Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
εκδ. Πολύτροπον 
Χωρίς συντηρητικά

Μ αρέσει να μιλάω για το καλοκαίρι
έχω ιστορίες να πω
και λίγο ιδρωμένα χέρια που γλιστράνε καλύτερα στο χαρτί.

Όταν έγινε το Μπινγκ Μπανγκ, πρέπει να ήταν καλοκαίρι
όταν έγινε το Μπιγκ Μπανγκ, το σύμπαν από την απελπισία του ξέρασε τον εαυτό του τριγύρω.
Και στον παράδεισο: ήταν οι διάφοροι άνθρωποι εν αρχή, και ήρθε καλοκαίρι
έβραζε ο τόπος, έβραζαν τα κεφάλια τους και βαρέθηκαν το μεταξύ τους
και έφτιαξαν το θεό
Είναι γραμμένο στο ντιενέι μας το τέλειο, όπως και το απελπισμένο
κι έπρεπε να γίνει ένας θεός να δικαιολογεί τη μετριότητά μας, αφού
αντί για απελπισμένοι, γίναμε τέλειοι
παιδιά της ανάπτυξης και των ψυχολόγων και της συνήθειας
του ντεκαφεινέ και της μπύρας χωρίς συντηρητικά και της πληροφορίας και των λαιτ παγωτών και
του θυμού
και
της καύλας
που εκτονώνουμε στα μαξιλάρια μας λίγο πριν πάμε για δουλειά-
ο θεός όμως καταλαβαίνει και όλα τα δικαιολογεί
αλλά.

Μ’ αρέσει το καλοκαίρι
γιατί κάνει την κάθε μας κίνηση
απελπισμένη
και που και που τα βράδια ο θυμός και η καύλα ξερνάνε τον εαυτό τους στα μούτρα του θεού
και στα δικά μας μούτρα
και σέρνονται να ψοφήσουν στην άκρη της ασφάλτου-
χωρίς συντηρητικά, χωρίς προσθήκη ζάχαρης και χρώματα
ο θυμός μας και τα άδεια κουτάκια μπύρας στα πόδια μας
όλα τα φτιάξαμε τέλεια αλλά χρειάζονται ψυγείο
κι η κάψα τα απελπίζει.
Τέλειοι κι εμείς
καθ’ εικόνα και ομοίωση, και ο θεός καταλαβαίνει, αλλά δυστυχώς
η κάψα δε λυπάται.

Μ’ αρέσει που γλιστράνε τα χέρια μου
μ’ αρέσει καμιά φορά που παλεύω με τα μολύβια να μ’ εμπιστευτούν και να μείνουν
εγώ δε θα έμενα, μα
αν ήμασταν τουλάχιστον απελπισμένοι
αν ξερνούσαμε κάθε μέρα ένα σύμπαν και δυο τρεις θεούς
και είχαμε την αξιοπρέπεια να συρθούμε απεγνωσμένοι στην άκρη της ασφάλτου
ίσως θα έπαυε να μας λυπάται ο θεός
και θ’ άρχιζαν να μας λυπούνται τα καλοκαίρια.

Μέσα από π(υ)ράματα

Πάντα πριν βγω από το σπίτι πλένω τα δόντια μου
και καμιά φορά δεν τα πλένω επίτηδες, για να μην βγω από το σπίτι
ξυπνάω, κάθομαι στον υπολογιστή και καπνίζω και γεμίζω την κούπα μου γαλλικό
σηκώνομαι, φτιάχνω λίγο ακόμα, κάθομαι στον υπολογιστή,
περιμένω
μέχρι να τελειώσει η μέρα.
την επόμενη ξεκλειδώνω τον σύρτη, ψάχνω τα κλειδιά μου, πλένω τα δόντια μου, κατεβάζω τα σκουπίδια
ευτυχώς ερωτεύτηκα νωρίς και ξέρω πώς είναι να πνίγεσαι από τα σκουπίδια,
κι έτσι φροντίζω πολύ για κάτι τέτοια
η πόρτα μου είναι από τις παλιές, τις όχι ασφαλείας αλλά
όταν νοίκιαζα το σπίτι είχα άγνοια κινδύνου
-βέβαια εσύ έλεγες ότι είχα πάντα άγνοια κινδύνου
ψέματα, αν και τα 25 ήταν καθαρή τύχη, σ’ αυτό συμφωνώ-
πολύ θα το θελα να ‘χα άγνοια κινδύνου, πάντως, για να μπορέσω επιτέλους να τα ρίξω
σε κάποια
και να γλιτώσω τα λεφτά που δίνω για το αλκοόλ
είναι και αυτό ένα καλό κίνητρο για να βουρτσίζεις τα δόντια σου καθημερινά.

Κίνητρα, εδώ σηκώνει μεγάλη ανάλυση το γραφτό
αλλά όχι, είμαι ό,τι είμαστε
σχεδόν-επιτυχημένα πειράματα της ψυχολογίας,
πεινασμένα σκυλιά με καμπανάκια στο λαιμό
ποντίκια εθισμένα- τα μισά στην ηρωίνη και τα υπόλοιπα στη σοκολάτα,
ανάλογα με την δομή του ντι-εν-έι τους-
αναγνωρίζω τα ερεθίσματα, αλλά δυσκολεύομαι στην πράξη
τουλάχιστον με συμπαθώ γι αυτό που είμαι χωρίς να προσθέτω ή να αφαιρώ,
καλύτερα δηλαδή από τον μέσο όρο
για να μιλάμε και με μαθηματικά.
Και όλα αυτά είναι σημαντικά πράγματα, η παιδεία
να πλένεις τα δόντια σου και να καθαρίζεις λιγάκι το γραφείο και το πάτωμα πριν έρθουν οι φίλοι σου στο σπίτι,
τα μαθηματικά και η σωστή διατροφή και η ακριβής ποσότητα καφέ για τον τέλειο γαλλικό
ο μέσος όρος
και τα κίνητρα.

Θέλω να μαζέψω λεφτά για να βάλω κλειδαριά ασφαλείας στο ποδήλατό μου
για να μην λες άλλο για την άγνοια κινδύνου, φτάνει μ’ αυτό.
Καθένας επιλέγει τους εχθρούς του
-πάρε για παράδειγμα το καφέ χρώμα: ποτέ δεν το χώνεψα
μπήκε στη λίστα νωρίς
το καφέ, και ό,τι αυτό συνεπάγεται, τα φθινόπωρα, τη σκουριά, τη σοκολάτα γάλακτος
κι αυτό με κατατάσσει αυτόματα στα ποντίκια της ηρωίνης, το δείγμα βήτα
το προτιμώ, γιατί στατιστικά έχουμε περισσότερα τατουάζ, λιγότερη ευαισθησία σε αλλεργίες, και περισσότερες ικανότητες επιβίωσης σε περίπτωση πυρηνικής καταστροφής
η δυσκολία μας είναι η καθημερινή ζωή.

Αλλά διορθώνεται, μπορείς πάντα να σηκωθείς, να φτιάξεις καφέ (που κανονικά είναι μαύρος)
και να περιμένεις
να τελειώσει η μέρα
η κάθε μέρα
μέχρι την πυρηνική καταστροφή.
Και τότε θα επιβιώσουμε θριαμβευτικά.


Λέβελ 10 (πιθανώς τελευταίο)

Συγχαρητήρια
που κατάφερες να φτάσεις ως εδώ. Και έφτιαξες έναν χαρακτήρα, ένα όνομα, ένα πλαίσιο, μία ταυτότητα, ένα διαβατήριο, το κάτι τις
που κατάφερε να φτάσει ως εδώ.
Θα πεθάνεις φυσικά στο τέλος, αλλά: το ανάμεσα είναι το ζόρι
το πώς περιμένεις. Όπως τα αεροδρόμια , όπως οι αίθουσες αναμονής που απαγορεύεται το κάπνισμα
το πώς περνάει ο χρόνος αν όχι σε τσιγάρα.
Πώς περιμένεις είναι το ζόρι.
Οι περισσότεροι φίλοι μου που δεν καπνίζουν, φύγανε στο εξωτερικό (σε ένα ιδανικό σύμπαν θα ήθελα κάποτε να το κόψω
απλά όχι σήμερα)
άλλοι μένουν, μερικοί ξοδεύουν, μερικοί ξοδεύονται, μερικοί δουλεύουν τόσο όσο πρέπει, μερικοί καθόλου, μερικοί
περνάνε ολόκληρη θάλασσα για να πεθάνουν κάπου πιο ήρεμα, και μερικοί περιμένουν στη στεριά να αποκτήσουνε ταυτότητα
μόλις δούνε τους άλλους να πλησιάζουνε τη Γη Τους
Τσεκ πόιντ.
Συγχαρητήρια.

Μερικοί σπέρνουν βόμβες-όχι στα αεροδρόμια, δηλαδή, μάλλον και στα αεροδρόμια αλλά αυτοί είναι άλλοι. Μερικοί σπέρνουν βόμβες ο ένας μέσα στον άλλον
και εκεί που τελειώσανε, χτίζονται μικρά εκκλησάκια που μετά ξεχνιούνται μέχρι να τα ρίξουν, για να περάσει από κει ο νέος περιφερειακός
έτσι όπως κάποιοι γεμίζουν την αναμονή, περιφερειακά, περιμένοντας μόνο
με το ζεν τους ακουμπισμένο στη βαλίτσα.
Εγώ πιο πολύ σκέφτομαι τα τσιγάρα που θα κάπνιζα, να, ο καπνός που φεύγει μόνο, ποτέ δεν επιστρέφει,
ένας άξονας,
να ξέρεις γύρω από ποιο άχρηστο πλαίσιο κινείσαι σήμερα, να πάρεις τα συγχαρητήρια, που διάβασες όσο έπρεπε, που μπόρεσες όσο έπρεπε και ένιωσες τις βόμβες να σκάνε μέσα σου και έξω σου με ψυχραιμία και λογική και όπως έπρεπε, και όπως έπρεπε
ερωτεύτηκες στην πρώτη ματιά, τσεκάροντας πρώτα φυσικά ταυτότητα και δίπλωμα οδήγησης και άδεια παραμονής, και ήταν αμοιβαίο (τσεκ πόιντ) μόλις σιγουρεύτηκε ότι ξέρεις από πολιτική και ζώδια
ήταν αμοιβαίο
να πεθάνεις στο τέλος.

Άλλα πέρασες τον έλεγχο, έφτασες εδώ με το πλαίσιο και το όνομα και τον χαρακτήρα σου κάτω από τη μασχάλη εισπνέοντας και εκπνέοντας ζεν
και σου αξίζουν συγχαρητήρια
και σου αξίζει ένα τσιγάρο, ακουμπώντας κουρασμένα την πλάτη στον τοίχο
-αν καταφέρεις να βρεις το καπνιστήριο στην ώρα σου-
αλλιώς πολύ φοβάμαι, έχεις κι άλλη αναμονή
και μία ολόκληρη θάλασσα να περάσεις.

Σχεδόν τσεκ πόιντ- σχεδόν γκέιμ όβερ.




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA