Η Θράκα σας προσκαλεί στην παρουσίαση του "Μπελ Ετουάλ" του Πέτρου Μπιρμπίλη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γράφει στο tvxs.gr για το "Gadium" (Θράκα, 2017) του Στάθη Ιντζέ

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ



Και η πρώτη ημέρα εμφανίζεται αποφασισμένη , ζωηρή
Κρατώντας τη δική της πρωτότυπη επιγραφή:
«Το μαντήλι της νύχτας λύθηκε και στο καινούριο φώς κάθε είδους ελευθερία
είναι επιτρεπτή όχι μόνο στο έδαφος αλλά και στον αέρα».
Ο Κάρλ ήταν εκεί. « ‘Ήρθε η στιγμή να ξεφορτωθώ τη βαρύτητα» σκέφτεται
« Και να αναλάβω δράση. Θα μεταμορφωθώ σε αειθαλές πνεύμα
Και θα πετάξω πάνω από την πόλη με καλή διάθεση.
θα μπορούσα να διορθώσω –με δαιμόνιο τρόπο-μερικά προβλήματα
έστω και τα πιό μικρά ή θα έλυνα το γόρδιο δεσμό με άλλο τρόπο.
Η επιθυμία μου θα ήταν να μεσολαβήσω στη σύναψη ειρήνης
σε τοπικό ή και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τώρα καθώς ανυψώνομαι
Βλέπω το χορτάρι σε σμίκρυνση
Το στερέωμα σε αναστάτωση.
Και στις στέγες τα παιδιά τοποθετούν τα μικρά σύννεφα σε μικρά κουτιά.
Ενώ σε κάποια σταυροδρόμια μιλούν οι ρήτορες. Το αραιό αλλά πιστό ακροατήριο ρωτά
σε τι τελικά διαφέρουν τα μεγάλα προβλήματα από τα μικρά
εφ όσον και τα δύο προκαλούν την ίδια ανησυχία.”
Μερικοί έχουν κάποια απάντηση, άλλοι ακούν το
εσωτερικό κουδούνι και τρέχουν για την προσωπική τους καταξίωση.
Θα μπορούσα ίσως να γίνω ο απεσταλμένος της Διοίκησης και να καταγράψω
τα αιτήματα και τους φόβους σε αυτές τις σκονισμένες γειτονιές.


Από ψηλά, το ατέρμονο τραίνο μεταφοράς ενέργειας μοιάζει με σκοτεινό
μονοπάτι, κόβοντας στα δυό την πόλη. Και αλλού το πλήθος πυκνώνει σαν ρυάκι λάβας πού βουίζει, χωρίς να απειλεί.
Το βράδυ μάλλον θα εκραγεί στις αίθουσες χορού.


Ενώ παράξενη ησυχία στις όχθες τού ποταμού. Στη σκιά
Της αρχαίας σεκόγιας οι νέοι διαβάζουν φορώντας ανάποδα τις μπλούζες τους.
Εδώ δεν θα παρέμβαινα, μόνο θα πετούσα χαμηλότερα για να ρίξω μιά ματιά στους τίτλους.
Πολύ ψηλά υπάρχουν σημεία όπου συναντώ τους τέσσερις ανέμους
Και ελευθερώνομαι από το φορτίο του Άτλαντα πού έτσι κι αλλιώς
ανήκει στη μυθολογία.
Στο τέλος δε της πτήσης μου θα πρόσθετα χρώματα παντού
Φυτεύοντας πανσέδες και γαρύφαλλα, κυκλώνοντας με γιρλάντες τα κτίρια,
ιδίως αυτά που δίνουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η πτήση μου είναι πνευματική.
Νομίζω πως αγαπώ τη Γή, αν και οι συνεχείς αλλαγές της με αναστατώνουν.
Αλλά τι είναι αυτές οι ψυχρές σταγόνες;»
Πράγματι το βαρομετρικό χαμηλό και εχθρικά πουλιά κινούνται εναντίον του
Εγκαταλείπει προσωρινά τα σχέδια του και επιστρέφει άπρακτος στο σπίτι
σαν πληγωμένος spiderman.

Σκέφτεται πως θα ήταν ωραία να εμφανιστούν τώρα οι γείτονες
και να ακούσουν όλοι μαζί το έργο “Ο Γκασπάρ της νύχτας”.
Αλλά εδώ και καιρό το κουδούνι χτυπά μόνο στο μυαλό του
και με θλίψη διαπιστώνει πως η εποχή του Μουσείου πού άνοιγε όλες τις
πτέρυγές του μέρα και νύχτα μόνο γι αυτόν έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Κάθεται λοιπόν απέναντι από τον πίνακα και παρατηρεί
Την ασυνήθιστη κατάσταση της νύχτας πού περιέχει δύο ήλιους,
Δύο φεγγάρια και μερικά άστρα να αιωρούνται επάνω από
πολύχρωμους κύβους.

Η πόλη; Το δάσος; Το σπίτι των σκέψεων;
Αναρωτιέται καθώς τον τυλίγουν γαλάζιες κορδέλες ευτυχίας.
Είναι χωρίς αμφιβολία το δώρο του Σεπτέμβρη και τρέχει να ανοίξει.
Κάποιος χτυπάει το κουδούνι.






Η ΑΝΧΕΛΙΤΑ ΒΑΡΓΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΜΙΑ buleria.




Δεν ελπίζω πως θα φθάσω σήμερα στην κορυφή τού βουνού.
Μάλλον θα μείνω στους πρόποδες με τα λευκά κυκλάμινα
Καθώς λυγίζουν ελαφριά στον πρωινό αέρα
αποτυπώνονται στη σκέψη σαν «μελωδικό χαλί».
Και ούτε θα προσπαθήσω να διαβάσω την εφημερίδα
Έτσι κι αλλιώς είναι γραμμένη σε άγνωστη γλώσσα.
Ίσως ο αέρας να τη μεταφέρει στο μακρινό αναγνώστη
πού αδημονεί να την κατανοήσει.

Αλλά διακρίνω ξαφνικά το αισιόδοξο τραίνο. Σαν κινούμενο
σχέδιο σινικής αφήνει πίσω του τη χρυσή κοιλάδα
και τώρα μπαίνει στο σταθμό σαν χαρούμενο έντομο.
Θα δώ τις ήσυχες δροσερές κωμοπόλεις να ξυπνούν κάτω από
τους λόφους των αρχαίων ονομάτων , άγνωστα δέντρα και φυτά
θα εντυπωθούν στη μνήμη και στο τέλος της διαδρομής
πλούσιος σε αναμνήσεις θα γράψω το ημερολόγιο μου.
Και δεν θα αισθανθώ μοναξιά γιατί θα ανοίξω συζήτηση
με τους συνεπιβάτες. Θα μιλήσουμε για την αδημονία τής άφιξης
και την ομορφιά ή το άγχος τής μετάβασης από το γνωστό τόπο σε αυτόν
που νομίζουμε ως άγνωστο ή ελπίζουμε να παραμείνει άγνωστος.
Μέσα από τη συζήτηση και παρατηρώντας τον τρόπο που δένουν
το μαντήλι τους ή σταυρώνουν τα χέρια τους
θα έφθανα βαθιά στη σκέψη τους
και ίσως να διάβαζα και την καρδιά τους
σαν να ήταν διάφανη.
Και όταν φθάσω στον τερματικό σταθμό
ελπίζω να έχω μία σπουδαία συζήτηση με τους ακτήμονες
και ευτυχής θα άκουγα το αιχμηρό σαν κάκτο τραγούδι τους:

«Συχνά τρέχουμε άυπνοι έξω στη νύχτα
Σύννεφα σαν ανεμώνες η παπαρούνες καθώς και οι πικρές ιστορίες
του παρελθόντος τρέχουν μαζί μας
Κι ενώ θα θέλαμε να δούμε
κορδέλες γεμάτες ευχές να ξετυλίγονται στον ουρανό
το μόνο πού λάμπει είναι η πυκνή εναέρια κυκλοφορία
και το σκοινί τού λευκοντυμένου ακροβάτη.
Η ισορροπία του έχει τη χάρη αλλά και τη δυσκολία
του ουράνιου τόξου
Η αυτοσυγκέντρωσή του καθώς χαράσσει τον ουρανό,
Διεκδικώντας ένα κομμάτι του, μας συγκινεί.
Είναι ένας από τους δασκάλους μας.
Δάσκαλος είναι και ο Jitano που περπατά
στους αγρούς στο περιθώριο της νύχτας



Χρυσός σαν σκέψη ενώνεται με τα αρώματα,
τη νέα ανθοφορία.
Έχει προσθέσει ζωηρά χρώματα στην ενδυμασία των προγόνων του
και λάμψη στα μαλλιά του.
Εξασκείται σκληρά ώστε η φωνή του
να περάσει το σύνορο του μεγάλου ποταμού
και να απλωθεί στον ωκεανό.
Όταν κουραστεί μένει ακίνητος για να συνοψίσει τα φαινόμενα
σαν ειδώλιο σε φρέσκια τάφρο.»

Tο τραγούδι τους με συγκινεί , πρέπει
κι εγώ να διδαχτώ από τη σκέψη τους.
Ίσως τότε θα μπορέσω επιτέλους να σταθώ
εκεί όπου πάντα ονειρευόμουν και ανέβαλα για καιρό:
στο κέντρο των επιδιώξεών μου.
Και μόνο τότε η ιστορία μου, απελευθερωμένη
από την εποχή και τις προσταγές της
θα μπορεί να ακουστεί
και να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους της πλατείας.
Λένε «δεν αμφιβάλλουμε», απολαμβάνοντας το παγωτό
συνομιλώντας με τα δέντρα
που άλλα λένε και άλλα εννοούν.




ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ




δεν είχα άλλη επιλογή από το να είμαι αυθεντικός
Και το βιβλίο πού διάβασα τελευταία
με έκανε να σκεφτώ πως αξίζει
να ζεί κανείς για να το διαβάσει.
Αλλά ξεχνώ τον τίτλο.
Και το νόημα μερικές φορές μού διαφεύγει.
Μήπως όμως την αδυναμία αυτή
θα έπρεπε να τη θεωρήσω ένα μικρό θρίαμβο;
Και εάν άλλαζα την σειρά των κεφαλαίων
ίσως να εμφανιζόταν μία νέα τοιχογραφία.

Ας κατηφορίσουμε αυτό τον δρόμο τής προτείνω
δίνοντάς της το χέρι μου.
Στο τέρμα του θα δούμε τον φάρο.
Δεν βλέπω κανένα ίχνος τού χθεσινού εαυτού μου
που περπάτησε στον ίδιο αυτό δρόμο.
Σήμερα όλα φαντάζουν διαφορετικά
Κατάλαβα πως ζούμε «στην εποχή της πολικής αρκούδας
πού τρώει βατόμουρα και χτυπά τον φράκτη ελπίζοντας».
Και ο χρόνος δεν αρκεί για να κατανοήσω
τι συμβαίνει
τη στιγμή πού συμβαίνει
Είναι σαν να διασχίζεις τις χαράδρες με τα παλιά ορυχεία
ή την ομίχλη τής αυπνίας.

Ωστόσο ακόμα και σήμερα μπορείς να ακούσεις
τους γύρω λόφους να σε ρωτούν «θέλεις ένα μήλο;»
Και ένα είδος ευτυχίας λάμπει στη παλάμη σου
σαν πορσελάνινο ζωάκι.
Το σκοτάδι όμως καραδοκεί στους λόφους για να την κλέψει.
Και έχουμε χρόνο για να ανεβούμε στην πιο ψηλή
κορυφή και από εκεί να ευχαριστήσουμε τους φίλους μας.
Ή να ακούσουμε τα δέντρα να συγχαίρουν το ένα το άλλο.
Μόλις βγήκαν νικητές στη μάχη με τον σκληρό αέρα.

Θυμάσαι την εποχή πού είμασταν φλύαροι και ντροπαλοί
ιδίως στο δείπνο τού καλοκαιριού;
Τώρα είμαστε λιγομίλητοι και τολμηροί.
Και έχουμε όλο και λιγότερα μηνύματα να στείλουμε
στον κόσμο ή τον ουρανό.

Με πολλούς τρόπους πήγαμε εδώ και εκεί
Περνώντας από μια ρωγμή του χάρτη επιστρέφουμε εκεί όπου ανήκουμε.
Στην αρχαία αυλή η μέρα σβήνοντας

Απλώνει τους πεσσούς για όποιον θα ήθελε να παίξει. 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA