθρώπους)

Εάν
δεν ακολουθούσε
εγχειρίδια
για το χιόνι για το πάθος για εμάς

Ποια ομιλία τότε θα κατακτούσε τον κόσμο;




drink ’n drive

Ήχοι χρωματίζουν τον κόσμο και χρώματα τους ανθρώ-
πους. Είναι αλήθεια! — Η μοτοσικλέτα μαρσάρει και αφή-
νει το βαθύ μπλε όπως ακριβώς το αεροπλάνο τα καύσιμα
του. Στις βραδινές μας αγαπητές βόλτες τρεις γραμμές πιο
σκοτεινές απ’ τη νύκτα, πιο ορθωμένες απ’ τις λογικές μας,
σχηματίζουν κάτι σαν δίεση με τα ηλεκτροφόρα καλώδια
που αφήνουμε πίσω να συνοδεύουν τις ευθείες λευκές ή δια-
κεκομμένες παύσεις.
ΕΠΟΧΕΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Α

H ιστορία της λογοτεχνίας θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια κλίμακα αντιθέσεων και συνθέσεων, ρήξεων και αναδομήσεων που ακολουθούν την φορά του εκάστοτε ιστορικού παρόντος. Τα έργα που θα ξεχωρίσουν και θα οριοθετήσουν την κλίμακα αυτή ενσαρκώνουν αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε νεωτερικότητα της κάθε εποχής. Κι αν εμφανίστηκε η ρομαντική οπτική περί τέχνης ήταν, επειδή υπήρχε ένα είδος «κενού νεωτερικότητας». Πλέον οι αυστηροί κανόνες που υπηρετούσαν τις έννοιες του μέτρου και των αναλογιών, και γενικότερα η καρτεσιανή κοσμοθέαση, έστεκαν μάλλον ανεπαρκείς μπροστά στην αναδυόμενη έννοια της πηγαίας δημιουργικότητας, που τόσο έντονα εξέπεμπε ο ρομαντισμός. Το ηττημένο, από την παντοκρατορία του Ορθού Λόγου, Υποκείμενο βρέθηκε στο κέντρο της ρομαντικής θεωρίας και απαίτησε για τον εαυτό του, ό,τι η γκιλοτίνα της νοησιαρχίας της γαλλικής επανάστασης του αρνήθηκε.
Η νεωτερικότητα του ρομαντισμού φανερώνεται αμέσως-αμέσως από την πρώτη αρχή που ο ίδιος υπερασπίστηκε: ότι δηλαδή πέραν της νόησης, πηγή γνώσης - σαφούς μα όχι διακριτής ή μετρήσιμης όπως αυτή του νου- μπορεί να είναι και η εμπειρία. Είτε ως φαντασία, είτε ως ανορθολογικό, είτε τελοσπάντων ως αυτό που ο Hutcheson ονόμασε internal sense1, ο Ρομαντισμός διακήρυξε πως υπάρχει «κάτι» στον άνθρωπο που είναι ικανό να τον καταστήσει δημιουργό-γνώστη, και που ίσως προηγείται του Ορθού Λόγου ως ουσία. Πως η Ομορφιά ως καθολική και συνάμα προσωπική υπόθεση του ανθρώπου αποτελεί ένα είδος γνώσης, το οποίο μόνο μέσω ενός υπεραισθητού υποστρώματος εμπειρίας (φαντασία;) μπορεί να καταληφθεί. Για πρώτη φορά η τέχνη μέσω του Ρομαντισμού, σπάει τα παραδοσιακά και τυποποιημένα σχήματα που η θετικότητα του κλασικισμού της είχε φορτώσει, και κερδίζει την μεταφυσικότητά της, δηλαδή εκείνο το στοιχείο που της χάρισε και την αυτονομία της. Φρουρός αυτής της αυτονομίας θα οριστεί η Αισθητική που πλέον θα έχει ως αντικείμενό της «ένα σκοπό δίχως σκοπιμότητα»2. Γιατί ως τέτοιος σκοπός ορίστηκε από τον Κάντ η τέχνη.
Σε αυτήν ακριβώς την αυτονομία της τέχνης εδράζεται και μια έννοια που ο ρομαντισμός ανέπτυξε ως κατεξοχήν δείγμα νεωτερικότητας: την έννοια της αυτοαναφορικότητας. Το οξύμωρο είναι πως τα προβλήματα που αυτή η έννοια έθεσε απέναντι μας ήταν τέτοια, ώστε κατέστησαν τον ίδιο τον ρομαντισμό αδύναμο να ανταπεξέλθει πειστικά, δηλαδή με τρόπο νεωτερικό. Τον έκαναν να μοιάζει με μια πραγματικότητα που χρήζει υπέρβασης. Συγκεκριμένα:
Σύμφωνα με την κατηγορική προσταγή του Κάντ, το άτομο πρέπει να επιλέγει να θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο όταν δρα. Τότε μονάχα η ελεύθερη βούληση προέρχεται από το άτομο και σε αυτό ξαναγυρίζει. Αυτό το είδος αυτοκαθορισμού και αυτενέργειας διέπει κι ένα έργο τέχνης. Η «σκοπιμότητα δίχως σκοπό» λέγεται έτσι γιατί ακριβώς εσωκλείει μια τελολογία, της οποίας το τέλος δεν μπορούμε να νοήσουμε, παρά μονάχα να βιώσουμε, όπως και η σιλλερική αισθητική στο Περί της Αισθητικής Παιδείας του Ανθρώπου περιγράφει: ως αποδέκτες τέχνης βυθιζόμαστε στο έργο που αποκαλύπτεται σε μας αυτάρκες και πλήρες. Η δικιά του Ομορφιά αναδεικνύει την πραγματική μας φύση, μέσω αυτής της απορροφητικής και αποκαλυπτικής διαδικασίας. Και αυτή δεν είναι άλλη από την ενοποιημένη εικόνα νόησης και αίσθησης, δηλαδή το Ωραίο. Το Ωραίο είναι και η Αλήθεια, η Ουσία. Βιώνοντες το Ωραίο γινόμαστε κατά τον Schiller Ελεύθεροι, καρπωνόμαστε δηλαδή αυτό που πραγματικά είμαστε. Σε αυτό το σημείο φαίνεται και ο λόγος που η ρομαντική θεωρία μιλώντας για την αυτονομία και την ενότητα του έργου τέχνης, εξύψωσε την τέχνη σε ρόλο ρυθμιστή και ερμηνευτή του κόσμου και του ανθρώπου. Γιατί πολύ απλά μόνο εντός της τέχνης λύνεται το άλυτο πρόβλημα της διττής φύσης του ανθρώπου. Για παράδειγμα, το ρομαντικό σύμβολο -στο οποίο το είναι με το σημαίνειν ενυπάρχουν ταυτόχρονα και αδιάρρηκτα- αντικατοπτρίζει τον διακαή πόθο του ανθρώπου να σημαίνει και να υπάρχει την ίδια στιγμή με την ίδια ένταση και με τον ίδιο τρόπο.
Όμως η προβληματική του ανθρώπου είναι πολύ βαθιά. Ως τελολογικό όν σε ένα αιτιοκρατούμενο σύμπαν, καταδικασμένο για πάντα στην μοναξιά της επιλογής, όπως θα έλεγε και ο Sartre, δεν μπορεί να πετύχει για τον εαυτό του αυτήν την εσωτερική ενότητα. Για παράδειγμα η φράση «εγώ είμαι εγώ» καταλύεται μόλις λέγεται, καθότι δεν υπάρχει κανένα προκατηγορικό θεμέλιο του δικού μου είναι. Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως διασπασμένος και εξαρχής ανίκανος να αντιληφθεί στην πλήρη του ολότητα το αντικείμενο που εξετάζει, εν προκειμένω ένα έργο τέχνης. Αφού η τέχνη βιώνεται μέσω του «πέραν της λογικής», η όποια προσπάθεια εκλογίκευσής της θα πέφτει στο κενό και άρα η ολική και πλήρης γνώση ενός αντικειμένου –π.χ ενός ποιήματος- θα μοιάζει παντοτινά ουτοπία. Το ποίημα βιώνεται ως θαύμα, δεν νοείται. Και αφού δεν νοείται, τότε πάντα κάτι θα ξεγλιστρά. Επομένως πλήρη και καθολική γνώση του αντικειμένου «ποίηση», με παγιωμένα και απαρασάλευτα χαρακτηριστικά δε θα έχει ποτέ. Και αν επισημάναμε πριν την αναλογία ανάμεσα στην καντιανή ηθική και αισθητική, ήταν για να τονίσουμε εντέλει πώς η αυτοαναφορικότητα της τέχνης είναι το καθρέφτισμα μιας a priori χαμένης για τον άνθρωπο ενότητας. Ο ίδιος ο Καντ έμμεσα τα παραδέχεται μιας και υποστηρίζει πως πρέπει να θεωρούμε τους δρώντες εαυτούς μας ελεύθερους, να δρούμε δηλαδή σαν να είμαστε ελεύθεροι.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως, αν για τη Φυσική η διάσπαση του ατόμου έγινε τον 20ο αιώνα, για την Τέχνη η συνειδητοποίηση του διασπασμένου ατόμου, δηλαδή του Εγώ, συνετελέστηκε μέσω της ρομαντικής θεωρίας ήδη από τον 19ο αιώνα. Οι εκλύσεις της πνευματικής ενέργειας από αυτή τη διάσπαση ακόμα αντηχούν στα αυτιά μας. Ο ρομαντισμός έθεσε και εντόπισε αυτό το καίριο πρόβλημα, το οποίο στάθηκε ο θεμέλιος λίθος για την μοντέρνα εποχή στην ποίηση. Πότε όμως αυτή ξεκινά; Η συνέχεια στο επόμενο κείμενό μας.

1 Μ Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών, μτφ Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα 1989, σ 175-179

2 Emmanuel Kant, Η Κριτική της κριτικής δύναμης, Αθήνα 2002, σ 152


(Πράσινη Γραμμή)

Βάζω τα παπούτσια μου βγαίνω στον δρόμο
Πατάω ίσια στις λακκούβες
Με τα λασπόνερα Έτσι θέλω
Να δαγκώνω όχι να φιλώ
Να Αγαπάω Άγρια
Όλους εκείνους που συναντώ τυχαία
Στην Αποβάθρα και τον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο
Δεν ανταλλάζουμε κουβέντα
Κάτι μας αναγκάζει
Κοιταζόμαστε με μίσος
Λίγο προτού κατεβούμε
Η πάντα χαμένη Ισορροπία μας
"Συγνώμη να περάσω"
Ένα χέρι στην ράχη
Με τον ιδρώτα της χαράς
ή της αγωνίας
Για να μπορώ τη νύχτα
Να επαναλάβω τα λόγια
Που τους έπεσαν πριν φύγουν
Σαν προσευχή


(Απ’ όσο θα ‘πρεπε)

Ο ουρανός παράξενος
Κάπως λες και τον τρίψαν με γυαλόχαρτο
Ματώνει
Οι γάτες πιο τρομαγμένες απ’ όσο θα ‘πρεπε
Γλιστρούν κάτω από τα διερχόμενα αμάξια και λιώνουν
Εγώ πιο ερωτευμένος απ’ όσο θα ‘πρεπε
Βαδίζω πιο αργά κι απ’ το αργότερα
που λέω σε όσα θέλω να αποφύγω
"Αφού θα πεθάνουμε
Γιατί δεν έρχεσαι;"
Να φωνάξω θέλω
(Περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε..)






ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
ΤΟΥ Μ Α Ρ Τ Ι Ο Υ ΜΕ
ΠΑΓΩΝΙΑ
ΣΕ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ ΓΝΩΣΤΟ
ΤΗΣ ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗΣ





ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗΣ


Πίσω από πάγκο καταστήματος ξύλινων παιχνιδιών
Με ματογυάλια, παπιγιόν και πλεχτή ζακέτα


Ο ποιητής Κωνσταντίνος Κρυστάλλης που ξανάρθε στη ζωή μετρά
Εισπράξεις. Ακούει Μπαχ, Τέλεμαν, και Βολφ.


Η αγαπημένη του κολλά τη μουσούδα της στο τζάμι.
Χνώτα. Καρδιές. Με το δάχτυλό της ιστορεί ένα σ’αγαπώ...


Το βράδυ θα του δώσει το κορμί της κι ύστερα
Θα κοιμηθούν μαζί βλέποντας ταινία ρομαντική.


Δίχως φλογέρες, και δίχως βουνά, δίχως κούρο αμνών, δίχως
Ευανθούλες, στάνες και δροσιά. Αλήθεια, πείτε μου,


Είναι  ευτυχισμένος;








Η ΛΟΤΤΕ ΨΑΡΕΥΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΠΕΝΙΤΣ



Η σκουριά που πέφτει είναι
Από την καρδιά μιας κομψής πόρνης κάτω
Απ’ τη μαγεμένη γέφυρα –άπλωσέ τη στο
Πηγάδι, χαμηλά. Στις χρυσαλλίδες.

Ψαρεύει το καλκάνι του Γιουβενάλη...
Ψαρεύει το καλκάνι του Γιουβενάλη... Ω,

Η καλόκαρδη Λόττε μου

Που έγινε κορίτσι στα σαρανταδυό.





Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ HANS SACHS ΣΤΗ ΡΟΤΟΝΤΑ ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ


Ο Χανς Ζαξ στη ροτόντα αντικριστά, το ξυπνητήρι
Χτυπά˙ εκείνος, μασουλώντας μια
Ουρά γερμανικού χρυσόψαρου
Θυμάται τους άθλους του Περσέα και τους
Αντιγράφει. Τα χαρτιά του
Πασπαλισμένα ασημόσκονη αρπάζουν φωτιά.

Θαμώνες μιας τσακισμένης βελανιδιάς
Που κοιμάται στο χιόνι. Με πράσινα μάτια.

Μα εσύ;
Εσύ;
Θλιμμένε ποιητή,

Τι σκέφτεσαι;






Ο  ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ


Γελούσε ο πεθαμένος  κάτω από τον ίσκιο του λωτού:

«Θα ξαποστάσω τώρα, άλλο μη  κλαίτε.
Μόνο πλύντε το κορμί μου απ’ τα αίματα
Σε καθαρό μαξιλάρι ακουμπήστε το κεφάλι μου
Και κάψτε τα τριμμένα μου ρούχα.
Απ’ τη ζωή μου να μη θυμάμαι τίποτα.

Γιδάρης ήταν το επάγγελμά μου
Ξυπνούσα τα χαράματα πεινώντας
Με παγωμένο νερό έπλενα το πρόσωπό μου
Και σ’ ακριβά καφενεία ουδέποτε πήγα
Καλή ζωή δεν ξέρω τι πάει να πει.

Ο Θεός  ας αναπαύσει την ψυχή του φονιά μου.
Γύριζα χθες απ’ τα χωράφια.
Οι γείτονες, είπε, τον πληρώσανε.
Ήταν γύφτος και κρατούσε σουγιά.
Με έσφαξε όταν έκανα να φύγω.

Πόσο την αγάπησα μόνον ο Θεός το ξέρει.
Το δέντρο τώρα πίνει το αίμα μου
Ο ίσκιος του με κρύβει απ’τους εχθρούς μου
Όμως για κείνη πάντα θα κλαίω
Πόσο την αγάπησα μόνον ο Θεός το ξέρει».





ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ


Ενώ το πρόσωπο συχνά το στολίζουν
Και το δένουν σε δέντρα, και το ποτίζουν
Λιωμένο χρυσάφι
Κι έχει συνηθίσει πιά στα καλά και τη νωχέλεια
Κάποια μέρα θα σηκωθεί για ταξίδια.

Τόσες νύχτες συνομιλώντας με την αράχνη,
Διασχίζοντας το στενό μονοπάτι, ώσπου
Με φως να ξαναβγούμε στη δημοσιά.



7ο τεύχος έντυπη θράκα



Ο Αισθησιασμός του Καβάφη πάει πολύ πιο πέρα από τη λαγνεία, πολύ πιο πέρα από την κάθε εποχή. Διαβάζει κανείς λόγου χάρη το «ΜΙΣΗ ΩΡΑ» όπου χωρίς πολυτονικό και την αγαπημένη μας «διάλεκτο», θαρρεί πως γράφτηκε σήμερα. Θα μπορούσε να το… εκφέρει από μέσα του και «μὲ πολλὴν ὑπόληψι» δηλαδή, ένας χρόνιος πότης, διακριτικά, σε μια μπάρα ή να το ψιθυρίσει τύφλα, ένα ‘ρεμάλι’, με μουσική υπόκρουση Tom Waits ή κάτι τέτοιο, προτού, από τις πολλές αιωρήσεις, πέσει απ’ το σκαμπώ του τελικώς και γίνει περίγελως. Θα μπορούσε  επίσης, να αισθανθεί το ποίημα έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ, χορεύοντας σε έξαλλους ρυθμούς, ένας νεαρός clubber του Σαββατόβραδου παρόλο που τη Δευτέρα το πρωί, πιθανώς, να χασμουριόταν στο μάθημα, ενώ διδασκόταν την «ΙΘΑΚΗ».

Ο αισθησιασμός του Καβάφη πάει πολύ πιο πέρα από τη λαγνεία στο «ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ», πολύ πιο πέρα ναι, κι αυτή η λάθος Προστακτική που είναι μια Προστακτική ‘Ερωτότροπος’, σοφά κλητεύει.

Πάει πολύ πιο πέρα: ο ερεθισμός της αίσθησης κάνει την επιθυμία να γίνεται το όχημα της απόσχισης του σώματος από οτιδήποτε το ορίζει, το οδηγεί, το διαφεντεύει·  ακόμα κι από την ίδια τη λαγνεία. Το σώμα φτάνει στην αυτονόμηση, στην αυτονομία, γεννά φυσικώς νέες αίσθήσεις, κι από μόνο του αποκτά μνήμη, στα αισθητήρια όργανά του, στις νευρικές απολήξεις του ώσπου…

...Ώσπου το σώμα γίνεται πάσχον. Η απουσία (φαντασιακό) κι η παρουσία (πραγματικό) του ερωτικού αντικειμένου, μπορεί να μην έχουν καμμιά αξία μπροστά σε τέτοιον παροξυσμό, στο άωτον.

Έτσι, φτάνει να καίει το αίμα. Κι ακριβώς τώρα θυμάμαι ότι είχα έναν Καθηγητή Φυσικής (!) στο Γυμνάσιο, που όντας φαλλοκράτης, δανείζοντάς μου τα ποιήματα του Καβάφη, μου είπε μια μέρα με νόημα:
- Μεγάλος Ποιητής αλλά είχε ένα κουσούρι.
-Τί κουσούρι; Ρώτησα ηλεκτρισμένη, δε μου απάντησε ποτέ.

Το αίμα ανεβάζει θερμοκρασία -Κύριε Καθηγητά- ανάλογα με τον βαθμό επικινδυνότητας του δελέατος! (εκ του δέλεαρ).
Είναι η ενοχή που καίει το αίμα και γλυκαίνει τον πόνο. Η Ενοχή, στοίχειωνε τον Καβάφη και για  ό,τι φρονούσε εκείνος ως «παράνομο» και για ό,τι επέτασσε η κοινωνία της εποχής του.
Σε κάθε περίπτωση, μας άρεσαν πάντα οι πίστες που συχνά τσαλαβουτούσε ή ανέβαινε για να συναντήσει τους μύστες του ερωτικού του κόσμου αν και αναφορικά με το «ΜΙΣΗ ΩΡΑ», μπορεί να ήταν, μπορεί να ένιωθε πραγματικά μόνος. Ευτυχώς, είναι μαζί μ’ εμάς τους υπόλοιπους·  δηλαδή, με μια ολόκληρη Οικουμένη._

ΗΧΟΙ – ΧΡΩΜΑΤΑ - ΣΥΜΒΟΛΑ
              ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΠΡΑΒΟΥ
                                                                       Μέ σκάρτα ζάρια
                                                                              παίζει ὁ θάνατος
                                                                                (Ἀλώνι-Ξύλινα τείχη)

Συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από το θάνατο του Χρ. Μπράβου(21 Απρ. 1987) και το ποιητικό του έργο συνεχίζει να προκαλεί το θαυμασμό ακόμα και στις νεότερες γενιές.
Ο Χρ. Μπράβος έχει καταξιωθεί από τους λογοτεχνικούς κύκλους και κριτικούς ως σημαντικότατος ποιητής, από την πρωτοτυπία του έργου του, τις ικανότητές του να συνδυάζει στοιχεία ετερόκλητα, όπως τον μεταφυσικό κόσμο του παραμυθιού, της μυθολογίας, των παραλογών, της αρχαίας παράδοσης με το μοντέρνο, τα εσωτερικά συναισθήματα, το εξπρεσιονιστικό στοιχείο, τον υπερρεαλισμό με το δημοτικό στοιχείο, το δημοτικό τραγούδι, την ικανότητά του να τιθασεύσει τον εθνικό δεκαπεντασύλλαβο σε ιδιότυπες μετρικές μορφές. Όλα αυτά δένονται θαυμάσια με τα θέματα της ποίησής του, αφού σε όλα κύριο στοιχείο είναι ο θάνατος. Φαντάζει περίεργο το γεγονός ότι ο Μπράβος, αν και δεν έζησε καθόλου τον Εμφύλιο, αφοσιώνεται τόσο απόλυτα στον κόσμο των "λυπημένων". Ο κόσμος διχασμένος: υπάρχουν από τη μια οι «παράνομοι», «οι λυπημένοι», οι εξόριστοι που κρύβονται στα δάση και στις βουνοκορφές, κι από την άλλη «τα σκυλιά» «οι κυνηγοί», «οι άλλοι», όπως ο ίδιος τους αποκαλεί:

Ἔπεσε νύχτα μέ πριόνι καί θηλιά
κι οἱ λυπημένοι διάλεξαν τ’ ἀγρίμια.
Νύχτα μέ χέρι σιδερένιο τοῦ τυφλοῦ
στό δάσος οἱ παράνομοι ἐγλιστρῆσαν.

Οἱ ἄλλοι μπῆκαν μέ τουφέκια
καί σκυλιά να βροῦν τό αἷμα,
νά φέρουν τά κεφάλια………..
      (Μαύρη Κιβωτός-Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα)

Τα πάντα εξελίσσονται και διαδραματίζονται στο σκοτάδι. Φυσικά τέτοια τραγικά και ανείπωτα γεγονότα, όπως του Εμφυλίου, μόνο μέσα στο σκοτάδι θεριεύουν. Τα χρώματα εναλλάσσονται στις εικόνες των ποιημάτων του και κυρίως το μαύρο, το κόκκινο, το γκρίζο, το άσπρο, όλα, όμως,- ακόμα και το άσπρο,- σχετίζονται με το θάνατο. Ίσως η διαίσθησή του να τον οδηγεί εκεί, αφού χάθηκε τόσο νέος, στα 39 του χρόνια. Το μαύρο κηρύσσεται από τον ίδιο τον ποιητή θεμέλιο χρώμα με εφτά πέπλα, εφτά στρώματα, όπως το φως με τα εφτά χρώματα της ίριδας. Σκηνοθετείται, έτσι, ένας κόσμος παράδοξος, ζοφερός, αλλά συνάμα εφιαλτικός, παράλογος, εξωπραγματικός. Τα εφτά μαύρα πέπλα είναι βαριά, πυκνά, καλύπτουν τη γη, τα πρόσωπα, αιχμαλωτίζουν τους δρόμους, τα όνειρα, τους ήχους, εκτείνονται από τη γη, τον πάνω κόσμο, και καταλήγουν στον Κάτω κόσμο, στο θάνατο, στον σκοτεινό Άδη, με τα «χαμηλά ποτάμια», όπως ο ίδιος αναφέρει. Παντού σκοτάδι, θάνατος, αίμα, αδελφοκτόνος σπαραγμός με πρωτοφανή αγριότητα. Η σκοτεινή μήτρα γεννά θάνατο και τρέλα, η νύχτα γεννά θάνατο, ακόμα και στην κούνια και στο γάμο(Ματωμένος Γάμος):
Νά μήν τήν πεῖ κανείς αὐτή τή νύχτα
πού ἔπνιξε τό θάνατο στήν κούνια

                               (Τό νερό  (μετά τά Μυθικά)
Ἔλαμπε μές στά μαῦρα του ὁ γαμπρός

                                    (Γάμος Ι-Μετά τα Μυθικά)
Ἀπό παντοῦ τόν κόσμο νά κυκλώνει
τό μαῦρο φῶς: ἡ λάμψη τοῦ θανάτου

                                  (Γάμος ΙΙ( Μετά τα μυθικά)
Παραχωμένη κι ἄφοβη στῆς γῆς τό μέγα μαῦρο
                       
   (Τό ταξίδι τῆς «Ἑλένης Τ. -Ὀρεινό καταφύγιο)


Τα άλογα μαύρα ή κόκκινα οδηγούν τους αναβάτες ή εκπορεύονται από τον Άδη, σύμβολα θανάτου. Ακόμα και το φως είναι μαύρο κι ο αέρας σκοτεινός, αφού χρωματίζονται από τη λάμψη του θανάτου. Η παγωμάρα του θανάτου συνδέεται εύκολα συνειρμικά με το παγωμένο χιόνι και την κρυάδα του φιδιού, γι’ αυτό πολλές οι αναφορές σ’ αυτά τα σύμβολα στην ποίησή του:
Ἀέρας παγωμένος
γνέθει κρύσταλλα
ἀέρας παγερός
καί παγωμένος.
…………………
    Μέ σκάρτα ζάρια
παίζει ὁ θάνατος
                            (Ἀλώνι-Ξύλινα τείχη)

Χιόνι σεντόνι τρυφερό γιά τοῦ φιδιού τόν ύπνο.
Χιόνι καί πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης.
Χιόνι· κι ἀνάψαν τή φωτιά στόν κάτω κόσμο.

                        (ΗΜΕΡΟΣ ΥΠΝΟΣ-Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα)

Το φίδι μπορεί να είναι το πτώμα, το κουφάρι, ο θάνατος:
    Κορμί φιδιού θά δέρνεσαι στό χῶμα, δίχως κεφάλι.

                                 (ΠΡΟΓΡΑΦΗ, Ξύλινα τείχη)

Το μαύρο φαίνεται να μην είναι ικανό να αποδώσει τη φρίκη του θανάτου και χρειάζεται το συμπληρωματικό του. Το κόκκινο θεωρείται, επίσης, βασικό χρώμα στην ποίησή του. Το αδελφικό κόκκινο αίμα, που ποτάμι χύνεται, μυρίζει μούχλα, σαπίλα, σήψη, φθορά, θάνατο, βάφει τη φρίκη του θανάτου των αδικοχαμένων, «των κεκοιμημένων», τους οποίους ο ποιητής «φωτογραφίζει από μνήμης», αφού δε ζει ο ίδιος τα γεγονότα:
Κάποτε τούς μυρίζω στόν ἀέρα
-βαρύ ἄλιωτο κόκκινο

                           (Αναστάσιμο-Ὀρεινό Καταφύγιο)

Τόν ξεβράζει τώρα κόκκινη βροχή/καί τυφλά ποντίκια κατοικοῦν τά
τείχη.             

                   (Πολική νύχτα-Ξύλινα τείχη-Μετά τά μυθικά)

Κεφάλια κύλισαν με κόκκινα μαλλιά και παγωμένα

                         (Παράλυτα Μαλλιά –Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα)

Η φρίκη του αίματος διατηρεί τη μνήμη αναλλοίωτη, αλλά και τη μυρουδιά του θανάτου, εξάπτει τα πάθη, φλογίζει την εκδίκηση, καταλαμβάνει το χρόνο, τη μέρα, τη νύχτα, τον γενέθλιο τόπο, τις μαυροφορεμένες χήρες με τα κόλλυβα, το τοπίο του θανάτου, εικόνες καθημερινές, γνωστές στον γενέθλιο τόπο του ποιητή, ακόμα και σήμερα, όταν οι γυναίκες κατευθύνονται στον τόπο των «κεκοιμημένων», πέρα από το χρόνο, αφού αυτός πια «μετριέται μόνο μέ Ψυχοσάββατα».

Μαῦρες γυναῖκες/ περνοῦν στό δρόμο/ πᾶνε βουβές/πᾶν μέ τά κόλλυβα./Ξάφνου ξυπνᾶ τό αἷμα/βάφει τόν οὐρανό/καί τό δρόμο/σφαίρες  πέφτουν/στήν πίσω πλαγιά/τοῦ χρόνου./Κατρακυλοῦν κεφάλια/καί πέφτουνε στό δρόμο/ μπρός στίς μαῦρες γυναῖκες/ πού πᾶνε μέ τά κόλλυβα./Ἐγώ τότε εἶπα:/Τά κεφάλια εἶναι ρολόι/οἱ μαύρες γυναῖκες/τοπίο.

                                     ( ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ-Ὀρεινό Καταφύγιο)

Η αντίθεση μαύρου – κόκκινου είναι ισχυρή και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην ανατροπή της διαδοχής των χρονικών στιγμών «στην πίσω πλαγιά του χρόνου», όπως ο ίδιος αναφέρει, στην αντιστροφή παρελθόντος-παρόντος:

Πῶς μπαμπακιάσαν τά μαλλιά/ τῆς μάνας μου…/φέγγουν στό   κόκκινο/τῆς μέρας μέ τυφλώνουν….
………………..
κι ὅπως της γδέρνω/το λαιμό και με σκεπάζει/χάνομαι μές στο μαύρο/τῶν μαλλιών της     

             (Δίκοπη μέρα-Ὀρεινό Καταφύγιο)

Μια ευαίσθητη ψυχή, όπως του ποιητή, δεν μπορεί να ησυχάσει μέσα σε τόσο θάνατο κι άλλο θάνατο, μένει άγρυπνος, ανησυχεί, βασανίζεται, πονά για το αίμα που χύνεται και απλώνεται από τη μικρή Δεσκάτη, που αποτελεί τη μικρογραφία των εξελίξεων, μέχρι τη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα, που πνίγεται στο κόκκινο και είναι άρρωστη:

Γράφεις κύκλους/ στό νωπό νταβάνι/ ζυγιάζεις τά φτερά σου./Δέ θα ’ρθει ὁ ὕπνος./ Θά τρῶς τά σωθικά μου/ οληνύχτα/πατρίδα μου ἀπέραντο κόκκινο.             

(ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ Ὀρεινό καταφύγιο)

Σάπια δοκάνια/ δόκανα σιωπῆς/ καί τό ψωμάκι κάρβουνο/τό γάλα σου φαρμάκι./Κακή αρρώστια σάπισε /πατρίδα τούς μαστούς σου

                                  (ΑΡΡΩΣΤΗ ΜΑΝΑ-Ὀρεινό καταφύγιο)

Ακόμα και η σκηνή του Γάμου, που θυμίζει Δεσκατιώτικο Γάμο εκείνων των καιρών, εκτυλίσσεται μέσα σε μια διασπορά χρωμάτων, που στο τέλος κυριαρχεί το κόκκινο, καθώς. για να θυμηθούμε τον Λόρκα, που ιδιαίτερα αγαπούσε και θαύμαζε ο Χρήστος, καταλήγει να είναι Ματωμένος Γάμος:

    Στό Νικόλα Κληρονόμο
Φυσᾶ βοριάς καί τό πέπλο/σηκώνεται. Κόκκινο κι ἄσπρο/καί βαθύ. Ὅπως οἱ γάμοι./Μπρός μου πέρασαν/μέ τ’ ἄλογα καί τά βιολιά·/μ’ ἄσπρα μαντίλια/πέρασαν μπροστά μου./Σιγανά περπάτα νύφη, τῆς ἐφώναξα/σιγανά περπάτα νύφη, καί δέν άκουσε./(Τό κόκκινο ἦταν ἄλογο/κι αὐτός στά μαῦρα ξένος).
                                  (Η ΝΥΦΗ-Μετά τα Μυθικά)

 Οπτικές και ακουστικές εικόνες αντιτιθέμενες. Ισχυρές αντιθέσεις στο άσπρο και κόκκινο βαθύ πέπλο της νύφης, το μαύρο του γαμπρού, το κόκκινο του αλόγου, τα βιολιά, τα άσπρα μαντίλια. Στο τέλος, όμως, κυριαρχεί το κόκκινο, το φονικό, το αίμα, και το μαύρο, ο ξένος καβαλάρης, ο θάνατος. Αξιοπρόσεκτη σ’ αυτό το ποίημα και η διπλή προειδοποίηση του ποιητή προς τη νύφη «σιγανά περπάτα νύφη». Στον τόπο του ποιητή αυτό θυμίζει το ντόπιο δημοτικό τραγούδι, ενδεικτικό στοιχείο για το πόσο ζυμωμένος είναι ο ποιητής με τη ντόπια παράδοση: Σιγανά περπάτα νύφη, σιγανά κι αγάλια-αγάλια…
Το άσπρο είναι κι αυτό χρώμα θανάτου, το χρώμα των νεκρών, των πτωμάτων, το νεκροσάβανο. Μπορεί να συνυπάρχει με το μαύρο σε μια σύνθεση παράλογη, εξπρεσιονιστική, εξωπραγματική, που εκπορεύεται κυρίως από τον Κάτω κόσμο:

     Δέστε τό μαῦρο ἄλογο πού τρέχει
    δέστε τ’ ἄσπρα φτερά του πού χτυποῦν

                     (Τοῦ λυπημένου –Με τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα)

Γυναῖκες σέ κλοιό ἡ νεκρή
στό κέντρο –μές στ’ἄσπρα

                  (Τα πρόσωπα -Ὀρεινό Καταφύγιο)

Καί ποῦ νά εἶν’ ἐκεῖνο τ’ἄσπρο σάλι
πού σοῦ ῤιξε, ὅταν σ’ ἔπαιρναν, ἡ νύφη

      (Σονέτο τοῦ σκοτεινοῦ θανάτου-Μετά τά Μυθικά)

Κι ἀσπρίζει, ὅπως κρανίο………(‘Ο Γάμος ΙΙ-Μετά τά Μυθικά)

Το γκρίζο είναι το μαύρο που ξεθωριάζει. Μετριάζεται η σκοτεινιά και η μαυρίλα του θανάτου. Αλλάζει η ψυχική διάθεση και η όψη των πραγμάτων. Μια ανάπαυλα στον αδιάκοπο θάνατο και κάποια νότα αισιοδοξίας, ελπίδας αχνής ότι τα πράγματα στις άλλες γενιές μπορεί να αλλάξουν:

Σήραγγες δια-/σχίζουν τό γκρίζο/κομματιάζουν τήν πέτρα/κ’ ἕνα πουλί χαρούμενο/μέ φέρνει πίσω……….Ἀλλοῦ ταξιδεύω τότε./Δέν ἔχει κόκκινο   ἐκεῖ/δέν ἔχει γκρίζο.   

(Σπάνιο Γραμματόσημο-΄Ορεινό Καταφύγιο)

Ἔπεφτε βράδυ/καί τό κόκκινο θροοῦσε./Σταχτί πηγάδι τό ΄πινε/ράντιζε  γκρίζο κόκκινο/παιδιά –βραγιές.   

(Φυτώριο-Ὀρ. Καταφύγιο)

Σε ένα τοπίο θανάτου, σε ένα ορεινό καταφύγιο των ψυχών των αδικοσκοτωμένων, πόνος και βογγητά πλημμυρίζουν τη  γη και τον αέρα:

      Οἱ φράχτες καί  οἱ φωλιές τῶν βράχων/κρατοῦν ἀκόμα βογγητά

                                                 (Γενέθλιος τόπος-Ὀρεινό καταφύγιο)

       Ὅμως  μεσάνυχτα ακούονται οἱ πόνοι…

                    .(Τό μαῦρο εἶναι χρῶμα φιλικό-Ὀρεινό καταφύγιο)

       Ἀνάκουστος κελαηδισμός σάν κλάμα (Οἱ ἦχοι-Ὀρ. Καταφ)

Οι φωνές από τον Κάτω κόσμο συγκλονίζουν, το αίμα ξυπνά, ζητάει εκδίκηση, τα μεσάνυχτα ή κάποιες «Λυτές βραδιές» πλανώνται οι νεκροί, κλαίνε, ζητούν δικαίωση, μνήμη, μέσα από κάποιες βιβλικές σκηνές σκιρτημάτων της γης, συντέλειας, χρωματισμένες με τα αλυχτίσματα των σκύλων και τα ουρλιαχτά των βατράχων. Όλα μυρίζουν θάνατο, τραγουδούν, πνέουν θάνατο.

Ἄξαφνα ὁ Θόλος ἄστραψε/ ἀκούστηκαν οἱ κρότοι./ «Μπουμπουνητά»    ψιθύρισα./ «Ἄλογα» εἶπε ὁ γιός μου /κι ὁ ἄλλος γιός μου: «Ντουφεκιές».

                                       (Κεφάλαιο τρίτο-Μέ τῶν ἀλόγων τα φαντάσματα)

Μοῦ τραγουδοῦσε τό αἷμα.    (Ανατολή-Μέ τῶν ἀλόγων. τά φαντάσματα)

Κι ἀκούστηκε ὁ κρότος ὁ μεγάλος τῆς γῆς/πού τσακιζότανε τυφλή/πάνω στό βράχο.                     (Συντέλεια-Μετά τά Μυθικά)

Ὅλη τη νύχτα ἀκούονταν σκυλιά.(Παράλυτα Μαλλιά-Μέ τῶν ἀλ. τά φαντ.)

Θά εἶναι νύχτα καί θά οὐρλιάζουν τά βατράχια(Μῆκος Χρόνου-Ὀρ. Κατφ.)

Ἀνοῖξαν οἱ φωνές χτυποῦν τα πλῆκτρα/χτυποῦν τῶν ζωντανῶν τα δόντια./Θάνατος πνέει και κρυώνουν.         

 (Κῆπος-Μέ τῶν ἀλ. τά φαντ.)

Ὅμως τό πιό γλυκό βιολί/τό παίζει ὁ θάνατος(Μέ Μαῦρο Δίχτυ-Με τῶν ἀλ. τά φαντ.)

  Μέσα σ’ αυτή τη φθορά, τη συντέλεια, τη δίνη του θανάτου, χρώματα και ήχοι συνείρονται, επιφάνεια και βάθος ένα, για να γεννήσουν κι άλλο θάνατο ή η περιδίνηση του μαύρου και του χάους μέσα από υμνωδίες κοσμογονικές να γεννήσει κάτι σημαντικό: την ποίηση, την ανάσταση, με ανάδοχο τον Διονύσιο Σολωμό ή να κυοφορήσει την ελπίδα, το φυτώριο, τη νέα καλύτερη γενιά:
       Αἷμα ἠχῶς παλιώνει στο ντουβάρι  (Τροχήλατος ἵππος-Ὀρ. Καταφ)

Κι ὁ κρότος πότε ἄλογο/καί πότε φίδι (Ἱστορία τῆς Γραφῆς-Μέ τ.ἀ.τά φ.)

Τό ἕβδομο πέπλο κρύβει/τό πηγάδι./Σκύβω στό φιλιατρό καί ρίχνω πέτρα – κρότος τίποτα/οὔτε νερό οὔτε τέλος/εἶμαι στόν κούφιο ἄξονα/τοῦ κόσμου. ὁ ἄλλος πόλος/κάτω ἀπό θόλους και ψαλμούς/τό μαῦρο ξεγεννάει τούς ποιητές του/τρίς στόν ἀέρα/τούς σηκώνει ὁ Διονύσιος./Δοκιμή Ἀνάστασης.

( Το ἕβδ. Πέπλο.VII.- Ὀρ. Καταφ.)

Ἔπεφτε βράδυ/καί τό κόκκινο θροοῦσε./Σταχτί πηγάδι τό ΄πινε/ράντιζε  γκρίζο κόκκινο/παιδιά –βραγιές.  
                                                        (Φυτώριο-Ὀρ. Καταφύγιο)

Ακόμα και τα άψυχα αποκτούν ζωή για να τη χάσουν μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα του θανάτου, αισθάνονται, δέχονται χτυπήματα, πληγώνονται, στάζουν αίμα:

Ὁ φράχτης στάζει κόκκινο     (Δίκοπη μέρα- Ὀρεινό Καταφύγιο)
Σαλεύει ὁ φράχτης, φέγγουν κοντακιές    (Οἱ ἦχοι- ὀρεινό καταφύγιο)
Οἱ φράχτες κ’ οἱ φωλιές τῶν βράχων κρατοῦν ἀκόμα βογγητά.

                                   (Γενέθλιος τόπος-Ὀρεινό Καταφύγιο)

Σέ φράχτη θά τό δεῖτε τό κεφάλι μου. / Σέ καθαρή πετσέτα νά τό βάλετε/ καί νά τό πᾶτε….

(Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα, Τυπογραφείο ΚΕΙΜΕΝΑ, Αθήνα 1985)

Ο φράχτης είναι ένα βασικό σύμβολο στην ποίησή του. Αποτελεί το αντικαθρέφτισμα των γεγονότων, το χώρο που εκτίθενται: η φρίκη, οι σκληρές και βάναυσες σκηνές, αποκεφαλισμοί αντιπάλων, ακόμα και συγγενών, παλουκωμένα κεφάλια, σαν μια εφημερίδα τοίχου και με ανθρώπινη υπόσταση, αφού αισθάνεται και συμμετέχει στον πόνο και στη φρίκη «στάζει κόκκινο», αίμα. Είναι ο χώρος κορύφωσης της ανθρώπινης βαναυσότητας και αναλγησίας, καθώς το αίμα σε δημόσια θέα στάζει θάνατο, για τιμωρία, εκδίκηση, αλλά και «πρός γνῶσιν και συμμόρφωσιν» πάντων. Αποτελεί, όμως και το σύνορο, το όριο των γεγονότων και των εξελίξεων, καθώς η φρίκη σταματά στο φράχτη και σπάνια εισχωρεί στα ενδότερα, ένα είδος προστασίας για το εσωτερικό του σπιτιού. Η κακή κατάσταση του φράχτη δείχνει και την εγκατάλειψη του σπιτιού:
Οἱ ἄλλοι μπῆκαν μέ τουφέκια
 καί σκυλιά να βροῦν τό αἷμα,
 νά φέρουν τά κεφάλια.
                                  (Μαύρη Κιβωτός-Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα)

Ἐδῶ κανείς δέν .ἄλλαξε τούς φράχτες/μιά χλόη τούς κυκλώνει/ἀλλοῦ πυκνή/κι ἀλλοῦ ἀτάιστη.  

 (Ἀναστάσιμο-Ὀρ. Καταφύγιο)

   Έξω από το φράχτη το πένθιμο σκυλί είτε με το αλύχτισμα είτε με το ουρλιαχτό προσθέτει την ανατριχίλα και το ρίγος συμπληρώνοντας τη φρικτή εικόνα της φθοράς, του σάπιου…. ακουστικά.:
Νύχτα μέ πένθιμο σκυλί στόν σάπιο φράχτη
Κι οἱ πεθαμένοι ἀκοῦν καί περιμένουν    

(Ἥμερος Ὕπνος-Μέ τ.τά φ.)

Η ποίηση του Χρ. Μπράβου στηρίζεται στον απόηχο της εμφύλιας μνήμης, χαρακτηρίζει, όμως, την εποχή του και προσφέρει σ’ αυτήν την «επαρχιώτικη» και «ορεσίβια» φρεσκάδα, μένοντας προσκολλημένη στις συνήθειες, στον τρόπο ζωής, στις δοξασίες και στη ραχοκοκαλιά της παράδοσης και του δημοτικού τραγουδιού του γενέθλιου τόπου του. Οι ήρωές του, που τρίβονται και αλέθονται στις μυλόπετρες του Εμφυλίου, μένουν, με ένα αιώνιο αγκάλιασμα στο Ορεινό Καταφύγιο των ψυχών τους, στη μικρή Δεσκάτη.




Πευκόφλουδη


1

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, το μόνο όνειρό μου ήταν να ατενίσω τη θάλασσα. Τα όνειρα χάθηκαν, μα δεν έχω παράπονο, έχω το ξυλόγλυπτό σου κι έχω τον ψίθυρό σου.
Τότε, πίσω από την αυλή μου ανοιγόταν μια χαράδρα γεμάτη λεπτόκορμες λεύκες, με φυλλωσιές που τανύζονταν ίσαμε το χείλος του γκρεμού για να αντικρίσουν τον ήλιο. Μια γενιά πριν, τούτη η χαράδρα ήταν ακτή, που όταν η θάλασσα στέρεψε πήρε μαζί της την άμμο και την παρέσυρε χαμηλά, αφήνοντας μoναχά ένα ρυάκι στον πυθμένα. Δεν κατηφόριζα συχνά τα πουρνάρια ως εκεί, παρά μόνο για να κόψω ξύλα, μα μερικά δειλινά στεκόμουν δίπλα στο μεγαλύτερο πεύκο του δάσους, ένα τρανό δέντρο ριζωμένο στο χείλος του γκρεμού. Κι αν ο άνεμος είχε τις βουβές του, μπορούσα να αφουγκραστώ το κελάρυσμα και να φανταστώ πώς είναι παφλασμός πελαγίσιος.
Τη θάλασσα δεν την πρόλαβα. Πρώτα χάσαμε τον Πρίγκιπά μας, λέει, πνίγηκε στον γυρισμό από ναυμαχία θριαμβευτική, σε μια καταιγίδα που κατάπιε τον στόλο μας. Ο χαμός του λύγισε τη Βασίλισσα κι έπεσε στα βράχια από το μπαλκόνι του παλατιού. Βασιλιά δεν είχαμε κι έτσι, μετά τη θάλασσα, χάσαμε και τη χώρα μας, ναύτες ξενιτεύτηκαν και βάρβαροι διαβήκανε τα σύνορα, καταπάτησαν χωράφια και δάση· λιμάνια και καράβια τα περιφρόνησαν, τι να τα κάνουν, σαν καρυδότσουφλα απέμειναν στη στεριά, άχρηστα τα δρύινα κουφάρια τους, να σαπίζουν –τόση ξυλεία για το τίποτα. Ποιος μας καταράστηκε δεν ξέρω, άλλος λέει οι θεοί που τους λησμονήσαμε αιώνες για το εμπόριο, άλλος η Βασίλισσά μας η μάγισσα κι άλλος η φύση, που βεβηλώσαμε το πέλαγος πολεμώντας στα κύματά του. Εγώ πάλι έλεγα έτσι ήτανε να γίνει κι έγινε.
Η θάλασσα στέγνωσε, και πέρα από τις λεύκες γεννήθηκε έρημος άγονη. Σ’ αυτόν τον κόσμο ήρθα, από πατέρα που στα γεράματα έγινε ξυλουργός κι από μάνα που πέθανε νωρίς από τον καημό της. Εκείνη ήταν που μου έλεγε για μια θάλασσα άγρια, με κύματα πελώρια σαν κάστρα μυθικά, με τέρατα φριχτά, μια θάλασσα άλλοτε γαλήνια κι άλλοτε ανθρωποπνίχτρα.
Ήθελα να τη δω, μα είχε χαθεί· και για να ακούσω τον φλοίσβο θα έπρεπε να ταξιδέψω στα πέρατα του κόσμου, να διαβώ γη βαρβαρική, μέχρι να φτάσω σε πέλαγος βόρειο και ξενικό. Κι έτσι, έμεινα· ίσως γιατί φοβήθηκα το ταξίδι, ίσως γιατί ερωτεύτηκα το πευκόξυλο, ξερό και κούφιο σαν κόβεται, γκρίζο, χλωμό σαν δέρμα πεθαμένου, ψυχρό σαν πέτρα και λείο σαν μάρμαρο. Το σκάλιζα σε ξόανα κι αγάλματα μα δεν ζούσα από αυτό. Έφτιαχνα τόξα από κρανιά και βέλη από φλαμουριά, μαγκούρες από λεύκα, στειλιάρια από έλατο, ρόπαλα κυπαρισσένια και βέργες δρύινες.
Δεν είχα παράπονο, ζούσα. Μόνος εχθρός μου το σαράκι. Οι φύλαρχοι που λυμαίνονταν τα βουνά εκτιμούσαν τα όπλα μου, τα θέλανε για να αλληλοσκοτώνονται με τον ερχομό του θέρους, κι οι άντρες τους προτιμούσαν να πληρώνουν αντί να κλέβουν. Τους κερνούσα κυδώνια και σύκα από την αυλή, κι εκείνοι με προστάτευαν από όσους δεν χρειάζονταν την τέχνη μου. Οι ντόπιοι στα κοντινά χωριά δέχονταν τα χρήματά μου κι έτσι γέμιζα την αποθήκη με κριθάρι, ελιές και κρασί.
Έκοβα, πελεκούσα και σκάλιζα, τάιζα τα ζωντανά, φρόντιζα τις κυδωνιές και τις συκιές, άνοιγα την πόρτα σε όποιον είχε να πληρώσει και ήλπιζα πως μια μέρα θα μαζέψω αρκετό χρυσάφι για να ταξιδέψω στα πέρατα του κόσμου και να δω την παγωμένη θάλασσα.
Μέχρι που σε βρήκα στο κατώφλι μου.

2

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, δεν είχα μυρίσει κόρφο θηλυκό παρά της μάνας μου. Δεν έχω παράπονο, στη μοναξιά είμαι μαθημένος, κι η θύμησή σου φτάνει.
Γυμνή, κόκαλα σπασμένα, χέρια τσακισμένα, γόνατα στραβά· κορμί γεμάτο πληγές κι ανάμεσα στα σκέλια η χειρότερη. Δεν ήξερα άνθρωπο να ζει τόσο λαβωμένος, κι όμως ανάσαινες. Πλεγμένα τριβόλια στα κουβαριασμένα μαλλιά, νύχια λερά, μαύρα, βγαλμένα. Λάσπη το χώμα και το αίμα στο δέρμα σου, κι ίσως γι’ αυτό δεν σε αναγνώρισα.
Γιατί σε είχα ακουστά, Πευκόφλουδη, με ονόματα μύρια, σε ιστορίες και αστεία πρόστυχα. Μη σκας που είσαι μόνος, αργά ή γρήγορα θα έρθει κι από εδώ η Ξερόπετση. Ας μην τη νοιάζουν τα ξύλα σου την Αμμογυναίκα, θα σου την κάνει τη χάρη. Σε όλους την κάνει.
Σε σήκωσα, σαν κούφια ήσουνα, σε έπλυνα στην πήλινη λεκάνη με νερό από το πηγάδι, σε έβαλα να ξαπλώσεις· τότε σε υποψιάστηκα.
Σου άγγιξα το μέτωπο κι ίσως και λίγο το κορμί καθώς σε κουκούλωνα. Το λινό σεντόνι σκάλωνε πάνω σου σαν να σκέπαζα χώμα, μηδέ τραχύ, μηδέ και λείο. Το δέρμα σου σαν ξερά φθινοπωρινά πλατανόφυλλα, σαν φλούδα πεύκου· κι έτσι σε βάφτισα.
Γυναίκες είχα δει λιγοστές κι όταν σε πρωτοείδα ήσουν τραυματισμένη, δεν ήσουν για μένα, κι όταν σε έπλυνα μια μικρή θεά, δεν ήσουν για μένα, μα σαν μου κέντρισε το νου η σκέψη πως μπορεί να ήσουν εκείνη που έλεγαν οι ιστορίες, μήπως να ήσουν για μένα; Σ’ ερωτεύτηκα, κι ας είχες τα σκοτεινά σου μάτια σφαλιστά.
Σε φρόντιζα και σε χάζευα. Αποκοιμιόμουν στο χωμάτινο πάτωμα πλάι σου, να μάθω στη σκληράδα του κορμιού σου. Περίμενα πότε θα ξυπνήσεις, πότε θα μιλήσεις, πότε θα σε χαρώ. Μέχρι που φώναξα γιατρό από ένα χωριό. Έκλεισα την πόρτα, έμεινα απέξω και πήρα να ξεφλουδίζω ένα κομμάτι ξύλο με το αγαπημένο μου μαχαίρι, αυτό με τη λαβή σε σχήμα δελφινιού –το είχα σκαλίσει από τις περιγραφές της μάνας μου– μέχρι που άκουσα τριγμό. Πέταξα το ξύλο, έτρεξα μέσα και τον βρήκα πάνω σου γυμνό, αίματα παντού. Θα τον ξεκοίλιαζα, αλλά εσύ γύρισες και με θώρησες, δεν είπες τίποτα, μα με το βλέμμα σου με έδιωξες.
Ο γιατρός έφυγε και σε βρήκα καθιστή και ήρεμη, είχες πλυθεί. Το κορμί σου γιατρεμένο, είχε μόνο φρέσκες χαρακιές. Σε ρώτησα αν είσαι καλά· οι χαρακιές; Το αίμα; Η φωνή σου βραχνή, σαν τσακμακόπετρες που σπιθίζουν φωτιά. Είπες, δάκρυ δεν κυλά στα μάτια σου, μηδέ ιδρώτας στο κορμί σου, μηδέ τίποτα· κι έτσι νικάς τον εαυτό σου: με το αίμα απ’ τις χαρακιές· έτσι κάνεις έρωτα εσύ.
Μαρμάρωσα του λόγου μου· πώς γίνεται; Έλα και θα σου δείξω.

3

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, δεν ήξερα άντρα να μοιράζεται. Δεν έχω παράπονο, τον ψίθυρό σου τον ακούνε πολλοί, μα τα λόγια είναι για μένα.
Μου έδειξες. Οι ιστορίες μιλούσαν για αίσθηση παράξενη, δέρμα ξερό, γλώσσα τραχιά σαν γάτας, ανάσα άοσμη και αίμα που το χαράμιζες για να μπορέσει να γίνει. Αλήθεια ή ψέματα, εγώ άλλη δεν είχα πάρει ποτέ, και δεν ήξερα· μα μ’ εσένα ήταν υπέροχο.
Σε χάιδεψα, φίλησα την ξηρασία σου, το δέρμα μου γδάρθηκε πάνω σου και γέμισα άλικες γρατζουνιές, χαλάλι, σ’ είδα να βυθίζεις τα νύχια στο πετσί σου για να ματώσεις, στάσου, θέλω κι εγώ, έφερα το μαχαίρι με τη δελφινολαβή στο κορμί μου και κόπηκα, στο τέλος ήπια από το αίμα σου κι ήταν σαν το δικό μου, αλμυρό.
Και σαν σε χόρτασα, ζήτησα το όνομά σου. Είπες, έχεις πολλά, ε, τότε θα σε φωνάζω Πευκόφλουδη· φώναζέ με όπως θες, μόνο δώσε μου ρούχα να φύγω. Πού να τα βρω; Της μάνας μου είχαν γίνει στάχτη με την τέφρα της – τότε δεν θάβαμε στην καταραμένη γη τους νεκρούς, τους καίγαμε.
Κι έτσι όπως σε θαύμαζα να ντύνεσαι τα παλιόρουχά μου, είπα το μείνε. Γιατί, για να σμιλέψω ένα ξυλόγλυπτό σου, να το κάνεις τι, να σε θυμάμαι. Εντάξει, γιατί μάτωσες και γιατί ήπιες το αίμα μου, γι’ αυτά θα μείνω.
Είπα θα κόψω το τρανότερο πεύκο, το ριζωμένο στον γκρεμό· θα του κλέψω τους κλώνους για χέρια και πόδια, θα τα καρφώσω, θα τα κολλήσω, θα το ένα και θα το άλλο, μα στο δάσος στάθηκα αλλού. Το δεντράκι ήταν μικρό και λεπτό, θα μου έδινε εσένα τρεις φορές λιγότερη, μα να ο λαιμός σου, να δυο κλαριά, τα χέρια σου, να τα πόδια σου· σε έβλεπα μέσα στο ξύλο και δεν το πολυσκέφτηκα.
Τρεις μέρες το κλάδευα, να ξαλαφρώσει από φυλλωσιές, να μην τσακιστεί στην πτώση. Έκοψα θάμνους και τους έστρωσα χάμω, να το υποδεχθούν στα μαλακά. Πριόνισα το κομμάτι σου και το κουβάλησα σπίτι.
Δυο άλογα δεμένα στην αυλή, το εργαστήριο αμπαρωμένο, η πόρτα του σπιτιού ανοιχτή. Μέσα το κρεβάτι τραγουδούσε. Δυο άντρες του ισχυρότερου φύλαρχου του τελευταίου καλοκαιριού βγήκαν από την κάμαρη και ντύθηκαν μπροστά μου. Αγόρασαν βέλη και μια σπαθολαβή κι είπαν να περιμένω κι άλλους, με εσένα εδώ, λέει, θα έκανα χρυσές δουλειές.
Με βρήκες με το βλέμμα στις πατημασιές τους. Είπες αυτή είσαι και αυτό κάνεις. Μη με κοιτάς έτσι. Τι, επειδή με βάφτισες, θάρρεψες σου ανήκω; Όχι, Πευκόφλουδη, εγώ... Άσε τα όχι και τα εγώ, άμα το θες φεύγω τώρα, δεν θα είσαι ούτε πρώτος ούτε στερνός. Όχι, σε άγγιξα, πήγα να σε φιλήσω, να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Με πρόσβαλες, με χαστούκισες, με έγδαρες με τα σκληρά σου νύχια. Όχι, θέλω να μείνεις.
Γιατί;
Για να σε σμιλέψω. Ψέμα.


4

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, νόμιζα είχα αγαπήσει· γονείς, πέλαγος, ξύλο. Ψεύτικα, μα δεν έχω παράπονο, τώρα ξέρω πώς είναι.
Ξεφλούδισα το κομμάτι και το πελέκησα, σ’ έβαλα να στέκεις γυμνή, να το δουλέψω ζωντανό, το σκάλιζα μέρες, αργά, να γίνει τέλειο, αργά, να μη φύγεις. Σμίγαμε, μια με το αίμα σου και μια με το δικό μου. Οι πληγές σου έθρεφαν, δεν άφηναν ίχνη, του λόγου μου γέμισα σημάδια από το μαχαίρι με τη δελφινολαβή, χαλάλι. Σου μιλούσα και με άκουγες και πότε-πότε μιλούσες κι εσύ. Μου ξέφυγε πως θέλω να δω τη θάλασσα, γιατί;
Δεν ξέρω. Γιατί είναι όμορφη – απάντηση επιπόλαιη. Όχι, δεν είναι. Ποτέ δεν ήταν. Πώς το ήξερες; Πόσους χειμώνες είχες δει; Δεν ρώτησα.
Τέλειωσα το ξυλόγλυπτο, κι ήταν ό,τι καλύτερο είχα πλάσει. Το ψηλάφησες, αλήθεια έτσι είμαι; Χαμογέλασα, όχι, είσαι πιο όμορφη.
Ώρα να φύγω. Τα ρούχα μου πάνω σου, τα δάχτυλά μου από μέσα, δέρμα ανάγλυφο σαν το άγαλμά σου. Σε παρακαλώ.
Χαμογέλασες πρώτη φορά. Θες να υποφέρεις; Είμαι στέρφα, παιδί από μένα δεν θα δεις, κι ακόμα και να έβλεπες, θα ήταν για να μας χάσεις και τους δυο. Μη με ρωτάς πώς ξέρω, μα ξέρω. Είμαι καταραμένη.
Ποιος δεν είναι καταραμένος σε τούτη τη γη την απέλαγη; Μείνε.
Το χαμόγελό σου θάμπωσε. Αυτό που κάνω, θα συνεχίσω να το κάνω. Μείνε. Δεν σε πειράζει; Με πειράζει πιότερο να φύγεις.
Έμεινες.
Δεν ήταν ευτυχία, όχι κάθε μέρα. Πότε με ποθούσες, πότε κοιμόσουν, πότε μάζευες κυδώνια και σύκα, να μην τα φάνε τα σπουργίτια, πότε εξαφανιζόσουν στο δάσος· και στις κακές σου, κάθε μου λέξη τη στόλιζες με βρισιά. Άλλοτε θαύμαζες την τέχνη μου με το ξύλο κι άλλοτε με θωρούσες και χασμουριόσουν. Μια φλυαρούσες και μια δεν έβγαζες λαλιά.
Ένα πρωί χάζευες τον ανέφελο ουρανό, σκοτεινιασμένη. Δεν σε ρωτούσα ποτέ στις μαύρες σου, μα μίλησες εσύ. Στέναξες, πού είναι τα σύννεφα, γιατί δεν μαζεύονται πια σε τούτη τη γη;
Είναι καλοκαίρι, Πευκόφλουδη. Τι τα θέλεις τα σύννεφα; Χωρίς απάντηση, έφυγες για το δάσος. Η καρδιά μου έτρεχε ώσπου να επιστρέψεις, μα σαν γύρισες τα μάτια σου έλαμπαν, κι όταν τα μάτια σου έλαμπαν, τότε ήταν ευτυχία.
Ήταν και πόνος. Έρχονταν· δήθεν για βέλη, εργαλεία και όπλα. Περίμενα έξω από την κάμαρη, κάθε τριγμός και μαχαιριά. Άλλοτε έφευγα, να μην καρφώσεις λέξεις στις ανοιχτές πληγές μου σαν βγεις.
Με αποχαιρετούσαν, πρώτα σκυφτοί. Μετά ξεθάρρεψαν, ευχαρίστησαν, ευχήθηκαν, γέλασαν, κεράστηκαν κυδώνια και σύκα. Άφηναν χάλκινα στο τραπέζι, τα πήρε με το σπαθί της, έλεγαν. Έμαθαν το όνομά σου κι είπαν είναι γραφτό ο ξυλουργός να πελεκάει την Πευκόφλουδη. Έπαιρνα τα νομίσματα, σώπαινα. Φοβόμουν να τους διώξω, μη φύγεις κι εσύ. Μην θα ήταν καλύτερα έτσι;
Δεν ήταν ευτυχία, ούτε για σένα, μα σιγά-σιγά, με έμαθες. Με έβριζες και έσκυβα, νευρίαζες και αποτραβιόμουν. Ήσουν κακόκεφη σε άφηνα ήσυχη, ήσουν νωχελική σε άφηνα λεύτερη. Πότε-πότε έφευγες, δεν το παραδεχόμουν μα ήταν σαν έλειπαν οι επισκέψεις. Επέστρεφες, και πάλι από την αρχή.
Μέχρι που έφυγες για πάντα.

5

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, δεν ήξερα τι σημαίνει για πάντα. Δεν έχω παράπονο, θα βρεθώ στην αγκαλιά σου ξανά.
Σε αναζήτησα. Φορτώθηκα το ξυλόγλυπτό σου –τάχα να το δείχνω, ψέματα, σε ήξεραν– να μου κρατά συντροφιά. Στην έρημο είδα λείψανα από όντα πελαγίσια, τα προσπέρασα. Μίλησα με νομάδες που φορούσαν στολίδια από ψαροκόκαλο, ήταν ναυτικοί έναν καιρό λέει, σε είχαν δει, άδικα σε αναζητώ, λέει, αυτή που ψάχνεις πάει κι έρχεται όπως ορίζει εκείνη κι η κατάρα της, να μην μπορεί να αντισταθεί σε άντρα που θα ποθήσει.
Πείτε μου κάτι καλό.
Δεν την αγάπησε κανείς.
Σε βρήκα μήνες μετά, πέρα απ’ την έρημο. Σε είχαν σταυρώσει, ξύλο σε ξύλο, αίμα πηγμένο σαν ρετσίνι, χέρια ανοιχτά, ακίνητη σαν άγαλμα. Έτρεξα πάνω σου, τι σας έφταιξε· μόνο γυναίκες δεν κοίταξαν χάμω, έκλεψες, λέει, τις καρδιές των αντρών. Έβγαλα τα καρφιά, σε κατέβασα, δεν θα ξαναγυρίσεις, υποσχέθηκα, λυπηθείτε την, λυπηθείτε μας, και τους έδειξα τη φουσκωμένη κοιλιά σου.
Μείναμε σε ένα χάνι και σε περίμενα φτιάχνοντας μικροπράγματα για τον κάπελα, πάντα πλάι σου, πάντα στο δώμα σου. Άνοιξες τα σκοτεινά σου μάτια, σε υποδέχθηκα, μα μου χίμηξες. Με έγδαρες με τα νύχια, μου έκλεψες το μαχαίρι με τη δελφινολαβή, μου κόλλησες τη λεπίδα στον λαιμό, μύριζε σάρκα λυγαριάς από χτες που ξεφλούδιζα βέργες. Έπρεπε να μ’ αφήσεις, ανόητε, είχα λόγο που έφυγα, έπρεπε να μ’ αφήσεις!
Συγνώμη. Μα θέλω να γυρίσεις. Με το παιδί. Δεν με νοιάζει ποιανού είναι, δεν είπα, αλλά το μαρτύρησαν τα μάτια μου.
Ξέρω την κατάρα σου, Πευκόφλουδη –χλόμιασες– ναι, ξέρω, να δίνεσαι σε όποιον άντρα ποθήσεις, δεν θα σε εμποδίσω. Γέλιο ανατριχιαστικό, σπίθα από τσακμακόπετρες, ανόητε, δεν έχεις ιδέα.
Το παιδί είναι η κατάρα μου και το παιδί είναι δικό σου, ξέρω. Δεν ξέρω γιατί, μα έτσι είναι. Ίσως γιατί μόνο εσύ κόπηκες για να ματώσεις, ίσως γιατί μόνο εσύ ήπιες το αίμα μου.
Παραμύθια, όλα. Κάποτε βάφτισες το κορμί σου στέρφο, τώρα βαφτίζεις κατάρα το παιδί. Λοιπόν, έλα μαζί μου ή τέλειωνε.
Η λεπίδα ψυχρή. Την πήρες απ’ τον λαιμό και μου την έφερες στο στήθος. Με χαράκωσες κι ενωθήκαμε με το αίμα μου.
Καιρό μετά, βρήκαμε το σπίτι ερείπιο. Ο στάβλος έρημος από ζώα, η αποθήκη αραχνιασμένη, ό,τι δεν έλειπε σάπιο. Άδειο το εργαστήριο, τα εργαλεία καπνός· τσεκούρια, σκεπάρνια, κοπίδια, τρυπάνια, ξυστήρες και ξυλοφάγοι κι ένα πριόνι αρχαίο, ναυπηγικό – άχρηστο κληροδότι του πατέρα μου. Καπνός κι ό,τι είχα πελεκήσει· τόξα, βέλη, στειλιάρια, ασπίδες, μόνο κάτι ξόανα σπασμένα είχαν μείνει. Όμως ήμουν εγώ κι εσύ, και περιμέναμε το παιδί μας. Ένας νέος φύλαρχος θέλησε όπλα. Μου δάνεισε εργαλεία, είχαμε κυδωνιές και συκιές, είχαμε δάσος δίπλα μας και πήρα να δουλεύω γι’ αυτόν. Το νέο διαδόθηκε, γυρίσαμε, λέει, και να σου ο πρώτος· ψηλός, νέος και όμορφος. Να πάρει, λέει, βέλη κι εσένα μια-δυο φορές. Φανερώθηκες και τον αρνήθηκες. Χάσου από εδώ, ποτέ ξανά, τώρα ανήκεις σε μένα. Εκείνος είδε την κοιλιά, κάγχασε, είπε το παιδί να το ονομάσω χιλίων αντρών μπάσταρδο και πήγε να σε πάρει. Τον έσφαξα με το μαχαίρι με τη δελφινολαβή.
Το φονικό μαθεύτηκε, κι ο φύλαρχος είπε ώσπου να τελειώσω τη δουλειά, δεν θα μας πειράξει κανείς. Δυο δοκίμασαν, τους σκότωσα κι άλλοι δεν ήρθαν.
Λίγες μέρες μετά, μου ζήτησες να σε μαχαιρώσω. Αλλιώς δεν θα έβγαινε παιδί από μέσα σου.

6

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, δεν είχα ονειρευτεί μάτια καμιάς σε πρόσωπο παιδιού. Τα όνειρα ξεθωριάζουν, μα δεν έχω παράπονο, ο ψίθυρός σου κρατά αιώνια.
Το έκανα. Καθάρισα το μαχαίρι με τη δελφινολαβή και ξέθαψα το παιδί από τα σπλάχνα σου. Μέρες μετά, έγινες πάλι καλά. Φοβήθηκα θα πέθαινες, μη φοβάσαι, αντέχω. Η κόρη μας;
Είναι καλά. Ψηλάφησες τη λεπτή, μωρουδίσια επιδερμίδα. Τα τραχιά σου δάχτυλα της έφεραν κλάμα, κι όταν ο δείκτης σου άγγιξε το δάκρυ της, είπα θα κλάψεις κι εσύ, μα δεν έκλαψες.
Χειμώνας, άνοιξη, εσύ να τη μεγαλώνεις, κι εγώ να δουλεύω. Το καλοκαίρι βρήκε τον φύλαρχο θριαμβευτή, και η ευγνωμοσύνη του γέμισε στάβλο, αποθήκες, στομάχια· όχι και τις καρδιές μας.
Δεν ήταν ευτυχία. Δεν αποχωριζόσουν την κόρη μας, μα ούτε χαμογελούσες. Τα νανουρίσματά σου λυπημένα, τα λόγια σου λίγα. Τα χάδια σου έτρεμαν, την τάιζες κατσικίσιο γάλα αδάκρυτη, κι έλεγα βλέπω συγκίνηση, ο ανόητος.
Ένα πρωί άκουσα ουρλιαχτά βραχνά, σαν σίδερο σε σίδερο, παράτησα το εργαστήριο και έτρεξα στο σπίτι. Σε βρήκα με το κορμάκι της, τα χέρια της ανέμιζαν άψυχα, το πήλινο με το γάλα θρύψαλα, εσύ τρελή, ήσουν καταραμένη, παραμιλούσες, δεν έπρεπε, το ήξερες και τώρα να! Έχασα την κόρη μας, θα έχανα κι εσένα.
Το μωρό είχε πνιγεί με το γάλα, το πήρα κι έκλαψα, δεν είχε δει χειμώνα δεύτερο. Τα δάκρυά μου πάνω της, τα δικά σου στους ώμους μου –τα δάκρυά σου στους ώμους μου, κλαις; Η αγκαλιά σου μας τύλιξε, έκλαιγες, τα δάχτυλά σου με άγγιξαν και δεν ήταν τραχιά, μα ζεστά και νοτισμένα, ανθρώπινα. Ναι, κλαις, γιατί απελευθερώθηκες από την κατάρα σου.
Και τώρα θα χάσω κι εσένα.


7

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, έλεγα τις κατάρες παραμύθια. Τώρα ξέρω, αλίμονο.
Μου είπες, μα δεν πίστεψα. Άσε τα αυτά, να κάψουμε το κορμάκι της πρώτα· όχι φωτιά, η γη δεν είναι πλέον καταραμένη. Δέχτηκα, τη θάψαμε κοντά στον γκρεμό, να μας κρατάει εσαεί συντροφιά και στους δυο, είπες. Και κάτω από το τρανό το πεύκο θρηνήσαμε.
Στον γυρισμό για το σπίτι τα νέφη βάραιναν. Η πίκρα με νίκησε, ιδού, σάρκασα, τα σύννεφα που ζητούσες – ναι· οι φίλοι μου έχουν έρθει για μένα.
Με αποχαιρέτισες και θύμωσα για πρώτη φορά και στερνή, με βαρέθηκες και θες να σκορπιέσαι, δεν αντέχεις τις ενοχές για την κόρη μας· περίμενα οργή, περίμενα νύχια, μα πήρα γαλήνη. Τα δάκρυα διαμάντια στα μάτια σου, θα ήθελα να πιούμε τον πόνο αγκαλιά, θα ζούσα και θα πέθαινα μαζί σου. Θα είμαι πλάι σου κι ας μην είμαι εδώ, θα σου ψιθυρίζω.
Δειλή, φύγε λοιπόν.
Δεν είναι δειλία. Απλά μαζί σου, με την κόρη μας, κατάλαβα. Όπως με καταράστηκε η Βασίλισσά σας να καταλάβω.
Πριν γκρεμιστεί στα βράχια μού μίλησε. Παρεκτός από να ματώσω, να μη ρεύσω ξανά, λέει, αν δεν γευτώ χαμό παιδιού μητρικό. Κι αφού τον γευτώ, να δούμε αν θα αγριεύω τα κύματά μου άλλο. Γύρισα τον κόσμο ψάχνοντας κάποιον να μου φυτέψει παιδί. Μα τις κατάρες δεν τις ξεγελάς, δεν λυτρώνεσαι όταν το θες εσύ. Ίσως γι’ αυτό δεν έπιασα ποτέ, γιατί μόνο την κόρη μας θέλησα.
Τώρα που την έχασα, γεύτηκα τον πόνο, κι η αγριάδα μού έφυγε. Και τώρα που δεν το ποθώ πια, πρέπει να ξαναγίνω θάλασσα.
Με φίλησες κι έφυγες, φιλί υγρό και αλμυρό. Δεν πίστεψα, ούτε τα ίχνη σου στο χώμα του σπιτιού, ίχνη νοτισμένα.
Το πρωί οι ουρανοί κατέρρευσαν βροχή, και μπορεί να μη σε πίστεψα, πίστεψα όμως πως είχες φύγει. Πήρα σχοινί, διέσχισα την αυλή με τις κυδωνιές και τις συκιές και το πηγάδι και περπάτησα ως το τρανό πεύκο, το ριζωμένο στο χείλος του γκρεμού. Χείμαρροι όργωναν τη γη, κουκουνάρια και τούφες πευκοβελόνες επέπλεαν, αστραπές χάρασσαν τον ορίζοντα σαν πληγές στο κορμί σου, βροντές έφερναν σεισμούς κι οι χοντρές στάλες με μαστίγωναν, μα εγώ σκαρφάλωσα, έδεσα το σχοινί, πέρασα θηλιά στον λαιμό και πήδηξα.
Και τότε σε ξαναείδα. Φούσκωσες και άφρισες ανάμεσα από τις λεύκες, σκοτεινή κι ανταριασμένη κι ορμητική. Πάφλασες και ύψωσες κύμα θεόρατο, ψηλότερο από τον γκρεμό, ψηλότερο από τα δέντρα, ψηλό σαν τα λόγια της μάνας μου, ψηλότερο από κάστρο μυθικό. Η πελώρια γλώσσα σου δρόσισε το κορμί μου, τσάκισε το πεύκο και σαν αποτραβήχτηκε, το άφησε σπασμένο στα δυο, με το σχοινί κομμένο. Κι έμεινα με την αλμύρα στα χείλη, γεύση που ήξερα καλά, τη γεύση απ’ το αίμα σου.

8.

Πριν σε γνωρίσω, Πευκόφλουδη, δεν είχα μυρίσει αύρα θαλασσινή. Βλέπεις πίσω από την αυλή του σπιτιού μου ανοιγόταν μια χαράδρα γεμάτη λεπτόκορμες λεύκες, με φυλλωσιές που τανύζονταν ίσαμε το χείλος του γκρεμού για να αντικρίσουν τον ήλιο. Ένα ρυάκι κυλούσε στον πυθμένα, και κάτι δειλινά που ο άνεμος είχε τις βουβές του, στεκόμουν δίπλα στο τρανό πεύκο και μπορούσα να αφουγκραστώ το κελάρυσμα και να φανταστώ πως είναι παφλασμός πελαγίσιος.
Τώρα πεύκο δεν υπάρχει πια, μηδέ χαράδρα μηδέ λεύκες. Μονάχα ένα κούτσουρο σημαδεύει τον τάφο της κόρης μας και πέρα από αυτό, απλώνεσαι εσύ. Μόνο που δεν είσαι η θάλασσα των μητρικών παραμυθιών. Δεν είσαι άγρια, το στερνό σου κύμα το χάρισες σε μένα για φιλί και πλέον γαλήνεψες.
Πριν σε γνωρίσω, θάλασσα, το μόνο όνειρό μου, ήταν να σε ατενίσω. Δεν έχω παράπονο. Χαϊδεύω το ξυλόγλυπτό σου, ακούω τον ψίθυρό σου και ξέρω πως θα βρεθώ στην αγκαλιά σου ξανά.


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA