Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
 Tο παράλογο ως λογική

 εκδ Μίνθη, Ιωάννινα 2016

Υπάρχουν άνθρωποι που γνωρίζουν περισσότερα πράγματα από εμένα για την ποίηση, ίσως να γνωρίζουν περισσότερα και για την ποίηση του Κατσαρού. Δεν είμαι καν συστηματικός αναγνώστης ποίησης, με την πεζογραφία ασχολούμαι αλλά αυτός είναι κατά τη γνώμη μου ο μόνος λόγος που πρέπει κανείς να μιλά σε μια παρουσίαση ενός ποιητικού έργου, δηλαδή ας μιλήσουν οι στίχοι, αρκετά συζητάμε πια, περισσότερο απ’ όσο διαβάζουμε. Πρόκειται για το τέταρτο ποιητικό βιβλίο του Αχιλλέα Κατσαρού με τον τίτλο Cabaret Voltaire. Ως προς τη δομή έχουμε μια σειριακή διαδρομή, όλα είναι σαφή, η σύνθεση χωρίζεται σε τρία μέρη και κάθε μέρος αφορά μια ημέρα. Μια ημέρα που, αφού το θέμα του βιβλίου είναι ο θάνατος, χωρίζεται ως εξής: H πρώτη ημέρα είναι αυτό που θα ονομάζαμε εγκόσμια ή αυτό που ένας θιασώτης του χριστιανισμού ή ένας θεολόγος θα αποκαλούσε προετοιμασία προς τον θάνατο. Η δεύτερη ημέρα που όπως τουλάχιστον ο ίδιος ο ποιητής φροντίζει να μας ενημερώσει και μου αρέσει πάρα πολύ, ίσως το κομμάτι που μου αρέσει περισσότερο, κατά τα λόγια του είναι μια παρατήρηση των εγκοσμίων στον τόπο των κεκοιμημένων ή τι θα μπορούσε να ειπωθεί για τον θάνατο την ώρα που τον μελετάς στον φυσικό του χώρο. Το καταθέτω ως κάτι ιδιαίτερο στη συλλογή το οποίο χρήζει ξεχωριστής μελέτης. Είναι ένα τμήμα της ποιητικής συλλογής αυτό στο οποίο ο Κατσαρός συνομιλεί και με άλλους δημιουργούς. Θα καλέσει τον Μπρετόν, θα καλέσει τον Δενέγρη, ένας στίχος υπονοεί τον Καζαντζάκη με τον Τελευταίο Πειρασμό και θα έλεγα ότι είναι η πιο εξωστρεφής περίοδος αυτής της σύνθεσης. 
Η τρίτη ωστόσο ημέρα και καταληκτικό κομμάτι του βιβλίου ανήκει λιγότερο στον θάνατο από ό,τι θα ήθελε ίσως ο ποιητής να μας κάνει να πιστέψουμε. Κατά κάποιο τρόπο γίνεται και εκείνος ακόλουθος του θέματός του δηλ. του θανάτου. Θαρρώ πως αυτό είναι, αν μου επιτραπεί η έκφραση, το πιο ζουμερό, καίριο, το πιο καλά οργανωμένο, το πιο καλά αποδομένο κομμάτι αυτής της σύνθεσης. Ωστόσο, και θα μοιραστώ τον προβληματισμό μου μαζί σας, αναρωτιέμαι ποιοι είναι εκείνοι οι μηχανισμοί που σε μέρες σαν τις δικές μας, περιόδους σαν τις δικές μας, που είναι πολύ πυκνές ιστορικά, τα γεγονότα τρέχουν, είναι έντονα μεταβατική περίοδος όπως λένε οι ιστορικοί, ποιοι είναι λοιπόν οι μηχανισμοί που καθιστούν ικανό έναν άνθρωπο είτε ασκεί την ποιητική τέχνη είτε όχι να απομακρύνεται κατά κάποιο τρόπο από όσα μοιάζουνε κοινά, να απομακρύνεται αν θέλετε από τις συλλογικότητες και να επιμένει να καταπιάνεται με ένα ζήτημα το οποίο αιώνες τώρα ασφαλώς και είναι ένα από τα σημαντικότερα, είναι ένα οντολογικό ζήτημα ο θάνατος και η ζωή μετά. Αντί λοιπόν να καταφύγει κανείς σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα ρουφά από τον ρεαλισμό μας, τον ρεαλισμό τους είδους μας και τον ρεαλισμό της ζωής η οποία ακολουθείται πάντα από τον θάνατο, ο Κατσαρός επιχειρεί να δομήσει και να φτιάξει μια ποιητική σύνθεση με όρους ποιητικούς, γιατί δεν είναι απαραίτητο ότι κατά την ποιητική σύνθεση θα επιτύχει κάποιος, δοκιμάζει λοιπόν αρκετά επιτυχημένα να ασχοληθεί με ένα ζήτημα το οποίο μοιάζει τόσο κοντινό μα και τόσο μακρινό στις μέρες μας, παρότι είμαστε κυκλωμένοι από τον θάνατο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά μην θεωρήσετε ότι κατηγορώ τον ποιητή για απολιτική στάση. Κάθε άλλο. Θα έλεγα ότι η μεταφυσική του αναζήτηση ή οι αναζητήσεις του οι μεταφυσικές διαθέτουν κάτι το μεταπολιτικό δηλ. τελικά κάθε εποχή ανεξάρτητα από κοινές βεβαιότητες ή αντιλήψεις και κάθε κοινωνική ομάδα που αναπτύσσει τη δική της κοσμοθεωρία καταλήγει να καταπιάνεται με ένα ουσιαστικό ζήτημα. Αυτό το κατανοεί ο ποιητής και από το σημείο αναφοράς καταγράφει ή ξετυλίγει τη σκέψη του. Κατά πόσο δηλ. αυτό το οποίο ονομάζουμε ζωή ανταποκρίνεται στον όρο, στον ορισμό που της έχουμε δώσει και κατά πόσο αρνούμαστε να συνεχίσουμε ή επιμένουμε να μην δεχόμαστε ως κάτι φυσικό τον θάνατο. Υπό αυτή την έννοια το Cabaret Voltaire συνομιλεί με το προηγούμενο βιβλίο του Αχιλλέα Κατσαρού, Οδός Βράχων ανατολικά, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2015. Εάν στο Οδός Βράχων ανατολικά κυριαρχούσε η πατρική μορφή και ήταν ένα είδους μνημόσυνου, αυτό ίσως αποτέλεσε την αφορμή για τον ποιητή να γράψει για τον θάνατο με εντελώς αντίθετο τρόπο απ’ όσο γνωρίζουμε γενικότερα μέχρι τώρα. Ο θάνατος στον Κατσαρό δεν έχει καμία ησυχία, καμία σιωπή. Τα πάντα είναι ζωντανά και σε διαρκή κίνηση. Σκέφτομαι λοιπόν, και θα το κατέθετα ως ερώτηση στον ποιητή, ότι το Cabaret Voltaire δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο η φυσική απόληξη εκείνου του πυρετώδους γιατί υπάρχει κάτι το πυρετώδες στο Οδός Βράχων ανατολικά σε σχέση με το θλιβερό γεγονός της απώλειας του πατέρα. Αυτό που ξεχώριζε εκείνο το βιβλίο, δεν είμαι σε θέση να έχω τέτοια εμπειρία και δεν ξέρω πώς μπορεί να νιώθει κανείς που χάνει τον γεννήτορά του, εδώ να σημειώσω ότι θα κριθεί και αυτό στον χρόνο, ήταν απαλλαγμένο από μια ασθένεια της εποχής σύμφωνα με την οποία ασπρίζουν τα γένια μας και παραμένουμε ανήλικοι δηλ. αρνούμενοι τη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων ή αν θέλετε ότι προτιμάμε να είμαστε γιοι παρά πατέρες. Αν λοιπόν στο Οδός Βράχων ανατολικά υπάρχει μια πατρική φιγούρα που οδεύει μακριά από τα εγκόσμια, έρχεται η τρυφερότητα των στίχων της σύνθεσης να κάνει αυτό το ταξίδι που για πολλούς μοιάζει μακάβριο και καθόλου φυσικό, να το κάνει εντελώς ανθρώπινο και εντελώς λογικό. Στο Cabaret Voltaire υπάρχει στοχαστικός λόγος, ο ποιητής προσπαθεί να τεκμηριώσει ή να καταστήσει κατανοητό αυτό που ειπώθηκε μόλις παραπάνω, και μας διαφεύγει ενδεχομένως σε κάθε εποχή, το νόημα της ζωής. Αυτό είναι το αέναο ερώτημα. Και νομίζω πως ο καταληκτικός στίχος του Cabaret Voltaire «Υπάρχει άνθρωπος μετά το τέλος του ανθρώπου;» είναι που νομιμοποιεί κατά κάποιο τρόπο κάθε λέξη που προηγήθηκε.   


Το πρόβλημα των λογοτεχνικών γενεών
-Μια προσέγγιση της κριτικής που ασχολείται με τις λογοτεχνικές γενεές-

Η κατανομή των ποιητών στο πλαίσιο των λογοτεχνικών γενεών καταλήγει, σε κάποιες περιπτώσεις, να μετατρέπεται σε μια διαδικασία άχαρη, ανακριβή, καθώς και ενίοτε, παρουσιάζει υστερόβουλα χαρακτηριστικά. Τέτοια χαρακτηριστικά έχουν εκδηλωθεί κυρίως μέσω λογοκρισιών και περιθωριοποιήσεων (σ.σ. αρκεί να θυμηθούμε μερικές κραυγαλέες περιπτώσεις όπως εκείνη του Κ. Καρυωτάκη, εκπροσώπου της γενιάς του ’20, του Μ. Κατσαρού, εκπροσώπου της 1ης μεταπολεμικής γενιάς, του Γ. Υφαντή, εκπροσώπου της γενιάς του ’70 και άλλων).

Σε θεωρητικό επίπεδο, το κράτος, οι κριτικοί και οι συγγραφείς, οι οποίοι συμπράττουν σε τέτοιες διαδικασίες φιλολογικής ταξινόμησης, το πράττουν έχοντας ως γνώμονα τις ανάγκες των αναγνωστών και της παιδείας, ως θεσμοποιημένη μορφή. Από τη β’ μεταπολεμική γενιά και μετά παρουσιάζεται έκδηλη η σύγχυση ως προς την ταξινόμηση πολλών ποιητών, καθώς αρκετοί γίνονται «αόρατοι» στα μάτια της κριτικογραφίας, ενώ άλλοι (οι πιο τυχεροί) εντοπίζουν τον εαυτό τους, πότε στη β΄ μεταπολεμική γενιά και πότε στη γενιά του ’70. Αυτή η διαδικασία ταξινόμησης συνεχίζεται μέχρι και τη γενιά του ’80, αποκαλούμενη και ως γενιά του «ιδιωτικού οράματος». Φαινόμενα που παρουσιάστηκαν, όπως ανθολογήσεις οι οποίες περιελάμβαναν ελάχιστους ποιητές, ή η υπερ-προβολή, στον τύπο, κάποιων ποιητών της γενιάς του ’80 έναντι άλλων (σε κάποιες περιπτώσεις ιδιαίτερα δημοφιλών στο αναγνωστικό κοινό), δημιούργησε «χάσμα» μεταξύ της κριτικογραφίας και του αναγνωστικού κοινού. Επισημαίνεται η αποστροφή εκπροσώπων της γενιάς του ’80, στον παρόντα χρόνο, για την συμπερίληψή τους σε αυτήν. Ως λόγοι για αυτή την αποστροφή, πιθανολογούνται, τα επίπλαστα «χαρακτηριστικά» που προσδόθηκαν στη γενιά του ’80 τα οποία δεν αφορούσαν το έργο σημαντικών ποιητών που ανήκουν χρονολογικά σε αυτήν. Μετά την αναποτελεσματική προσπάθεια ταξινόμησης της γενιάς του ’80, η κριτικογραφία αποστασιοποιήθηκε, επιλέγοντας, τη μη κατανομή των ποιητών του ’90 στο πλαίσιο μιας λογοτεχνικής γενιάς με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διευκολύνοντας, εν τέλει, τη διαδικασία επανακαθορισμού των σχέσεων των ποιητών αυτών με το αναγνωστικό κοινό.

Η «γενιά του μηδενός» (ποιητές που πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία ’00-’10) ανεφέρθη και κατεγράφη, ως όρος, στο 10ο πανελλήνιο συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρίας Ελλάδος (4-6/11/2016) και στο 6ο συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων (23-25/6/2017) από τον γράφοντα. Στο συνέδριο των Ιωαννίνων αναφέρθηκε πως: «...αν και κρίνεται πως είναι πολύ νωρίς ακόμη για να υπάρξουν απόλυτα έγκυρες αναφορές για τους ποιητές οι οποίοι παρουσιάστηκαν στα γράμματα από το έτος 2000 και μετά, πάραυτα, αξίζει να σημειωθεί πως έχει ήδη παρατηρηθεί στο υποκείμενο ένα σημαντικό έλλειμμα αναφορών στις προηγούμενες λογοτεχνικές γενεές. Όπως σημειώνει ο Γ. Μπλάνας στην εισαγωγή της ανθολογίας «30 έως 30, ένα τοπίο της νέας ποίησης»: « οι περισσότεροι ή όλοι, στα περισσότερα κείμενά τους, δεν αναφέρονται σε τίποτα προηγούμενο, δεν χρησιμοποιούν τίποτα με αναγνωρίσιμο τρόπο... θεωρώ προφανές το γεγονός πως οι ποιητές μας προτίθενται να παραμείνουν πάση θυσία οι εαυτοί τους…». Οι διεργασίες που πραγματοποιούνται στο παρόν δημιουργούν, αν όχι κάτι παραπάνω, την αίσθηση μιας καινούργιας αρχής. Γεγονός το οποίο σε συσχετισμό με την χρονολογική συγκυρία μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε, τουλάχιστον για ευκολία, τον όρο: «γενιά του μηδενός» όταν αναφερόμαστε στους ποιητές που παρουσιάστηκαν από το έτος 2000 έως και το 2010. Αν αυτή η αρχή δύναται να θέσει τα θεμέλια για τον επαναπροσδιορισμό των ηθικών αξιών και την συνεπή εκπροσώπησή τους από τους νέους ποιητές, τόσο μέσα από τα έργα τους όσο και με την γενικότερη στάση τους απέναντι στις υπάρχουσες προκλήσεις, απομένει να το δούμε» (Κουτούβελας, 2016, 10ο πανελλήνιο συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρίας Ελλάδος).

Σήμερα, οι ποιητές του ’90 και οι ποιητές της γενιάς του «μηδενός», επιχειρούν, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο τον επαναπροσδιορισμό των μεθόδων επικοινωνίας της δικής τους δουλειάς, αλλά και της εν γένει λογοτεχνίας με το αναγνωστικό κοινό. Το μόνο σίγουρο για την επιτυχή έκβαση ενός τέτοιου σπουδαίου και δύσκολου εγχειρήματος είναι η ανάγκη ισότιμης προβολής όλων εκείνων των λογοτεχνικών «φωνών» οι οποίες έχουν ήδη βρει ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό. Η επιλεκτική υπέρ-προβολή ορισμένων, ακόμη κι αν είναι ανυστερόβουλη, οδηγεί μοιραία στα σκοτεινά και κακοτράχαλα μονοπάτια του παρελθόντος, όπως αυτά συνοψίστηκαν παραπάνω.

Ο πυρήνας της σκέψης, της «γενιάς του μηδενός», εντοπίζεται στους δρόμους της κοινωνικής λογοτεχνίας όπως αυτή «συστήθηκε» στον τόπο μας, κυρίως, μέσω της 1ης μεταπολεμικής γενιάς και της γενιάς του ’70. Όμως, η νέα κοινωνική λογοτεχνία φέρει τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά. 

Η κοινωνική γραφή της 1ης μεταπολεμικής γενιάς χαρακτηρίζεται από την προσμονή της ολοκλήρωσης του κοινωνικού οράματος του υπαρκτού σοσιαλισμού, ενώ η κοινωνική γραφή της γενιάς του ’70 έχει ως εφαλτήριο τη διάψευση αυτού του οράματος. Η κοινωνική γραφή της γενιάς του ’00, διατηρώντας τις ιστορικές της καταβολές, επιλέγει τον ελεύθερο λόγο. Επιλέγει να μιλάει για τον έρωτα, για τον θάνατο, επιλέγει να συνδιαλέγεται με τις πλέον σκοτεινές πτυχές της ιστορίας. Αλλά η σημαντικότερη επιλογή που γίνεται από πολλούς εκπροσώπους της γενιάς αυτής, είναι, να διατηρούν το δικαίωμα της όποιας επιλογής, πράξη, που οδηγεί στην πολιτική σκέψη και θεμελιώνει τις προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής γραφής.




ΒΙΤΡΙΝΑ

Θα ’ναι περίπου δυο χρόνια
που έχει να πατήσει το πόδι του πελάτης
σε αυτή την τρύπα.

Επένδυσα όλο το συναίσθημα
σε ακριβές αγάπες,
σπάνιους έρωτες
και σε κομμάτια μοναξιάς
εισαγωγής.

Τώρα.
Άλλα σαπίζουν στο πατάρι
και άλλα πνιγήκανε στη σκόνη.

Ο υπάλληλος,
προτίμησε να κρεμαστεί στην αποθήκη.

Και όσο για την βιτρίνα, το καμάρι μου,
δεξιά οι εντάσεις, αριστερά το μέτρο,
οι στίχοι λίγο πιο μπροστά
και κάπου ανάμεσα και κάποιο νόημα
να παίζει.

Κλείστο φίλε.
Οι δάσκαλοι και οι σπουδαίοι δεν κοντοστέκονται,
ούτε οι σοφοί.

Και οι ταραξίες,
δεν χαραμίζουν πέτρα να σε σπάσουν.

 ***

ΠΑΛΤΟ
 
Και κάθε μέρα
που άνοιγα την ντουλάπα
να διαλέξω,
έβλεπα κρεμασμένο ένα παλτό.
[..το πρώτο που αγόρασα στο γούστο μου..]

Έστεκε σε μιαν άκρη εκτός μόδας
έχοντας ξεπληρώσει καταδίκες μου.
Το φόραγα παλιά,
πάνω απ΄την κάθε μέρα
και η αλήθεια ήταν πως τη ζέσταινε.

Οι μέρες που πρόδιδα τις επιθυμίες μου
περνούσαν την αγχόνη απ΄τον γιακά,
όπως αρμόζει στους φονιάδες
κάποιου έρωτα
και τους φαιδρούς του συναισθήματος τους κλέφτες.

Όπως μετρούσα τα κουμπιά
που πλέον λείπουν,
το φόρεσα στερνή φορά
του εαυτού μου.

Χωρίς καθρέφτη,
είδα αυτό το τέλος το άδικο.
Τον θάνατο μετ’ εξευτελισμού
της πιο ωραίας αθωότητας
που έζησα.

Ας είναι…
Τώρα δεν θα ξαναφορέσω το παλτό.
Και ήταν κρίμα
τόσο για την αθωότητα.
και άλλο τόσο για τα λόγια που περάσανε
 
Που ντράπηκα τότε να σου τα πω
και τα άφησα θαμμένα μες τις τσέπες.

 

 

εκδ. Γαβριηλίδης

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η μουσική αυτή βαθαίνει
τη μυστική μας νύχτα.
Οι ειδήσεις λένε
κάπου μακριά γίνεται πόλεμος
ένας πλανήτης συστέλλεται
εκρήξεις σωματιδίων
τ’ αστέρια δε ζούνε πια, το φως τους
ζει ακόμα, αλλά κι αυτό θα πεθάνει.

Είπες: «πώς περνάς τα βράδια σου;»
και είπα: «τα συνηθισμένα».
Σε ακολούθησα στο μοτέλ
με τα χρωματιστά φωτάκια
που αναβόσβηναν, σα να μετρούσαν
τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών.

Παράξενα ηχούν όλα που
υπάρχουν
σα να ’χουν έρθει από μια χώρα
άγνωστη,
που δεν την ξέρουνε, ή που έχουνε
ξεχάσει.



ΚΑΤΙ ΥΠΑΚΟΥΟ ΣΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ

Νυχτώνει· τ’ αστέρια σαν αιχμές
αστράφτουν τον κίνδυνο.

Κλειστά· οι σκεπές
κατηφορίζουν· συντρίβονται
– δε βαριέσαι.

Είπα ότι η νύχτα θ’ απαλύνει
– αλλά πώς.

Πάντα ο πόνος φέγγει
με κάποιον τρόπο.

Σπασμένο κρύσταλλο το φως
εισχωρεί μέσα μου.





Μελλοθάνατοι

Αυτοβούλως δέσανε τα χέρια και τα πόδια τους
με αλυσίδες βαριές στο άρμα
το δαφνοστεφές
Πώς να περπατήσουν;
Πώς να τρέξουν;
Πώς να βρουν ρυθμό;
Τους βλέπεις που μπαίνουν στην αρένα
τους σέρνει το άρμα
Μερικοί πέφτουν
Σιωπή
και μετά πάλι ζητωκραυγές

Τόσοι και τόσοι
ούτε στης επανάστασης
ούτε στου έρωτα
ούτε στης πόλης
Πίσω από τον Καβάφη,
τον Ελύτη, τον Σαχτούρη,
στριμώχνονται
να απαγγείλουν ένα στίχο
να παραπέμψουν σ’ ένα όνομα
των βασιλέων
οι σκλάβοι που λογίζονταν κληρονόμοι




Σχοινάκι

Μάτια
Κλάματα κύματα
Δέρμα
ομίχλη στη θάλασσα
χάδια
Στόμα
βροχή στο χώμα
Δόντια
βράχια και γλάροι
Ψυχή
άμπωτη και παλίρροια
Άμποτε
Ελάτε τρώμε!


Damnatio memoriae

Τότε προσκάλεσε τη Λήθη
Εκείνη τον πήρε αγκαλιά
και τον βύζαξε
Και όσο ρουφούσε από το βυζί της
χανόταν
Πρώτα τα πόδια
μετά τα χέρια
μετά ο κορμός
Έμεινε ένα στόμα στο τέλος
Και πριν χαθεί κι αυτό
τη δάγκωσε
Έτρεξε μια σταγόνα αίμα
Μία
Σε άλλες εποχές θα έπεφτε στο χώμα
και θα φύτρωνε κόκκινο ρόδο
Τώρα μαζεύτηκαν οι μύγες στον καναπέ

Το πίο

«Δεν είσαι πουθενά»
Ναι, δεν ήταν
Αυτός
ή
Εκείνη
ένας γυμνός
όμως
ώμος
ίσως
Παντού
ανάμεσα
Πότε;
Ευτυχώς
Άρα υπάρχεις
Πότε;
Υπάρχεις
Πότε;
Όλα
Ποτέ
Φίλα
Πότε πότε
Φύλα
Φύλλα
Φύγα
με
Έλα
στη
κα
τρι
φε
τσα
λα
σα
εις θάλασσα μίαν.  






A NIGHT THOUGHT


Lo! where the Moon along the sky
Sails with her happy destiny;
Oft is she hid from mortal eye
Or dimly seen,
But when the clouds asunder fly
How bright her mien!

Far different we--a froward race,
Thousands though rich in Fortune's grace
With cherished sullenness of pace
Their way pursue,
Ingrates who wear a smileless face
The whole year through.

If kindred humours e'er would make
My spirit droop for drooping's sake,
From Fancy following in thy wake,
Bright ship of heaven!
A counter impulse let me take
And be forgiven.




ΜΙΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ  ΣΚΕΨΗ

Λοιπόν! Όπου η Σελήνη κατά μήκος του ουρανού
Πλέει με το ευτυχισμένο πεπρωμένο της.
Είναι κρυμμένη από το θνητό μάτι
Ή ελάχιστα ορατή,
Αλλά όταν πετούν τα σύννεφα
Πόσο φωτεινό είναι το σχήμα της!

Πολύ διαφορετικοί εμείς - μια φυλή αγενής,
Χιλιάδες όμως πλούσιοι στην εύνοια της τύχης
Με λατρευτική θολερότητα του ρυθμού
Ο τρόπος τους επιδιώκει,
Aχάριστοι να φορούν ένα πρόσωπο χωρίς χαμόγελο
Ολόκληρο το χρόνο.

Εάν οι συγγενείς κάνουν ποτέ αστεία
Το πνεύμα μου έπεσε για χάρη της πτώσης,
Από το ν’ακολουθώ με ακρίβεια το ξύπνημα,
Φωτεινό πλοίο του ουρανού!
Με αυτοσυγκράτηση επιτρέψτε μου να πάρω
Και να συγχωρεθώ.










Ανάποδα περπατούσε, τον σκουντούσαν, πού πας εσύ, λάθος πας, από 'δω παν' κι άλλοι τους απαντούσε, βρε χωρατατζής ο άτιμος, γελούσαν οι διαβάτες οι προς τα μπρος που βάδιζαν, οι κανονικά που πήγαιναν, γελούσαν, ξεχνούσαν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Δεν είχε ο χρόνος τέλος, αρχή δεν είχε ο κόσμος, έπαιρνε το δρόμο του, ίσια πίσω πήγαινε, όσο πήγαινε, αραίωνε το πλήθος, αλλάζαν οι καιροί, η όψη των ανθρώπων άλλη, αλλιώς κι η γη, κι οι θεοί, άλλοι θεοί παράξενα τον κοίταγαν, ξένε, τι ήρθες εδώ και τι γυρεύεις, στάσου πώς είναι τώρα οι θεοί, πώς είναι ο κόσμος, στέκονταν ακίνητοι, νεκροί, πού να τον πιάσουν, έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Ούτε διψούσε, ούτε πεινούσε, ούτε γυναίκα γύρευε, σε ενα λιοπύρι έφτασε, τι ζητάς εδώ, εδώ ιδρώνει η πέτρα, είπε το σύννεφο, να στίψω νερό να σε δροσίσω, όχι, χάσου απ' το δρόμο μου, να πάω πίσω θέλω, αντιμίλησε αυτός, ούτε το χέρι έβαλε αντήλιο, ούτε τα χείλη του έγλειψε, να σε σκεπασω μια σκιά σε έφαγε ο ήλιος, μην με αργείς, σκυφτός μουρμούρισε, να σε πλύνω μόνο, η σκόνη το πετσί σου έγινε, μια φορά να σε πλύνω κι ύστερα φύγε, πίσω πήγαινε.

Γδύθηκε, γδύθηκε στο στοιχειό, αυτό δεν ήταν σύννεφο, δεν ήταν του ουρανού αφράτα μαξιλάρια, γυναίκα ήταν που τον πόθησε, στα πέλματά του ρίζωσε χώμα με σπόρο ιερό, μα αυτός το πάτησε, στα χέρια του τυλίχτηκε αμπέλια από αρχαίο τρυγητό, μα αυτός δεν γεύτηκε, στο στήθος του απλώθηκε και μπλέχτηκε στις τρίχες του ανάμεσα χρυσός αέρας ορυκτός, μα αυτός τον τίναξε κι έφευγε αυτός, πίσω πήγαινε.

Τώρα τον ένιβε, τον μαύλιζε, τον έραινε, τον ζάλιζε, τον χάιδευε, τον ράγισε, άνοιξε στα δυο, χύθηκε το σπέρμα του στο υγραμένο χώμα, τα πόδια του βουλιάζανε, έπιασαν ρίζα, βλάστησαν τα σωθικά του, κλώνεψε, κάρπισε, παίδιωσε, μεγάλωσαν τα παιδιά του, πέσανε απ' τα κλαδιά του, έφυγαν πίσω πήγαιναν.

Μαζί σας πάρτε με, συντρόφοι και σπορά μου, βγάλτε με από της γης το βάθεμα, ανάποδα να περπατώ, μαζί σας να πηγαίνω, σώστε με από το νέκρωμα του χρόνου, μα αυτά ξεμάκραιναν, ίσια πίσω πήγαιναν, δε στάθηκαν, άγαλμα με κομμένα πόδια αυτός και το στοιχειό τον έλουζε βροχές, τον έπλενε, ώσπου μια χούφτα χώμα έγινε ίδιος άνθρωπος.


φωτογραφία: Πέτρος Μπιρμπίλης
 Πέτρος Μπιρμπίλης
Θεία Πρόνοια

Ήταν ένα ζεστό καλοκαίρι. Όλοι είχαν φύγει για διακοπές. Όλοι εκτός από εκείνον. Μόνος του είχε ξεμείνει στην πόλη. Αύγουστος ο μήνας. Οι δρόμοι άδειοι, άδειος κι αυτός μέσα του. Στεναχωριόταν, δεν τα 'χε υπολογίσει έτσι. Όμως κάτι το ένα κάτι το άλλο, οι αναποδιές πολλές, πάνε οι διακοπές
 
Με παράπονο κοιτούσε τον ουρανό, ξαπλωμένος στο στρώμα που είχε βγάλει στη βεράντα μπας και νικήσει τον καύσωνα, όταν τα αυτιά του τα χάιδεψε ένα θρόισμα. Ένιωσε να τον τυλίγει μια παράξενη αύρα, ένα αεράκι. Δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς και γιατί, δεν ασχολιόταν με τέτοια, αλλά το μυαλό του πήγε από μόνο του σε κάτι άλλο, σε κάτι πέρα από αυτόν τον κόσμο, σε μια δύναμη μακριά απ' την λογική. Χωρίς να το κατανοεί, αλλά με τη σιγουριά μέσα του, κατάλαβε ότι ήταν το πνεύμα του καλοκαιριού αυτό το αεράκι. Το θρόισμα ήταν το κάλεσμά του, ο τρόπος που τον παρακινούσε να το ακολουθήσει. Τα 'χασε. Από πού ερχόταν; Ποιος το είχε στείλει, κι αν αποφάσιζε να το ακολουθήσει πού θα τον πήγαινε; Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από 'κει, το μυαλό του δεν τον βοηθούσε, μόνο σύγχυση του έφερνε, έτσι είπε να ακολουθήσει την καρδιά του που όσες φορές την άκουσε δεν είχε μετανιώσει. Δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα από τη στιγμή που πήρε την απόφαση. Σαν δροσερός μανδύας τον τύλιξε το αεράκι, και τον ανέβασε ψηλά, πολύ ψηλά, πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών, πάνω από τους μεγάλους δρόμους και τους σταθμούς των διοδίων.

Πετάξανε πάνω απ' τη θάλασσα, που στα λευκά της κύματα γλιστρούσαν φέρι μποτ, βαρκούλες και ιστιοπλοϊκά με τα πανιά φουσκωμένα. Περάσανε πάνω από τα χωράφια με τα χρυσαφένια σπαρτά που τα χάιδευε η λάβρα, πάνω από τις παραλίες με τις ομπρέλες και τα τροχόσπιτα. Περάσανε πάνω από δρόμους αγροτικούς κι από μαντριά με αιγοπρόβατα. Πού πήγαιναν δεν έλεγε να καταλάβει αλλά και να ρωτούσε δεν περίμενε να λάβει απάντηση. 
 
Έφτασαν κάποτε πάνω από ένα μέρος όπου τίποτα δεν υπήρχε εκτός από μια σπηλιά, κυκλωμένη από μια συστάδα δένδρων. Σε ένα από αυτά, στον κορμό του πάνω, ήταν καρφωμένη μια πινακίδα. “Θερμές πηγές- Ιαματικά λουτρά” έγραφε.

Εκεί τον ακούμπησε το αεράκι, κι ύστερα, με το ίδιο θρόισμα, όπως όταν είχε έρθει, με ένα “φφφρρ”, τον εγκατέλειψε, ίσως για να πάει κάπου αλλού, σε κάποιους άλλους που το χρειάζονταν.

Μικρή ήταν η λιμνούλα που ξεκινούσε από τη σπηλιά, σαν μεγάλη γούρνα. Τα νερά της ανέδυαν μυρουδιά άσχημη, όμως αυτό δεν έδειχνε να ενοχλεί έναν άντρα και μια γυναίκα ηλικιωμένη, που, σαν τα βατράχια, μούλιαζαν εκεί μέσα. «Μην το σκέφτεσαι, μπες» τον παρότρυνε η γυναίκα, ενώ ο άλλος, που ήταν δίπλα της και που κι αυτός τα 'χε τα χρονάκια του, γύρισε και του έριξε μια ματιά αδιάφορη. 
 
Έβγαλε τα ρούχα του και βηματάκι, βηματάκι, γλίστρησε μέσα, κοντά τους. Το κεφάλι του μόνο έμεινε απέξω. Καλά ήταν. Καλύτερα απ΄ότι φανταζόταν. Η μυρουδιά λίγο λίγο χάθηκε, και το κορμί του το ταλανισμένο από τα πέρα δώθε της και τις πληγές της πόλης, άρχισε να χαλαρώνει. Τα χέρια, τα πόδια, ο σβέρκος του που ήταν σφιχτά σαν πέτρα, ξεσφίχτηκαν, οι έγνοιες του μαλάκωσαν.

Ο άγνωστος άνδρας και η ηλικιωμένη γυναίκα, δεν του έδωσαν σημασία. Είχαν πιάσει κουβέντα, ακατάπαυστη, για πολλά και διάφορα. Θα πρέπει να ήταν ξένος κι αυτός, επισκέπτης, όμως η γυναίκα σίγουρα ήταν ντόπια, το μαρτυρούσε και η προφορά της και τα λεγόμενά της. Είχε απαντήσεις σε όλα τα σχετικά με την πηγή και τα οφέλη της, αλλά και για τα κρινάκια, που, ο άγνωστος τα είχε δει άφθονα, κάτασπρα, να ξεπετάγονται μέσα από την αμμουδιά, δίπλα στη θάλασσα. «Να, άμα πας προς τα κει, θα ιδείς, εχ' πολλά.» 
 
Χωρίς να γίνει αντιληπτός, ούτε αδιάκριτος, σε στιγμές που δεν τον κοιτούσαν γύριζε το βλέμμα του λοξά, για να παρατηρήσει καλύτερα αυτόν τον άνδρα που η παρουσία του για ένα λόγο ανεξήγητο του ήταν ενοχλητική. Κάτι του έφερνε στο μυαλό, σαν να τον ήξερε από κάπου αλλά από πού δεν θυμόταν. Είχε μια ουλή στο πρόσωπο, βαθιά, από το φρύδι μέχρι το αυτί. 
 
Φρρρρ..” ακούστηκε πάλι το αεράκι. Γύρισε το κεφάλι του προς τις φυλωσσιές και είδε δύο αγόρια, μικρά. Είχαν ξεμυτίσει πίσω απ' τα δένδρα και με τα κεφάλια τους στραμμένα προς τα πάνω κάτι παρατηρούσαν, μουτρωμένα. Ήταν ένα μπαλόνι φουσκωτό αυτό που κοίταγαν, μάλλον θα τους είχε φύγει μέσα απ' τα χέρια. Δεν κράτησε πολύ η στεναχώρια τους. Με γέλια και ξεφωνητά, σαν βολίδες, τρέχοντας, χάθηκαν πάλι πίσω απ' τα δένδρα.

Δεν ήταν να κάθεσαι πολύ εκεί μέσα. Το παραδέχτηκαν και οι άλλοι δυο. Βγήκε κι ξεκίνησε να φορά τα ρούχα του. Ακολούθησε η γυναίκα και μετά ο άνδρας, που για να καταφέρει να βγει έδωσε μάχη. Φυσούσε, ξεφυσούσε, δυσκολεύτηκε πολύ. Όταν βγήκε, τότε εξηγήθηκε ο λόγος. Το ένα απ' τα δυο του πόδια υστερούσε απ' το άλλο, ήταν κοντύτερο, με αποτέλεσμα να γέρνει στο πλάι.

Αυτή η λεπτομέρεια τον βοήθησε να θυμηθεί. Είχαν περάσει πολλά χρόνια. Θέμη τον έλεγαν, και είχε το παρατσούκλι “σακάτης”. Ήταν εκείνος ο τύπος που εξαιτίας του είχε δώσει τέλος στη ζωή της η Ρένα, η γειτόνισσά του που μεγάλωσαν μαζί στην ίδια αυλή. Το Ρενάκι. Βίος και πολιτεία άνθρωπος, αλήτης μη σου τύχει, που εκείνη, άπειρη, ορφανή από πατέρα κι από μάνα – με τη γιαγιά της μεγάλωνε- διψασμένη γι' αγάπη όπως ήταν ξελογιάστηκε μαζί του, κι ας ήταν μεγάλος για την ηλικία της, κι ας της έκανε τη ζωή κόλαση. Μέχρι ότι την πουλούσε σε άλλους είχε ακουστεί. Την άφησε κάποια μέρα, δίχως εξήγηση, δίχως σημείωμα, και ούτε έμαθαν που πήγε ούτε που τον ξαναείδαν. Έμεινε μόνη της αυτή, με ένα μωρό, καρπό του έρωτά της και καρπό της δυστυχίας της, που κάποια αρρώστια το πήρε από τη ζωή πριν προλάβει να κλείσει τα δυο του χρόνια. Δεν μπόρεσε να τα αντέξει, της πέσαν πολλά και πέρασε θηλιά στο λαιμό της. Η γειτονιά την πένθησε. Με τις δυστυχίες της είχε κερδίσει τη συμπόνια όλων.

Σκέφτηκε να του μιλήσει, να του πει κάτι, ούτε που ήξερε τι, καλό πάντως δεν θα ήταν. Μετά το μετάνιωσε. Ίσως επειδή είχε περάσει πολύς καιρός, τόσα χρόνια, ίσως επειδή από τα δένδρα ακούστηκε πάλι εκείνο το θρόισμα. «Πάω να μαζέψω κρινάκια εγώ. Γεια σας, σας χαιρετώ και τους δυο σας» γύρισε κι είπε εκείνος. «Καλά μπάνια. Και του χρόνου να μας ξανάρθετε» απάντησε η χωριάτισσα. 
 
Τους ακολούθησε με τα μάτια του και τους δυο μέχρι που χάθηκαν. Η γυναίκα πίσω απ' τα δένδρα, κι ο άνδρας, σέρνοντας το πόδι, στον δρόμο προς την παραλία.  

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τεύχους της θράκας(8) που ουσιαστικά το περιεχόμενο(μελέτες,δοκίμια και ποίηση) είναι αφιερωμένο στην καινούρια Ελληνική ποίηση, στις 24 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε εκδήλωση- συζήτηση στο βιβλιοπωλείο "επί λέξει" με θέμα "Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση".

Μίλησαν οι :
Βασίλης Λαμπρόπουλος. Καθηγητής Πανεπιστημίου
Γιάννης Μπασκόζος, Συγγραφές, Δημοσιογράφος
Θωμάς Τσαλαπάτης, ποιητής  

Οι ομιλίες:




Η συζήτηση


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA