πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.


Το τρίτο βιβλίο στη σειρά "Αργεντίνοι Ποιητές"
 
Alfonsina Storni, Δύο ποιήματα από τα "Ποιήματα" 
σε μετάφραση Στέργιου Ντέρτσα

Η ΙΚΕΣΙΑ

Κύριε, Κύριε, πάει καιρός, μια μέρα
ονειρεύτηκα μιαν αγάπη όπως ποτέ
δε θα μπορούσα να ονειρευτώ κανέναν,
κάποια αγάπη που θα ήταν όλη η ζωή, η ποίηση.
Και περνούσε ο χειμώνας και δεν ερχόταν,
και η άνοιξη περνούσε επίσης,
και το καλοκαίρι πάλι ακολουθούσε
και το φθινόπωρο με έβρισκε περιμένοντας.
Κύριε, κύριε: γυμνή η πλάτη μου είναι
Κάνε να ξεσπάσει εκεί, με βίαιο χέρι
το μαστίγιο που ματώνει τους διεφθαρμένους.
Γιατί ήρθε το σούρουπο, επάνω στη ζωή μου
κι αυτό το δίχως μέτρο, φλεγόμενο πάθος
το έχω χάσει Κύριε, κάνοντας στίχους.



ΦΟΒΟΣΟΥΝ ΤΗ ΘΝΗΤΗ ΜΟΥ ΣΑΡΚΑ

Φοβόσουν τη θνητή μου σάρκα και μέσα της έψαχνες
την αθάνατη ψυχή. Για να τη βρεις, μου άνοιγες
πληγές μεγάλες με λέξεις σκληρές.
Τότε έγερνες πάνω τους εισπνέοντας,
φριχτέ, την οσμή του αίματός μου.


έργο εξωφύλλου: Γιώργος Κόφτης

 Αγγελής Μαριανός
Δύο ποιήματα από τα "Πεζολίβαδα"

ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ

Πίσω από τις γιορτινές κουρτίνες,
στα κρεμαστά στολίδια της Τσιμισκή,
τα δυτικά ροδαλά σύννεφα στραγγίζουν
τα απογευματινά τους χρώματα.
Στην άσφαλτο, μολυσμένοι διαβάτες διερχόμενοι
τρυπιούνται και βάζουν τη ταινία στο μετρητή
της μικροαστικής τους υπόστασης
να διαγνώσει τη ταχύτητα καθίζησης
στο βούρκο της πόλης.
Οι σταθεροί περνούν την ώρα τους στα κάστρα.
Βλέπουν τους άοκνους γερανούς του λιμανιού,
παίρνουν μια δροσάτη ματιά από Όλυμπο.
Μα όσοι είναι χάλια, θα φύγουν και τούτο
το Σαββατοκύριακο να πιάσουν χώμα
να ορμήσουν στα γιορτινά χωράφια
να φάνε τα καλούδια και
κυρίως, να απολαύσουν τη θέα
που τους προσφέρει το έμπα στη πόλη
επιστρέφοντας πλήρεις.


*

ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Οι άρχοντες, πλάτη με πλάτη, τέσσερις.
Ορθοί στους αιώνες διαφέντεψαν ώσπου
ξεράθηκε στην πλάτη τους το ψέμα
κι όταν στροφή πήραν να κοιταχτούν
τρόμαξαν. Έσπασε ο πηλός. Σκόρπισαν σαν τη σκόνη.
Χαθήκαν μέσα στη ρωγμή, στο ίδιο σταυροδρόμι.

 
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ



Άνοιξε την πόρτα και βρέθηκε σε ένα μακρόστενο, απομονωμένο διάδρομο. Που και που μόνο εμφανίζονταν ορισμένοι διοπτροφόροι υπάλληλοι προσπερνώντας τον αδιάφορα. Τα βήματά τους αντηχούσαν παγερά στον χώρο. Όταν μπήκε στην πρώτη αίθουσα βούλιαξε στην οχλοβοή. Ένα κουβάρι ανθρώπων καβγάδιζε με φωνές και απειλητικές χειρονομίες γύρω απ’ το μηχάνημα που τύπωνε τους αριθμούς προτεραιότητας. Ο τεχνικός της υπηρεσίας κατέφθασε μ’ ένα βαλιτσάκι εργαλείων στο χέρι. Άνοιξε το πλήθος σπρώχνοντας, μετά τους διαβεβαίωσε ότι η επιδιόρθωση του μηχανήματος δεν θα αργούσε. Τότε εκείνοι μετακινήθηκαν κι έστησαν μια ατέλειωτη ουρά λοξοκοιτώντας ο ένας τον άλλο. Πρησμένα δάχτυλα φούσκωναν ολοένα και περισσότερο μες στα παπούτσια τους απ’ τον συνωστισμό, τα βλέμματα υπεροψίας και τα χλευαστικά τους μουρμουρητά δεν έλειπαν. Έφτασε η σειρά του. Ένας κύριος με πρόσωπο φώκιας τον έσπρωξε με το μπαστούνι του. Η γυναίκα με τα κατσαρά μαλλιά στον γκισέ ρούφηξε το τσιγάρο της κοιτώντας τον μέσα απ’ τον καπνό. «Όνομα κύριε», είπε. Ο άντρας έσκυψε. «Ιάκωβος Ταβής του Γρηγορίου.» Η γυναίκα τράβηξε άλλη μια τζούρα περιμένοντας. «Ήρθα να καταθέσω τη φορολογική μου δήλωση.» Ακολούθησε μια ατέρμονη διαδικασία ερωτήσεων και απαντήσεων. Οι άνθρωποι από πίσω απειλούσαν, οργή και αγανάκτηση ξεχείλιζε απ’ τα κεφάλια τους. Το μηχάνημα είχε επιδιορθωθεί αλλά κανείς δεν τολμούσε να κουνηθεί απ’ τη θέση του. Ο Ιάκωβος πήρε, με τα πολλά, την έγκριση της υπαλλήλου που τον παρέπεμπε στον επάνω όροφο. Το μωσαϊκό του πατώματος έμοιαζε με απολίθωμα. Περισσότεροι άνθρωποι ασφυκτιούσαν στις ουρές. Ανέβηκε μια ελικοειδή σκάλα, στηρίγματα δεν υπήρχαν, τα σκαλιά ήταν ψηλά και κουραστικά. Έφτασε σε μια αδειανή αίθουσα με ένα γραφείο στο βάθος. Η κομψή υπάλληλος του είπε ότι ο όροφος που έψαχνε βρισκόταν ακόμα παραπάνω. Φεύγοντας, παρατήρησε σάλια στις άκρες των χειλιών της και αηδίασε με την αντίθεση που έκαναν με τα μεγάλα της μάτια. Ο Ιάκωβος στάθηκε να ξαποστάσει μπροστά απ’ το μοναδικό παράθυρο της αίθουσας. Η ράχη ενός θηριώδους κτιρίου περιόριζε το οπτικό του πεδίο ώσπου έσμιγε με τον γκρίζο ουρανό. Κάτω, ένας χοντρός κύριος με φαλάκρα ωρυόταν κατά της συζύγου του και κάθε μισό λεπτό που περνούσε, κοβόταν κι από ένα κουμπί στο πουκάμισό του. Σκέφτηκε ότι έτσι επικίνδυνα που είχε κοκκινίσει, εάν έσκαγε, το αίμα του θα έπνιγε ολόκληρη την πόλη, ακαριαία, ανεβαίνοντας μέχρι τις ταράτσες σαν παραφουσκωμένος καφές που τσιτσιρίζει στο μπρίκι. Τραβήχτηκε απ’ το παράθυρο, την ίδια στιγμή η υπάλληλος ετοιμαζόταν να του ανακοινώσει ότι δεν μπορούσε να παραμείνει παραπάνω στην αίθουσα άνευ λόγου, αλλά δεν πρόλαβε. Όσο ανέβαινε, η ελικοειδής σκάλα γινόταν ολοένα κατακόρυφη, ολοένα κουραστική. Τα πόδια του βάρυναν. Έφτασε στον σωστό όροφο σχεδόν ζαλισμένος. Το ταβάνι εκεί ήταν χαμηλό και γεμάτο με ορθογώνιους λαμπτήρες φθορισμού. Ο Ιάκωβος βάδισε αργά πάνω στο σκούρο παρκέ αναπαράγοντας παρατεταμένα τριξίματα. Ξαφνικά, αμέτρητα κεφάλια υπαλλήλων γύρισαν προς το μέρος του καρφώνοντάς τον. Τα γραφεία τους απλώνονταν και διακλαδίζονταν παντού. Περιεργάστηκε τον χώρο. Το πρόσωπό του έκανε νευρικούς μορφασμούς. Πλησίασε και ρώτησε τον κοντινότερο υπάλληλο που βρήκε εάν μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. Ο υπάλληλος με το ατσαλάκωτο ύφος δε μίλησε, παρά μόνο έβγαλε ένα μολύβι απ’ την τσέπη του πουκαμίσου του και έδειξε προς το βάθος του διαδρόμου. Προχωρώντας, του δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι, όσο πήγαινε, άλλο τόσο το ταβάνι χαμήλωνε, άλλο τόσο οι ήχοι από σελίδες που γυρνούσαν μεγεθύνονταν στα αυτιά του, άλλο τόσο το τέλος του διαδρόμου βάθαινε και απομακρυνόταν. Ένα μπαστούνι τον σκούντηξε στα πλευρά, ο κύριος με το πρόσωπο φώκιας ‒τον ακολουθούσε σχεδόν καταπόδας‒ του έγνεψε να βιαστεί. Τον κατέκλυσε η ανάγκη να τρέξει. Σταμάτησε πέφτοντας στο γραφείο του ανώτερου υπαλλήλου, αρμόδιου για τις φορολογικές δηλώσεις. Ο ανώτερος υπάλληλος σηκώθηκε και τον έσπρωξε σε μια πλαστική καρέκλα επιπλήττοντάς τον ταυτόχρονα για την απροσεξία του. Του επισήμανε ότι ο νόμος προέβλεπε κυρώσεις για τέτοιου είδους συμπεριφορές μέσα σε δημόσιες υπηρεσίες. Μόλις ο Ιάκωβος πήγε να μιλήσει, ο ευτραφής άντρας με τα χοντρά γυαλιά και το σκασμένο πρόσωπο, γράπωσε τα χαρτιά απ’ τα χέρια του και άρχισε να τα εξετάζει. Μετά από λίγο, ο ανώτερος υπάλληλος του έγνεψε αρνητικά και τον παρέπεμψε, με τη σειρά του, στον διευθυντή της υπηρεσίας χωρίς να του διευκρινίσει λεπτομερώς την αιτία. Βήματα ακούστηκαν να κατεβαίνουν από ψηλά. Πιο γρήγορα κι απ’ τη σκέψη, τα βήματα πλησίασαν και μεταμορφώθηκαν σε ογκώδεις, μυστακοφόρους αστυνομικούς. Ο Ιάκωβος ελίχθηκε ανάμεσα τους ώσπου οι αστυνομικοί ξανάγιναν βήματα και χάθηκαν. Ήταν βέβαιος πως ούτε καν τον είχαν προσέξει. Έφτασε έξω απ’ το γραφείο του διευθυντή υπηρεσίας. Χάιδεψε την πόρτα. Αμέσως δυο μεγαλόσωμοι άντρες, ντυμένοι με κοστούμια στο χρώμα του τοίχου, πετάχτηκαν απ’ το πουθενά και τον συγκράτησαν. Τους διηγήθηκε το πρόβλημά του απ’ την αρχή. Οι άντρες παρέμειναν ανέκφραστοι, του ανακοίνωσαν ότι δεν επιτρεπόταν να ενοχλεί τον διευθυντή χωρίς καμιά προειδοποίηση. Προσπάθησε να τους εξηγήσει καλύτερα αλλά μάταια. Μετά γύρισαν ξανά πίσω στις θέσεις τους και έγιναν ένα με τον τοίχο και πάλι. Ο διευθυντής άκουσε τη φασαρία, φωνάζοντάς του, φανερά ενοχλημένος, να περάσει. Καθόταν αναπαυτικά στη δερμάτινη καρέκλα του διαβάζοντας κυβερνητικές εφημερίδες. Ο Ιάκωβος πλησίασε και προσκόμισε τα χαρτιά του στον ανώτατο δημόσιο υπάλληλο. Εκείνος ανέβασε τα γυαλιά απ’ την καμπούρα της μύτης του στα μάτια και ξερόβηξε. Αφού πέρασε κάποια ώρα εν μέσω σιγής, ο διευθυντής πέταξε τα γυαλιά του στο γραφείο κι ανασκουμπώθηκε. Γνωστοποίησε στον αποκαμωμένο άντρα ότι εκκρεμούν εις βάρος του φορολογικές ατασθαλίες και ορισμένα ζητήματα απείθαρχης διαγωγής. Προτού εκείνος προλάβει να αρθρώσει λέξη ο διευθυντής χτύπησε το καμπανάκι. Οι άντρες με τα κοστούμια μπούκαραν στο δωμάτιο και έσυραν τον Ιάκωβο στο ψηλότερο πάτωμα του κτιρίου. Το τελευταίο σκαλοπάτι της ελικοειδούς σκάλας ήταν τόσο ψηλό που ‒νόμισε‒ το ανέβηκε με τα τέσσερα. Τον πέταξαν μέσα σε ένα δωμάτιο που καλυπτόταν από ένα γυάλινο θόλο. Ήταν μια ταράτσα με θέα σ’ ολόκληρη την πόλη, αλλά το γυαλί που την περιέβαλε είχε χρώμα γκρίζο κι έτσι όλα διαδραματίζονταν σαν σε βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Σε μια γωνιά, ένστολοι άντρες με χοντρά κεφάλια έσερναν το βήμα τους. Σε μια άλλη, άνθρωποι με σβηστά πρόσωπα σώπαιναν και περίμεναν. Κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν, κομπάρσοι και παραγκωνισμένοι. Ξεχασμένοι σ’ ένα έργο δίχως τελειωμό, με μοναδική τους ελπίδα το έλεος του σκηνοθέτη και την αφύπνιση των θεατών. Ο Ιάκωβος στεκόταν όρθιος, απαρηγόρητος και σκεφτικός. Ένας θόρυβος, που χαλούσε την ησυχία, τον έκανε να στραφεί λίγα μέτρα πιο πέρα: ένας αρουραίος ροκάνιζε τη σόλα ενός παπουτσιού. Παραμέρισε μερικούς αποχαυνωμένους πολίτες και στη συνέχεια σύρθηκε ανάμεσα στα πόδια άλλων που τον αγνοούσαν μιλώντας μεταξύ τους και κουνώντας, κάθε τόσο, τα κεφάλια τους πάνω-κάτω. Φτάνοντας στο σημείο, σκούντηξε τη γυναίκα με το μαρμαρωμένο βλέμμα προτρέποντάς της να αντιδράσει. Εκείνη αδιαφορούσε. Στράφηκε στους διπλανούς της. Όλοι ήταν απαθείς. Κι ας είχαν φτάσει σχεδόν στο πόδι της τα δόντια του τρωκτικού. Σήκωσε τα μπατζάκια του κι έκανε να το κλωτσήσει. Δεν τα κατάφερε καθώς ο αρουραίος σήκωσε απότομα το κεφαλάκι του κι αμέσως μετά τράπηκε σε φυγή τσιρίζοντας. Έτρεξε και κρύφτηκε πίσω απ’ τα πόδια των αστυνομικών. Οι αστυνομικοί σταμάτησαν το ανούσιο πέρα-δώθε τους και κοίταξαν τον Ιάκωβο ενοχλημένοι. Λες και προστάτευαν κάτι το οποίο μισούσαν, σε τέτοιο βαθμό, που το μίσος τους άγγιζε τη διαχωριστική γραμμή της αγάπης. Τώρα ο αρουραίος άρχισε να ροκανίζει αποφάγια από τυρόπιτες και ψωμιά. Ο Ιάκωβος ένιωσε το μπαστούνι του κυρίου με το πρόσωπο φώκιας στα πλευρά του. Του έγνεφε να ηρεμήσει. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε να ξημερώσει η επόμενη μέρα για να προλάβει να πάρει καλό αριθμό προτεραιότητας.         


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ

Στις βουνοπλαγιές του χωριού διανυκτερεύουν αγροί γεμάτοι μιμόζες. Την εποχή της συλλογής, κάποιες φορές, μακριά τους, έχεις την ιδιαίτερα αρωματική συνάντηση μιας κοπέλας της οποίας τα χέρια ήταν όλη την ημέρα απασχολημένα με εύθραυστα κλαδιά. Όμοια με λυχνάρι που η άλως του μοσχοβολά, απομακρύνεται, με την πλάτη στον ήλιο που γέρνει.
Ιεροσυλία θα ήταν να της απευθύνεις τον λόγο.
Όταν η εσπαντρίγια ποδοπατεί το χορτάρι, τραβηχτείτε στην άκρη να περάσει. Θα έχετε την ευκαιρία ίσως να διακρίνετε στα χείλη της τη χίμαιρα της υγρασίας της Νύχτας;


ΒΙΑΙΟΤΗΤΕΣ

Άναβε το φανάρι. Αμέσως το αγκάλιαζε σαν φυλακή κάποια αυλή. Αλιείς χελιών έρχονταν εκεί να αναζητήσουν με τη βέργα τους τα σπάνια βότανα με την ελπίδα να βρουν κάτι τις πετονιές να δολώσουν. Των αποβρασμάτων όλος ο υπόκοσμος ζητούσε από ανάγκη καταφύγιο στον τόπο εκείνο. Και κάθε βράδυ επαναλαμβανόταν το ίδιο μοτίβο όπου μάρτυρας ανώνυμος και θύμα ήμουν εγώ. Την απομόνωση επέλεξα και το σκοτάδι.
Άστρο του πεπρωμένου. Την πόρτα του κήπου των νεκρών μισανοίγω. Συλλέγονται άνθη δουλοπρεπή. Σύντροφοι του ανθρώπου. Του Δημιουργού αυτιά.


Η ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΑΘΟΠΟΙΟΥ

Σ’ αγαπούσα. Αγαπούσα το πρόσωπό σου όμοιο με πηγή αυλακωμένη από την καταιγίδα και το μυστικό της τέχνης σου που σφράγιζε το φιλί μου. Κάποιοι εμπιστεύονται μια φαντασία ολοστρόγγυλη. Μου αρκεί να φεύγω. Σχεδίασα απελπισμένος ένα καλάθι τόσο μικρό, αγάπη μου, που μπόρεσαν λυγαριές να το πλέξουν.





ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Όλη την ημέρα, βοηθώντας τον άνθρωπο, ο σίδηρος ακούμπαγε το στέρνο του στη φλεγόμενη λάσπη του σιδεράδικου. Σιγά-σιγά, οι δίδυμες κλειδώσεις των γονάτων έσπασαν τη λεπτή μεταλλική νύχτα στο υπόγειο.
   Δίχως να βιάζεται ο άνθρωπος τη δουλειά του αφήνει. Τα χέρια βυθίζει για τελευταία φορά στου ποταμού τη σκοτεινή πλευρά. Θα μπορέσει επιτέλους να αρπάξει τον παγωμένο βόμβο των φυκιών;

ΝΕΟΤΗΤΑ
Μακριά από την ενέδρα των κεραμιδιών και του Γολγοθά την ελεημοσύνη, γεννάτε εσείς, όμηροι των πτηνών, σιντριβάνια. Η κλίση του ανθρώπου φτιαγμένη από τη ναυτία των σταχτών, του ανθρώπου που παλεύει με τη γεμάτη εκδίκηση πρόνοια, δεν αρκεί να σας λύσει τα μάγια.
Εγκώμιο, γίναμε δεκτοί.
"Αν ήμουν σιωπηλός σαν την πορεία της πέτρας που είναι στον ήλιο πιστή και που η ίδια αγνοεί τη ραμμένη από κισσό πληγή, αν ήμουν ένα λευκό παιδί σαν δέντρο που καλωσορίζει τους φόβους των μελισσών, αν είχαν ζήσει οι λόφοι μέχρι το καλοκαίρι, αν ο κεραυνός την πύλη του μου είχε ανοίξει, αν οι νύχτες σου με είχαν συγχωρέσει... "
Βλέμμα, οπωρώνας αστεριών, τα αγριολούλουδα, η μοναξιά είναι ξέχωρα από εσάς! Το τραγούδι την εξορία τελειώνει. Των αρνιών το αεράκι φέρνει τη νέα ζωή.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
Τις πεποιθήσεις μου έχω συνδέσει τη μία με την άλλη και την Παρουσία σου μεγάλωσα. Μια νέα πορεία στις μέρες μου πρόσφερα στηριζόμενος σ’ αυτή την ευρύχωρη δύναμη. Τη βία που την άνοδό μου περιορίζει απέρριψα. Πήρα χλωμός τον καρπό της ισημερίας. Δεν με υποτάσσει πια το μαντείο. Μπαίνω : Αισθάνομαι ή όχι τη χάρη.
Γυαλίζει η απειλή. Η παραλία που κάθε καλοκαίρι πλημμύριζε από θρύλους οπισθοδρομικούς, από Σίβυλλες με χέρια φορτωμένα τσουκνίδες, ετοιμάζεται να σώσει υπάρξεις. Ξέρω ότι η συνείδηση που κινδυνεύει δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την ομαλότητα.


ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ
Ανάμεσα στη συσκότιση της χρονιάς και τη συγκίνηση ενός δέντρου στο παράθυρο. Διέκοψες τις δωρεές σου. Το λουλούδι του νερού τριγυρίζει ένα πρόσωπο. Στο κατώφλι της νύχτας η επιμονή της αυταπάτης σου υποδέχεται το δάσος.


ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ
«Στου ανέμου το χρυσό περιπλανήθηκα, περιφρονώντας το καταφύγιο των χωριών όπου ακραίοι σπαρακτικοί με είχαν γνωρίσει. Από τον διάσπαρτο χείμαρρο της ακίνητης ζωής είχα εκχυλίσει την έντιμη έννοια της Ειρήνης. Έσκαγε με αφρούς η ομορφιά από την παράξενη θήκη της, χάριζε τριαντάφυλλα στα σιντριβάνια.»
Το χιόνι τον εξέπληξε. Έσκυψε πάνω στο θρυμματισμένο πρόσωπο, ρούφηξε άπληστα τη δεισιδαιμονία. Έπειτα απομακρύνθηκε, παρασυρμένος από την επιμονή του κυματισμού αυτού, αυτού του μαλλιού.


ΕΠΕΤΕΙΟΣ
Τώρα που έχεις ενώσει μιαν άνοιξη δίχως πάγο με τα δάνεια κάποιας σφαγής που μπήκε στην οδύσσεια των σταχτών της, θέρισε τη συγκομιδή που συσσωρεύεται στον ορίζοντα σχεδόν ανασφαλής, επανάφερέ την στις ελπίδες που την περιβάλλουν την ώρα που γεννιέται.
Να σε κρατήσει η μέρα στο αμόνι της λευκής της μανίας!
Το στόμα σου φωνάζει τον αφανισμό των ανακουφισμένων μαχαιριών. Τα ζεστά μισάνοιχτα φίλτρα σου ορμούν στις ελευθερίες.
Μονάχα η ψυχή μιας εποχής σε απομακρύνει από τον πυρήνα της αθωότητας.


ΜΕΝΤΑΓΙΟΝ
Νερά πράσινης αστραπής που ηχούν την έκσταση προσώπου αγαπημένου, νερά από κρίματα παλιά ραμμένα, άμορφα νερά, λεηλατημένα από μια στέψη προσεχή... Ακόμη κι αν έπρεπε να ανεχτεί τις προειδοποιήσεις της φτωχής του μνήμης, χαιρετάει με τα χείλη ο κρουνός την απόλυτη αγάπη του φθινόπωρου.
Μοναδική σοφία, εσύ που το μέλλον συνθέτεις χωρίς να πιστεύεις στο βάρος που συντρίβει, που αισθάνεται τον ηλεκτρισμό του ταξιδιού να τινάζεται μέσα στο σώμα.



ΕΠΙΜΕΤΡΟ


Ο Ρενέ Σαρ (René Char, 1907-1988) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του εικοστού αιώνα, αλλά ταυτόχρονα και ένας Γάλλος επαναστάτης, θερμός υποστηρικτής της ελευθερίας, που απέκτησε την αναγνώριση του έργου του όσο ακόμα ζούσε. Το 1929, γνώρισε τον Πωλ Ελυάρ και αναπτύχθηκε σιγά σιγά μεταξύ τους μια μεγάλη φιλία. Το 1954 ο Αλμπέρ Καμύ τον θεώρησε «τον πιο μεγάλο εν ζωή ποιητή». Για ένα διάστημα συγχρωτίστηκε με τους σουρεαλιστές της εποχής του, Μπρετόν, Αραγκόν και Πικάσο, αφήνοντας στο πέρασμά του το βαθύ καλλιτεχνικό του στίγμα. Η ποίηση του Ρενέ Σαρ, με γλαφυρή σιωπή, δείχνει την επανάσταση του ποιητή και καλεί τον αναγνώστη να αντισταθεί μέσα από την ενδοσκόπηση. 

Στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Booktalks για τα αγαπημένα του περιοδικά,

Το λογοτεχνικό περιοδικό θράκα παρουσιάζει το 8ο τέυχος του και  καλεί σε μια νέα συζήτηση 
για την ποίηση του σήμερα στην Ελλάδα.
Μαζί με τους Θάνο Γώγο και Στάθη Ιντζέ, 
Συνομιλούν οι : Άννα Γρίβα, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κουλούρη, Αλέξης Μάινας, Φάνης Παπαγεωργίου.

Συντονίζει η Αγγελική Λάλου

Booktalks:Αρτέμιδος 47 & Αγίου Αλεξάνδρου 58,
Τρίτη 31/10/2018
ώρα: 7.30μμ




Διήμερο για το περιοδικό «Σημειώσεις», που είναι το μακροβιότερο μεταπολιτευτικό έντυπο κριτικής θεωρίας, πολιτικής φιλοσοφίας και ποίησης στην Ελλάδα, διοργανώνεται στη Θεσσαλονίκη, στις 27 και 28 Οκτωβρίου, με τίτλο «Το περιοδικό Σημειώσεις: άνθρωποι, πολιτικές και θεωρίες», στην Αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (Τσιμισκή με Παύλου Μελά).
«Οργανώνουμε στη Θεσσαλονίκη ένα διήμερο για τη διαδρομή αυτή: για το περιοδικό και για να τιμήσουμε τους ανθρώπους που το έφτιαξαν και το κράτησαν όρθιο, με κόπο και σπάνια σεμνότητα», αναφέρουν οι συντελεστές. Στις συζητήσεις των δύο αυτών ημερών θα συμμετάσχουν οι βασικοί συντελεστές του περιοδικού, καθώς και φίλοι/ες του περιοδικού, για τους οποίους οι «Σημειώσεις» αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς. Ώρες 18.00′ με 21.00′.
Όπως περιγράφουν οι συντελεστές: Το πρώτο τεύχος του κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1973, με συνεργάτες και συνεκδότες μια παρέα νέων διανοούμενων: τον Μ. Αφεντόπουλο (Μάριο Μαρκίδη), τον Μανόλη Λαμπρίδη, τον Αντώνη Λαυραντώνη, τον Βύρωνα Λεοντάρη, τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο και τον Στέφανο Ροζάνη. Κοινό σημείο αναφοράς του «πυρήνα» που έμελλε να αποτελέσει την «παρέα του Χαλανδρίου» στάθηκε το προδικτατορικό περιοδικό «Μαρτυρίες» (1962-1966).
Από το πρώτο τους κιόλας τεύχος, και σε παράλληλη διαδρομή με τις συγγενείς εκδόσεις «Έρασμος», οι «Σημειώσεις» μετρούν μέχρι σήμερα 44 χρόνια συνεχούς παρουσίας στα εκδοτικά δρώμενα της χώρας μας.
Σκοπός της εκδήλωσης είναι η αποτίμηση μιας διαδρομής –εκδοτικής, λογοτεχνικής, φιλοσοφικής και πολιτικής– περίπου μισού αιώνα. Το διήμερο, έτσι, θα ασχοληθεί με τις εκδοτικές «προκείμενες» του περιοδικού, τα πρόδρομα δηλαδή έντυπα, τη σχέση των «Σημειώσεων» με την κριτική θεωρία, τον «κανόνα» που συγκρότησαν όσον αφορά τη λογοτεχνική κριτική, αλλά και την τοποθέτηση του περιοδικού σε κρίσιμα πολιτικά διακυβεύματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Μέρος της διήμερης συζήτησης είναι αφιερωμένο στις ιδιαίτερες συμβολές των πρωτεργατών του – στην πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία, την πολιτισμική κριτική, την ιστορία, την ποίηση και την ψυχανάλυση.
Για δύο μέρες, λοιπόν, θα συζητήσουμε τη θέση των «Σημειώσεων» στη γραμμή του «εξεγερτικού/επαναστατικού ρομαντισμού», την κριτική τους στην πρώτη Μεταπολίτευση, την «επίθεση» στη γενιά του ’30 και το αίτημα για «ελληνικότητα», τη συμμετρική κριτική στον λαϊκιστικό αντιδυτικισμό και τον φιλελεύθερο «αντιλαϊκισμό» και αντιολοκληρωτισμό, την εισαγωγή στην Ελλάδα της λακανικής ψυχανάλυσης. Και την πάντα αβέβαιη ισορροπία μιας παρέμβασης μεταξύ απαισιοδοξίας της γνώσης και αισιοδοξίας της βούλησης, διανοητικής αυτονομίας και πολιτικής στράτευσης, παραμυθίας και κριτικού ορθολογισμού.
Στην εκδήλωση, που διοργανώνεται υπό την αιγίδα του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μιλούν (αλφαβητικά):
Βασίλης Αλεξίου | Βιβή Αντωνογιάννη | Κώστας Βούλγαρης | Κώστας Γούσης | Κώστας Δεσποινιάδης | Νίκος Κατσιαούνης | Αλέξανδρος Κιουπκιολής | Χαράλαμπος Κουρουνδής | Δημήτρης Κόρος | Δημήτρης Κοσμίδης | Βασίλης Λαμπρόπουλος | Γιώργος Μερτίκας | Μάρκος Μέσκος | Σάββας Μιχαήλ | Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος | Στέφανος Ροζάνης | Γιάννης Σταυρακάκης
Την πρωτοβουλία για την διήμερη εκδήλωση πήραν οι «Φίλοι των Σημειώσεων», μια ομάδα νεότερων αναγνωστών του περιοδικού (αλφαβητικά): Μάριος Εμμανουηλίδης, Νίκος Κατσιαούνης, Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Χρίστος Μάης, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος.
  
Momentum

"Δε τον αντέχω ρε αυτό τον  χυλό, κάτι αζώιστα κνώδαλα με ζαχαρωτές ζωούλες, ανάσες που μυρίζουν παρκετίνη και σουπλίν της μαμάς τους, αγράμματα τσόκαρα όλοι τους, που περιφέρονται από μπαράκι σε μπαράκι τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με άλλα ανερμάτιστα..."
Διακόπτει. Τον κοιτάει περιμένοντας να τη βοηθήσει.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσόκαρα."
Δείχνει αγριεμένη.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσουτσέκια, που όλα μαζί γλείφουν το κάθε τσογλάνι που κρατάει τ’ αντικλείδια κάποιου θεάτρου, κάποιου εκδοτικού ή γλείφουν πατόκορφα τον κάθε λίγδα σφουγγοκωλάριο που έχει τα κοννέ για τις κρατικές επιχορηγήσεις και τα βραβεία. Και γιατί; Γιατί τόσος γαμημένος ζήλος; Μου λες; Για να προβάλλουν το τίποτα, τον κοπανιστό αέρα που περιέχει το έργο τους αμπαλαρισμένο με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Μια τέχνη της ελίτ, για την ελίτ, που δεν αφορά κανέναν εκεί κάτω. Ξέρεις τι είναι όλοι αυτοί; Ε; Ξέρεις; Σκυλάδες με προβιά μεταμοντέρνου, κατίσχυσαν στο σύστημα, επιβλήθηκαν, γίνανε πρώτες μούρες μέσα από το εναλλακτικό λάιφσταϊλ κι από μέσα νάδα, νούλα, μηδέν, πώς -το -λένε. Γιατί αυτοί, δεν έχουν να πουν, πασχίζουν μόνο να δειχτούν."
Η ηθοποιός ξεφυσάει και ρωτάει τον σκηνοθέτη.
"Τι λέει; Καλό;"
"Να κάνουμε ένα διάλειμμα και να το ξαναπάμε από τα τσουτσέκια; Έβαλες πολύ σάρκα ειδικά εκεί στο τσογλάνι. Δε βγαίνει καλά."
"Κοίτα, πέφτουν πολλά λάμδα στη σειρά, γλείφουν, τσογλάνι, αντικλείδια. Το βλέπεις; Έχει θέμα το κείμενο."
"Αδουλευτο τελείως.Είπε όμως ο παραγωγός να μην το πειράξουμε, να βγει όπως είναι. Ακατέργαστο, πρωτολειακό. Βγάζει μια δύναμη, μια οργή, ένα κάτι. Το θελουμε αυτό, μας κάνει."
"Πώς το ανεχόμαστε;"
"Ποιο;"
"Να αποφασίζει ο παραγωγός πάνω στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα."
"Εντάξει, κοίτα, το δέχομαι, πάντα ένα τρίτο μάτι βοηθάει στη δουλειά μας..."
"Έλα τώρα, αν δεν ήταν γεμάτο το πορτοφόλι του, να στα ακουμπάει ντάγκα-ντάγκα, ποιο μάτι και ξεμάτιασμα μου λες."
"Έχεις επηρεαστεί από τη μπλόγκερ."
"Ναι, μπήκα στο πετσί του ρόλου. Από αύριο μόνο τσικουδιές με ελιές και παξιμάδι. Yeah!"
"Ντάκο εννοείς."
"Αυτό. Τσίπουρο, ντάκο κι επανάσταση στην πλατεία Εξαρχείων."
Γελούν. Η ηθοποιός αφήνει το κείμενο στο τραπέζι και συνεχίζει.
"Μολις γίνουν κυβέρνηση, θα τους δεις κυριλέ στα υπουργεία. Ψοφάνε όλοι για εξουσία."
"Καλά, δε νομίζω, η συγκεκριμένη είναι πολύ στα κάγκελα."
"Για την καρέκλα τα κάνουν. Άκου με που σου λέω."
"Σόρρυ αν στέκεσαι τόσο κριτικά απέναντί της, δε θα μπορέσεις να το βγάλεις."
"Θα το βγάλω, no worries."
"Παιδάκι μου, το πιστεύεις καθόλου το κείμενο;"
"Ούτε καν."
"Τότε πώς θα το παίξεις; Θα με τρελάνεις;"
"Είναι μόδα, πουλάνε οι μπλόγκερς και η φάση αγανάκτηση κι έτσι. Αυτό και μόνο μού αρκεί."
"Δίκιο έχεις. Άντε, το ξαναπάμε;"
"Το ξαναπάμε. ΟΚ. Να σου πω, δεν κατεβαίνουμε σε καμία πορεία να δούμε πώς είναι; Για το βίωμα, ξέρεις."
"Να κατέβεις εσύ, αγάπη μου, που θα την ενσαρκώσεις."
"Άστο, εντάξει. Πήγα πέρυσι στο Σύνταγμα στους αγανακτισμένους και φρίκαρα."
"Οι διαδηλώσεις είναι άλλο στυλ. Έχουν πιο τζέρτζελο. Δε θυμάσαι τον Φλεβάρη που ψηφίστηκε το δεύτερο μνημόνιο τι έγινε;"
"Άστο λέμε, να μου λείπει. Από πού το ξαναπάμε;"
"Από τα τσουτσέκια."
Δυο μέρες μετά στο τηλέφωνο.
"Τα έμαθες, έτσι;"
"Ναι ρε συ, είναι δυνατόν;"
"Είχε κατάθλιψη ή κάτι;"
"Μπα...Δεν είχε ακουστεί τίποτα τέτοιο, αλλά ποτέ δε ξέρεις."
"Κρίμα ρε συ, νέα κοπέλα."
"Στην αρχή έλεγα μπορεί να έγινε λάθος, ξέρεις, συνωνυμία, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή έγραφε με ψευδώνυμο. Αλλά μετά μαθεύτηκε παντού. Τι να πεις..."
"Άφησε σημείωμα;"
"Όχι, αλλά το τελευταίο της  διήγημα ήταν για εργασιακό μπούλινγκ και λοιπά, οπότε όλοι λένε πως αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος."
"Κι εμείς τι κάνουμε τώρα; Θα το ανεβάσουμε;"
"Κοίτα, θα το ψάξω λίγο τι παίζει με τα πνευματικά δικαιώματα σε περίπτωση θανάτου και θα σου πω. Πάντως δε βλέπω το λόγο γιατί να μη το κάνουμε. Τόσες πρόβες, βρήκαμε χώρο, παραγωγή, μην πάνε χαμένα."
"Καλά λες. Άσε που τώρα θα ακουστεί ακόμα περισσότερο το όνομά της. Μη χάσουμε το momentum."


Ελαιώνας

Του πατέρα µου
Α΄

Ποιος είναι ο νικητής
µού είπε η κόρη µου
καθώς σχηµάτιζε καρπούς
στο σώµα της.
Ήθελε να γνωρίζει
ποιος είναι αυτός που κερδίζει
τις µάχες στις εύφορους εξόδους
των πρώτων
και των δεύτερων χρόνων της γέννας.

Ποιος δηλαδή
συνοµιλεί µε τη θεία βάσανο
του ατελούς θνητού;

Της είπα ότι µία είναι η µάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαµένη και για µένα αλλά
και γι’ αυτήν.

Η διαφορά µεταξύ µας όµως
είναι ότι αυτή θα δει το νικητή
καθώς θα µε κουρσεύει
σε αφύτευτο ελαιώνα.

Β΄

Τι να τον κάνεις
τον καρπό
όταν δεν έχεις
δέντρα
να αυλακώσεις,
µονολογούσε
ο ποιητής
που ήξερε
τους επίγονους
του
Κωνσταντίνου Καρυωτάκη.
Και αυτός αφού κρέµασε
σ’ όλα τα λιόδεντρα
χάρτινα προσωπεία
µε τους ελεεινούς
σάτυρους της αµπέλου και της ελιάς,
έβαλε τη σφαίρα στη θαλάµη,

και τότε η µικρή κατάλαβε τους
ήχους της Μεγάλης Παρασκευής




ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ ΣΑΓΚΑΗΣ

Αχνό, μισοσχηματισμένο όμως
το σημάδι της διπλής ευτυχίας
κατευόδιο κι απαντοχή
το ιδεόγραμμα σύννεφο
τις αδικίες της ημέρας
θέλει να τις σκεπάσει
καθώς αιωρείται δήθεν αδιάφθορο
μαζί με τους χαρταετούς
των χαμένων παιδιών.

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Έσκυψε το κεφάλι
τίποτα δεν ήταν όπως πριν
τίποτα απολύτως
θυμήθηκε τότε την τελευταία μετάληψη
το πρώτο θρανίο
την τελευταία γυναίκα των χαδιών
τα θυμήθηκε όλα αυτά ένα ένα
με την αλλοπρόσαλλη σειρά των ανέμων
πίστεψε μάλιστα μια στιγμή
πως ήταν άνθρωπος ξανά.


1η δημοσίευση έντυπη θράκα (τευχος 7)




Το βιβλίο του Ευάγγελου Τζάνου «Αφανισμός» ήλθε πρόσφατα στα χέρια μου χάρις στον εκλεκτό και αγαπημένο φίλο μου και φίλο του συγγραφέα Μιχάλη Παπαδόπουλο.
Αξίζει επίσης, πριν μιλήσω για το βιβλίο, να αναφερθώ σε μια σύμπτωση, από αυτές που παρατηρώ με ενδιαφέρον, όταν για κάποιο λόγο εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα δύο γεγονότα, ως να ελκύονται το ένα από το άλλο. Η νουβέλα «Αφανισμός» έχει για ορίζοντά της τα γεγονότα που πλαισιώνουν την καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους. Το βιβλίο ήλθε στα χέρια μου σε μια περίοδο που όλο και πιο έντονα απασχολούσε τη σκέψη μου ο «Διάλογος των Μήλιων και Αθηναίων». Είχα να καταπιαστώ με αυτό το κείμενο του Θουκυδίδη εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τα πρώτα χρόνια του διορισμού μου στην εκπαίδευση. Η αφορμή που με έστρεφε σε αυτό τώρα ίσως να ήταν, όπως πάντα, η Κύπρος – η πλάνη για το μέγεθός της και τη γεωπολιτική στρατηγική της σημασία έναντι άλλων γειτονικών κρατών στη διεθνή πολιτική σκακιέρα, ο ιδεαλισμός που οι αδύνατοι αναπτύσσουν προσπαθώντας να αντισταθμίσουν τη δυσχερή τους θέση, ο ρεαλισμός και στο άλλο άκρο η αλαζονεία της δύναμης, των ισχυρών. Αφορμή η Κύπρος αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, όσα διαδραματίζονται στην παγκόσμια σκηνή. Η τυφλή βία, η αδικία, η σχετικότητα στην αντίληψη του δίκαιου και του άδικου ως προσωπικού συμφέροντος, όπως και τα αιώνια γενικώς ερωτήματα και διλήμματα.
Ας έρθουμε τώρα στο προκείμενο, όπως λέει και ο συγγραφέας του «Αφανισμού». «Η συμφιλίωση με την πλάνη των άλλων απαιτεί μακρόχρονη προσπάθεια.» Ο συγγραφέας καταφέρνει από την πρώτη κιόλας γραμμή με τρόπο ευθύβολο να αρπάξει τον αναγνώστη του. Τον ρίχνει αμέσως στο δίχτυ μιας κοινής εμπειρίας. Επειδή οι άνθρωποι ως άτομα ή ως ομάδες ή ως λαοί ή ως μέλη οργανωμένων κρατών έρχονται συχνά αντιμέτωποι με την πλάνη του άλλου ή των άλλων κι από την επιδεξιότητα ή την ικανότητα κατάλληλης απάντησης ή θα σωθούν ή θα αφανιστούν. Το δεύτερο κατόρθωμα αυτού του πρώτου κεφαλαίου είναι πως σπερματικά περιέχει προλογικά την κύρια ιδέα και τα θέματα που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια. Το μότο του βιβλίου, απόσπασμα από τις Τρωάδες του Ευριπίδη, προτάσσει τον αξιακό κώδικα του συγγραφέα και συμπερασματικά την κύρια ιδέα στην οποία κατατείνει το έργο αλλά και ως άξονας κινεί τη συγγραφική σύλληψη και πρόθεση.
Η αφηγηματική φωνή ανήκει σε κάποιον Αθηναίο που ζει τον αφανισμό της δικής του πόλης, της Αθήνας, στα χρόνια του Αντίγονου Γονατά. Καταφεύγοντας στη μελέτη του παρελθόντος βρίσκει το χειρόγραφο ενός Αθηναίου ζευγίτη, του Ακταίου, που συμμετείχε στον πόλεμο και τον αφανισμό της Μήλου και ως έποικος εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο κατακτημένο νησί. Ήδη τοποθετείται στο κέντρο της νουβέλας η τραγική μοίρα, η ανθρώπινη περιπέτεια της ανόρθωσης και της πτώσης, έτσι όπως εναλλάσσονται οι περιπέτειες από τους αφηγητές μέσα στην τροχιά του χρόνου. Ως βέλος εκτινάσσεται η φωνή του Ευριπίδη και των Τρωάδων, περνάει τη σκυτάλη της αφήγησης στα πρόσωπα του έργου, συνεχίζοντας με την υπόμνηση της ιστορίας των Μήλιων και την αναφορά σε μια Αθήνα άλλοτε ισχυρή και παντοδύναμη και τώρα αφανισμένη. Με τη νηφαλιότητα που ευνοεί η παρέλευση εκατόν πενήντα τόσων χρόνων από τα γεγονότα, ο Αθηναίος αφηγητής ονομάζει την ενέργεια και το αποτέλεσμα της επιχείρησης της Αθήνας κατά των Μήλιων «Αφανισμό». «Πριν από σχεδόν ενάμιση αιώνα αρνήθηκαν (οι Μήλιοι) να υποταχτούν στην πλάνη της Αθήνας, για τη δήθεν παντοτινή υπεροχή της, και τότε εμείς οι Αθηναίοι τους αφανίσαμε.» ( σελ. 10). Στη συνέχεια παραδίνει τον αναγνώστη στην αφήγηση του Ακταίου μέσα από το χειρόγραφο. Τώρα ο αφανισμός δεν είναι αφανισμός αλλά η δίκαιη τιμωρία των ανυπότακτων Μήλιων. Ο Ακταίος δεν διστάζει να δηλώσει πως, ως ευνοούμενος του Αλκιβιάδη του γιου του Κλεινία, του δόθηκε κλήρος κι εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του ως έποικος στο νησί. Οι έποικοι έκαναν πατρίδα τους τη Μήλο και διατήρησαν ταυτόχρονα τους δεσμούς τους με την Αθήνα. Σε περιόδους ειρήνης ταξίδευαν στην Αθήνα, σε περιόδους πολέμου στρατεύονταν και πολεμούσαν με τον στρατό της μητρόπολης. Περιμένει τώρα χαρούμενος και περήφανος την επιστροφή του γιου του Ναυσίμαχου στο νησί μετά τη νίκη του Αθηναϊκού στόλου στις Αργινούσες. Ακολουθεί μια εξιστόρηση των γεγονότων της πολιορκίας της Μήλου και της καταστροφής της, όπως τα έζησε ο ίδιος ως στρατιώτης κι όπως τα αντιλαμβάνεται. Είναι μια αφήγηση αληθοφανής, πιστή στο κλίμα της εποχής του, πολύ κοντά στις ιδέες και τις αξίες της Αθηναϊκής ηγεμονίας την οποία υπηρέτησε ως στρατιώτης: Περηφάνια για την Αθήνα και τη δύναμή της. Ο αφανισμός δεν ήταν αφανισμός αλλά ανοικοδόμηση, και η πολιορκία δίκαιη τιμωρία των ανυπόταχτων. Ό,τι υπονομεύει τη ρητορεία του –κι ευτυχώς για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη, γιατί τότε ποιο νόημα θα είχε να ακούμε τον απόηχο των επιχειρημάτων της υπεράσπισης της Αθηναϊκής ηγεμονίας– ό,τι λοιπόν υπονομεύει τη ρητορεία του Ακταίου είναι η ανάδυση σκέψεων κι επιθυμιών που είναι προσωπικές και χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση κι ανάγκη.
Υποδηλώνεται κάποιος θαυμασμός για την αντοχή των Μήλιων, που είναι και του συγγραφέα θαυμασμός, αλλά το πιο υπονομευτικό είναι το σχόλιο: «Τα παιδιά μας βρήκαν χώμα δίχως νωπά αίματα να παίξουν».
Για έναν αφοσιωμένο στρατιώτη της Αθηναϊκής ηγεμονίας είναι η μόνη έμμεση κριτική που θα ήταν πιστευτή και αληθοφανής και γι’ αυτό πιο συγκλονιστική.
Κατά τα άλλα, ο Ακταίος περιγράφει χωρίς μεγάλη ενόχληση το σύστημα της κληρουχίας ως μέσο επιβολής.
Μέσα στη μεγάλη εγκιβωτισμένη αφήγηση του χειρόγραφου, εγκιβωτίζονται άλλες ιστορίες:
  • Η Αύρα και η Αυγή. Αξίζει να προσέξουμε ακόμη και τα ονόματα των δύο αδελφών που διέφυγαν της σφαγής κι αιχμαλωσίας και ζουν ως φαντάσματα κι εφιάλτες της καταστροφής –καταστροφή της πατρίδας, των συμπατριωτών τους και προσωπική– αλλά επιζούν κι ως πνεύματα του άκρατου ιδεαλισμού των Μήλιων κι ως άγγελοι ελευθερίας.
  • Η εφιαλτική ιστορία των ανθρώπων που μεταμορφώνονται σε μαϊμούδες και στην οποία πυκνώνουν οι αναγωγές στη σημερινή πραγματικότητα.
  • Η ιστορία του ιδιοφυούς μουσικού Λίνου και ο αφανισμός του από τη δύναμη ή/και το φθόνο. Βλέπε Ηρακλής και Απόλλων.
Ο Ακταίος αγνοεί την παράκληση, την ικεσία της Αύρας να την αφήσει ελεύθερη. Η Ύβρις ακολουθείται νομοτελειακά από την Τίσιν.
Οι εγκιβωτισμένες ιστορίες πυκνώνουν ως βόμβα την ύλη μιας τραγικής μοίρας που υπακούει στον νόμο της εναλλαγής άνοδος - πτώση κι εκρήγνυται στο κεφάλι του Ακταίου. Ο Ακταίος πληροφορείται από την Αύρα πως ο γιος του ο Ναυσίμαχος, που επέστρεφε νικητής από τις Αργινούσες, έχει πνιγεί μαζί με άλλους καθώς το καράβι τους ναυάγησε.
Ακολουθεί η έξοδος - θρήνος του Ακταίου. Το συναισθηματικό ξέσπασμα περνά γοργά σε μια κινηματογραφική αφήγηση για τη σύντομη ζωή του Ναυσίμαχου, τα παιδικά του χρόνια, τον χαρακτήρα του με μια κάπως περίεργα ψύχραιμη απόσταση. Είναι το μνημείο που στήνει με την αφήγηση και τη γραφή ο πατέρας, το μόνο παντοτινό μνημείο κι αθάνατο. Μια ψύχραιμη αφήγηση συντηρεί ωστόσο ακλόνητη τη συνέπεια του στρατευμένου προς τις αξίες και την ιδεολογία της Αθηναϊκής ηγεμονίας, αυτά δηλαδή που πίστεψε και έκανε τα έκανε ζωή του και νόημα της ζωής του. Η περηφάνια για την πόλη του και τη δύναμή της, η πίστη του στις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές της δεν κλονίζεται ούτε στιγμή ακόμη κι όταν σαν αστροπελέκι πέφτει η είδηση της τραγικής του μοίρας, της τραγικής απώλειας του παιδιού του. «Πάνω απ’ όλα σήμερα η Αθήνα, μέσα στο πένθος της, γιορτάζει μια ακόμη νίκη. Ακόμη μια επιβεβαίωση της δύναμής της. Της παντοτινής.» Ιδού η πλάνη από την αρχή του βιβλίου ως το τέλος. «Άνθρωποι πάντα χάνονταν και θα συνεχίσουν να χάνονται, όμως η πόλη μας θα ζει – νικήτρια στον πόλεμο με τους Σπαρτιάτες, νικήτρια σε κάθε πόλεμο.»
«Ας γυρίσω, να γίνει ό,τι είναι να γίνει στο σπίτι.» Λίγες γραμμές πιο πάνω διαβάσαμε πως η προσωπική του δυστυχία δεν θα του αλλάξει τη γνώμη ούτε για την τύχη της Αύρας που σκοπεύει να την κυνηγήσει αργότερα. Η Αύρα θα έπρεπε τουλάχιστον τώρα να του καθρεφτίσει κάτι από την τραγική του μοίρα και την τωρινή του κατάσταση, αλλά δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ακόμη μια φορά, και μάλιστα σε μια τέτοια στιγμή, παραμένει τυφλός. Το χειρόγραφο τελειώνει εδώ.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Αθηναίος αφηγητής μάς πληροφορεί πως δυο χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι κληρούχοι εκδιώχθηκαν από τη Μήλο και γύρισαν στην ταπεινωμένη από τους Σπαρτιάτες Αθήνα ως ξένοι και πρόσφυγες. Οι διασκορπισμένοι Μήλιοι επέστρεψαν στο νησί τους. «Κατά μια εκδοχή, ανάμεσα στους πρώτους που επαναπατρίστηκαν ήταν ο ποιητής Διαγόρας. Πρωτύτερα είχε πουληθεί ως δούλος στην Αίγινα.»
Το έργο κλείνει με μια ακόμη ανατροπή ανόδου - πτώσης κι αποκατάστασης του δικαίου με τελευταία λέξη την αποκατάσταση του ποιητή που από δούλος παίρνει πάλι τη θέση του. Ένα ιδιαίτερα ελπιδοφόρο τέλος και ανοικτό σε ενδιαφέρουσες ερμηνείες.
Ο «Αφανισμός» είναι αφορμή για αναγωγή στο παρόν. Σε πραγματικότητες του τόπου μας, της Ελλάδας και γενικότερα σε ό,τι συμβαίνει σήμερα και σαν πάντα στον κόσμο. Τα λογοτεχνικά βιβλία λειτουργούν διαφορετικά για τους αναγνώστες από τόπο σε τόπο, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και εμπειρίες. Νομίζω πως η πρόσληψή του στην Κύπρο θα διαφέρει σε κάποια σημεία από την πρόσληψή του στην Ελλάδα. Ο «Αφανισμός» γίνεται επίσης αφορμή για αναγωγή στο παρόν και στα όσα διαδραματίζονται στην παγκόσμια σκηνή.
Η γραφή είναι απλή και λιτή. Σε κάποια σημεία η έκφραση, το ύφος –ιδιαίτερα στους διαλόγους– λειτούργησε στη δική μου μνήμη θετικά για την ανάδυση παλαιότερης ιστορικής γνώσης, ιδεών, σκέψεων, εντυπώσεων από την Αρχαία Γραμματεία. Αυτό όμως το υφαντό διαρρηγνύεται κατά περίεργο κι αιφνίδιο τρόπο με εικόνες σημερινές και λογοτεχνικούς τρόπους σύγχρονους. Ίσως είναι ένα επιπλέον κέντρισμα κι ερέθισμα για την αναγωγή στο παρόν. «Το κυνήγι πρέπει να πήγε καλά. Πλάι του φανταστείτε ένα άγριο κριάρι – το μόνο που κατάφερε να σκοτώσει, γιατί όσο κι αν σέρφαρε στο διαδίκτυο δεν μπόρεσε να εντοπίσει άλλου είδους θήραμα κατάλληλο για την περίσταση.»
Άλλο παράδειγμα είναι το μότο του προτελευταίου κεφαλαίου: «Κι αυτή η τρελή επιμονή της άνοιξης/ Να κρέμεται στον τοίχο δίχως καρφί» (Λάμπρος Σπυριούνης).
Η πρόταξη των στίχων προετοιμάζει θρήνο και συναισθηματικό ξέσπασμα που όμως αναστέλλεται, ελέγχεται με τρόπο ανοίκειο, τουλάχιστον για μένα προσωπικά. Το πένθος δεν ολοκληρώνεται. Η κάθαρση δεν έρχεται, όπως τη γνωρίζουμε, και ο συγγραφέας μάς παραδίδει και πάλι στην αενάως επαναλαμβανόμενη άνοδο - πτώση, μας αφήνει μέσα στο ζόφο της Άτης /Πλάνης και της τραγικής μοίρας τού από σαν πάντα και σήμερα πλανεμένου ανθρώπου.


[Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση της νουβέλας Αφανισμός στο Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο, στη Λεμεσό της Κύπρου, την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017.]



*Η Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1955. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1995 μέχρι το 2003 εργάστηκε με απόσπαση στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου ως συντονίστρια ειδικών προγραμμάτων στα Γυμνάσια καθώς και για την παραγωγή παιδαγωγικού υλικού. Από το 2003 μέχρι το 2011 εργάστηκε ως συντονίστρια σε προγράμματα για τη Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας των σχολείων της Φανερωμένης στην Παλιά Λευκωσία. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το έργο της «Ο Νώε στην πόλη», (εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2012). «Ο Νώε στην πόλη» έχει μεταφραστεί στα σέρβικα από τον Sasha Djordjevic και στα ιταλικά από τον Crescenzio Sangiglio. Στα σέρβικα έχει επίσης μεταφραστεί το έργο της «Ναρκοσυλλέκτρια», (εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014). Το βιβλίο «Ο Νώε στην πόλη» στη Σερβία τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης μετάφρασης ξένου βιβλίου. Εργογραφία: Ποίηση: «Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύχτες Γυμνές», (Λευκωσία 2002), «…σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε…», (Λευκωσία 2005), «Το Μέσα Φόρεμα», (εκδόσεις Αφή, 2011), «Ο Νώε στην πόλη», (Πλανόδιον, 2012) και «Ναρκοσυλλέκτρια», (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2014). Πεζά: «Χωρίς την Αριάδνη, στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση», (Γκοβόστης, Αθήνα, 2006) και «Φίλε μου, εγώ δεν είμαι σαν και σένα. Το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού», (Λευκωσία, 2006).


1. Ελλέιπω

Ελλείπει ο βυθός από το μπλε της ενατένισης
Κι άκριες του αφρού από χιλιάδες κύματα

Από το φως που τρέμει μες την θάλαττα
η μαρμαρυγή
Κι απ’τη ζωή
ο ίσκιος μου.

Τι να ‘ναι αυτό που έρχεται σαν πλημμυρίδα και ξεσπά
και σχίζει τις νεφέλες ;

Σαν το γυαλί που σε κομμάτια μια γυναίκα
λίγο πιο έξω απ’τους πιο οικείους του θανάτου
σύντριψε
στο πίσω το κατώφλι του σπιτιού – το πιο πεπατημένο
τη μέρα της κηδείας.

Κι ο ήχος δεν σταμάτησε τον Θάνατο
Κι ο Θάνατος συνέχισε φεύγει
Και χρόνος δεν υπήρχε πια
Για άλλες δοξασίες

Ελλείπω.

Σαμάρωσα την πλάτη ενός ζώου
μέσα σε μία νύχτα που κάποιοι απ’τους ανθρώπους μακρυά
σοφά
έκαναν έρωτα.

Είναι σ’εκείνο το υποζύγιο
που χρωστώ
όλες τις χάρες της φυγής
και πάνω απ’όλα
τις ανάσες

Ελλείπω
δεν θα πει απουσιάζω
Θα πει πως εξετράπην της πορείας μου
και πως ψηλάφισα μιας άκρατης πνοής την κοντανάσα

Θα πει αδόκητα πως βρήκα
δρόμο
για να επιστρέψω.




2. Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους
που πάνε και γλυκαίνονται όλοι μαζί
τις νύχτες
στο κτήμα με τα σύκα.

Σκέφτηκα, αν θες, λοιπόν
πριν να ’ρθει εκείνη η ώρα για να γίνει το καρτέρι
-αν το θες
να μέναμε για λίγο
μόνοι.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Θα τους παραφυλάξουν με τα όπλα και τους ώμους τους σφιχτούς κοντά στα πρόσωπά τους
Οι άνθρωποι της γης.

Θα σταλαχθούν
θα μπερδευτούν, αίμα ζεστό
χώμα θερμό του Αυγούστου.

Σκέφτηκα, αν θες, λοιπόν
πως θα ‘ναι κρίμα αν έρθει ο Θάνατος
κι εμείς δεν έχουμε τον χρόνο βρει
-την πιο δεινή απ’τις δυνάμεις της ζωής-
να μείνουμε για λίγο
μόνοι.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Θα πάρουν την ζωή τους με τη βία πάνω στο ηδύτατο το ερέθισμά της
οι άνδρες εκείνοι του χωριού...
που βλέπεις να σηκώνουν τα ποτήρια το κρασί μέσα στο μεσημέρι
κι έτσι να στέκονται ανάμεσα στα μάτια μας
που με προσπάθεια και από μακρυά
κοιτάζονται.
Εκείνοι οι άνδρες είναι που απόψε δεν θα κοιμηθούν
και άξαφνα
και βίαια
θ’αποστερήσουν τις ανάσες
από τα νυχτοδιψασμένα χείλη των ζώων και του δάσους.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Σκέφτηκα το λοιπόν
Εμείς
τι θ’απογίνουμε Εμείς
αν όλη τη ζωή
κι όλα τα καλοκαίρια
προδίδουμε
έναν δικό μας Έρωτα ;

Σκέφτηκα Εμείς
τι θ’απογίνουμε Εμείς
μες στη Ζωή αν δεν βρούμε
τη στιγμή
να φέρουμε κοντά τα σώματά μας ;

Σκέφτηκα Εμείς
Γιατί τόσο φοβόμαστε
Γιατί τόσο διστάζουμε

Να δώσουμε ζωή ;








Σύντομο εργοβιογραφικό

Η Ελένη Βελέντζα γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1987. Κατάγεται από την Δροσιά Χαλκίδος όπου και μεγάλωσε. Είναι απόφοιτος της Νομικής Αθηνών και υποψήφια διδάκτωρ της Εγκληματολογίας του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν στο Βέλγιο. Η πρώτη της ποιητική συλλογή θα εκδοθεί τον ερχόμενο Οκτώβρη από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.



Του Πέτρου Γκολίτση

Χρήστος Κολτσίδας, Τα ορεινά, εκδ. Μελάνι, 2015.


«Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες»
(«Επιστροφή»)

Ο Χρήστος Κολτσίδας (Καρδίτσα, 1991), απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., στο πρώτο ποιητικό του βιβλίο, Τα ορεινά, όχι μόνο αποτίει φόρο τιμής στον Χρήστο Μπράβο (1948-1987) με τον τίτλο που επιλέγει, παραπέμποντας στο βιβλίο του Ορεινό καταφύγιο (1983), αλλά ουσιαστικά βαδίζει στους τόπους που επινόησε και καλλιέργησε με τον τόσο δικό του και χαρακτηριστικό του τρόπο ο σπουδαίος αυτός ποιητής μας.
Συγκεκριμένα, ο Κολτσίδας κινείται −σχηματίζοντας το διακριτό πρόσωπό του− μεταξύ του δημοτικού μοτίβου και ενός μοντερνισμού που εφάπτεται του εξπρεσιονισμού, «σαχτουρίζοντας», με το επιπρόσθετο όμως στοιχείο πως με την αυτo-αναφορικότητα και την στοχαστικότητά του, ο νεότερος μας ποιητής, εισάγει στοιχεία της αποδομητικής στροφής, ακολουθώντας το δρόμο που αμφισβητεί τα οντολογικά και επιστημονικά θεμέλια της φιλοσοφίας, της λογοτεχνικής θεωρίας και της κριτικής, τα οποία και οπλίζουν και σχηματίζουν την ποιητική του.
Πέρα από τα μότο των Ludwig Wittgenstein και Robert Frost που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου, ο νέος αυτός ποιητής μπολιάζει στα παραπάνω τη φορά της ποίησης του Wallace Stevens, τραβώντας μας το χαλί κάτω από τα πόδια −άσχετα αν εμείς εδώ και καιρό είμαστε ήδη κρεμασμένοι από το ταβάνι ή βρισκόμαστε κάπου αλλού− και μας καλεί στον δικό του προσεκτικά οριοθετημένο χώρο. Εμείς με τη σειρά μας, με χαρά, δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε, εφόσον φέρεται όχι μόνο ως κύριος των μέσων του και ως λάτρης της ποίησης, της φιλοσοφίας και ιδίως του εσωτερικά βιωμένου του χώρου −με τις παλλόμενες και φορτισμένες σιωπές του− αλλά και ως κάποιος που βιώνει επίσης από μέσα και με δικό του τρόπο τον «ήχο της αίσθησης», για τον οποίο και μίλησε ο Robert Frost. Χωρίς να εγκαταλείπεται επιπρόσθετα στον καθαρό ήχο της γλώσσας, κομίζει έναν σκεπτικισμό απέναντι στη γλώσσα, για να μας εναποθέσει τελικά σε ένα μετα-ποιημένο δημοτικό χώρο, εντός του οποίου αναζητά, κι εμείς μαζί του, αν όχι μια κρυψώνα, τουλάχιστον ένα χάνι για να ξαποστάσει από το ταξίδι του νοήματος, το οποίο και ολισθαίνει ή παραμένει από την ιδιοσυστασία του γλιστερό, στο διαρκές κατευόδιο που μας συμβαίνει.
Ας δούμε όμως ένα δείγμα. Το ποίημα «Ο καιρός στην επαρχία, 3»:

Καθώς σκύβω δίπλα στη φωτιά
μες στο καπνισμένο δωμάτιο
τα ρούχα των περαστικών που φαντάζομαι
μυρίζουν κρεμμύδι και βρεγμένο ξύλο

Είναι μια τρύπα που μέσα της ακινητοποιείται η σκόνη
και ξεχνιέμαι στον ουράνιο θόλο
Σαλεύει η μούχλα του τοίχου
Μόνο ο χειμώνας ταιριάζει σ’ αυτόν τον τόπο
και συντονίζομαι με το αντικείμενό μου
Φυλάω στα μάτια μου τον παλμό του

Νομίζω ότι βυθίζομαι και ότι
δεν υπάρχω.

Η νοηματική διασπορά και η συχνή −φαινομενικά τουλάχιστον− αοριστία των στίχων αυτού του τύπου της ποίησης που καλλιεργεί ο Κολτσίδας, επιμένει, εκφράζεται και εξαντλείται εντός του ίδιου του ποιήματος ως μονάδας. Ποιήματα που απαρτίζονται ή εκδηλώνονται μάλιστα ως ένα κρυπτικό τρίπτυχο ή πολύπτυχο που −αντί να αναπτυχθεί σε περισσότερα ποιήματα με παραπλήσια προβληματική ή αισθητική, ώστε «δια-ποιηματικά» να αρθρωθεί και να συγκρατηθεί το «νόημα»− αγκιστρώνεται από το αντικείμενο ή από μια παραποιημένη μνήμη ή αίσθηση για να μην χαθεί και να αρτιωθεί τελικά ως ένα αισθητικό-στοχαστικό κατόρθωμα.
Προτάσσοντας, για να προχωρήσουμε, την αναγνωστική απόλαυση, ο ποιητής μετεωρίζεται μεταξύ του προβλήματος της μεταφοράς και μιας ιδιότυπης γείωσης στον τόπο και στην ιστορία, φέροντας μια ανανέωση ή καλύτερα ανανεώνοντας μια «προβληματική», προσθέτοντας και αναμιγνύοντας στοιχεία που ήταν διάσπαρτα και περιμέναν μια νέα εκδοχή. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μνήμη-φαντασία και την πραγματικότητα, αγνοεί την ιστορικο-πολιτική συγκυρία και σκάβει στον ορεινό τόπο του για να βρει μια μορφή «τελειότητας» που εγκατοικεί όχι στον ήχο των λέξεων ή των εικόνων, αλλά στην άρμοση του νοήματος και του μη νοήματος, της μιας συλλαβής όπως αυτή δένει με την επόμενη, χτίζοντας ποιήματα-όγκους που αυτοαναιρούνται και που αυτο-υπονομεύουν τους όγκους που τα ίδια ορθώνουνε. «Προέχει ο τόπος ως τόπος / τα όντα ως όντα σιωπηλά» (ό.π., «2»), γράφει ενδεικτικά. Ή αλλού, συγκατοικεί με «βάναυσους ήχους» και με «το βάδισμα των ζώων στο ξύλινο πάτωμα».
Πρόκειται τελικά για ποιήματα ενός κλειστού νοητικού κυκλώματος που αυτο-αναφέρονται και αυτο-φωτίζονται. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ορχηστρικό»: «Όλα ορθώνονται με σύνεση κι εγκράτεια τριγύρω», αφού προηγουμένως μας έχει δείξει, με τρόπο φιλοσοφικο-ποιητικό θα λέγαμε, πως «ο ήλιος ψυχώνει σκιές», «ο άνεμος [τον] βοηθάει» και στην «καρδιά του τοπίου» η «βλάστηση είναι ορεινή». Ή αρτιότερα στο ποίημα «6» (ό.π.), το οποίο και παραθέτουμε ολόκληρο:

Μήνα Δεκέμβρη
κ’ ήτανε ξέχιονα τα βουνά
πέρα ως πέρα
Ήρθαν καβάλα με τον ήλιο
αυτοί
και φλόγισαν τα σπίτια

Κι έπεσε νύχτα με σύννεφο κι ομίχλη
κι έσκουζε το μαύρο το σκυλί
σαν το ξεχασμένο το πουλί
που χτυπιέται στο πατάρι
Και μέχρι να ‘ρθει το πρωί
χιόνισε.

Ποίημα που δικαιολογεί επαρκώς την αρχική και κύρια τοποθέτησή μας στη σχέση του εν λόγω ποιητή με τον Χρήστο Μπράβο. Ο ποιητής, πέρα από την ειρωνεία και την κρυμμένη απελπισία που βλέπουμε στο τέλος του παραπάνω ποιήματος, με αυτού του τύπου την ανατροπή, ευελπιστεί ότι υπάρχει αλήθεια για να βιωθεί και φαντάζεται μαζί με ορισμένους φιλοσόφους πως γίνεται να λυθεί ο γρίφος του μυστηρίου της ζωής ή έστω γίνεται να κινηθεί στα όρια αυτού του «συνόλου» που μας αποκαλύπτεται και εντός του οποίου μετέχουμε. Και έτσι από Τα ορεινά, από ένα ορεινό δηλ. καταφύγιο, σε ένα οροπέδιο ή σε ένα ξέφωτο, αφήνει τα νερά της μνήμης και της βιωμένης «παράδοσης» να αναμιχθούν με τις τεχνικές της ποίησης και της φιλοσοφίας, ώστε στην χειρότερη των περιπτώσεων να καταστήσει την πραγματικότητα βιώσιμη και ίσως ανεκτή.
Κινούμενος προς την ανάκτηση μιας πρωταρχικής αίσθησης και μιας αναβλύζουσας καθαρότητας, με την ευγένεια και τη διακριτικότητά του, αποσύρει το πρόσωπό του (παρεμπιπτόντως δεν υπάρχει φωτογραφία του για την ώρα στο διαδίκτυο) για να δώσει χώρο στη φαντασία και να τη «στολίσει» με τα απομεινάρια μιας αίσθησης που έμμεσα παραπέμπει σε μια ποιητικά υπό διαμόρφωση συνείδηση, ως ένα work in progress που μεταθέτει τον όποιο οριστικό σχηματισμό του. Ώστε να φλερτάρει επίμονα με τις άκρες του «συνόλου» που σημειώσαμε.
Ακολουθώντας, με άλλα λόγια, έως τέλους την στρατηγική εμμονή του Wallace Stevens, «να δραπετεύσει από την πραγματικότητα μέσω μιας μεταφοράς», ο ποιητής παρασύρεται πιο βαθιά εντός της, καθότι κάθε κίνηση δραπέτευσης αυξάνει την ένταση των δεσμών, που επαυξάνουν με τη σειρά τους την ανάγκη μιας διαφυγής, για να συναντήσει τελικά και επαναληπτικά την προσπάθεια του Αμερικανού ποιητή να «οικοδομήσει ένα παρόν τελειούμενο μέσα στην ανίατη πενία της ζωής» και να ψηλαφίσει τα νέα διαρκώς μετατοπιζόμενα όρια της γυμνώσεώς του. Τα οποία και εξαρχής διατυπώνονται, εντός της καλλιτεχνικής αρτιότητας τους στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, «Οριοθέτηση του τοπίου» με το οποίο και κλείνουμε:

Χωράς να κινηθείς απ’ τη μιαν άκρη στην άλλη

Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο
Πλατάγιασμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού

Κι αν βγούμε βράδυ ως το βουνό
με κλαρίνο και λαούτο και φόβο για βοηθό−
έρχονται ζώα με στόμα κόκκινο που αχνίζει

Είναι ένας τόπος όμορφος
Τόπος ροής
τόπος κυνηγιού
τόπος μελισσοκόμων.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA