Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
εκδ. Μανδραγόρας

Ο ΤΥΧΕΡΟΣ

Σήκω πολλοστό μου τριαντάφυλλο
δεν έχεις να φοβάσαι
εσύ φανερώνεσαι ακόμα και στην άκρη μιας τροχαλίας.

ΛΙΩΣΙΩΝ

Για το που πάτησαν τα πόδια σου
δεν προλαβαίνω να αναρωτηθώ.
Ο δρόμος μόνο ξέρει την αλήθεια.
Κι ο δρόμος δεν μιλάει.


ΧΩΡΙΣ ΘΑΥΜΑΤΑ

Ό,τι ο δυνατός αέρας είναι για τα δέντρα
είναι για εμάς ο φόβος,
μας σπρώχνει να ριζώσουμε.
Τέτοια λέμε μεσα στο πηγάδι.
Απάνω βολεύουν τις πληγές όπως-όπως
και ζούνε μια ήσυχη ζωή
χωρίς θαύματα.
Dimitris Troaditis – artwork by Rodanthi Kollia Rizou

1

Ανδριάντες του παρελθοντος
τεράστιοι, επιβλητικοί
σ' ατέλειωτες ιστορικές σελίδες
στημένοι σ' επιτηρούμενες διασταυρώσεις
καθως προσπερνάμε τις διαβάσεις
που οδηγούν από τη μέρα στη νύχτα
οι φωτισμοί τους όμοιοι με μύθους
για δράκους και βασιλοπούλες
κουβαρια που δεν πρόλαβαν να ξετυλιχτούν
σε αργαλειούς πολυκαιρισμένους
σε ακριβοθώρητα βλέμματα σιγουριάς
επηρμένων επιστημόνων.
φωτογραφία: Πέτρος Μπιρμπίλης

Πέτρος Μπιρμπίλης
Καταστολή

Οι αυτοκράτορες 
οι Φαραώ 
οι παντοδύναμοι 
έχουν ανάγκη 
στρατούς από πηλό 
Πυραμίδες 
τύμβους 
αντικείμενα από χρυσάφι 

για να μην ξεχαστούν 
εκεί που πάνε 
να μην τους λείψει κάτι 

Τα δικά μας ίχνη 
ας χάνονται 
ας ξεθωριάζουν 

αποτυπώματα 
σημάδια κι αφορμές 
για λύπη 
ας μην δίνονται 

τίποτα να μη φέρνει 
δάκρυα 
σε αυτούς 
που μας αγάπησαν



ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ

το καμπαναριό έγειρε και μου έπλυνε τα πόδια
κι εγώ φίλησα στο μέτωπο τον ουρανό
δεν θα ξεχάσω την αγάπη του 
εκείνη η πόρτα κι οι θάλασσες γύρω από τις κόρες των ματιών

τυρφώνας 
η εγκράτεια των παθών σου
τροχός βασανιστηρίων 
η εγκράτεια των πόθων σου

κι εγώ
θύτης και θύμα
της αστάθειάς σου




ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

το ποίημα
γράφεται στους τοίχους

των φυλακών
των καταυλισμών
των νοσοκομείων
των ψυχιατρείων
των νεκροτομείων

των βομβαρδισμένων πόλεων
των διεφθαρμένων πόλεων
των κορεσμένων και
των υποσιτισμένων
των απρόσωπων και
των παρατημένων

το ποίημα
δεν γράφεται στους κήπους της Εδέμ

στους κήπους της Εδέμ
μονάχα ευωδιάζει



ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΘΑΝΑΤΟΥ

το φεγγάρι πέθανε
ο ήλιος πέθανε

το ίδιο κι ο θεός
στις ψυχές πια σκοτάδι
το χέρι κράτα μου
σφιχτά
μην με αφήνεις

το σκοτάδι τρέμω
τρέμω και τον άνθρωπο



ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


ήθελα ν’ ακούσω παραμύθια
από κείνα που δεν έχουν τέλος
ούτε καλό ούτε άσχημο
να μην έχουν τέλος γενικώς
ήθελα ν’ ακούσω παραμύθια
από κείνα που στα λένε μάτια
και χείλια
που δεν γνωρίζουν τι πα να πει τέλος
γιατί δεν έμαθαν ποτέ τι πα να πει αρχή


ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


o καλός κύριος από το μέτωπο 
κατέβηκε χθες για προμήθειες
στην πόλη 
κι είπε πως είμαστε όμορφοι, πολύ
μου μήνυσε τότε ο ουρανός πως
δεν θα πάψει στιγμή να κλαίει
τα πουλιά χωμένα 
στις χαραμάδες των φαγωμένων 
κουφαμάτων της αδειοσύνης
χλωμά, κι ο δύσπνοος 
αναστεναγμός τους
το μάταιο πλήρωμα της σιωπής



ΟΥΤΕ ΣΤΑΓΟΝΑ


με τα χέρια γυμνά
και τ’ ακρόνυχα γυμνασμένα
σκαρφαλώνω στα δέντρα
γάτα το ‘να μου χέρι
ψάρι το άλλο
το πνεύμα μου σύννεφο
φτύνω αίμα και ξαναφτύνω
μες στο λιμνάζον κολυμπώ το αίμα μου
και θά ‘ρθει μιαν ημέρα
η ώρα εκείνη η ευλαβική 
που σε σας, όρνεα, θα φωνάξω:
   
λάβετε φάγετε
τούτο εστί το σώμα και 
το αίμα μου

μα αίμα
ούτε σταγόνα δεν θα ‘χει για
να πιείτε

μονάχα κόκκαλα
 για να γλείψετε



ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


αγάπη μου 
εμείς το περπατήσαμε
 
το μονοπάτι μας
κρίμα άθελά σου
ν’ αποστερήσεις από τους
νέους οδοιπόρους
το δικό τους

μην συνθλίψεις με τους 
τροχούς του φόβου σου
 
τα παιδιά που παίζουν ακόμα ανέμελα
στις γειτονιές και τις αλάνες
με κουκουνάρες στα χέρια
κι όχι με τα έξυπνα εκείνα τηλέφωνα
να τους γεμίζουν τις παλάμες
να τους αδειάζουν το μυαλό

αγάπη μου
εμείς γυρίσαμε αισίως 
στο σπίτι μας
μην ξεχάσεις όμως
 σε 
εκλιπαρώ 
τις φωλιές που
 ψίχα δεν έχουν
για τα μικρά σπουργίτια τους

τα δάση στράγγιξαν το νερό τους
ξέχασε όμως σε
εκλιπαρώ
ν’ ανάψεις τσιγάρο:

μ' αρέσει τ
όσο το πράσινο 
και το γαλάζιο
το γκρίζο το μισώ



ΑΤΙΤΛΟ


δεν κλαίω για τα πουλιά που πεθαίνουν
-εκείνα αν μη τι άλλο πάνε στον Παράδεισο-


κλαίω για τα πουλιά που ζουν με τα φτερά τους λαβωμένα
και με τον καημό τους τον αιώνιο του πετάγματος



ΕΝ ΕΙΔΗ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ


ο φόβος ξεκοιλιάζει τ' όνειρο
κι η αγάπη ξεκοιλιάζει τον φόβο

να μ' αγαπάς
να μην φοβάμαι
 
να ονειρεύομαι


Ίσως:
μια λέξη
 
ποίημα
από μόνη της


Ρόδα μου, μη μου
Στολίσετε τον τάφο.
Κλάψτε με μόνο.
(χάικου πεισιθάνατο)


άστε τα λέφτερα τα σκυλιά κι ας μου ορμήξουν
έτσι κι αλλιώς τι έμεινε γι' αυτά να πάρουν
πρόλαβαν και τα πήραν όλα οι ανθρώποι



αθεόφοβε τον θεό δεν φοβάσαι
και φοβάσαι εμένα;
τα λουλούδια τρέχουν στους κήπους


κι εσύ ξεκουράζεσαι στα πόδια μου
φωτογραφία εξωφύλλου: Φώτης Νατσιούλης

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α

Βασίλης Λαμπρόπουλος: Η αριστερή μελαγχολία στην Ελληνική ποιητική γενιά του 2000 
38-62

Δοκίμιο :
Πέτρος Γκολίτσης: Η Μπρεχτική πανουργία μια ποιητικής "γενεάς"
Η ποίηση των πρωτοεμφανισθέντων τα τελευταία είκοσι χρόνια
5-17

Θάνος Γώγος:  Μία αλλαγή ορατή, 14η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης 
31-33

Θωμάς Τσαλαπάτης: Γενεαλογία ενός ερωτήματος
 70-72


Ποίηση :
Θωμάς Τσαλαπάτης : 18-20
Λουκάς Λιάκος: 21-24
Ζαχαρίας Στουφής 25
Θάνος Γώγος 26-27
Νίκος Ερηνάκης 28-29
Κυριάκος Συφιλτζόγλου 30
Σταμάτης Πολενάκης 34
Πελαγία Φυτοπούλου 35
Γιώργος Λίλλης 36
Στάθης Ιντζές 37
Παναγιώτης Μηλιώτης 65
Πέτρος Γκολίτσης 66-67
Κατερίνα Ζησάκη 68-69
Αλέξιος Μάινας 73 -74
Φοίβη Γιαννίση 75 -77

*

Ζ. Δ. Αϊναλής :
Δοκιμή βιβλιογραφίας του έργου των ποιητών/ποιητριών των γεννημένων μεταξύ των ετών 1978-1989
78-96



-


Κυκλοφορεί Δευτέρα 24 Ιουλίου στα βιβλιοπωλεία

Παρουσιάζεται στην εκδήλωση-συζήτηση "Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση".

Θα μιλήσουν οι :
Βασίλης Λαμπρόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου 
Γιάννης Μπασκόζος, Συγγραφέας-Δημοσιογράφος
Θωμάς Τσαλαπάτης, Ποιητής 

24 Ιουλίου
ώρα 20:00
στο βιβλιοπωλείο "επί λέξει"
(Ακαδημίας 32 και Λυκαββητού) 
Αθήνα



Χαρτογράφηση


Εκεί όπου πραγματικά
εδράζεται ο κόσμος
στο πράσινο λιβάδι του εθισμού μου
υπάρχει ένα κορίτσι ολόγυμνο
που του ‘βγαλα τα μάτια
μ’ ένα χοντρό κοτσάνι παπαρούνας






Βαλσάμωση


Ο χειμώνας είναι
το χελιδόνι που βαλσάμωσα
και στέκει πια
πάνω στο τζάκι
με τα μικρά του πόδια
κατάμαυρα απ’ την στάχτη
με την κοφτή του την ουρά και
το λευκό του ράμφος που
όσο γυαλίζω
περνάει ο καιρός






Πλήξη


Μια μελαγχολική λευκότητα
απασχολεί την πλήξη δυο κοριτσιών
κοιτάζουν ένα παιδί
που καταβρέχει αίμα
τους περαστικούς
με το μικρό του νεροπίστολο και
φεύγει ο δρόμος
φεύγουνε οι αμυγδαλιές

όπως τα χρόνια





Το κορίτσι που κοιτώ


Το κορίτσι που κοιτώ
φορά ένα μαύρο ξεφτισμένο παλτό
κι η πλήξη μου λιώνει
όπως τα δευτερόλεπτα
πάνω στη τζαμαρία.
Όταν σηκώθηκε να φύγει
με μια ταυτόχρονα μακρινή και βίαιη έλξη
εξόχως εξωτερική
συγκέντρωσε γύρω της τον κόσμο
κι έτσι κατάφερα
να φέρω εις πέρας
ετούτη
την συνοπτική περιγραφή της





Χίλια χρόνια


Κύματα μ’ εξοβελίζουν
στην Παρθένο
κι ύστερα πίσω
στα ζουμπούλια.

Δεν υπήρξε κανείς!
Ρουθουνίζουν με πίκρα
οι σκιές των αλόγων
στον ερειπωμένο στάβλο.





Εκμαγείο των Χειμώνων που πέρασαν


Δεν κρατώ σημειώσεις για τους χειμώνες
κάθε τόσο
περνούν στην εξορία της σιγής μου
μόνοι τους
μόνοι τους
μ’ αφήνουν
να πέσει το μολύβι
μ’ αφήνουν
να πέσει στο πάτωμα
λευκό χαρτί∙
τόσες βροχές δεν μαγαρίζονται
δεν μαγαρίζονται με λέξεις
τόση μοναξιά πηγαίνει στράφι
τόσο χαμένο αίμα∙

δεν κρατώ σημειώσεις για τους χειμώνες
σας λέω
εγώ τους μισώ τους χειμώνες
δεν κρατώ


δεν





Δάνειο


στιγμές
πασχίζω
μάλλον θα σέρνω αλυσίδες
την επόμενη φορά θα δανειστώ
τ’ αλυσοπρίονο σου
εσένα που διαβάζεις και
δεν έχεις ιδέα 




Η Ματίνα Λιώση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Φιλοσοφία. Απο το 2015 ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά έντυπα. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορεί η πρώτη της ποιητική συλλογή ‘Η ενδεκάτη ελεγεία’.

Προς εκκόμισιν
I
Πέτρα δεμένη με σκοινί
Αγκυροβολεί στα υγρά χείλη μας
Συνομολογούμε –

Ιστός ναυαγίου – Καλά κρυμμένοι θησαυροί
Το μικρό μου στήθος, οι φαρδείς σου ώμοι –
Καταποντίζονται

Παίρνοντας τρεις βαθιές αναπνοές
Φτάνοντας στο νησί που δεν έχουμε επισκεφθεί
Κρατώντας στα χέρια μας τον γιο που δεν έχουμε γεννήσει–

Διαγράφεται το αδράχτι του έρωτα
Του πεινασμένου ακόμα για ζωή –
Ακροδάχτυλα δακρυσμένα,

Στην κύτη κλειδωμένα νυχτερινού μειδιάματος
Μεθώντας για τελευταία φορά με αγιόκλημα
Να γείρουμε στα μέσα του θανάτου –

Καθώς η νύμφη μας λούζει,
Στρώνει τα λευκά σεντόνια –
Μας σκεπάζει με λουλούδια – Να μην κρυώσουμε

Σε στάση εμβρύου
Όπως κάθε νύχτα – Από την πρώτη νύχτα
Με το πρόσωπό μας προς τα Ανατολικά –

Με τα μάτια μας ανοιχτά για λίγο ακόμη
Πριν σκίσουν τα ρούχα μας με ξυράφι –
Πριν μας θάψουν σε δάσος λιβανισμένο


II
Στροβιλίζεται μεθυσμένος ο ωροδείκτης
Γύρω απο τον εαυτό του και τον ήλιο
Τα λεπτά συνομολογούν –

Είναι εξαρχής καθορισμένος ο θάνατος αυτός–
Να παραβιάσουμε
Την αναμενόμενη χειραψία

Το διπλό φιλί σταυρωτά στα μάγουλα
Το γύρισμα της πλάτης
Όχι γιατι δεν πρέπει –

Αλλά γιατί πρέπει να επιστρέψουμε
Στην επτάλοφο υπόσχεση –
Στην θέα απο το τελευταίο διαμέρισμα

Του τραγουδισμένου φεγγαριού,
Απογευματινή βόλτα στον στενό πορθμό
Που χωρίζει τον νέο απο τον παλιό εαυτό μας –

Όχι γιατί δεν πρέπει – Αλλά γιατι πρέπει
Να κυοφορήσουμε το πένθος της δροσοσταλίδας –
Στα φύλλα βιολετί ορχιδέας

Πάνω στο γραφείο που γράφουμε αριέττες
Αλλάζει ο χρόνος –
Πετώντας με δύναμη πάνω στη γη να σπάσει το ρόδι


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA