Παρουσίαση: Γιώργου Λίλλη, "Ο άνθρωπος τανκ", στις 25 Ιανουαρίου και ώρα 21:30 στο Polis Art Cafe, Πεσματζόγλου 5, Αίθριο Στοάς Βιβλίου, Αθήνα

Τα "Λίγα σύκα απ' τα γαϊδουράγκαθα" της Edna St. Vincent Millay στις κατακτήσεις του Κοσμά Βίδου για το 2017, στο τελευταίο ΒΗΜΑgazino του έτους.

Η Αγγελική Λάλου γράφει στο Fractal για το "Ντάλιτ" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Εύας Σπαθάρα

Η Γιώτα Κωνσταντινίδη γράφει στο parallaximag.gr για τη "Βεγγέρα" της Μαργαρίτας Νταλακμάνη

"Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν", του Φάνη Παπαγεωργίου

"Ο τελευταίος αριθμός" του Βάιου Κουτριντζέ, στην εφημερίδα "Ελευθερία"

"Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ" του Κώστα Κουτρουμπάκη, Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου


Στροφές στο πέλαγος

Αν η άγκυρα είναι κόκκινη
είναι γιατί κάθεται αποφασισμένη
στη θέση της
μέχρι
να ιππεύσει
την χαίτη των φυκιών
να ψηλαφήσει
τις γεωμετρίες του εδάφους
να ξεκινήσει το σκάψιμο
ίδια με μεταλλικό τυφλοπόντικα
όταν σέρνει μαζί του τη φαμίλια του
ή τα υπάρχοντα του

Αν η άγκυρα είναι κόκκινη
είναι γιατί έχει κι αυτή φωνή
όταν υψώνεται σαν δίσκος
μέσα στα όνειρα
φορτωμένος με τα καλοκαιρινά ενδιαιτήματα
φορτωμένος με τις όψεις ενός τόπου
και τις 80.000 αστραπές του

Αν η άγκυρα είναι κόκκινη
είναι γιατί συγκεντρώνει τον ήλιο
πριν μετασχηματιστεί σε κουτάλι
ή άλλο σύνεργο
για να τινάξει όσα θητεύουν
από κάτω της
στα ρετιρέ ή στα υπόγεια

Είναι γιατί προτιμάει να στέκει
στο λαιμό της θάλασσας
εκεί που μπλέκονται τα άστρα σαν αγκώνες
αλύγιστη
μισή προτεστάντης και
μισή ιππότης

παύοντας πια να ανά-συγκροτεί
τόπους εύηχους
τόπους όμορφους

ξεχνούσε
καθώς
ναυαγούσε





Καρτ-ποστάλ του κάθε τόπου

Είμαστε το άθροισμα των οστών μας
ένα μαχαίρι θαμμένο στο χώμα
μια νάρκη στα ανοιχτά
το αφημένο κόκκαλο
περιμένοντας κάποιο σκύλο
ένας ήλιος κρυμμένος
κάτω από κάποιο τραπέζι
ένα δάκρυ στη μύτη μιας βελόνας
ένα σμάρι μύγες φιλοτεχνημένο σε κοπάδι
το νερό που αναλύεται στη θάλασσα
τόποι σε ενότητες

Στον τόπο του
κατέρρεαν τα γίδια
και λύνονταν τα χελιδόνια.
Κάθε πρωί
σκαρφιζόταν μια κηδεία
στην σχισμή
μεταξύ ουρανού και θάλασσας
περιφέροντας διαμάντια
οριζόντια στο επίπεδο

Σκάλιζε κάποιον άλλο τόπο
στα κενά και τα διαλείμματα
των καλωδίων
στη σιγαλιά των ανεμιστήρων τσέπης
σε ασπόνδυλες στιγμές
στη μηχανική ακρίβεια του κύματος
και στο σκοτάδι
του ενός τόπου και του άλλου
όπου όλοι μοιάζουν ίδιοι

εκείνον δηλαδή,
που λέγαμε πατρίδα

καθώς καβαλούσαμε
τον ουρανό





ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA