Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου



Πράσινος



Του είπαν, πας το ένα βράδυ, δίνεις το παιδί, μετά γυρνάς. Είπε, το παιδί δεν έχει ξαναφύγει. Θα κουνηθεί. Πάμε το βράδυ, μένουμε τη μέρα, κοιμόμαστε. Το πρωί το δίνω, γυρνάω. Του είπαν εντάξει. Είναι για το παιδί, εντάξει. Του είπαν, πόσα θες. Ένα εισιτήριο το παιδί, δύο δικά του, τρία, το ξενοδοχείο, ένα καφέ να πιούν, κάτι να φάνε. Όχι πολλά. Εσύ πόσα έχεις, του είπαν. Τότε δε μίλησε. Δεν κοίταξε κάτω, ούτε άναψε τσιγάρο, μόνο δε μίλησε. Θα σου δώσουμε του παιδιού, του είπαν. Εντάξει. Έτσι φύγαμε.
Μου δείχνει τη γωνία. Δεν καταλαβαίνω. Πιάνει το σεντόνι και το απλώνει χάμω. Θα το πάρει μαζί του στην επιστροφή. Εσύ ό,τι χρειάζεσαι θα το δώσει ο στρατός. Το σεντόνι το είχε στο κρεβάτι του. Μου λέει ιστορίες. Όποτε τελειώνει μια με αρπάζει από το σβέρκο. Θα πήξεις, πουστόνεο. Θα γίνεις άντρας. Δυο κορίτσια περνάνε. Μικρές, φοιτήτριες, ο μισός κώλος έξω. Δεν κρυώνουν οι καριόλες, λέει. Με βλέπει που κοιτάω. Μπαίνεις;
Στον Πειραιά πηδάω σαν ακρίδα πίσω του. Τον χάνω και τον ξαναβρίσκω. Τρέχει αυτός. Αυτός έχει ξανάρθει. Αν ερχόμουν μόνος ποιος ξέρει πού θα βρισκόμουν. Μεγάλο Πεύκο. Τι σόι όνομα είναι αυτό; Πόσο μεγάλο; Και τι κάνουν. Περνάνε πάλι οι ξεκωλιάρες. Ο πατέρας ρωτάει για τον σταθμό. Δείχνουν χωρίς να πουν. Και σεις εκεί πάτε, ρωτάει. Μπαίνουν σε ένα ταξί. Κίτρινο. Το κόβουμε με τα πόδια. Το τρένο κουνάει. Καλύτερα. Να κοιμηθώ. Στο καράβι και μετά που κοιμήθηκε αυτός εγώ κρύωνα. Αλλά και πάλι φοβάμαι μην τον χάσω.
Μετά μου κάνει νόημα να σηκωθώ. Σκάλες κι άλλες σκάλες. Ομόνοια, λέει. Και μετά, στα ξενοδοχεία δεν δέχονται πριν τις δώδεκα. Τότε πιάνεις δωμάτια. Ξέρει πράγματα. Είχε χρόνια να φύγει όμως τα ξέρει αυτά. Πώς πάνε από τον Πειραιά στην Ομόνοια, τι ώρα μπαίνεις στο ξενοδοχείο. Σταματάει, κοιτάει γύρω, βρίσκει το δρόμο.
Πάει μπροστά και τρέχω να προλάβω. Ελαφρύς. Ελαφρύς και χωρίς ούτε μια σακούλα. Κουνάει τα χέρια στο πλάι. Έχω όλη τη βαλίτσα μαζί. Δεν είπε ούτε στιγμή να την πάρει. Θα γίνεις στρατιώτης τώρα. Θα γίνεις άντρας. Αυτό θα απαντούσε αν του το έλεγα. Πάμε σε μαγαζί. Μετά που παίρνει καφέ, ρωτάει, θες κι εσύ; Εγώ το πρωί πίνω γάλα. Θα μάθεις να πίνεις καφέ τώρα στο στρατό. Θα γίνεις άντρας. Δεν πειράζει. Από αύριο.
Με αφήνει να κοιμηθώ εκεί. Όταν με σκουντάει είναι μέρα καλά. Κάνει νόημα να φύγουμε. Πάμε από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο. Περιμένω απέξω. Τριγύρω ρωσίδες, πούστηδες. Βγαίνει, πάμε στο επόμενο. Μην τους κοιτάς τους πούστηδες, λέει. Βρίσκουμε ένα με κάτι κολώνες αρχαίες μπροστά. Πρέπει να πάρω τη μαμά τηλέφωνο, λέω. Είχα πει θα την πάρω μόλις φτάναμε. Αποκοιμήθηκα. Μαμά, λέει αυτός και φτύνει.
Μου δείχνει ένα τηλέφωνο, μου δίνει ένα κλειδί και λέει δωμάτιο 105. Τώρα παίρνει αυτός τη βαλίτσα, την σπρώχνει με το πόδι για να πάει πάνω σκαλί-σκαλί. Έχει κολώνες αρχαίες, λέω για το ξενοδοχείο στη μαμά. Όχι για να ψάξει να μας βρει αλλά γιατί αυτή είπε ότι είναι φτηνιάρικο. Τα λεφτά για το ξενοδοχείο αυτή τα έδωσε. Ο θείος. Και τα άλλα σε μένα. Ο θείος. Μην σου ξεφύγει για τα κρυφά, μου είπαν πολλές φορές. Έλεγα ναι. Και για τα λεφτά που του έδωσαν, έλεγαν. Και αυτά θα τα φάει. Άμα δεν του έδιναν αυτοί δεν είχε ούτε για το λεωφορείο ως το λιμάνι. Τώρα που φαγώθηκε έτσι απότομα, και αυτό το λέγανε, να με πάει στο Μεγάλο Πεύκο, Μεγάλο Πεύκο αυτοί, σκέτο Πεύκο αυτός, τώρα με αυτά τα λεφτά, πάω το γιο μου στο στρατό, καμάρωνε και κερνούσε, με αυτά τα λεφτά, μπορεί να εξαφανιστεί από όσους χρωστάει. Ούτε για αυτό είναι άξιος, λέγανε μετά και γελούσαν.
Η βαλίτσα είναι ανοιχτή στο δωμάτιο και όλα τα πράγματα στο πάτωμα. Θα σε μάθω εγώ να τα φτιάχνεις, λέει. Τα είχε βάλει η μάνα μου μέσα. Έχω σκυλιάσει γιατί όταν ρώτησα τον μπινέ κάτω δωμάτιο 105, μου είπε είναι ένας κύριος πάνω, και γέλασε. Δεν είμαι πούστρα, του είπα και το γελάκι κόπηκε. Θα ήταν αυτός, ο μαλάκας.
Τα πολύτιμα, λέει ο πατέρας, μέσα στα παπούτσια. Κάτω από τους πάτους. Με κοιτάει και περιμένει. Έχεις λεφτά; Τα λεφτά τα έραψε η μάνα μου μέσα στο παντελόνι. Έχω τριάντα ευρώ στο πορτοφόλι. Του τα δίνω. Αυτά είναι όλα; Λέω, εσύ είπες θα μας τα δώσει όλα ο στρατός. Περιμένει. Δεν κουνάω. Τα βάζει κάτω από τους πάτους και μετά τα πετάει στον τοίχο. Και σιγά μην κλέψει κανείς αυτά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να κάτσω. Είχε πει ότι θα μου δείξει την Αθήνα. Δεν ξέρω τι θα μου δείξει. Θα με πάει εκεί που πρέπει. Για αυτό ήρθε. Αυτός ξέρει πού. Πεινάω, λέω. Αλήθεια. Θα πάω εγώ, λέει. Εσύ θα χαθείς. Σκύβει, παίρνει είκοσι ευρώ από το παπούτσι, μετά γυρνάει αφήνει τα είκοσι παίρνει δέκα και φεύγει.
Αυτός δεν τρώει. Εγώ τρώω και αυτός μου λέει ιστορίες του από τον στρατό. Πράσινος μπερές και αυτός, λοκατζής, έκανε και εκπαιδευτής. Είχαμε και φωτογραφία του παλιά στο σαλόνι, μια με τη διμοιρία του και αυτός στη μέση, άλλη μια χωρίς χιτώνιο όλη η διμοιρία, σε θέση για κάμψεις. Πράσινοι όλοι, άντρες. Όταν έφυγε τις πήρε. Τις είχε η γιαγιά τώρα, κάτω από την τηλεόραση τη μια, την άλλη αυτός, στο δωμάτιο.
Νυστάζεις, ρωτάει, και φοβάμαι να πω ναι. Φεύγουμε και πάμε να μου δείξει την Αθήνα. Πάμε στην Ακρόπολη. Δεν μπορούμε να πλησιάσουμε, έχει κάγκελα. Παρακάτω, να η Βουλή. Αυτή που βλέπεις στην τηλεόραση. Την ξέρω. Μετά συνεχίζουμε αλλά δεν έχει τι άλλα να μου δείξει. Έχει όμως καινούριες κούρσες, κάτι κτίρια τεράστια, μετά ανάβουν και τα φώτα ωραία.
Γυρνάμε στο ξενοδοχείο. Θα θες να κοιμηθείς, λέει. Αυτό ήταν. Έχω φίλους, θα πάω να τους δω. Εσύ να ξεκουραστείς. Τσάμπα έγινε η κοιλιά μου κόμπος. Ανεβαίνουμε πάνω αλλά ντρέπομαι να βγάλω τα ρούχα. Φαίνονται και οι διπλές ραφές στο παντελόνι. Κάνει να φύγει, σταματάει. Να μου δώσεις και το ‘κοσάρικο. Δεν έφερε ούτε τα ρέστα πριν. Θα σου το δώσω μετά. Εδώ είναι επιχειρήσεις, δεν είναι κλέφτες σαν το χωριό. Του το δίνω. Μετά περιμένει και με μετράει. Δεν θα ξαπλώσεις; Ξαπλώνω. Δεν θα βγάλεις τα ρούχα σου; Του λέω, κρυώνω,. Το δωμάτιο φούρνος. Κλείνω τα μάτια, μένω ακίνητος, ο ιδρώτας ποτάμι. Αυτός περιμένει, περιμένει, μέχρι να καταλάβει ότι χάνει τον χρόνο του και φεύγει τρέχοντας να προλάβει.
Η μάνα είχε πει, άμα σ’ αφήσει μόνο να πάρεις αμέσως τηλέφωνο. Δεν είναι ικανός να το σκάσει. Θα πάει να παίξει. Και τι θα κάνει η μαμά άμα της το πω; Θα στείλει τον θείο να τον μαζέψει; Αφού και μόνοι τους το λένε. Μόνο του να τον κλειδώσεις θα κάνει τα αρχίδια του ζάρια και θα χάσει από τον τοίχο. Θα έλεγα στη μάνα ότι κοιμήθηκα και έφυγε. Λεφτά δεν του έδωσα. Είναι ακόμα ραμμένα.
Kαλύτερα που έφυγε. Καλύτερα; Χειρότερα. Μόνος πού θα βρω; Κι αύριο Πεύκο. Άμα χρειαστεί να μιλήσω; Άμα με ψάξουν; Θέλουν άντρες εκεί. Έτοιμους. Ο μπαμπάς ξέρει. Να μου πει. Να με πάει. Περίμενα να μου πει. Έπρεπε να τον ρωτήσω. Έπρεπε να τον κρατήσω εδώ. Να του ’δινα τα λεφτά τα ραμμένα. Τα μισά. Θα μου έλεγε μετά. Θα του ’δινα τα λεφτά με τη συμφωνία να με πάει αυτός κάπου που ξέρει.
Ξηλώνω τη ραφή, μετράω. Η μαμά μου έχει δώσει κλωστή, ράβω πάλι. Βγαίνω έξω, να δύο μελανούρια, ομορφούλες, λέω πόσο θέτε, αυτές να πα να γαμηθείς, να πα να γαμηθείτε εσείς που γυρνάτε έτσι αν δεν είστε. Δεν ήθελα και ξένη, τις μαύρες, τις κίτρινες, τις σιχαμένες. Έβαλα σημάδι, Σωκράτους ο δρόμος του ξενοδοχείου. Άμα χαθώ θα ρωτήσω να μου δείξουν. Πάω παρακάτω. Έρχεται μια σχιστομάτα. Είσαι, της λέω. Χαμογέλασε. Τον πούτσο μου ζητάς, της λέω και φεύγω.
Έχω λεφτά, θα πάω σε κανονικό. Βλέπω ένα με φωτάκι. Μπαίνω μέσα. Κανείς. Δεν ξέρω αν πηγαίνω καλά αλλά είναι μόνο ένας διάδρομος. Βγάζει σε ένα σαλονάκι. Είναι τρεις γέροι. Βγαίνει η τσατσά. Κρέμονται τα κρέατα. Φαντάρος; Δεν μιλάω. Όλα καλά θα πάνε. Μέχρι να μπω έρχονται δύο ακόμα. Φαντάροι. Δεν τους ρωτάει. Μαλλιά κουρεμένα και κοιτάνε σαν ψάρακες. Ο ένας, με τα μπλε μάτια, πιο μικρός και αδύνατος, αυτόν θα τον κάνουν ό,τι θέλουν άμα έρθει Πεύκο.
Η πουτάνα είναι μεγάλη αλλά κρατιέται. Μου δείχνει πού να αφήσω τα ρούχα και τα διπλώνω μη φανεί η διπλή ραφή. Μου δείχνει να της γλείψω τις ρώγες και μου τραβάει μαλακία. Πώς θες να το κάνουμε; Σαν μανούλα μιλάει η σκρόφα. Της δείχνω, δεν ξέρω πώς το λένε. Πέφτει πίσω, τρίβει το μουνί και μου δείχνει να μπω. Καλά είναι αλλά γρήγορα ξεκαυλώνω. Αυτή σηκώνεται, αλλάζει καπότα και αρχίζει να με γλείφει. Πόσο συχνά το παίζεις το πουτσάκι σου; Τι να απαντήσω; Ρουφάει το κεφάλι. Μετά από λίγο όμως με κοιτάει και λέει, πρέπει να τελειώσεις, περιμένει κόσμος.
Μου έρχεται κατούρημα από το κοπάνημα. Όμως πρέπει να χύσω. Περιμένουν και οι άλλοι φαντάροι. Ακόμα και ο μικρούλης θα χύσει με τη μια. Θα την πασπατέψει καλά πριν την καρφώσει και με τα μπλε μάτια και το λιανό του σώμα θα καυλώσει μέχρι και η πουτάνα. Χύνω αλλά όταν βγαίνω έξω αυτός δεν περιμένει εκεί, μόνο ο φίλος του.
Μετά δεν έχω τι να κάνω. Ο πατέρας δεν θα έχει γυρίσει στο δωμάτιο και μένα δεν θα με παίρνει ο ύπνος. Δεν με νοιάζει πια να κοιτάω γυναίκες. Αλλά έχει τόσα χρώματα η Αθήνα. Τόσα κόκκινα, τόσα πορτοκαλί, τόσα πράσινα. Μένω και κοιτάω. Ένα αμάξι σταματάει δίπλα μου. Να σε πάρω μια βόλτα;
Λέω, πώς το λένε το αμάξι σου; Δεν μπορώ να το πω. Έλα. Το αμάξι πετάει. Φτάνουμε στη θάλασσα. Από δω ήρθα το πρωί, λέω. Αλλά πήραμε άλλο δρόμο. Με το τρένο, λέω.
Κάνει όλο περίεργες ερωτήσεις. Με ρωτάει από πού πήρα τα παπούτσια και αν πήγα πουθενά το Σάββατο. Αν έχω πάει ποτέ εκεί που μένει. Απαντάω και μετά σωπαίνει.
Φτάνουμε σε κάτι στροφές, αυτός κόβει σε ένα δρομάκι και σταματάει. Πάμε στη θάλασσα, λέει. Είσαι πούστης, ρωτάω. Γελάει. Όχι βέβαια. Είσαι εσύ; Του κόβω, θα πάω πράσινος. Δεν καταλαβαίνει και του λέω, λοκατζής.
Αυτός είπε να πάμε στα βραχάκια κι αυτός παραλίγο να πέσει και να σβολωθεί. Φτάνουμε δίπλα στη θάλασσα. Δεν έχει χώρο και κολλάει πάνω μου. Κρυώνω και μου δίνει το μπουφάν του. Εσύ, τον ρωτάω. Έρχεται πιο κοντά. Τρίβει το χέρι του στο πουλί μου. Καλά. Το κάνει πιο απαλά από την πουτάνα. Όταν αρχίζει να μου λύνει τα κουμπιά του πιάνω το χέρι. Θα σου δώσω διακόσια ευρώ άμα με αφήσεις να σε γλείψω. Και μετά σαν να το είχε ξεχάσει. Λοκατζή. Το λέει σαν να γλείφει καραμέλα. Θυμάμαι την πουτάνα και φοβάμαι ότι θα μου έρθει κατούρημα πάλι. Σίγουρα με αυτόν δεν θα είναι έτσι, αλλά και πάλι. Δώσε τριακόσια και θα σε γαμήσω.
Τουρλώνει καλά, έχει ένα ωραίο πλατύ τρυπίδι αλλά όταν του μπαίνω μέσα του βογκάει. Τα κωλομάγουλά του αδύνατα, έτσι θα είναι και του αγοριού στο μπουρδέλο. Το αγόρι έχει όμορφα μάτια αλλά κι αυτός, το πρόσωπό του είναι καλοσυνάτο. Του χύνω πριν καλά καλά το καταλάβω. Συγνώμη. Φοβάμαι μήπως δεν μου δώσει τα τριακόσια επειδή δεν κράτησε πολύ. Μπορεί να θέλει να τον ξαναγαμήσω. Αλλά με αγκαλιάζει χωρίς να ντυθεί. Δεν κρυώνει η πούστρα.
Στο αυτοκίνητο βγάζει να με πληρώσει και βλέπω ένα πάκο κατοστάευρα και μια βέρα. Είσαι παντρεμένος; Λέει, μια μέρα θα παντρευτείς κι εσύ.
Και βέβαια θα παντρευτώ. Γελάει. Γελάει ωραία. Θα μ’αφήσεις να οδηγήσω;
Και εγώ τι θα κερδίσω;
Του κάνω το σήμα στο στόμα και γελάω. Αλλά θέλω να μου γράψεις το όνομα του αμαξιού. Πιάνει χαρτί και στυλό. Όχι στα ξένα.
Με αφήνει να οδηγήσω μέχρι εκεί που τελειώνει η θάλασσα. Μετά μου λέει να αλλάξουμε. Μην μας πιάσει καμιά αστυνομία και δεν έχεις δίπλωμα. Με βλέπει που αγριεύω. Θα σε αφήσω την άλλη φορά.
Όταν οδηγούσε αυτός είχε το χέρι στο πόδι μου. Τι ώρα είναι; Λέω. Τρεις. Περίπου. Έχεις κάπου να πας; Λέω, στις εννιά πρέπει να είμαι Πεύκο. Λέει, θα περάσεις καλά στον στρατό. Το λέει και τον εμπιστεύεσαι. Δεν είναι μόνο τα λεφτά στο πορτοφόλι, είναι και που με χάιδευε απαλά ακόμα και όσο τον ρουφούσα.
Με αφήνει στη γωνία πριν το ξενοδοχείο. Φεύγω και μετά από λίγα μέτρα με φωνάζει. Λοκατζή. Δεν είχαμε πει ονόματα. Με πιάνει από τον αγκώνα κάτι να μου πει, δεν πρόλαβε, εγώ είμαι νυσταγμένος, δεν είδα από πού ήρθε ο πατέρας μου. Τον αρπάζει από τον λαιμό και τον κοπανάει, την παλιαδερφή, τον ξεσκισμένο, που πήγε να αγγίξει το γιό του. Ο άλλος δεν πρόλαβε να πει κουβέντα. Ο πατέρας μου τον έχει βάλει κάτω και του πατάει το κεφάλι να το λιώσει. Άλλοι πούστηδες τον ακούνε να βρίζει, αγριεύουν. Ρίχνω μπουκέτο σε ένα, αρπάζω τον πατέρα και φεύγουμε πριν τις φάμε από τις αδερφές.
Φτάνουμε λαχανιασμένοι στο δωμάτιο. Αυτός ψάχνει τις τσέπες του. Να πάρει, έπεσαν τα λεφτά. Του λέω, πάμε να τα βρούμε.
Κλάφ’ τα τώρα. Αν μας δουν θα μας σκοτώσουν. Δεν έχω ούτε για το ξενοδοχείο, ούτε να πάμε αύριο στο Πεύκο. Ούτε πίσω να γυρίσω.
Βγάζω τα τριακόσια ευρώ. Τι είναι αυτά; Τα μάτια του γυαλίζουν. Μου τα’δωσε η μαμά, κρυφά. Μην της πεις ότι σου τα ’δωσα, είπα κρατώντας μόνο το χαρτάκι.
Τι είναι αυτό;
Μια προσευχή που έγραψε η μάνα μου άμα ζοριστώ. Το κρύβω στην τσέπη. Και μην ανησυχείς, θα βρω κάνα μεροκάματο σε συνεργείο στις άδειες, κάτι θα σου στέλνω μέχρι να ξεχρεώσεις.


*

1η δημοσίευση, θράκα τεύχος 7
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA