Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
 Tο παράλογο ως λογική

 εκδ Μίνθη, Ιωάννινα 2016

Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν περισσότερα πράγματα από εμένα για την ποίηση, ίσως να γνωρίζουν περισσότερα και για την ποίηση του Κατσαρού. Δεν είμαι καν συστηματικός αναγνώστης ποίησης, με την πεζογραφία ασχολούμαι αλλά αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο μόνος λόγος που πρέπει κανείς να μιλά σε μια παρουσίαση ενός ποιητικού έργου, δηλαδή ας μιλήσουν οι στίχοι, αρκετά συζητάμε πια, περισσότερο απ’ όσο διαβάζουμε. Πρόκειται για το τέταρτο ποιητικό βιβλίο του Αχιλλέα Κατσαρού με τον τίτλο Cabaret Voltaire. Ως προς τη δομή έχουμε μια σειριακή διαδρομή, όλα είναι σαφή, η σύνθεση χωρίζεται σε τρία μέρη και κάθε μέρος αφορά μια ημέρα. Μια ημέρα που, αφού το θέμα του βιβλίου είναι ο θάνατος, χωρίζεται ως εξής: H πρώτη ημέρα είναι αυτό που θα ονομάζαμε εγκόσμια ή αυτό που ένας θιασώτης του χριστιανισμού ή ένας θεολόγος θα αποκαλούσε προετοιμασία προς τον θάνατο. Η δεύτερη ημέρα που όπως τουλάχιστον ο ίδιος ο ποιητής φροντίζει να μας ενημερώσει και μου αρέσει πάρα πολύ, ίσως το κομμάτι που μου αρέσει περισσότερο, κατά τα λόγια του είναι μια παρατήρηση των εγκοσμίων στον τόπο των κεκοιμημένων ή τι θα μπορούσε να ειπωθεί για τον θάνατο την ώρα που τον μελετάς στον φυσικό του χώρο. Το καταθέτω ως κάτι ιδιαίτερο στη συλλογή το οποίο χρήζει ξεχωριστής μελέτης. Είναι ένα τμήμα της ποιητικής συλλογής αυτό στο οποίο ο Κατσαρός συνομιλεί και με άλλους δημιουργούς. Θα καλέσει τον Μπρετόν, θα καλέσει τον Δενέγρη, ένας στίχος υπονοεί τον Καζαντζάκη με τον Τελευταίο Πειρασμό και θα έλεγα ότι είναι η πιο εξωστρεφής περίοδος αυτής της σύνθεσης. 
Η τρίτη ωστόσο ημέρα και καταληκτικό κομμάτι του βιβλίου ανήκει λιγότερο στον θάνατο από ό,τι θα ήθελε ίσως ο ποιητής να μας κάνει να πιστέψουμε. Κατά κάποιο τρόπο γίνεται και εκείνος ακόλουθος του θέματός του δηλ. του θανάτου. Θαρρώ πως αυτό είναι, αν μου επιτραπεί η έκφραση, το πιο ζουμερό, καίριο, το πιο καλά οργανωμένο, το πιο καλά αποδομένο κομμάτι αυτής της σύνθεσης. Ωστόσο, και θα μοιραστώ τον προβληματισμό μου μαζί σας, αναρωτιέμαι ποιοι είναι εκείνοι οι μηχανισμοί που σε μέρες σαν τις δικές μας, περιόδους σαν τις δικές μας, που είναι πολύ πυκνές ιστορικά, τα γεγονότα τρέχουν, είναι έντονα μεταβατική περίοδος όπως λένε οι ιστορικοί, ποιοι είναι λοιπόν οι μηχανισμοί που καθιστούν ικανό έναν άνθρωπο είτε ασκεί την ποιητική τέχνη είτε όχι να απομακρύνεται κατά κάποιο τρόπο από όσα μοιάζουνε κοινά, να απομακρύνεται αν θέλετε από τις συλλογικότητες και να επιμένει να καταπιάνεται με ένα ζήτημα το οποίο αιώνες τώρα ασφαλώς και είναι ένα από τα σημαντικότερα, είναι ένα οντολογικό ζήτημα ο θάνατος και η ζωή μετά. Αντί λοιπόν να καταφύγει κανείς σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα ρουφά από τον ρεαλισμό μας, τον ρεαλισμό τους είδους μας και τον ρεαλισμό της ζωής η οποία ακολουθείται πάντα από τον θάνατο, ο Κατσαρός επιχειρεί να δομήσει και να φτιάξει μια ποιητική σύνθεση με όρους ποιητικούς, γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι κατά την ποιητική σύνθεση θα επιτύχει κάποιος, δοκιμάζει λοιπόν αρκετά επιτυχημένα να ασχοληθεί με ένα ζήτημα το οποίο μοιάζει τόσο κοντινό μα και τόσο μακρινό στις μέρες μας, παρότι είμαστε κυκλωμένοι από τον θάνατο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά μην θεωρήσετε ότι κατηγορώ τον ποιητή για απολιτική στάση. Κάθε άλλο. Θα έλεγα ότι η μεταφυσική του αναζήτηση ή οι αναζητήσεις του οι μεταφυσικές διαθέτουν κάτι το μεταπολιτικό δηλ. τελικά κάθε εποχή ανεξάρτητα από κοινές βεβαιότητες ή αντιλήψεις και κάθε κοινωνική ομάδα που αναπτύσσει τη δική της κοσμοθεωρία καταλήγει να καταπιάνεται με ένα ουσιαστικό ζήτημα. Αυτό το κατανοεί ο ποιητής και από το σημείο αναφοράς καταγράφει ή ξετυλίγει τη σκέψη του. Κατά πόσο δηλ. αυτό το οποίο ονομάζουμε ζωή ανταποκρίνεται στον όρο, στον ορισμό που της έχουμε δώσει και κατά πόσο αρνούμαστε να συνεχίσουμε ή επιμένουμε να μην δεχόμαστε ως κάτι φυσικό τον θάνατο. Υπό αυτή την έννοια το Cabaret Voltaire συνομιλεί με το προηγούμενο βιβλίο του Αχιλλέα Κατσαρού, Οδός Βράχων ανατολικά, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2015. Εάν στο Οδός Βράχων ανατολικά κυριαρχούσε η πατρική μορφή και ήταν ένα είδους μνημόσυνου, αυτό ίσως αποτέλεσε την αφορμή για τον ποιητή να γράψει για τον θάνατο με εντελώς αντίθετο τρόπο απ’ όσο γνωρίζουμε γενικότερα μέχρι τώρα. Ο θάνατος στον Κατσαρό δεν έχει καμία ησυχία, καμία σιωπή. Τα πάντα είναι ζωντανά και σε διαρκή κίνηση. Σκέφτομαι λοιπόν, και θα το κατέθετα ως ερώτηση στον ποιητή, ότι το Cabaret Voltaire δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η φυσική απόληξη εκείνου του πυρετώδους γιατί υπάρχει κάτι το πυρετώδες στο Οδός Βράχων ανατολικά σε σχέση με το θλιβερό γεγονός της απώλειας του πατέρα. Αυτό που ξεχώριζε εκείνο το βιβλίο, δεν είμαι σε θέση να έχω τέτοια εμπειρία και δεν ξέρω πώς μπορεί να νιώθει κανείς που χάνει τον γεννήτορά του, εδώ να σημειώσω ότι θα κριθεί και αυτό στον χρόνο, ήταν απαλλαγμένο από μια ασθένεια της εποχής σύμφωνα με την οποία ασπρίζουν τα γένια μας και παραμένουμε ανήλικοι δηλ. αρνούμενοι τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων ή αν θέλετε ότι προτιμάμε να είμαστε γιοι παρά πατέρες. Αν λοιπόν στο Οδός Βράχων ανατολικά υπάρχει μια πατρική φιγούρα που οδεύει μακριά από τα εγκόσμια, έρχεται η τρυφερότητα των στίχων της σύνθεσης να κάνει αυτό το ταξίδι που για πολλούς μοιάζει μακάβριο και καθόλου φυσικό, να το κάνει εντελώς ανθρώπινο και εντελώς λογικό. Στο Cabaret Voltaire υπάρχει στοχαστικός λόγος, ο ποιητής προσπαθεί να τεκμηριώσει ή να καταστήσει κατανοητό αυτό που ειπώθηκε μόλις παραπάνω, και μας διαφεύγει ενδεχομένως σε κάθε εποχή, το νόημα της ζωής. Αυτό είναι το αέναο ερώτημα. Και νομίζω πως ο καταληκτικός στίχος του Cabaret Voltaire «Υπάρχει άνθρωπος μετά το τέλος του ανθρώπου;» είναι που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο κάθε λέξη που προηγήθηκε.   
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA