Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»


ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ

9η Νοεμβρίου 1938

Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους

Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος

είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
ίσια
           στην επικράτεια του κτήνους

κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον


Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της ψυχής σου

Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
                                  η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις

Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα

Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
             και η φωνή ολόρθη
             ακέραια
             στον οφθαλμό της μνήμης


Στο εκ διαμέσου
             μην ξεχνάς

          το ειλητάρι της ψυχής
                                       δεμένο!


3η Σεπτεμβρίου 1843

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα
σβήνει απότομα το φως
τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου
παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου
έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές
για να μαντρώσουν

        Κι έπειτα τίποτα
                                σιωπή
               οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν
               λακέδες με λιβρέα τσακίζονται
               φερέφωνα
               κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες
              Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες
               καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες
               στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

               ένα φεγγάρι θάνατος
               κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση
και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές
συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν
βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται
ελπίζουν
σβήνουν απότομα οι φωτιές
διαλύονται
γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα



23η Σεπτεμβρίου 1821

Σαράντα παλλικάρια από τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε την Τριπολιτζά.
Τους άκουσα που σφάζανε στο γύρισμα της νύχτας
μια ημισέληνο αίμα.
Γυαλίζανε σαν κέρατα στο σεληνόφωτο τα κόκκαλα
σπασμένα σε παράξενες γωνίες
λικνίζονταν σαν πυροφάνια τα κεφάλια
μια θάλασσα αίμα
άντρες, γυναίκες και παιδιά,
τρία μερόνυχτα έσφαζαν, οβραίους και τουρκιά.

Κι ήρθανε τώρα αυτοί ακριβώς οι ανθρώποι
να στήσουνε κράτος νέο, γραικικό, λαμπρό μες στους αιώνες…
Κράτος βουρκόλακα, μοβόρικο σφαγέων κατσαπλιάδων
-και να καραδοκούν στα σκοτεινά Κωλέττηδες, Γκουράδες, λογοπάτες
κοιτώντας τον χαλασμό από ψηλά
να τρίβουνε τα χέρια των μηχανορράφοι Φαναριώτες-
άγος και νιτερέσα.
Με τέτοια αρχή, τέτοιο θεμέλιο λίθο, τέτοιες περγαμηνές
πώς άλλως θα ‘βγαινε το κράτος που στεριώσαν;

          Κι έπειτα,

                        ο δε θεός ηγείτο αυτών…

«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη...Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες».

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα μουσκεύουνε το χώμα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα σαπίζουν τον αέρα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα ματώνουν τα ποτάμια,
γέροι γυναίκες αθώα παιδιά
                      τροφή για τα σκυλιά –
αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα, αυτά τα ποτάμια,
αυτού του τόπου
στοιχειώνουν τις σάρκες αυτού του λαού,
του γαμημένου περιούσιου λαού σου, Χριστέ μου!

«Ακόμα και τώρα έρχεται στο νού μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους...»

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα; Αυτό δεν είναι μέθη, στρατηγέ!
Αυτό είναι Διαφωτισμός με την ουρά!

Κι έτσι απλά εσώπασες, λοιπόν;
Και άφηκες τα πράματα να πάρουνε τον δρόμον των;
Φοβήθηκες λέει μη σου δώσουν και εσένα καμιά πληγή;
Φοβήθηκες; Έτσι απλά;

Τώρα σε λίγο θ’ αρχινήσουνε έναν-έναν να τους χαλνούνε τους συντρόφους σου
(τον Δυσσέα τον ερίξανε ήδη απ’ την Ακρόπολη αφού του στρίψανε τ’ αρχίδια,
το ξέρεις;
Και τον Γιωργάκη τον εφάγανε στο Φάληρο)
και σένα θα σ’ αφήκουνε μέσα στο Μπούρτζι σα το σκουλήκι να μουχλιάζεις
κι έπειτα θα σε βγάλουνε και θα σε περιφέρουν σα τζουτζέ
να γλύφεις τις ποδιές του εξ Εσπερίας άνακτος και της κυράς του.

Γι’ αυτά αγωνίστηκες;

Πες την αλήθεια τώρα.


Τώρα που η Ιστορία ξαναγράφεται με βία.
11η Σεπτεμβρίου 1185

«Κάψου καργιόλη»
φωνάζουν τ’ αυτοκράτορος με μια φωνή οι βουργησέοι
να ξεχειλίζει η αγανάκτηση στο Φόρο.
Πιάσαν τον κυρ-Ανδρόνικο,
του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος.
Άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί
σαν επιδέξιος θεατρίνος
το πλήθος ναν τόνε σπλαχνιστεί.
Μα ό,τι και να μηχανεύοταν το πολυμήχανο μυαλό του
τα έργα του τ’ ανόσια χώρο δεν άφηναν στο πόπολο για οίκτο.
Τον δέσανε μ’ άλυσο παχιά
του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά
και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο.
Ο Άγγελος -μόνο στ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου; μες στην Αγιά Σοφιά
του ‘κοψε με πέλεκυ το χέρι
βορρά στο δήμο της Βασιλίδος Πόλης
χιλιάδες χέρια δόντια λυσσάρικα σκυλιά να σκίζουν τον αέρα.
Του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του,
τις τρίχες απ’ το μούσι του, του ξύρισαν στο τέλος το κεφάλι.
Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό και κασιδιάρη
τον κάθισαν σε γάιδαρο ψωριάρη
να τόνε περιφέρουνε στην αγορά, μέσα στο μέγα πλήθος,
να τόνε διαπομπεύουνε για μέρες.
(Και να κουρνιάζουν οι Βαράγγοι στις Βλαχέρνες
και να καλύπτουνε τ’ αυτιά των).


Όσους μέχρι τη μέρα κείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε
φουσκαρίους και χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και σιτοπώλες και φουρναραίους και ταβερνιάρηδες, βουργησέοι, εργάται και κολώνοι αντάμα, ολάκερος ο λαός της Βασιλεύουσας –
παίρνανε τώρα την εκδίκηση των με τον πήχυ.
Απ’ όπου και να περνούσε η πομπή
κάποιο καινούργιο όνειδος, κάποια καινούργια τιμωρία
ο δήμος μηχανεύοταν
τον βρίζανε, τον φτύνανε τον κυρ-Ανδρόνικο
πετούσαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι
σκύλο τον λέγανε και τον λιθοβολούσαν
πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο βρωμιές ανθρώπινες
και κοπριές βοδιών
και κάψανε πίσσα και του την πέταξαν στη μούρη
«Κάψου καργιόλη»!
τσίκνισ’ η σάρκα μύρισε τρίχα καμένη η πόλη
και σαν απόκαμ’ ο κυρ-Ανδρόνικος κι έπεσε απ’ το γαϊδούρι
άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή και τρισακονισμένη
και του ‘κοψε ως τη ρίζα τον πούτσο και τ’ αρχίδια
και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στον αλαλάζοντα λαό
παράφρονα μες στην παραφορά του.
Και κάποιος τρίτος πήρε σπαθί και το ‘χωσε βαθιά μες στο λαιμό
αλικοβάφοντας το στήθος
σπέρνοντας άγριες κραυγές οργασμικής χαράς στο πλήθος.

«Κάψου καργιόλη! Κάψου στην Κόλαση και ψήσου!»






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA