Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΕΣ ΑΠΟΡΙΕΣ

Τα τζιτζίκια αντιστεκόντουσαν
σθεναρά τέλη Σεπτέμβρη
να μη σβήσει ο ήλιος
να μη χαθούν τα όνειρα
να μη λησμονηθούν οι ιστορίες.
Όταν ένα ψυχρό ρεύμα χτύπησε τα φτερά τους
και κατάλαβαν πως κάθε αντίσταση είναι ανώφελη
κατέβασαν πευκοβελόνες με σταγόνες ήλιου
κομμάτια γαλάζιου που είχαν σφηνώσει στα κλαδιά
κι όπως χώθηκαν βαθιά στους κορμούς των δέντρων
έγραψαν για ό,τι τραγούδησαν αυτό το καλοκαίρι.
Έτσι αποκοιμήθηκαν ελπίζοντας πως τίποτα δε χάθηκε
πως όλα κυλούνε όμορφα όπως πριν
πως όλες οι ιστορίες συνεχίζονται.

Εσείς αλήθεια τι θα κάνετε από Οκτώβρη;
Δεν ακούτε πως ήδη άρχισαν να τις σιγοψιθυρίζουν
οι φυλλωσιές των δέντρων;



ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΕΠΟΧΕΣ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑΣ

Μελαγχολικός έστεκε ο ποιητής μέσα στο φθινοπωρινό τοπίο.
Φανταζόταν πως τα κίτρινα φύλλα ήταν νεκρά κορμιά ηρώων
Οι πεσμένοι κορμοί των δέντρων χαλάσματα κτιρίων
Το φως του δειλινού αίμα που πότιζε τα ιερά χώματα της πατρίδας
Μα με τίποτα δε μπορούσε να ξεφύγει απ' την τραγική του μοίρα
Όλα έπαιρναν αμέσως την πραγματική τους μορφή.

Θε μου, ψιθύρισε
τι αντιποιητική εποχή.



ΜΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

Την ίδια φωτογραφία κοιτούσε πάλι
με τον αμετακίνητο ορίζοντα
τα παγωμένα κύματα
κι αυτό το βλέμμα εκείνου
που έμοιαζε τόσο παράταιρα ζεστό
μα όπως έπεσε ένα δάκρυ του πάνω της
η θάλασσα ξανακύλησε
τα σύννεφα άρχισαν να ταξιδεύουν
κι εκείνος του είπε
είσαι για μία βουτιά μικρέ;
Αυτός ξαφνιάστηκε προς στιγμήν
μα είπε ναι
και άρχισαν να κολυμπάνε προς τα βαθιά
πέρα από εκεί που τρόμαζε πάντα από παιδί
ώσπου χαθήκαν απ’ τον ορίζοντα.
Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»
Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

γράφει ο Κώστας Κουτρουμπάκης, φιλόλογος

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.
Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή - παιδί και τον αφηγητή - μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).
Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

Συμμετέχουν: Στάθης Ιντζές, Χάρις Κοντού, Μαρία Κουλούρη, Λουκάς Λιάκος, Αλέξιος Μάινας, Παυλίνα Μάρβιν, Φάνης Παπαγεωργίου, Γιώργος Πέππας, Δανάη Σιώζιου, Γιώργος Ψάλτης.

Νέοι καλλιτέχνες διαβάζουν ποιήματα τους και συνομιλούν στις 30 Σεπτέμβρη, στο Resistance Festival. Η γενιά που αρνήθηκε τη μετανάστευση, μιλάει για το βίωμα, το ρίζωμα και τη κρίση. Μια γενιά, διαβάζει, συνομιλεί και ακούει. Μια γενιά σκιαγραφεί τον καλλιτέχνη, μεσολαβητή του γίγνεσθαι σε λόγο, προκειμένου να τον επιστρέψει στον κόσμο. Μια γενιά προσπαθεί να συγκροτήσει έναν άλλο κόσμο, ή έστω να σηκώσει τα πόδια, μιλώντας για τον βηματισμό της.


Ανώτατη σχολή καλών τεχνών
8:30μμ

ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ

Στην Ερμίνα

Τα μάτια δεν πρόκαμα να σού κλείσω.
Το παγωμένο στην ίριδα σου βλέμμα 
δεν ψαχούλεψε η ανοιχτή μου παλάμη.
Μήτε στους χτύπους της φλέβας 
που έχεις κρυμμένη στο λαιμό ακούμπησαν τα χείλη μου.
Το δρόμο πήρες του Τειρεσία.
Με τα νύχια σου χτενίζεις τα γκρίζα μαλλιά του.
Στα μικρά σου δάχτυλα χορεύουν οι σταγόνες του αίματος
από την ανοιχτή πληγή του που πότισε την άσφαλτο
και την κυλιόμενη ρόδα. 
Ένας σπασμένος καθρέφτης κουβαλά το είδωλο του ανάστροφα.
Το τεμαχισμένο γυαλί μετρά τα χρόνια του
στο γλυκύ του νησιού φθινόπωρο
με την οσμή της θάλασσας και των ώριμων κιτρόμηλων
να πνίγουν τη γεύση της σκουριάς που φώλιασε στο στόμα του
σαν τις σταγόνες μιας αιμάτινης υγρασίας.
Εκεί, λίγο πιο κάτω από το δρόμο του ερειπωμένου νεκροταφείου
συνήθιζες να οσμίζεσαι τα άνθη των κιτρόμηλων
μετρώντας τις μέρες που μας χώριζαν.
Πλάι του Τειρεσία θα ήθελα να σε χώσω.
Τα κόκκαλα σας, τα απογυμνωμένα οστά σας
κουβάρι θα ήταν του Άδη.
Τόσα καντήλια ανάβω κάθε χάραμα στα παρτέρια 
που πνίγουν το δρόμο για το οστεοφυλάκιο μου. 
Κρυμμένο θα με βρεις ανάμεσα στα νεκρά σώματα 
σαν ένα έμβρυο που δεν πρόλαβε να βυζάξει ζωή.
Γιατί έφυγες; Γιατί έμεινες μακριά μου;
Σε ποιες θάλασσες άφηνες το κορμί σου
όταν εγώ ξάπλωνα στις αμμουδιές με το λιόγερμα.
Ο Τειρεσίας δεν θα το έκανε ποτέ…
Ποια χέρια τα μάτια θα μού κλείσουν;
Δεν είμαι ο Τειρεσίας… Δεν υπήρξα ποτέ αυτός που θέλησες.
Πάντα θα είμαι για σένα κατώτερος απ’ ότι με θέλησες.
Σε ποιες Σειρήνες χάριζες την ψυχή σου;
- Σειρήνες δεν γνώρισα. Μόνο το θάνατο.
Μοναδική για μένα συντροφιά που κουβαλώ
κρυμμένο στη χούφτα μου.
Θυμάσαι, τότε, που μού έκλεισες την πληγή στην ανοιγμένη φλέβα.
Με τη γλώσσα σου μούλιασες τη μουσούδα του θανάτου 
που τρύπωνε από τη ρωγμή λίγο πιο πάνω από τον καρπό.
Τα χέρια μού έδεσαν με τον ομφάλιο λώρο.
Από την καρδιά μου γουλιά- γουλιά έπινε το αίμα.
Όσες κι αν έκανα προσπάθειες για την Ιθάκη
πάντα ο Αίολος σε μια μήτρα με  φύσαγε
 να απαγχονίζομαι από τον ομφάλιο λώρο μου.
Να αναστήνομαι και ο ομφάλιος λώρος 
που φτιάχτηκε να με θρέφει
αυτός και να με απαγχονίζει.
Ακόμη και στον τάφο μου 
θα απλώνονται τα σάρκινα δεσμά του.

Τα μάτια δεν σού έκλεισα.
Τη μοναξιά σου δεν μέρεψα στις στέγες, 
όταν κρεμούσες το σώμα σου από τον ήλιο.
Μας χωρίζουν αρμυρές της φυγής θάλασσες
και βράχοι με αρμυρά φύκια μού κόβουν το δρόμο.
Μυρίζω, όμως, το άρωμα του κιτρόμηλου.
Στο στόμα σου να στρίμωχνα θα ήθελα των κιτρόμηλων τα άνθη
και των κυμάτων το αλάτι.
Να σού θυμίζουν του νησιού μου την οσμή
και των ανθρώπων του τη γεύση.
Γλυφοί άνθρωποι που τους γλυκαίνει
το ροδόνερο και του κιτρόμηλου το άρωμα. 
Άνθρωπος τα μάτια δεν θα σού κλείσει.
Του θανάτου η παλάμη φτενή σαν χέρι βρέφους είναι.
Τρυφερά θα ακουμπήσει το χέρι του στα μάτια σου.
Η μυρωδιά του κιτρόμηλου, της αυγουστιάτικης θάλασσας 
κλεισμένη όλη στη σταρένια- σαν κόρα ψωμιού- χούφτα του.
Τα δικά μου να θυμάσαι μάτια που δεν τα έκλεισε κανείς. 
Τα δικά μου μάτια ακόμα χάσκουν ανοιχτά.
Αποσβολωμένα κοιτάνε τα σκουλήκια να ροκανίζουν 
ο, τι οι άνθρωποι μού άφησαν.











Θοδωρής Νταλούσης
Δίκαιο

«Έξω υπάρχει μια πόλη- έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε. Βγείτε στις γειτονιές και φωνάξτε τους συναγωνιστές. Ενημερώστε και τους άλλους που ζητούν δικαιοσύνη. Τα σχέδια των καταπατητών δεν θα περάσουν. Ο λαός μάς καλεί - δείτε πως σπρώχνει και ανοίγει το δρόμο.»

Δυνάμωσε την ένταση της τηλεόρασης και είπε στη γυναίκα να ετοιμάσει το τραπέζι. Αυτή έφερε το κρασί, στράγγιξε τα μακαρόνια και έκοψε τις τομάτες για τη σαλάτα. Το παιδί έπλυνε τα χέρια του στο νιπτήρα και πήρε μια λεμονάδα απ’ το ψυγείο. Ανασηκώθηκαν στην πρόποση για τις μέρες που μέλλονται. Στον αγώνα για ένα καλύτερο αύριο, είπε πρόθυμα ο άνδρας και τσούγκρισαν τα κρασοπότηρα με τη λεμονάδα.

«Εξορμούμε στην επαρχία, βρίσκουμε κι άλλους συναγωνιστές. Συσπειρωνόμαστε μα οι προδότες πολεμούν την κάθαρση. Συλλαμβάνουμε τους δοσίλογους. Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας.» 

Άρχισε να απορεί με την έκβαση των πραγμάτων. Μισόκλεισε τα παραθυρόφυλλα και χαμήλωσε την ένταση της τηλεόρασης. Η γυναίκα έφερε το κρασί, στράγγιξε τα μακαρόνια και έκοψε τις τομάτες για τη σαλάτα. Το παιδί πήρε τη λεμονάδα και κάθισε φρόνιμα στο τραπέζι. Γέμισαν τα ποτήρια και άρχισαν να γευματίζουν σιωπηλοί.

«Έξω υπάρχει η χώρα του λαού – η δική μας χώρα. Εδραιώνουμε τη νίκη. Οργανώνουμε τα τάγματα του δικαίου. Διαφυλάσσουμε την καθεστηκυία τάξη από τους τρομοκράτες που κρύβονται ανάμεσά μας. Θα τους εντοπίσουμε, θα τους συντρίψουμε.»

Έκλεισε την τηλεόραση, σφράγισε τα παραθυρόφυλλα. Της είπε να κάνει οικονομία στο λάδι. Αυτή στράγγιξε τα μακαρόνια, έκοψε τις τομάτες για τη σαλάτα και κάλεσε το παιδί στο τραπέζι. Το κρασί στυφό˙ η λεμονάδα φυσική, χωρίς ανθρακικό.

«Η Πατρίδα απειλείται και πάλι. Τώρα οι βάρβαροι, συνεργάτες των αυτοεξόριστων προδοτών, κινούνται στις παρυφές της χώρας και σχεδιάζουν την εισβολή τους. Δίνουμε όρκο αίματος: Υπεράσπιση μέχρι θανάτου.»

Πούλησε την τηλεόραση για λίγα τρόφιμα. Μακαρόνια, λάδι και τομάτες. Για κρασί και άλλες πολυτέλειες, ούτε λόγος. Η γυναίκα έστρωσε το τραπέζι και πρότεινε μια προσευχή πριν το δείπνο. Στο παιδί δεν άρεσε η φυσική λεμονάδα δίχως ζάχαρη. Κάθισε κι αυτό κακόκεφα στο τραπέζι.
«Τα δρεπανοφόρα μας θωρακίζουν τα βόρεια σύνορα της Πατρίδας. Καλύτερη άμυνα η επίθεση. Εισβάλουμε στη γείτονα χώρα όπου βλασταίνει ο σπόρος του κακού. Θα τους κατατροπώσουμε. Έξω υπάρχει ένας κόσμος - έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε.»


 

Κυρίαρχο στοιχείο στην νέα ποιητική σύνθεση του Κώστα Παπαγεωργίου είναι το βλέμμα. Ο ποιητής μας βοηθά να εξασκήσουμε την όραση, να διαπιστώσουμε πως ο κόσμος δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά πως υπάρχουν κι άλλα επίπεδα, που χρειάζονται την βοήθεια της πίστης για να εντοπιστούν. Η ποίηση του Παπαγεωργίου δεν είναι θρησκευτική αλλά οραματική. Θα μπορούσα να πω πως είναι ένας σύγχρονος Μπλέικ, όπου η μεταφυσική υπηρετεί την ανατροπή. Η ποίηση του Παπαγεωργίου αποτελεί από μόνη της μια ιδιαίτερη πατρίδα. Οι κάτοικοί της είναι εκείνοι που πιστεύουν σε αυτή την ανατροπή των δεδομένων. Το Έκτακτο δελτίο καιρού είναι μια ελεγεία για τις χαμένες μας ελπίδες, ένα μανιφέστο για το βλέμμα. Παραθέτω μερικούς στίχους για του λόγου το αληθές:

Από το ένα μάτι στο άλλο απλώνεται εικόνα τερπνή και από το ένα βλέμμα στο άλλο κλωστή περασμένη κρυφά σε μάτι βελόνας αδιόρατης
                                                                                             σελ. 11

Το αίμα εξάλλου δεν κληρονομείται ειδάλλως με ίχνη θα έραινα τον δρόμο της επιστροφής σου στο φλεγόμενο οικογενειακό δέντρο έστω με ένα όνομα τεφρό και στις έρημες εκτάσεις του μετώπου σου θα ύψωνα της ηλικίας μνημεία περίλαμπρα
                                                                                         σελ. 17

Οι δύσπιστοι στα θαύματα μιλούν για βροχή απλώς αδιάβροχη και ίσως γι΄ αυτό δεν δακρύζουν αλλά επιρρεπείς του ονείρου αφήνονται με εμπιστοσύνη στο πρώτο περαστικό σύννεφο μουρμουρίζοντας παλιά ξεχασμένα παιδικά τραγούδια
                                                                                     σελ. 27


Ουμανιστής ο Παπαγεωργίου μας προτρέπει να μην αγνοούμε την ομορφιά που κρύβεται στην απλότητα, να μην προσπερνούμε, να μην εντυπωσιαζόμαστε μόνο από το λαμπερό και το μεγάλο. Η ποίηση είναι ένα ταξίδι. Μια πραγματεία για την αληθινή διάσταση των πραγμάτων, όπου όλα υπηρετούν την ομορφιά. Ο στόχος του είναι μας αφυπνίσει. Να μας επισημάνει πως έχουμε τον τρόπο να αμυνόμαστε σε κάθε τι άσχημο και εφήμερο. Διαβάζοντας τα ποιήματα αυτά διαπίστωσα την δύναμη της ποιητικής τέχνης να δημιουργεί έναν ιδιόμορφο κόσμο, παράλληλο με την στιβαρή πραγματικότητα γιατί απλά δεν είμαστε πλασμένοι μόνο με ρεαλισμό, αλλά και με την φαντασία και το όνειρο. Ο κόσμος δεν είναι μονόπλευρος. Γι΄ αυτό αγαπώ τα ποιήματα του Παπαγεωργίου. Μου δίνει την σκυτάλη να συμμετάσχω κι εγώ στην προσωπική του ματιά, και κατόπιν, μαγικά, να συνεχίσω την δική μου αξιολόγηση σε όλα αυτά που με περιβάλλουν. Με απογειώνουν οι στίχοι του, δεν νιώθω ξένος στον χώρο του.

Πήρα το στόμα σου Ιωάνη!

Ένα κριτικό σημείωμα της Εύης Κουτρουμπάκη 
στη μεταγραφή της «Σαλώμης» του Oscar Wilde
Εισαγωγή, μετάφραση-μεταγραφή: Θανάσης Τριαρίδης, Χαρά Σύρου, 
επίμετρο Θανάσης Τριαρίδης. 
 
Μονόπρακτη τραγωδία με δεκαέξι σχέδια του Ομπρεϊ Μπίρντσλεϊ
εκδ. Gutenberg



Το καθαυτό και βαθύτερο είναι του ανθρώπου δεν συνίσταται στο Λόγο αλλά στα πάθη του
Marquis de Vauvenargues 1746.

Υπάρχουν ίσως πολλοί τρόποι αλλά και ανάλογοι κίνδυνοι παρεκτροπής από την ουσία του πρωτοτύπου, όταν επιχειρείς να μεταγράψεις ένα καταξιωμένο έργο, στην προκειμένη περίπτωση τη Σαλώμη του OscarWilde που πρόκειται για ένα έργο κολοσσιαίων διαστάσεων και επιδραστικότητας .
Ο θορυβώδης και πλήρης ιδιοτροπιών Wilde, με τις ατέλειωτες ημέρες του εξοστρακισμού του,- ενός εξοστρακισμού που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια φυγή, μια κραυγή απόγνωσης- , που είχε αφεθεί στην τύχη του ακόμη και στη μοιραία έξοδο του, ούτως η άλλως τροφοδότησε συστηματικά τους λογοτεχνικούς προβληματισμούς των ομοτέχνων του και μη.

Το τιτάνιο έργο της μεταγραφής ( και όχι μόνον της μετάφρασης) ανέλαβαν οι Χαρά Σύρου και ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης. Οι μεταγραφείς καταφεύγοντας εκτός των άλλων σε μια σοβαρή αρχειακή αναδίφηση , καταπιάστηκαν με έναν συγγραφέα που έμαθε να αντέχειτον πόνο του πόθου και της εγκατάλειψης και να τον καταθέτει γραπτά.

Πριμοδοτημένοι από τα προτερήματα της οξύνοιας και της επιδεξιότητας και κρατώντας τον ενδοδιακειμενικό χαρακτήρα των μεταφράσεων, κουβάλησαν αυτό το βαρύ φορτίο, βούτηξαν με χειρουργική ερμηνευτική εμβέλεια σε ότι αφορά τον Wilde, στην αρχαία εργαλειοθήκη του αίματος και το αποτόλμησαν, εκφράζοντας άλλοτε ρητά και άλλοτε υπόρρητα τη δική τους κοσμοαντίληψη, αλλά με την απόλυτη εγκυρότητα της ερμηνευτικής (μεταγραφικής) μεθόδου. 

Διαβάζοντας τη μεταγραφή των Τριαρίδη - Σύρου, μια ανάγνωση πολλαπλά κρίσιμη σε διάφορα επίπεδα του λογοτεχνικού πεδίου, δημιουργείται η εύλογη απορία για το αν είναι εφικτό να μεταγραφεί αυτό το σχοινοτενές ντόμινο συναισθημάτων.

Πως μπορεί να μετουσιωθεί γραπτά το βλέμμα του πόθου της Σαλώμης που είναι καταγωγικός πρόγονος των παθών μας και πως μπορεί εν τέλει να μεταγραφεί ένα βιβλίο ορόσημο;

Η μεταγραφή αυτή έχοντας επιτυχώς αποφύγει τα φουσκωμένα απόνερα του λυρισμού, σαν δάσος βαθύσκιωτο δημιουργεί εκείνη τη θερμοκρασία που επιτρέπει τη δημιουργία ενός συνεκτικού ιστού που ενώνει όλες τις υπόλοιπες μεταφράσεις και τα έκδοχα τους. Αποτελεί μια σύζευξη της ζωής και του θανάτου μέσα στην καρδιά, με λέξεις και συνειρμούς που αποκτούν μια εντελώς ξεχωριστή σημασία.

Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε ένα κείμενο εμπύρετο που μεταφέρει τον Wilde από τη σκοτεινή χλεύη, στο νυχτερινό φως των παθών και στο διάπλου των αισθημάτων. Σε μια μεταγραφή με κηλίδες γραμμάτων, σαν ένα ματωμένος πίνακας, κόκκινος, αιμάσσωνi και έμπλεως πάθους.

Μια ασθμαίνουσα μεταγραφή με εκρηκτικά και χυμώδη ηχητικά μέρη του λόγου , με λέξεις άλλοτε βαριές ( όταν αναφέρονται στα τετριμμένα) και άλλοτε να ίπτανται και να χάνουν τη βαρύτητα τους όταν περιγράφουν τα πάθη τα άνομα, ναυπηγημένη με τα γνωστά υλικά του Τριαρίδη, , -κόκκινο και αίμα-,ii ενσαρκώνει δυο ναυαγούς χωρίς ναυτικούς χάρτες. 

Μόνο που η Σαλώμη με τα υγρά νιάτα της αφημένη ερωτικό έρημο έρμαιο στις όχθες του Πυριφλεγέθοντα ,φλέγεται και κατακαίεται. Δεν επιτρέπει τίποτε να παρεμβληθεί ανάμεσα στην ύπαρξη της και τα πάθη της δεν πιάνεται από σωστικές λέμβους,εξαπολύει τις τίγρεις του πάθους της, λαχταρά τον απαγορευμένο καρπό, το κόκκινο μήλο, και σαν άλλη πρωτόπλαστη το δαγκώνει.
Συναντά τον Ιωάννη μετατρέπεται σε σκοτεινή Σελήνη και όχι άστρο της αυγής με τέτοια ομορφιά και αυτή η συνάντηση στοιχειώνει την υπόλοιπη ζωή της. Επιθυμεί τον Ιωάννη που η βαθειά του πίστη σε έναν άλλο Θεό και όχι σε αυτόν του Έρωτα, τον καθιστά ένα σακάτικο σάρκινο χνάρι, μια αραχνιασμένη χαλκομανία που αποστρέφεται τον πόθο, που προτιμά να μείνει αδιάτρητος, σιωπηλόςiii και ασφαλής στα όρια του δικού του κόσμου, περίκλειστος μέσα στην ‘αναφροδισιακή του απροσιτότητα’iv και στεφανωμένος με ιερά κλίματα και βάγια ανεβαίνει κάθιδρος την κλίμακα του μαρτυρίου του, αφήνοντας τις επιθυμίες του θαμμένες ‘στην τάφρο των δικών του λιονταριών’v
Ο Ιωάννης αδυνατεί να περάσει την κοίτη του θρησκευτικού του βιώματος και κολυμπά μέσα σ’ αυτήν, ενώ αντίθετα η Σαλώμη με ‘το χέρι γραπωμένο στην καρδιά’vi παίζει στα ζάρια την επιθυμία της και τη ζωή της, διασχίζοντας τη μελαγχολική επικράτεια του Έρωτα φορτωμένη με αυτό το δυσβάστακτο ερωτικό φορτίο και ενώ έχει διαγράψει μια διαδρομή καθορισμένης εξέγερσης υφίσταται εν τέλει μίαν αστρική ήττα.vii

Κι όλα αυτά γιατί υπακούει στον τυρρανικό χτύπο της καρδιάς, στην ηδονική ανατριχίλα του σώματος, γιατί καλά γνωρίζει πως ότι γράφτηκε στο δέρμα δεν πρόκειται να σβήσει. Κι όλα αυτά γιατί ο Ιωάννης είναι η Γη, γήινος, ενώ η Σαλώμη η Σελήνη, υπέργεια.

Σε αυτήν την ιδιοφυή μεταγραφή προβάλλονται πλήρως όλα τα χαρακτηριστικά που προσέδωσε ο Wilde στη Σαλώμη. Είναι ένας σπασμένος άνθρωπος μια άχρηστη ομορφιά, που με νου πυρπολημένο από την επιθυμία, βιώνει έναν μάταιο πόθο, αυτοεξοντώνεται και αιμόφυρτη εκδιώκει εαυτόν από τον Παράδεισο. Ως λογοτεχνική περσόνα δεν ανήκει ούτως ή άλλως στη σφαίρα του ανώδυνου και της αοριστίας, σ’ αυτήν όμως την εκδοχή της προβάλλονται όλα τα επίφοβα χαρακτηριστικά της, καθώς ‘η αγάπη κραταιά ως θάνατος τίθεται ως σφραγίδα επί την καρδίαν και το βραχίονα της’viii και την αναγκάζει να ζητήσει την κεφαλή του αντικειμένου του πόθου της επί πίνακι. 

Η γλώσσα της μεταγραφής της ‘Σαλώμης’ – αυτού του εξαίσια βέβηλου μαργαριταριού- των Σύρου , Τριαρίδη, ανειμένη και προκλητική, περισσότερο ίσως από τις άλλες μεταφράσεις και μεταγραφές δηλώνει ρητά πως μπροστά στο πάθος είναι όλα μάταια.ix

Η μεταγραφή αυτή καταφέρνει να μετατρέψει το ερωτικό παραλήρημα σε ερωτική κυριολεξία, μετατρέποντας τον Ιωάννη σε ‘ποθητό βάσανο’ και προβάλλοντας μια Σαλώμη με δική της περπατησιά, που εκφέρει έναν λόγο που πηγαίνει πέραν των συμβάσεων και που βιώνει το πάθος σαν απώλεια που κατακλύζει το Σύμπαν. Μιας Σαλώμης που τα πάθη της δεν θα καταγραφούν σαν λέξεις ορφανές σε ένα κείμενο με κλειστό ορίζοντα , αλλά με λέξεις που θα στρογγυλεύουν στο στόμα θα τραγουδηθεί το αναπότρεπτο του καλέσματος του βλέμματος και θα τη σώσουν από τη σκόνη του Χρόνου.x
 
Μια τέτοια μεταγραφή που εστιάζει στη μαγική ατμόσφαιρα του ανεπανόρθωτου θα ταίριαζε σε έναν συγγραφέα που χωρίς αιδημοσύνη μπροστά στον έρωτα, απέρριπτε όλη του τη ζωή κάθε λογής κοινωνικές συμβάσεις.

Άλλωστε η μόνη πιστή μεταγραφή δεν μπορεί παρά να είναι η δεδηλωμένη και βιωμένη πίστη του Ουάιλντ στον έρωτα, μια και το πολύ του έρωτα καταργεί τον καιρό και ο Έρωτας καταργεί το Θάνατο.

----------------------------

i Γιώργος Λίλλης:Αρλεκίνος: Το αίμα καταιγίδα του Ισημερινού κεραυνοβολεί τα δέντρα , γονατίζει τα αδύναμα σπαρτά , ένα άγριο ποτάμι το αίμα..

ii Γιώργης Γιατρομανωλάκης : Αίμα. Ποιητική, τεύχος 17ο σελ 22- 23 Αιμάτων κύκλους το αίμα κάνει. Χέρι που σβήνει χέρι που γράφει. Χέρι κομμένο γλώσσα σφαγμένη. Γλώσσα δεν ξέρει το αίμα, τρέχει..
iii Λέβη Μπενουζίλιο: Η Σιγή Η σιγή κρύβει κραυγή. Η σιγή δεν περισπάται. Η σιγή οξύνεται. Περιοδικό Εντευκτήριο τεύχος 108 σ. 82
iv Αλέξανδρος Σχισμένος: Σημειώσεις για τον Ερωτικό Χρόνο Περιοδικό Λόγου και Κριτικής ‘το ‘Ερμα τεύχος 2 σ.138
v Νίκος Εγγονόπουλος : «Καφενεία και κομήτες» ένα πουλί θαλασσινό τανύζει τα φτερά του, λέει: « εσύ είσαι ο νέος προφήτης μέσα στην τάφρο των δικών σου λιονταριών» Ποιητική τεύχος 17ο σ. 130-131
vi Έρση Σωτηροπούλου: Ό.τι μένει από τη νύχτα σ.135

vii Χούλιο Κορτάσαρ: Η αντίπερα Όχθη σ. 127

viii Άσμα Ασμάτων 234. 6, 5-7


ix Όσκαρ Ουάιλντ: Σαλώμη. Μετάφραση μεταγραφή Χαρά Σύρου, Θανάσης Τριαρίδης: Ώ! .. Πήρα το στόμα σου Ιωάννη… Μέχρι την άκρη της κόλασης και μέχρι το κέντρο του μυαλού μου… Το πήρα και μου γλύκανε το στόμα και μου πίκρανε τα σωθικά. Να’ναι αυτή η γεύση του αίματος; Ή μήπως να’ναι η γεύση της αγάπης; Λένε πως η αληθινή αγάπη είναι ολόπικρη. Τι σημασία όμως έχει; Εγώ πήρα το στόμα σου, Ιωάννη. Πήρα το στόμα σου μέχρι το τέλος…
Πρβλ με το πρωτότυπο: Ah! I have kissed thy mouth Jokanaan. I have kissed thy mouth. There was a bitter taste on my lips. Was it the taste of blood?...Ney… But perchance it was the taste of love… They say that love hath a bitter taste… But what matter? What matter? I have kissed thy mouth.

x Χούλιο Κορτάσαρ: Η αντίπερα Όχθη…μη φοβάσαι Αστάρτη. Η τραγωδία σου θα ειπωθεί, όπως η θλίψη και η νοσταλγία σου. Όμως εγώ θα τη διηγηθώ λυρικά , καθώς εδώ, στον πλανήτη από τον οποίο εξαρτάσαι, αξιολογείται περισσότερο ο τρόπος από την ηθική. Άφησε με να διηγηθώ πως στα παλιά τα χρόνια η καρδιά σου ήταν μια ανεξάντλητη πηγή απ’ όπου έρρεαν οι ποταμοί της φιλήδονης σου περιφέρειας διαβρώνοντας με αδηφαγία τα βουνά, τρομοκρατημένοι αλπινιστές, πάντοτε σε φθίνουσα πορεία, μέχρις ότου να σμίξουνε όλοι, έπειτα από κενόδοξες μεταλλάξεις, στο μέγα ρεύμα της πλάτης σου που τους οδηγούσε στον ΩΚΕΑΝΟ. Στον πολύμορφο ωκεανό, τον έμπλεο από κεφαλές και στήθη… σ.124- 125


And if we are to die tonight
Is there moonlight up ahead?
I remember the showers
But no one puts flowers
On a flower's grave
Flower Grave, Tom Waits

εκδ. Μελάνι

Οφηλία

Η Οφηλία επιπλέει
Η Οφηλία αναπνέει
Τι ωφελεί Οφηλία στους νεκρούς η αναπνοή
τι ωφελούν στους τυφλούς τα ανθισμένα βλέφαρα
οι μαργαρίτες στον θάνατο τα χρώματα
δεν ξεγελάνε κανέναν

Θυμήσου Οφηλία τα πρωινά στην εξοχή
στο βασίλειο της Δανιμαρκίας
ο κόσμος ήταν απέραντος
οι δρόμοι όλοι ανοιχτοί

είπα “πατρίδα μου είναι τα χέρια σου”
“τόπος ιερός η Ουτοπία”
είπες “ας ήταν να πεθάνουμε απόψε
που έχει ένα τόσο ωραίο φεγγάρι στον ουρανό”

Οφηλία της νιότης μου παλιά οφειλή
Πού ζεις; άραγε είσαι ευτυχισμένη;

 Γιατί δεν πέθανες, ως όφειλες, Οφηλία
τότε που ακόμα ήταν καιρός
Τότε που έπρεπε
Τότε που ορκίστηκες, Οφηλία

- από αγάπη;



Ονειροδόχοι / Οδηγίες σε τέσσερις πράξεις
“Μην εγκαταλείπεις το όνειρό σου - άφησέ το σε εμάς»

Ι.
Βάζεις στην καταπακτή το όνειρο, κλείνεις την πόρτα και το όνειρο γλιστράει : ανώνυμα.
Ένα γράμμα από τις αρχές σε ενημερώνει ότι έχεις δικαίωμα να το διεκδικήσεις εντός 8 εβδομάδων.
Μετά από τον δοσμένο χρόνο το όνειρο κρίνεται ανεπιθύμητο και δίδεται  για υιοθεσία.
Ανήκει στο κράτος.

ΙΙ.
Συνωστισμός στις ονειροδόχους.
Εγκαταλείπεις το όνειρο.

ΙΙΙ.
-Είναι δηλαδή οι ονειροδόχοι χώροι υγειονομικής ταφής απορριμμένων επιθυμιών, κάτι σαν χωματερές ή καταπακτές, καταθέτες έκθετων;
-Δεν ξέρω να πω με σιγουριά. Κανένα όνειρο δεν επέστρεψε. είναι ξύλινα κιβώτια. Συρτάρια σε εφηβικά γραφεία. Φέρετρα μικρά. Τις νύχτες, ευωδιάζουν ευχάριστα: κέστρο, ή μάλλον,  γιασεμί, γιασεμιά της νύχτας.

ΙΙΙ.
Χρόνια μετά αναρωτιέσαι αν επέζησε. Το αγάπησαν οι ξένοι όπως θα το είχες αγαπήσει; Στολίζεσαι τα παιδικά σου ρούχα και περιφέρεσαι νύχτες στις παιδικές χαρές.  Άνοιξη (ω γλυκύ μου έαρ). Βρέχει όπως πάντα βρέχει στην περιφορά. Αιώνες περιφέρεσαι στολισμένος και βρέχει.

Αιώνες βρέχει στην περιφορά της παιδικής ηλικίας σου.




Είκοσι τέσσερις ιστορίες φαντασμάτων

Όσο αδειάζει τόσο μεγαλύτερο γίνεται το δωμάτιο
οι αγαπημένοι φεύγουν
κρατούν την ψυχή τους αναμμένο κερί
στην παλάμη τους
την φρόντισαν την βάσταξαν όπως μπόρεσαν
κίτρινο λουλούδι μαλακό στον ρέοντα κόσμο
σε καιρούς αγονίας
πλημμυρών

ανάχωμα

τώρα περιμένουν καρτερικά
τον μεγάλο κατακλυσμό
το ξερίζωμα
κι η σειρά όλο μικραίνει
οι σκιές εγκαθίστανται
το σκοτάδι κερδίζει

Ο τελευταίος θα διηγηθεί την πιο παράξενη ιστορία

Θα πει για τα παιδιά που τα βρήκε η νύχτα
να παίζουν ξιπόλητα
στους ασπάλαθους
για τις φωνές και τα γέλια τους
που αντηχούσαν δυνατά
μές στους κήπους
θα την αφηγηθεί με φωνή στεντόρεια καθαρή
σα να ναι η πρώτη ιστορία του κόσμου
η ομορφότερη
κι ας ξέρει πως δεν έχει μείνει πια να την ακούσει κανείς

ύστερα θα κλείσει την πόρτα πίσω του
απαλά παίρνοντας μαζί
και το φως του



Το κάλεσμα της νύχτας (L’ appel de la nuit)

Στο σπίτι μας δεν ανθίζουν εποχές
Ανθίζουν τα μαλλιά μας
Συχνά ακούς τριγμούς μες στην σιωπή
φυλλώματα σέρνονται στα δωμάτια
πέπλα ριχτάρια παντού κρέμονται
στα πόδια, στην πλάτη, φίδια ζωντανά στα πλευρά μας

Από τον ήχο στα δάπεδα καταλαβαίνεις αν είναι ξερά
τα φύλλα
ηχούν ξυραφιές σε γυμνά δέρματα στους ώμους μας
μοιάζουνε γλώσσες ερπετών, σαλεύουν ως τους καρπούς των χεριών
χαμηλά ως μέσα στα δάχτυλα

Στο σπίτι μας τα φυτά μπερδεύονται στα βήματα
στις γωνιές, στα παράθυρα, στα κρεβάτια
οι μίσχοι, οι ανθοί πλέκουν, τυλίγονται, σμίγουν σκύβουν
παντού
Η μητέρα λέει πως πρέπει να καθαρίζουμε
Στο σπίτι μας είναι πάντοτε φθινόπωρο

Η μητέρα έχει τον μεγαλύτερο κισσό απ’ όλους το αναρριχητικό
το πιο όμορφο
οι παραφυάδες πέφτουν στα μάτια της -αφέλειες
που μια μέρα θα κρύψουν εντελώς το πρόσωπό της
⁄ Η μητέρα υπήρξε βέβαια αφελής
όμως μεγάλωσε με τον καιρό
Ο μίσχος σκλήρυνε άκαμπτος λαιμός
Το αναρριχητικό ξυλοποιήθηκε/
Την εμποδίζει να δει
Την εμποδίζει να βαδίσει

Στο σπίτι δεχόμαστε σπάνια επισκέψεις
Μια μέρα η μητέρα φώναξε τη νύχτα
(ή ίσως η νύχτα φώναξε τη μητέρα)
Ήρθε αχάραγα με μια λάμπα πετρελαίου/θυέλλης που όλο έσβηνε
κι ένα λιτό σεντόνι λινό ριγμένο στους ώμους

Τη βάλαμε να κάτσει βγάλαμε το ακριβό σερβίτσιο
Έφερε ενα γύρο το δωμάτιο κι έφυγε
χωρίς να πει ούτε λέξη

Από τον καιρό εκείνο τα αναρριχητικά πυκνώσαν ανεξέλεγκτα
το μέσα τοπίο ερήμωσε
σκληρύναμε
Δεν περιμένουμε κανέναν

Μείναμε να κοιτάζουμε την άδεια καρέκλα ακίνητοι
το κενό
μέσα από πλέγματα από φύλλα πυκνά
θέλουμε αλλά δε μπορούμε πια να στρέψουμε αλλού το πρόσωπό μας
Εκάβη

«όλοι εν τέλει είναι δούλοι στην τύχην και στην στερρὰν ἀνάγκην» Ευριπίδης

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Τα παλάτια της Τροίας λεηλατήθηκαν
σαν φίδια άλλαξαν δέρμα οι κυράδες.
Ωμές.
Αδίστακτες.
Το σώμα θα ταφεί.
Κανείς δεν θα πετάξει τους ξένους,
τους φίλους ή τους συγγενείς
μέσα στη θάλασσα.

Έτσι μοιάζει ο πόλεμος Εκάβη.

Τρομαγμένα αστέρια σκέπασαν με πάχνη τα ποτάμια.
Η ερημιά της πόλης έθαψε τα παιδιά της στο αίμα.
Οι ανθισμένοι κήποι σύστησαν τον τρόμο στους εφήβους.
Τα τριαντάφυλλα δίστασαν να θαυμάσουν το χάραμα και
τα πέτρινα σπίτια εγκαταλείφθηκαν από τα χελιδόνια.

Αυτός είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην διακινδυνεύεις τη ζωή σου
θα τυφλώσουμε τον άκαρδο τύραννο,
τον πατριάρχη, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα.

Οι παρθένες έθαψαν τις αρετές τους.
Ανήμποροι γερασμένοι άντρες χάθηκαν στις γωνίες των δρόμων.
Οι τραυματισμένοι ήρωες χλόμιασαν σαν αλεπούδες
κάτω από τα ρούχα της μάνας τους.

Αυτό είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην στεναχωρείσαι
θα επιτεθείς στη Χώρα των Κυκλώπων.

Τα βρέφη κοίταξαν τα δάκρυα των άταφων μονομάχων.
Αδέσποτα σκυλιά μάζεψαν τις
τελευταίες νυχτοπεταλούδες της πόλης.

Φυλακές δεν υπήρχαν.
Στρατός δεν υπήρχε – μόνο
το όραμα της διαμαρτυρίας και αυτός ο περίφημος χορός.
Η τρέλα αντιλαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα της.

Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.

Οι εχθροί αφάνισαν τα καλοκαίρια.
Οι μισθοφόροι πυροβολούσαν ασταμάτητα
το φως των γιορτών.
Ο λαός προσευχόταν κρυφά σε παραιτημένους στάβλους.
Οι λεγεώνες των άλλων ίππευαν ταύρους
και αετούς πάνω από τα κεφάλια μας.

Το χρυσό εξερράγην στα χέρια των βασιλιάδων.
Μην ανησυχείς, Εκάβη μου
θα εκδικηθείς για το χαμό του γιού σου.

Ο πόλεμος έγινε όργανο του ανθρώπινου σώματος.
Η Πολυξένη παραδόθηκε στους θεούς.
Εκάβη μου, ετοιμάσου.

Μπορείς να μην αγαπήσεις την πατρίδα σου.
- βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων -
Τα έθιμα ομολόγησαν την μυρωδιά της γης τους
περιέγραψαν την ηρωική ευγένεια
του παλιού κόσμου.

Σκορπίστηκαν σκελετοί βασιλιάδων
στις γυμνές αποθήκες των σκλάβων –
ένα πρωί που η στρίγγλα συνείδηση
αρνιόταν να το πιστέψει.

Η σιωπή αγκάλιασε τα παιδιά.
Φόνος εν ψυχρώ. Η πόλη θρηνεί τις έξι κόρες αυτού του κόσμου:
την Αγαθοεργία
την Προσήλωση
την Υπομονή και τη Διαύγεια
την Ηθική και
την Σοφία.

Η πόλη θρηνεί Εκάβη μου.






ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΜΠΑ 
εκδ. Εκάτη


Πάντα ελπιδοφόρο,  μα και πάντα ριγοφόρο το να βλέπεις να ξεπετάγονται εμπρός σου ουτοπίες. Τόποι που δεν υπήρξαν μέχρι την στιγμή που έγιναν αντικείμενο μιας υπολογισμένης περιγραφής, χώρος όπου κάποιος Μύθος εκτυλίσσεται. Ένας  Μύθος άξιος αφήγησης. Τέτοιος τόπος η Άλμπα. Ουτοπία με τα  όλα της. Ένα κατοικημένο ενδεχόμενο. Σε αυτήν ο άνθρωπος είναι μια κλωστή θαυμάτων ραμμένη σε αντίο –υπέροχος στίχος. 

Η Άλμπα είναι βγαλμένη από τα βάθη του υποσυνείδητου. Δίχως οριοθετήσεις, δίχως σχήμα, δίχως περιγράμματα. Το χρώμα είναι σχήμα. Ο ουρανός ρουφάει τα κτήρια. Οι αποστάσεις διαρκούν 10 λεπτά. Όλες οι αποστάσεις. Η βροχή μπαίνει, στα σπίτια της και το έξω χάσκει αδιάβροχο. Οι νεκροί αλλάζουν πλευρό ταυτόχρονα με αποτέλεσμα να αλλάζει θέση στον χάρτη η Ανατολή και η Δύση. Αυτά και δεκάδες ακόμα μικρά αμετάκλητα θαύματα επιχειρεί ο Αρχιτέκτονας-Οικιστής να οριοθετήσει, να σχηματοποιήσει και να ορίσει. Φτιάχνει γειτονιές, τις χωρίζει, κατονομάζει για κάθε μια ό,τι την χαρακτηρίζει. Το αναπάντεχο, το ανοίκειο και το παράλογο, χρησιμοποιούνται μαεστρικά από τον Τσαλαπάτη ώστε να δοθεί γλώσσα στο Άρρητο του Ονείρου, από το οποίο η γυναικεία τούτη πολιτεία έχει ξεπηδήσει και να περιγραφούν όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν το χώμα, τον αέρα και τους ανθρώπους της Άλμπα.

Η αποτυπωμένη Άλμπα είναι ό,τι περίσσεψε. Μας την παρουσιάζει κάποιος που μαθαίνει πώς συντάσσεται εκείνο που λιγοστεύει, ένας σιωπηλός που την προσφέρει σε εκείνους που σιώπησαν. Τέτοιος ο ποιητής. Τέτοιοι κι εμείς. Επισκέπτες ενός μουσείου στο οποίο ακίνητοι απορούμε, κι έτσι έκθετοι στη νεόκοπη απορία καταλήγουμε εκθέματα- η αλληγορία της σημερινής εποχής σε μια από τις πιο ευφυείς της εξεικονίσεις. Κι ο χρόνος πάντα κυκλικός και αιώνια αυτοτροφοδοτούμενος είναι εκείνος που μας σπρώχνει να γαντζωνόμαστε στα κλαδιά, όχι για να μην πέσουμε, αλλά για να σφίξουμε όλο το πέταγμα που περίσσεψε από τη μέρα μας. Αυτό το ιερό υπόλοιπο που τροφοδοτεί την υπόγεια κι ονειρική ζωή μας. Τέτοια η Άλμπα. 

Ως εκ τούτου έχει γειτονιές, όπου κυριαρχεί το κομμάτι μας το εφιαλτικό. Εκείνο που κουβαλά το αίμα το φερμένο από τα σπλάχνα της γης ως το κατώφλι της πόρτας μας. Οι βρύσες τότε μένουν ανοιχτές να τρέχουν όλη μέρα –εξιλέωση;- κι έπειτα με βόλτες και ακατανόητα μουρμουρητά η υπόλοιπη μέρα κυλά –άλλη μια κοφτερή αλληγορία για την υπόγεια σχέση όλων μας με αυτό που θα γίνει Ιστορία. Άλλωστε όσο μεταφυσικό κι αν είναι το ένδυμα της Άλμπα, δεν παύει ταυτόχρονα να προσφέρει μια υπερρεαλιστική αναπαράσταση της Ιστορίας: Παλιότερα τα ασανσέρ δεν γνώριζαν πώς να μετακινηθούν προς τα κάτω και ολόκληρη η πόλη μοιραζόταν ένα και μόνο φακό και την πίσσα που αφήνει στο βήμα το μαύρο. Πλέον   άνθρωποι ξεχύνονται με απόχες και κλούβες κυνηγώντας το λίγο που γίνεται πολύ, όταν το πολύ δεν φτάνει. Δίπλα σε αυτούς, τους τόσους πολλούς, άνθρωποι χάνουν την σκιά τους στη φλόγα ενός σπίρτου και η ηλικία ενός κοριτσιού είναι άντρες γεμάτοι σώμα, ηλικία και ύψος.

Μιλώντας πιο αποστασιοποιημένα και κάπως ψυχρότερα θα μπορούσα να υποστηρίξω πως ο Τσαλαπάτης κατορθώνει το πλέον δυσχερές στους καιρούς μας: την ανοικείωση, το σμπαράλιασμα των νοητικών αυτοματισμών του αναγνώστη . Ο τελευταίος ξεβολεύεται από τον ορίζοντα των προσδοκιών που του γεννά σε γενικές  γραμμές η νεωτερικότητα του παρόντος ποιητικού τρόπου. Ναι, η Άλμπα ξεβολεύει, θέλει αναγνώστες τροχισμένους από τα δόντια του Ονείρου. Η περιπαιχτικότητα της μορφής, με τις κοφτές πεζολογικές φράσεις τοποθετημένες έτσι ώστε να ξαφνιάζουν, υπηρετούν μια μεταφυσική που συνήθως μετέρχεται άλλους πιο πυκνούς τρόπους. Την ίδια στιγμή η παιγνιώδης καταβολή της γραφής του δεν φείδεται φιλοσοφικού βάθους. Θα έλεγε κανείς πως είναι αποτέλεσμα του τελευταίου. Η Πέμπτη γειτονιά της Άλμπα με τους τρεις δολοφονημένους Νίτσε έρχεται να αποδώσει με τον γλαφυρότερο τρόπο το πώς ο ποιητής ενσωματώνει στο ποιητικό του Σύμπαν τις προσωπικές προσλαμβάνουσες από τις κλασσικές και παραδοσιακές δεξαμενές Πνεύματος. Το χιούμορ γίνεται κλειδί εμβάθυνσης. 

Στην έβδομη γειτονιά της Άλμπα θαρρώ πως ο Αρχιτέκτονας, τοποθέτησε την πυρηνική ιδέα ολόκληρου του ποιητικού του αποτελέσματος. Αυτή εκφράζεται μέσω εκείνων που αφηγούνται για να καθησυχάσουν τον εαυτό τους πως αυτοί οι ίδιοι είναι αληθινοί., έχοντας οικοδομήσει μια εντελώς προσωπική γλώσσα, ακατάληπτη στο πρώτο άκουσμα, οικεία στην συνέχεια. Κάθε λέξη, κάθε φράση, κάθε παύση είναι επιβεβαιωμένα αληθινή. Αυτή η σύμβαση είναι ο μοναδικός τρόπος για να πάρει υπόσταση το «αφηγούμαι, άρα υπάρχω».

Ο Πεσσόα θέλοντας να μιλήσει για τον Χρόνο, είχε αναρωτηθεί, αν κάποιος που αυτοκτονεί και κάποιος που τυχαία γλιστρά από τον ίδιο γκρεμό, έχουν την ίδια ταχύτητα πτώσης. Θα διανύσουν την απόσταση στον ίδιο χρόνο; Όσοι σε αυτή τη ζωή απαντούμε αρνητικά, μπορούμε να θεωρηθούμε κάτοικοι της Άλμπα. Καθένας μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να υπάρξει από πού δεν υπάρχει και αυτό που κάποτε υπήρξε…. Γιατί  το παρόν είναι ο χρόνος και η στιγμή ηλικία.

Ναι, η Άλμπα, αυτή η γυναικεία πολιτεία που ο αναγνώστης, -ή περπατητής του ονείρου του- σε εφτά ημέρες –όσες χρειάζεται κάθε δημιουργία που σέβεται τον εαυτό της- μπορεί να περιδιαβεί, είναι απόλυτα βίωμα του Ποιητή της. Είναι όμως ταυτόχρονα μια Πόρτα για όλους μας, φτιαγμένη ώστε να χωρά του καθενός το μέτρο και το βλέμμα. Γεμάτος γλυκιά σαστιμάρα κάθε τόσο την διαβαίνω και ενεός περιδιαβαίνω σε ό,τι πίσω της ξετυλίγεται. Γιατί η Άλμπα είναι μια πόλη που λατρεύω να επιστρέφω –αναγνωστικά, γιατί υπαρξιακά αγνοώ αν έχω φύγει ποτέ. 

εκδ. θράκα


τα χρώματα είναι
μπλε είναι
η θάλασσα
τα ματόχαντρα
η επιθυμία
το ξημέρωμα
κόκκινο είναι
το αίμα
η μητέρα
το κόκκινο χώμα όταν το λέει κοκκινόχωμα
το ξαναμμένο κίτρινο
μαύρο είναι
οι ψαράδες
οι πενθούντες
οι νεκροί
λευκό είναι
όχι το χαρτί
όχι


*

αυτός ο κόλπος έχει κάτι το γνώριμο
η θάλασσα είναι κοριτσάκι
ευπειθής κι αναποφάσιστη
υγραίνεσαι χωρίς επίπτωση
ξέρεις όμως πως θα έρθει δειλά
κι έρχεται δειλινό
ο κόλπος γίνεται κλοιός
αγνώριστος εσύ
γρυλίζεις χωρίς επίπτωση
κι η θάλασσα πηχτό φαρμάκι
και μαύρη γριά μάγισσα
έχει γεράσει εν ριπή το κοριτσάκι
έχει κρατήσει το άρωμά σου
φτιάχνει πάνω του αντίδοτό σου
μέχρι το πρωί
θα σωθείς
θα έχεις γίνει ομίχλη


*

η σκέψη τους ήταν
σε προχωρημένη σήψη
κι ο θεός τούς έμοιαζε
αλλά δεν τους μιλούσε
αυτά μιλούσαν πολύ
και πονούσαν
είχαν σπίτια κι εργαλεία
άνοιγαν το στόμα
πίστευαν πως τραγουδούσαν
έτσι φρικτά είδα να ζουν
τα πλάσματα που θάβουν τους νεκρούς τους


*

ψίθυρέ μου
αποψινέ
παντοτινά ξένη
γλώσσα μου
είσαι η λέξη που δεν άκουσα
είσαι η λέξη που μόνο άκουσα



δεν απαντάς
ισμαήλ
ξέρεις είσαι
η απάντηση


---


Παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα :

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου και ώρα 19:30, 
στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, Ακαδημίας 32

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν οι ποιητές: 
Ορφέας Απέργης, Γιάννα Μπούκοβα, Σταμάτης Πολενάκης
εκδ θράκα


ΙΙΙ
Μια λέξη εσύ
Μια λέξη εγώ
Τέσσερα χέρια βυθισμένα
στο ελάχιστο


Δεν

Δεν είμαστε ποιητές του Κέντρου
Είμαστε φυλλωσιές
του πυρπολημένου δέντρου
Παιδιά των νεκρών.


Savoir vivre
Ι
Καθάρματα!
Θάβουμε τους νεκρούς
κι ύστερα τρώμε


ΙΙ
Δεν ξεχνούμε να ξεχνάμε ότι ξεχάσαμε


ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ

9η Νοεμβρίου 1938

Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους

Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος

είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
ίσια
           στην επικράτεια του κτήνους

κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον


Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της ψυχής σου

Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
                                  η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις

Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα

Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
             και η φωνή ολόρθη
             ακέραια
             στον οφθαλμό της μνήμης


Στο εκ διαμέσου
             μην ξεχνάς

          το ειλητάρι της ψυχής
                                       δεμένο!


3η Σεπτεμβρίου 1843

Γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα
σβήνει απότομα το φως
τρώνε σκυλιά τα δάκτυλα του ήλιου
παίζουν αδέσποτα παιδιά στα περιθώρια του δρόμου
έρχονται νύχτα μητρικές φωνές κραυγές
για να μαντρώσουν

        Κι έπειτα τίποτα
                                σιωπή
               οι μπάτσοι έφιπποι σφυρίζουν
               λακέδες με λιβρέα τσακίζονται
               φερέφωνα
               κυρίες με κρινολίνα κι άμαξες
              Νυδραίοι εφοπλιστές κι ευνούχοι Φαναριώτες
               καλαμαράδες φραγκοφόρετοι και πένες πληρωμένες
               στο Φόρο πένητες μασάνε το σκοτάδι

               ένα φεγγάρι θάνατος
               κόσα στο σβέρκο καρφωμένο

γενιά παρά γενιά εμφύλιος, γενιά παρά γενιά εκκαθάριση
και όλο απ’ το μηδέν ν’ αρχίζω

Παίζουν ακόμα, τραγουδάν, γελάν στους δρόμους τα παιδιά μας;

Μαζεύονται τώρ’ από παντού φωνές κραυγές
συρρέουν μπρος στ’ ανάκτορα αλαλάζουν
βάζουν φωτιά περιδεείς και δέονται
ελπίζουν
σβήνουν απότομα οι φωτιές
διαλύονται
γερνάνε γρήγορα οι μέρες στην Ελλάδα



23η Σεπτεμβρίου 1821

Σαράντα παλλικάρια από τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε την Τριπολιτζά.
Τους άκουσα που σφάζανε στο γύρισμα της νύχτας
μια ημισέληνο αίμα.
Γυαλίζανε σαν κέρατα στο σεληνόφωτο τα κόκκαλα
σπασμένα σε παράξενες γωνίες
λικνίζονταν σαν πυροφάνια τα κεφάλια
μια θάλασσα αίμα
άντρες, γυναίκες και παιδιά,
τρία μερόνυχτα έσφαζαν, οβραίους και τουρκιά.

Κι ήρθανε τώρα αυτοί ακριβώς οι ανθρώποι
να στήσουνε κράτος νέο, γραικικό, λαμπρό μες στους αιώνες…
Κράτος βουρκόλακα, μοβόρικο σφαγέων κατσαπλιάδων
-και να καραδοκούν στα σκοτεινά Κωλέττηδες, Γκουράδες, λογοπάτες
κοιτώντας τον χαλασμό από ψηλά
να τρίβουνε τα χέρια των μηχανορράφοι Φαναριώτες-
άγος και νιτερέσα.
Με τέτοια αρχή, τέτοιο θεμέλιο λίθο, τέτοιες περγαμηνές
πώς άλλως θα ‘βγαινε το κράτος που στεριώσαν;

          Κι έπειτα,

                        ο δε θεός ηγείτο αυτών…

«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη...Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες».

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα μουσκεύουνε το χώμα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα σαπίζουν τον αέρα,
τριανταδυό χιλιάδες πτώματα ματώνουν τα ποτάμια,
γέροι γυναίκες αθώα παιδιά
                      τροφή για τα σκυλιά –
αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα, αυτά τα ποτάμια,
αυτού του τόπου
στοιχειώνουν τις σάρκες αυτού του λαού,
του γαμημένου περιούσιου λαού σου, Χριστέ μου!

«Ακόμα και τώρα έρχεται στο νού μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους...»

Τριανταδυό χιλιάδες πτώματα; Αυτό δεν είναι μέθη, στρατηγέ!
Αυτό είναι Διαφωτισμός με την ουρά!

Κι έτσι απλά εσώπασες, λοιπόν;
Και άφηκες τα πράματα να πάρουνε τον δρόμον των;
Φοβήθηκες λέει μη σου δώσουν και εσένα καμιά πληγή;
Φοβήθηκες; Έτσι απλά;

Τώρα σε λίγο θ’ αρχινήσουνε έναν-έναν να τους χαλνούνε τους συντρόφους σου
(τον Δυσσέα τον ερίξανε ήδη απ’ την Ακρόπολη αφού του στρίψανε τ’ αρχίδια,
το ξέρεις;
Και τον Γιωργάκη τον εφάγανε στο Φάληρο)
και σένα θα σ’ αφήκουνε μέσα στο Μπούρτζι σα το σκουλήκι να μουχλιάζεις
κι έπειτα θα σε βγάλουνε και θα σε περιφέρουν σα τζουτζέ
να γλύφεις τις ποδιές του εξ Εσπερίας άνακτος και της κυράς του.

Γι’ αυτά αγωνίστηκες;

Πες την αλήθεια τώρα.


Τώρα που η Ιστορία ξαναγράφεται με βία.
11η Σεπτεμβρίου 1185

«Κάψου καργιόλη»
φωνάζουν τ’ αυτοκράτορος με μια φωνή οι βουργησέοι
να ξεχειλίζει η αγανάκτηση στο Φόρο.
Πιάσαν τον κυρ-Ανδρόνικο,
του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος.
Άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί
σαν επιδέξιος θεατρίνος
το πλήθος ναν τόνε σπλαχνιστεί.
Μα ό,τι και να μηχανεύοταν το πολυμήχανο μυαλό του
τα έργα του τ’ ανόσια χώρο δεν άφηναν στο πόπολο για οίκτο.
Τον δέσανε μ’ άλυσο παχιά
του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά
και τον εσύρανε μπροστά στον δήμο δέσμιο.
Ο Άγγελος -μόνο στ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου; μες στην Αγιά Σοφιά
του ‘κοψε με πέλεκυ το χέρι
βορρά στο δήμο της Βασιλίδος Πόλης
χιλιάδες χέρια δόντια λυσσάρικα σκυλιά να σκίζουν τον αέρα.
Του βγάλανε τα μάτια του, του ξεριζώσανε τα δόντια του,
τις τρίχες απ’ το μούσι του, του ξύρισαν στο τέλος το κεφάλι.
Κι έτσι μαγαρισμένο και γυμνό και κασιδιάρη
τον κάθισαν σε γάιδαρο ψωριάρη
να τόνε περιφέρουνε στην αγορά, μέσα στο μέγα πλήθος,
να τόνε διαπομπεύουνε για μέρες.
(Και να κουρνιάζουν οι Βαράγγοι στις Βλαχέρνες
και να καλύπτουνε τ’ αυτιά των).


Όσους μέχρι τη μέρα κείνη ο Κομνηνός καταδυνάστευε
φουσκαρίους και χασάπηδες και βυρσοδέψες και μικροπωλητές και σιτοπώλες και φουρναραίους και ταβερνιάρηδες, βουργησέοι, εργάται και κολώνοι αντάμα, ολάκερος ο λαός της Βασιλεύουσας –
παίρνανε τώρα την εκδίκηση των με τον πήχυ.
Απ’ όπου και να περνούσε η πομπή
κάποιο καινούργιο όνειδος, κάποια καινούργια τιμωρία
ο δήμος μηχανεύοταν
τον βρίζανε, τον φτύνανε τον κυρ-Ανδρόνικο
πετούσαν αντικείμενα στο μέχρι πρότινος περήφανο κεφάλι
σκύλο τον λέγανε και τον λιθοβολούσαν
πουτάνας γιο και του πετάγανε στο πρόσωπο βρωμιές ανθρώπινες
και κοπριές βοδιών
και κάψανε πίσσα και του την πέταξαν στη μούρη
«Κάψου καργιόλη»!
τσίκνισ’ η σάρκα μύρισε τρίχα καμένη η πόλη
και σαν απόκαμ’ ο κυρ-Ανδρόνικος κι έπεσε απ’ το γαϊδούρι
άρπαξε κάποιος μάχαιρα διπλή και τρισακονισμένη
και του ‘κοψε ως τη ρίζα τον πούτσο και τ’ αρχίδια
και τα κράδαινε σαν τρόπαιο ψηλά μπροστά στον αλαλάζοντα λαό
παράφρονα μες στην παραφορά του.
Και κάποιος τρίτος πήρε σπαθί και το ‘χωσε βαθιά μες στο λαιμό
αλικοβάφοντας το στήθος
σπέρνοντας άγριες κραυγές οργασμικής χαράς στο πλήθος.

«Κάψου καργιόλη! Κάψου στην Κόλαση και ψήσου!»






ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA