Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Τα αστέρια στον ουρανό
Μάταια
Η τραγωδία του Άμλετ
Μάταια
Το κλειδί στην κλειδαριά
Μάταια
Η κοιμισμένη μητέρα
Μάταια
Η λάμπα στη γωνία
Μάταια
Η λάμπα στη γωνία σβηστή
Μάταια
Ο Αβραάμ Λίνκολν
Μάταια
Η αυτοκρατορία των Αζτέκων
Μάταια
Το χέρι που γράφει: μάταια
(Τα παπούτσια στα παπούτσια
Μάταια
Η σκιά του παραθύρου κρεμασμένη πάνω
στη Βίβλο
Μάταια
Η λάμψη του πράσινου σταχτοδοχείου
Μάταια
Η αρκούδα στο δάσος
Μάταια
Η ζωή του Βούδα
Μάταια)

φωτογραφια από ενα σπίτι που αδειάζει, του Π. Μπ.
Πέτρος Μπιρμπίλης
Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Τώρα που αλλάξαμε τα λάστιχα 
το αμάξι τσουλάει πιο άνετα 
Αφότου βάψαμε τους τοίχους του σπιτιού 
-όλους μέσα σε μιά μέρα - 
δεν διακρίνεται η φθορά. 

Το γκρίζο που είχε αρχίσει να κιτρινίζει 
έγινε πάλι καθαρό, αληθινό γκρίζο 

Οι λαμαρίνες του αμαξιού 
δεν έχουν πλεον χτυπήματα 
ούτε γρατσουνιές 
και τα δυο παντελόνια που σέρνονταν 
τα κόντυνε ο ράφτης. 

Ο καναπές, τα στρωματα, τα μαξιλάρια, 
οι κουρτίνες κατεβαίνουν απο τις σκάλες 
και τραβάνε το δρόμο τους. 

Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου.

Σεβαστίκογλου, Γιώργος (Κωνσταντινούπολη, 1913 - Αθήνα, 1990)
Αφιέρωμα μνήμης σε τέσσερις «ΑυτοεξόριστουςΈλληνες διανοούμενους» διοργανώνεται με πρωτοβουλία της γλύπτριας Κλειώς Μακρή, από σήμερα 26/6 έως και τις 29/6/2017. Οι εκδηλώσεις φιλοξενούνται στον χώρο Poems and Crimes των εκδόσεων Γαβιρηλίδη (Αγ. Ειρήνης 17, Μοναστηράκι).
Το αφιέρωμα εστιάζει σε τέσσερις εμβληματικές προσωπικότητες της ελληνικής τέχνης και διανόησης: τον γλύπτη Μέμο Μακρή, τον σκηνοθέτη, συγγραφέα, μεταφραστή Γιώργο Σεβαστίκογλου, τον σκηνοθέτη Αντώνη Βογιάζο και τον συγγραφέα Δημήτρη Χατζή.

Για τον κορυφαίο γλύπτη, αυτοεξόριστο στην Ουγγαρία Μέμο Μακρή μιλούν σήμερα, οι Κυριάκος Ρόκος, γλύπτης, Ηλίας Νικολακόπουλος, ομ. καθηγητής πολιτικών επιστημών και η κόρη του Μέμου Μακρή, Κλειώ.Παρεμβαίνει ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος.
Μέμος Μακρής (Πάτρα 1 Απριλίου 1913 - Αθήνα 26 Μαΐου 1993)
Για τον Γιώργο Σεβαστίκογλου μιλούν (27/6) η συγγραφέας και σύζυγός του Άλκη Ζέη, ο Μάνος Ζαχαρίας, σκηνοθέτης και συνοδοιπόρος του από τα χρόνια του κινηματογραφικού συνεργείου του Δημοκρατικού Στρατού και μετά το τέλος του εμφυλίου, στην τότε Σοβιετική Ένωση (Τασκένδη-Μόσχα) και ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης. Με παρέμβασή του συμμετέχει ο Ηλίας Νικολακόπουλος.

Για τον Αντώνη Βογιάζο, τον αρχηγό της πρώτης ελληνικής αεροπειρατείας σε ηλικία 18 ετών και μετέπειτα αυτοεξόριστο στη Σοβιετική Ένωση, όπου σπούδασε σκηνοθεσία, μιλούν (28/6) ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος και ο σκηνοθέτης Άγγελος Γκοβότσος, σκηνοθέτης. Θα προβληθεί οπτικό υλικό.
Για τον σπουδαίο συγγραφέα Δημήτρη Χατζή, αυτοεξόριστο μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου στην Ουγγαρία θα μιλήσουν(29/6) ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας, η ιστορικός Νάσια Ιακωβάκη και η Κλειώ Μακρή. Θα γίνει επίσης ξενάγηση σε έκθεση φωτογραφιών της εποχής από το αρχείο της Κ. Μακρή και το αρχείο της Άλκης Ζέη.
 
Alfredo Veiravé, Ραντάρ στην καταιγίδα

Και καμιά φορά, όχι πάντοτε, κατευθυνόμενο
από το ραντάρ το ποίημα προσγειώνεται
στην πίστα, στα τυφλά,
                                                (εν μέσω αστραπών)
λικνίζεται κάτω απ’ τη βροχή, και μόλις
σταματούν οι κινητήρες, κατεβαίνουν απ’ αυτό
επιβάτες ανακουφισμένοι από το φόβο του θανάτου
οι λέξεις

 μετάφραση: Στάθης Ιντζές

---

Radar en la tormenta

Y alguna vez, no siempre, guiado por el radar
             el poema aterriza en la pista, a ciegas,
                                         (entre relámpagos)
corretea bajo la lluvia, y al detener sus turbinas,  descienden
de él, pasajeros aliviados de la muerte: las palabras.

Στην ταράτσα του Λίντο την Τρίτη 27 Ιουνίου, στις 21:30, Λάρισα, ο Ηλίας Κουρκούτας και ο Θάνος Γώγος συνομιλούν με τον Σωτήρη Παστάκα ελεύθερα και δημιουργικά, χωρίς σοβαρές αβρότητες και σοβαροφάνειες, στο ρυθμό του έναστρου καλοκαιριού, με αφορμή την κυκλοφορία της δέκατης έκτης ποιητικής συλλογής του Σωτήρη Παστάκα "Αλτσχάιμερ Αρχόμενο" (εκδόσεις Μελάνι, 2017).

εκδ. Μελάνι 


ΜΙΑ ΠΟΛΗ

*

Μια πόλη φιλική
με ποτάμι και γέφυρες,
λεύκες πλατιές,
πυκνές ομίχλες,
μεγάλα καφενεία
μικρά τσιπουράδικα,
μοτέλ με αυτοκρατορικά κρεβάτια
για τα παράνομα ζευγάρια,
δρόμους, δρόμους να τρέχουν
οι διαδηλωτές και οι κουκουλοφόροι.
Φωνάζουν αλλά δεν τους ακούω,
δεν τους ακούτε,
δεν τους ακούνε στις Βρυξέλλες.
Περνάνε οι διαδηλωτές
με τα ταμπούρλα,
τις σημαίες
βουβό πλάνο του Αγγελόπουλου,
σε μια κωφάλαλη πόλη.







*

Περίεργο τι θυμάται κανείς.
Μια σκηνή με πούλμαν στο Μόναχο:
ο ξεναγός μας λέει πώς γεννήθηκε
η πόλη το 1200. «Η δικιά μου
πόλη κτίστηκε τον έβδομο
αιώνα π. Χ.» λέω, κι όλοι υπομειδιάνε
-ακριβώς σαν κι εμένα σήμερα.







*

Αν κάποιος ερωτευθεί στην επαρχία
είναι ικανός να κάνει τα πάντα:
ακόμη και να κρύψει την ευτυχία του
πίσω από δυσάρεστα στιχάκια.







*

Περνάω σπίτι τα περισσότερα
βράδια. Η αφραγκία μας έκανε διάφανους:
κανείς δεν μας χαιρετάει,
δεν αντιχαιρετάμε κανέναν.
Οι φίλοι δεν είναι πια φίλοι μας.







*

Ζω αθορύβως
αποκλειστικώς εις την καλλιέργειαν
του προσωπικού μου κήπου
χωρίς να προκαλώ,  
όπως έζησα στις πόλεις
της αρχαιότητάς μου: στη Ρώμη,
στην Αθήνα, στο Σαν Φρανσίσκο.







*

Βυθισμένος στα χρυσά
μου γεράματα
παίρνω το φάρμακο
πάντα την ίδια ώρα,
ως ενεργός πολίτης
αφοδεύω κανονικώς
καθ’ εκάστην.







*

Έπρεπε να αποδεχθείς
την εξορία σου, Σωκράτη.
Θα είχα κι εγώ παρεΐτσα,
θα σκάγαμε στα γέλια
με τα καμώματα των Αθηναίων,
θα φτιάχναμε μια νέα πολιτεία
στην τρυφηλή πλανεύτρα Λάρισα.







Τριακοστό Έκτο Συμπόσιο Ποίησης
Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών, 1-2 Ιουλίου

Ποίηση και Εκπαίδευση

Ποιητικός Διαγωνισμός για μαθητές Γυμνάσιου και Λυκείου
του Νομού Αχαΐας


Η Ο.Ε. του Συμποσίου Ποίησης αποφάσισε να αφιερώσει το φετινό Τριακοστό Έκτο Συμπόσιο (Πανεπιστήμιο Πατρών, Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο, 1-2 Ιουλίου) στην παραγωγή, μελέτη, διδασκαλία της ποίησης και την όλη ενασχόληση με αυτήν εκπαιδευτικών και μαθητών σε όλες της βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Θα γίνουν εισηγήσεις από εκπαιδευτικούς Προσχολικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, ελεύθερες μικρές ανακοινώσεις και μια Στρογγυλή Τράπεζα εκπαιδευτικών με σχετική εμπειρία στη δημιουργική γραφή στην τάξη. Ενδιάμεσα εκπαιδευτικοί θα απαγγείλουν ποιήματά τους, ενώ στην καθιερωμένη ετήσια παρουσίαση δόκιμων ποιητών θα διαβάσουν ποίησή τους εκπαιδευτικοί ποιητές.
Έμφαση δίνεται στην πρόσκληση και συμμετοχή μαθητών και φοιτητών σε διάλογο γενικά και ιδιαίτερα στη συμμετοχή τους στον προκηρυγμένο Διαγωνισμό Ποίησης, με την υποστήριξη του Τμήματος Πολιτιστικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αχαΐας. Στόχος του διαγωνισμού είναι η ενθάρρυνση της ενασχόλησης με την ποίηση, της μελέτης και του διαλόγου γι’ αυτήν και την κοινοποίησή της, ώστε να απελευθερωθούν οι δυνατότητες πού παρέχει η ποίηση στην όλη ψυχοπνευματική συγκρότηση του ανθρώπου, εντελώς ιδιαίτερα στην παιδική και νεανική ηλικία.
Η κριτική επιτροπή έχει αποτελεσθεί από εκπαιδευτικούς και ποιητές (έναν καθηγητή πανεπιστημίου, δυο ποιητές, μία καθηγήτρια και μία Σχολική Σύμβουλο από την Πάτρα, δυο πανεπιστημιακές καθηγήτριες, δύο εκπαιδευτικούς-ποιήτριες και έναν εκδότη-ποιητή από την Αθήνα).
Κάθε μαθητής/τρια μπορεί να συμμετάσχει (ατομικά) με μέχρι τρία (3), ανέκδοτα και αδημοσίευτα, ποιήματα, έως τριάντα στίχους το καθένα, στην ελληνική γλώσσα και με ελεύθερο θέμα.
Θα απονεμηθούν 3 βραβεία και 3 έπαινοι σε ισάριθμους μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου (από 1 για κάθε τάξη). Τα ποιήματα που θα βραβευθούν και όσα πάρουν έπαινο, θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα του Συμποσίου Ποίησης και θα δημοσιευθούν στο περιοδικό «Μανδραγόρας». Όλες οι συμμετοχές στο διαγωνισμό θα διανεμηθούν σε ειδικό έντυπο στους συνέδρους.
Τα αποτελέσματα του Διαγωνισμού θα ανακοινωθούν σε ειδική, αυτοτελή συνεδρία του Τριακοστού Έκτου Συμποσίου Ποίησης (Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών 1 – 2 Ιουλίου του τρέχοντος έτους,) την Κυριακή 2 Ιουλίου 2017, όπου θα γίνει και η τελετή βράβευσης, παρουσία εκπροσώπων φορέων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και του Πανεπιστημίου Πατρών, και θα απαγγελθούν τα ποιήματα που θα τιμηθούν με βραβείο ή έπαινο.

Νέα καταληκτική ημερομηνία υποβολής συμμετοχών: 10 Ιουνίου 2017 (με σφραγίδα ταχυδρομείου), α) ταχυδρομικά σε 5 δακτυλογραφημένα αντίγραφα (γραμματοσειρά Times New Roman, μέγεθος 12), με απλή, όχι συστημένη επιστολή, στην ταχυδρομική διεύθυνση του Συμποσίου Ποίησης (Συμπόσιο Ποίησης, Τ.Θ. 1142 26110 Πάτρα) β) και ηλεκτρονικά στην ηλ. διεύθυνση (petro.symposio@gmail.com) έως την ίδια ημερομηνία. Σε ξεχωριστή σελίδα θα αναγράφονται: ονοματεπώνυμο του μαθητή, δ/νση κατοικίας, τηλέφωνο, δ/νση ηλ. ταχυδρομείου, τάξη φοίτησης, σχολική μονάδα, δ/νση και τηλέφωνο σχολείου. Στο φάκελο και στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου θα αναγράφεται η ένδειξη «Για τον Ποιητικό Διαγωνισμό» και η εκπαιδευτική βαθμίδα (Γυμνάσιο ή Λύκειο).
Ο Κένταυρος

Ήρθε από το πουθενά, ουρανοκατέβατος, σαν απρόσκλητη βροχή που κανένας δεν περιμένει. Τους έπιασε -που λένε- στον ύπνο, χωρίς ομπρέλες στη μέση της διαδρομής. Οι πιο τυχεροί βρήκαν καταφύγιο σε παρακείμενα σπίτια και στριμώχτηκαν στα σκαλοπάτια και τους διαδρόμους. Άλλοι έτρεχαν απεγνωσμένα αναζητώντας κάποιο λεωφορείο ή ένα ταξί, καθώς ολοένα πλησίαζε το θηρίο. Δεν είχαν ξαναδεί στα μέρη τους τέτοιο πλάσμα με ανθρώπινη μορφή, τέσσερα πόδια αλογίσια και ουρά. Ο Κένταυρος, όμως, συνέχισε αμέριμνος να καλπάζει, όπως κάθε φυσιολογικό άλογο ή κάθε άνθρωπος θα έκανε εκείνη την καλοκαιρινή ηλιόλουστη μέρα. Άλλωστε, αντίθετα από την κλειστή επαρχιώτικη κοινωνία, εκείνος είχε αποδεχθεί και απολάμβανε τη διπλή φύση του και την αρχοντιά που του πρόσφερε η αρχαία καταγωγή.
Σαν τα άλογα στον ιππόδρομο, με άριστη τεχνική υπερπηδούσε τα αδιάκριτα βλέμματα, τις άναρθρες κραυγές του πλήθους και τα πάσης φύσεως κοινωνικά και πραγματικά που συναντούσε μπροστά του εμπόδια. Ήξερε πως ο προσωπικός του αγώνας, η σύντομη αυτή βόλτα στο κέντρο της τρομαγμένης πολίχνης είχε μια διάσταση οικουμενική. Δεν πτοήθηκε ούτε απ' τις απειλές των πιο τολμηρών ούτε από τον κλοιό που έσφιγγε γύρω του της αστυνομίας. Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός είχε στραφεί εναντίον του. Μοτοσικλετιστές της ομάδας Δίας, τροχαία, πυροσβεστική, ακόμη και ασθενοφόρα ιδιωτικά -για παν ενδεχόμενο- έστησαν γύρω του μια ακατανόητη και παράλογη απειλή. Το ανθρωπόμορφο τέρας πανικόβλητο έβαλε τα δυνατά του και άρχισε να καλπάζει προσπαθώντας εκείνο τώρα να βρει καταφύγιο για να κρυφτεί, ενώ άντρες, γυναίκες και παιδιά βρίσκοντας πάλι το θάρρος τους άρχισαν ένας ένας να βγαίνουν απ' τις φωλιές τους.

Ο Κένταυρος, ασυνήθιστος όπως ήτανε με τις καταδιώξεις, έμπλεξε σαν τον άπειρο κλέφτη μέσα στις πολυκατοικίες και τα στενά, όπου ήταν πλέον αδύνατο να ξεφύγει. Παραδομένος ψυχή τε και σώματι ξάπλωσε στο οδόστρωμα και περίμενε τα βρυχώμενα που ούρλιαζαν γύρω του περιπολικά. Δεν αντιστάθηκε την ώρα της σύλληψης, δεν αντέδρασε, δεν απάντησε στον κόσμο που μαζεύτηκε γύρω του μουρμουρίζοντας και ρίχνοντας βλέμματα μοχθηρά. Σιωπηλός και περήφανος, όπως το προηγούμενο βράδυ, που ξεγελώντας τον φύλακα του μουσείου το έσκασε, οδηγήθηκε πάλι στο μαρμάρινο βάθρο, στην ημίφωτη και ψυχρή αίθουσα με τα υπόλοιπα αγάλματα και τους λιγοστούς πρωινούς τουρίστες για συντροφιά.



Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988

Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια
 
Τί σοβαροί, τί σεμνοὶ ποὺ εἶναι ὅλοι αὐτοὶ οἱ γερόντοι,
ποὺ κατοικοῦνε τώρα τοὺς παγωμένους Οὐρανούς,
καὶ ἡ σοφία τους, τί μεστή, ποὺ γίνεται ἕνα
στὴν ἄσκησή της μὲ τὴ δίκαιη καλωσύνη•
τί καλοπροαίρετοι κι' ἀφάνταστα ἐπιεικεῖς,
σ' αὐτοὺς πιὰ καταφεύγουμε νὰ βροῦμε τὴ γιατριά,
κι' ἂν ὄχι τὴ γιατριά, κάποια κατάπαυση,
κάποια γαλήνη, μιὰ καὶ στεγνῶσαν
τοῦτες οἱ βρύσες, ποὺ μᾶς πλουταῖναν τοὺς κήπους.
Κάθονται γύρω γύρω στὴ φωτιά τους,
καθὼς ἄλλους καιροὺς στοὺς καφενέδες
τῶν λιμανιῶν τους, δέρματα τυλιγμένοι,
λιγομίλητοι, συνοφρυωμένη γερουσία,
προσμένοντας νὰ φτάσει κάποιος ὡς αὐτούς.
Θαλασσινοὶ ἀποτραβηγμένοι, ποὺ ἀκόμη τώρα,
ὅλο καὶ θάλασσα ὀνειρεύονται. Θαλασσινοί,
τόσα ξερόνησα στὴ ζωή μας, τόσους κάβους
κι' ἐμεῖς, τόσα βράχια ἀντικρύζαμε,
χωρὶς νὰ νιώσουμε ποτέ μας ἀπὸ κοντὰ
τὴν πίκρια καὶ τὴ στέγνια τῆς πέτρας:
μᾶς ἔθρεφε ἡ ἁπλοχωριὰ τοῦ πελάγους,
μᾶς γέμιζε τὰ στήθια ὁ ὅποιος ἀγέρας
σημεῖα καὶ τέρατα μᾶς δεῖχναν τὸ δρόμο.
Κάθε ποὺ στρίβαν οἱ καιροί,
τὄχαμε πανηγύρι• ἕνα κουρέλι σύγνεφο
ἔφτανε νὰ πετάξει ὁ οὐρανός,
ἢ νὰ φουντώσει τὸ βουνὸ ἕναν καπνό,
καὶ πλάθαμε ὅλη τὴ μέλλουσα ἱστορία μας.

Ξεραινόταν τὸ ἁλάτι στὰ γένια μας
καὶ τὸ τρίβαμε στὰ δάχτυλα μὲ ἡδονή.

Λὲς καὶ δὲ μᾶς μιλᾶνε πιὰ οἱ θάλασσες.
Λὲς καὶ μᾶς πεισμώσανε γιὰ πάντα.
Τὸ Ρόδο τῶν Ἀνέμων δὲν ἔχει πιὰ τὶ νὰ δείξει,
μαράθηκε, κι' ἀφήνονται τὰ πανιά μας νὰ παίζουν
ἄβουλα καὶ νεκρά• δὲν τὰ φουσκώνει τώρα
τὸ ΙΙνέμα ποὺ τὰ φτέρωνε μέρα καὶ νύχτα
καὶ τάστελνε σαΐτες, γλάρους καὶ θαλασσοπούλια,
κι’ ἀφρολουσμένες γοργόνες.

Πάνω στὸ πέταγμά του,
μαρμάρωσε τὸ περιστέρι.

Κάτι θὰ ξέρουν ἀσφαλῶς γιὰ τὰ δεινά μας
αὐτοὶ οἱ ἀμίλητοι γερόντοι.


Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «ΕΚΛΟΓΗ Α’, URSA MINOR, ΕΚΛΟΓΗ B’».
Ἔκδ. ΙΚΑΡΟΣ Ἀθήνα 1988.




Τον «Εμονίδη»  του Κ.Π. Καβάφη, δανείζεται ο George Le Nonce, από το ποίημα «Τέμεθος, Αντιοχεύς, 400 μ.χ.». Ο «αξιέραστος», ο «νέος σαν γιός», ο «γόης», ο «περικαλλής», ένα «λαμπερό φάντασμα», «με το κεφάλι του στο χέρι», «ένα πλάσμα αμιγώς της φαντασίας» ή  μήπως «Επρόκειτο απλώς για ένα αθώο αγόρι / νεαρό βεβαίως και πρόθυμο/ αλλά ως συνήθως τρυφερό και ακίνδυνο. / Χωρίς πραγματικές εξάρσεις. / Χωρίς ακραία ηδονή».  Αυτές τις λέξεις, με τη σειρά μου, δανείζομαι και εγώ από τα ποιήματα του Le Nonce, για να δώσω ένα πρώτο περίγραμμα, μια αρχική σύσταση του «Εμονίδη». Που βέβαια η ορθογραφία του είναι λιτή, αλλά στη δική μου αντίληψη το  /μ/ διπλασιάζεται και ο Εμονίδης  γίνεται ο προερχόμενος από την εμμονή. Και όταν αναρωτιέμαι για την παραπραξία μου αυτή, σκέφτομαι τη θεματολογία του ποιητή. Ο θάνατος , ο έρωτας, η ποίηση είναι τα σημεία γύρω από τα οποία αναπτύσσεται σε μορφή σπείρας η συλλογή.  Τρεις κύριες θεματικές που συχνά γίνονται μια. Eνσωματώνονται, αλληλεπιδρούν, συνυπάρχουν, αναιρούν και αναιρούνται, διαχωρίζονται και μετά εμπλέκονται πάλι.
Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, μου ήρθε στο μυαλό η φράση «Το μακάρια διαταραγμένο αγοράκι σου». Είναι ο τρόπος με  τον οποίο  ο φιλόσοφος Χάιντεγγερ έκλεινε τις ερωτικές επιστολές προς τη γυναίκα του. Και ενώ αρχικά, θα αναρωτιόταν κανείς τι δουλειά έχει η φιλοσοφία σε μια συλλογή τόσο πραγματική, πραγματική με την έννοια της ύλης που δίνει το σώμα, το οποίο είναι πανταχού παρόν στον «Εμονίδη» του Le Nonce, εύκολα μπορεί κανείς να ανακαλέσει το Νταζάιν. Τον έναν από τους δύο τρόπους που ο φιλόσοφος όρισε για να περιγράψει την σχέση του ανθρώπου με την πραγματικότητα. Και αν στην κατάσταση της Αυθεντικής Ύπαρξης, κανείς ζει την «αληθινή» πραγματικότητα, στην κατάσταση του Νταζάιν, ο χρόνος, η περιέργεια, το τυχαίο, η αερολογία ( με την έννοια της συνειρμικής ομολογίας), η αμφισημία δίνουν χαρακτήρα στον τρόπο ύπαρξης.  Και αυτά τα στοιχεία κανείς τα συναντά έντονα στην ποιητική του Le Nonce.
  Μιλάμε λοιπόν, για υπερρεαλιστικές καταβολές. Μια γραφή που συχνά θυμίζει καταγραφή ονείρου, εφιάλτη τις περισσότερες φορές. Αλλά εφιάλτη από εκείνους που δε μας ξυπνούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δε μας τρομάζουν συχνά, πιο πολύ ταράζουν την ακινησία του ύπνου μας. Μας υπενθυμίζουν την αλήθεια, που στο όνειρο έρχεται μεταμορφωμένη αλλά εύκολα αναγνωρίσιμη. Και η αλήθεια αυτή, η αλήθεια που ακούγεται στον «Εμονίδη» είναι η παντοδυναμία του τέλους. Το αναπότρεπτο. Η φθορά και η σιωπή. Το τίποτα. Αυτό που ακολουθεί. Το μετά των πάντων. Ο θάνατος.
Και αφού είναι έτσι, πολύ σωστά ο ποιητής επιλέγει να μας εισάγει στην συλλογή του με δύο προτάσεις από την «Εκδρομή» του Γιώργου Χειμωνά. Και πολύ σωστά, δύο στίχοι του Γιάννη Βαρβέρη μας φέρνουν στο τέλος. Και οι δυο συγγραφείς άμεσα εμπλεκόμενοι στο έργο τους με το θάνατο. Δεν είναι όμως  οι μόνοι εκλεκτοί συγγενείς του Le Nonce. Εμφανέστατη είναι και η παρουσία του  Έλιοτ, του Τόμας Μαν, του Σοφοκλή, του Βιζυηνού, του Νίτσε, της Σαπφούς, του Μαρκήσιου ντε Σαντ, του Σαίξπηρ, της Πλαθ, του Κόλεριτζ, του Εμπειρίκου, του Καρυωτάκη και άλλων. Στίχοι τους εισάγουν ποιήματα, και παραπομπές στην εργογραφία τους  βρίσκονται στις σημειώσεις που συνοδεύουν τη συλλογή.
Ας δούμε όμως, την ανατομία του «Εμονίδη». Η συλλογή, που είναι  και η πρώτη που εκδίδει ο ποιητής το 2013 ( ακολούθησε το 2016 από τις εκδόσεις Bibliotheque η συλλογή «Νεκρή φύση») χωρισμένη σε επτά ενότητες, απλώνεται σε 149 σελίδες, και περιέχει 100 ποιήματα. Άλλα ακολουθούν την κάθετη στιχουργική δομή  και άλλα έχουν τη μορφή πεζού κειμένου. Όλα γραμμένα σε πολυτονικό σύστημα.
Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο «Εξ ιδίων τα αλλότρια». Η νοσηρή ατμόσφαιρα της οικογένειας, που λίγο πολύ έχουμε ως εικόνα από προσωπικά βιώματα ή αφηγήσεις άλλων. Ο πατέρας  έντονα  παρόν. Μετά την αρρώστια του, μετά το θάνατο. Η σχέση  με το γιό διαμεσολαβείται από τον ύπνο. Μόνο εκεί ειπώνονται  οι αλήθειες. Εκεί αντέχει η εξομολόγηση. Εκεί  ο πατέρας δίνει το χρίσμα. «Άκου με./ Πράξε αυτό που πρέπει./ Σφάξε.» Η οικογένεια, ως φορέας της διαιώνισης του τραύματος.
«Εχθές είδα στον ύπνο μου/ ένα βαθύ ποτάμι/ θεός να μην το κάμη/ να γίνει αληθινό!/ Στην όχθη του στεκότανε γνωστό μου παλικάρι/ χλωμό σαν το φεγγάρι,/ σα νύχτα σιγανό», έγραψε ο Βιζυηνός  και ο Le Nonce κρατάει τον στίχο «Θεός να μην το κάμη», για να δώσει τίτλο στη δεύτερη ενότητα της συλλογής του. Ο ύπνος είναι ο κυρίαρχος εδώ. Το ασυνείδητο μιλάει στο όνειρο. Μαρτυράει τα επερχόμενα, όχι ως προφητεία, αλλά ως τον μοναδικό  τρόπο να ομολογηθεί η γνώση, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε το σχήμα της. Στο όνειρο, είμαστε σοφοί μέσα στην άγνοια. Ρέει ο ύπνος, όπως το ποτάμι που κυλά και άλλοτε παρασύρει άλλοτε βυθίζει και ενίοτε αναδύει. Έτσι, που κάνει τον ποιητή να γράφει «« Ώστε αυτό» είπα «είναι το ποτάμι./ Και τέτοιες γραφές αναδύονται από τα βάθη του»».
Τον τίτλο της τρίτης ενότητας, «Άμαχον όρπετον», ακαταμάχητο ερπετό, ο συγγραφέας τον δανείζεται από τη Σαπφώ. «Με δονεί ο έρωτας που λύνει τα μέλη, αυτό το γλυκόπικρο ακαταμάχητο ερπετό», γράφει η ποιήτρια.  Ο έρωτας διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή του Le Nonce. Ένας έρωτας όμως που σπάνια είναι ανταποδοτικός. Η ματαίωση κυριαρχεί. Το αντικείμενο του πόθου, ένας άντρας για έναν άλλον άντρα. Ένα αντικείμενο που τις περισσότερες φορές είναι της τάξεως του αγάλματος. Κάτι το άπιαστο, το απρόσιτο. Αυτό που θαυμάζεις αλλά δεν μπορείς να έχεις. Κάτι που σχεδόν είναι αδύνατον να υπάρχει παρά μόνο ως φαντασίωση. «Ήταν ένα ακέφαλο σώμα, γυμνό και στιλπνό,/ ανδρός νεαρού, περικαλλούς./ Το έβλεπαν οι άνθρωποι στο δρόμο και παραμέριζαν/ και μερικοί επιφωνούσαν με θαυμασμό./ Δεν μπορεί, σκέφτηκα, μέρα μεσημέρι να κυκλοφορεί ατάραχο τέτοιο λαμπρό φάντασμα/ και πράγματι έλαμπε, παρά τον δυνατό ήλιο του μεσημεριού.» Το ποιητικό υποκείμενο γνωρίζει πολύ καλά τη λειτουργία της επιθυμίας. Ζητά το ανεκπλήρωτο. Αυτό που θα του διατηρήσει την έλλειψη, το κενό. «Σαν να μην το’ξερε/ πως μόνον ο πόθος γεννά τον έρωτα/ πως ο πόθος ποτέ δεν έπεται». Το ζητούμενο είναι  η ακραία μορφή, το πάθος. Αυτό που μπερδεύεται και πότε το λες έρωτα, πότε το λες θάνατο. Και είναι η επιθυμία για αυτό το απόλυτο που κάνει και τα φθαρμένα από το χρόνο κορμιά, να θυμούνται ακόμα. Άλλοτε ζουν την ηδονή μέσα από τις μνήμες και άλλοτε τολμούνε να θελήσουν το σώμα του νέου, που κρατάει το κεφάλι του στα χέρια και προσφέρεται.
Στην τέταρτη ενότητα με τίτλο «Επί σκηνής», ο ποιητής πηγαίνει θέατρο. Παραστάσεις, λόγια ξεχασμένα, θεατές και ηθοποιοί σε ανταλλαγή ρόλων. Κυρίαρχο εδώ το βλέμμα και το δράμα. Το δράμα με τη μορφή της δράσης. Οι πράξεις που καθρεφτίζονται στα μάτια των άλλων. Των πολλών, του ενός που μας επείγει κάθε φορά. Το βλέμμα του άλλου, ως αντικείμενο του δικού μας προσδιορισμού. Είμαστε όλοι στην αίθουσα, στην σκηνή, στα παρασκήνια, στις θέσεις των θεατών. Είμαστε όλοι κάθε στιγμή υποκριτές. Εν τέλει, είμαστε υπό κρίση.
Η πέμπτη ενότητα έχει τίτλο «Τα  επικείμενα». Ο χρόνος που περνάει και μετριέται με φθορά. Ο απολογισμός. Η αγωνία για λίγη ελπίδα ακόμα. Η γνώση που φέρνει η απώλεια. Κυρίως η απώλεια της αυταπάτης. Κυρίαρχη εδώ η επίγνωση του τέλους. Ομολογείται χωρίς περιστροφές. «Προϊόντος του χρόνου/ χάνονται και οι λοιπές αυταπάτες :/ τα περί αυτάρκειας, ας πούμε,/ και η περί συνέχειας υποψία»
Και προχωρώντας στην έκτη ενότητα με τίτλο «Κόρακας κοράκου μάτι» και στην τελευταία της συλλογής, την έβδομη, με τίτλο «Ποιος άδοξος ποιητής;», μπαίνουμε στον κόσμο της ποίησης. Σε όλη τη συλλογή, ο λόγος του Le Nonce διακατέχεται από αυθεντικότητα, ειρωνεία και σαρκασμό. Εδώ όμως, το σχόλιο γίνεται έντονο και καθαρό. Τόσο για τους ποιητές όσο και για την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τον ναρκισσισμό και τις βαρυσήμαντες διατυπώσεις. Εδώ, τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους. Ο ποιητής είναι γυμνός. Είναι αυτός που σκίζει το χαρτί και όσα έχει γράψει  για να ξαναρχίσει. Είναι αυτός που δηλώνει ότι «Η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ/ παρά την αλαζονεία των ποιητών». Όλα έχουν ειπωθεί αλλά πάντα κάτι θα έχει λόγο να ειπωθεί εκ νέου.
Αυτή η επίγνωση της διάρκειας στην επιθυμία είναι και η σύνοψη του «Εμονίδη». Μετά την απώλεια, μετά τη φθορά, μετά τη σιωπή η αφήγηση της επίγνωσης παραμένει.

Μαρία Κουλούρη, ποιήτρια


ΜΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟ-ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Έλσα Κορνέτη, Αγγελόπτερα, εκδ. Μελάνι, 2016

του Πέτρου Γκολίτση

Αν στην Άνν Σέξτον οι λέξεις λειτουργούν ως ένα «σμήνος μελισσών» και αν επίσης η εν λόγω ποιήτρια ξεγελά τον χρόνο γράφοντας, η Έλσα Κορνέτη μέσω των δικών της λέξεων −που θα της δούμε στο ιδιαίτερο της λειτουργίας τους− μας περνά σε μια «χωρική συσπείρωση του χρόνου» και συγκεκριμένα σε μια Αριστοφανική «Νεφελοκοκκυγία». Εκεί, στο ενδιάμεσο ανθρώπων και θεών ελέγχει και κατευθύνει ως διευθύντρια ορχήστρας τις λέξεις, αποφασίζοντας άλλοτε να αφήσει την τσίκνα −από τις σφαγές των θυσιασμένων ζώων και ζωών− να περάσει προς τα πάνω, προς τέρψη των θεών, και άλλοτε να αφήσει την παρουσία των θεών να κατεβεί προς τα εμάς, στα γήινα. Η ποιήτρια από εκεί περιγράφει μετεωριζόμενη, με τρόπο εικαστικο-ποιητικό, τα τεκταινόμενα και εκεί είναι που θα την παρακολουθήσουμε.
Μεταξύ λοιπόν ουρανού και γης, η Κορνέτη εξ αρχής μας δηλώνει πως το ίδιο το βιβλίο της είναι και λειτουργεί ως πουλί. Το οποίο και παρεμβάλουμε στην εικονοποιία τόσο των καμωμένων από κιμωλία πουλιών του νοτιοαφρικανού εικαστικού Γούλλιαμ Κέντριτζ, όσο και στα ζωγραφικά έργα της μητέρας της, Πέννυς Δίκα-Κορνέτη, που επαναληπτικά κοσμούν τα βιβλία της.
Στο νέο της αυτό βιβλίο λοιπόν, τα ΑγγελόΠτερα, μας καλεί μέσω της αφής σε μια διαδραστικότητα, σε έναν τόπο όπου κινούνται αμφίδρομα και ταυτοτικά η ζωγραφική με την ποίηση, το καλλιτεχνικό έργο με τον κόσμο (ως universe) και η ίδια η ποιήτρια με τον αναγνώστη, λειτουργώντας ταυτόχρονα και η ίδια ως αναγνώστης. Ένας αναγνώστης που ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπου, σύμφωνα με την ίδια: τον homo Legens, δηλαδή τον αναγιγνώσκοντα άνθρωπο. Κι εκεί, σε αυτόν τον τόπο, γέρνουμε μαζί της στο πεδίο του αναγνώστη και περνάμε μαζί του στα σύννεφα, που ήδη είδαμε ως το κυρίαρχο σκηνικό του βιβλίου. Όπου και συναντούμε επαναληπτικά τα παράξενα παραμυθο-πλάσματά της και τα μυθο-ποιητικά μορφώματά της.
Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, βλέπουμε το σμήνος όχι των «μελισσών-λέξεων» της Σέξτον, αλλά ένα «σμήνος γυναίκες φανάρια», σε μια αναλογία με τις δισυπόστατες μορφές του Μίλτου Σαχτούρη, όπου η μια ιδιότητα δεν υποσκελίζει την άλλην και ούτε απαραίτητα ορθώνεται μια εικόνα που συναπαρτίζεται από τα δύο αυτά μέρη όπως τίθενται. «Γυναίκες φανάρια» λοιπόν κυριολεκτικά, που «με κίτρινα μάτια γαλάζια φτερά και μεγάλους αιμάτινους μαστούς», μας ξεδιψούν όποτε εμείς το ζητήσουμε. Αρκεί να ανοίξουμε το βιβλίο. Κι όποτε το κάνουμε η ποιήτρια μας πετάει ξαφνικά από ένα κόκκινο μήλο. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να θηλάσουμε επαναληπτικά το αίμα από τους ιπτάμενους αυτούς κρουνούς. Μετέχοντας.
Προτού όμως δούμε και άλλα πλάσματα αυτής της ξεχωριστής «κορνέτειας» εικονοποιίας και δράσης, ενημερωνόμαστε πως στον ενδιάμεσο αυτόν τόπο, μεταξύ βιβλίου και χεριών, ουρανού και γης, φυσικής και μεταφυσικής, ζωντανών και τεθνεώτων, «τα φωνήεντα θέλουν ήλιο» και «τα σύμφωνα νερό», αντιμετωπίζοντας προφανώς τα γράμματα ως ζωντανούς ή έστω ως φυτικούς οργανισμούς. Επιπρόσθετα ανοιγόμαστε στις «λέξεις» που «τις τρώνε μαύρα πουλιά» και «που τη νύχτα με τα φτερά τους σε σκεπάζουν».
Η Κορνέτη μάλιστα, στην τόσο χαρακτηριστική αυτή εικονοποιία, εμφανίζεται ως «ένας βρικόλακας που χώνει το σουβλερό του δόντι βαθιά στο κρέας των λέξεων», των λέξεων των άλλων, των λέξεων-λαιμών, με τους λαιμούς να ορθώνονται ως λαιμοί πτηνών να ξεχωρίσουν. Λειτουργώντας η ποιήτρια εδώ πρωτίστως ως αναγνώστης, πίνει το αίμα των άλλων καλλιτεχνών και βάφει το φωτεινό της δέρμα στις αποχρώσεις του γκρι. Προτιμώντας το γκρι του ουρανού.
Εκεί στον συννεφιασμένο αυτόν ουρανό, βλέπουμε τον εικαστικό Ρενέ Μαγκρίτ να μας βρέχει με τα «κουστουμαρισμένα μαύρα ανθρωπάκια» του, αυτά με τα «φτερά των αγγέλων» («Ο φυσιολογικός κύρος Μαγκρίτ»), τον Κροάτη ζωγράφο του 16ου αιώνα Mihajlo Hamzic να εμφανίζεται ως «ο μοναδικός άγγελος με φτερά παπαγάλου» («Αναγκαστική προσγείωση»), τον Τζον Κητς ως τον άγγελο-ποιητή που γράφει επαναληπτικά ως νεκρός το όνομά του στο νερό («Η παράξενη πτήση του Τζον Κητς») και τον «τέλειο γλύπτη» να βγάζει «μ’ ένα κουτάλι το μάτι του» το οποίο και βάζει «να κατρακυλήσει πάνω στο χέρι του» («Τέλειοι ξένοι»). Τέλος, πάντοτε ενδεικτικά, ο Τζιακομέτι που δεν υπάρχει πια, απολαμβάνει τον καφέ του μέσω των «ψηλόλιγνων ανθρώπων» του στα καφέ του Παρισιού. Ενώ η ποιήτρια τραγουδά, εν μέρει περιαυτολογώντας αυτοσαρκαζόμενη, άρα ως πραγματικά απελεύθερη και ικανή:

            Καλέ μου
            Κόμη Δράκουλα
           Μη φοβάσαι
           Δεν πρόκειται
           Να λείψεις
           Σε Κανέναν

Και το πρώτο συμπέρασμα; Με τα λόγια της ποιήτριας φυσικά: «Το παραμύθι είναι παράλογο Η αλήθεια είναι παράλογη Μια σατανική [δηλ.] εξίσωση: Το παραμύθι ισούται με την αλήθεια» («Homo Legens»).
Η Κορνέτη κινούμενη συνειδητά μεταξύ ζωγραφικής και παραμυθιού, με δομική μονάδα άλλοτε την εικόνα και άλλοτε τον σύντομο αφορισμό μας παραδίδει τους κύριους άξονες της. Που αξίζει και να τονίσουμε. Τη ζωγραφική που τείνει ελαφρά και προς την εικονοποιία των κόμικ, το παραμύθι που ταυτίζεται με τη ζωή, δηλαδή αυτό που εκλαμβάνουμε όλοι με τα προσχηματισμένα μας κοινωνικο-βιολογικά φίλτρα ως «αλήθεια», και το επαναληπτικό της κάλεσμα, την απεύθυνσή της δηλαδή στον αναγνώστη, τον οποίο και διαρκώς ενεργοποιεί. Και με τις επιλογές της αυτές σαφώς μας παραδίδει το δικό της αναγνωρίσιμο ύφος. Πρόκειται για ένα στυλ και μια γλώσσα που όμοιο της δεν συναντούμε σε άλλα ποιητικά σώματα, από όσο γίνεται να γνωρίζουμε, και που υποστηρίζεται μοναδικά από την τόσο ιδιαίτερη ανάγνωσή της, την οποία επίσης θα δούμε, αφού όμως πρώτα δώσουμε τον τύπο της «αλήθειας» που καλλιεργεί. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Τα όνειρά του αλέθονται στη μυλόπετρα της αλήθειας»

«Θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με άνθη λωτού»

 και:

             «Η έρημος του είναι από αλεύρι»
(«Δον Κιχώτης»)

Οι αναγνώσεις της ποιήτριας λοιπόν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μη δραματικές και φορτισμένες (βλ. ενδεικτικά: Σέξτον, Πάουντ, Μπάρροουζ), ούτε επίσης ως ειρωνικές και αφ’ υψηλού, με παρούσα μια μεταφυσική ειρωνεία (βλ. π.χ. τη Δημουλά), σίγουρα όχι θεατρικές με ένα τόνο υψωμένο πάνω από τα πράγματα και με ρητορικό στόμφο (βλ. Σικελιανό ή Μαγιακόφσκι) αλλά με έναν τόνο και μια απόσταση παραμυθητικά γειωμένη πάνω στα πράγματα και μαζί με τα πράγματα, και με μια μεταφυσική έγνοια επίσης διακριτικά παρούσα. Συγκεκριμένα, τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ο γειωμένος και παραμυθητικός τόνος, και ο μεταφυσικός μικρός και παιγνιώδης αυτός μετεωρισμός, συγκεντρώνονται στα δάχτυλά της, σαν να παίζει η ίδια μόνη της πιάνο για τον εαυτό της. Σε μια ανάπαυλα περισυλλογής, όπου κυμαίνεται μεταξύ παραμυθιού και διδακτισμού, που δεν απευθύνεται όμως στον άλλον. Εκεί παραμένει ευγενική και με αυτοπεποίθηση γέρνει το κεφάλι της για να αφουγκραστεί και να δώσει φωνή στα πρωτοπλάσματά της που λειτουργούν ως τα alter ego της. Διαβάζουμε σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά αποσπάσματά της:

Η γυναίκα Δημιουργός
Πιστή στη μία και μοναδική Μούσα
τον Εαυτό της
(«Μουσοθηρεία vs Μουσοθηρία»)

Ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζεται με πάθος και ισόβια, την ίδια την υπόθεση της ποίησης, χωρίς να την ανοίγει και να την διαποτίζει σε οποιοδήποτε κοινωνικοπολιτικό βάθος. Αλλά απεναντίας προτάσσοντάς την ίδια την ποίηση, ενσαρκώνει το γυναικείο της φύλο, με το δικό της αναγνωρίσιμο τρόπο, αξίζοντας τη φήμη της ποιήτριας, την οποία και ορθά περιφέρει.
Γυρνώντας σύντομα στην πρώτη της ποιητική συλλογή Στη σπείρα του κοχλία (2007) διαπιστώνουμε πως εξ αρχής δεν υπάρχει οτιδήποτε σωτηριολογικό στην περίπτωσή της, και μακριά από μυστικιστικές κι άλλου τύπου ενώσεις, η ποιήτρια γήινη, μες στην πτηνότητά της, δεν αναζητά ίχνη από το σώμα του ερωμένου, αλλά απεναντίας καταμαρτυρεί το δόντι του. Διαβάζουμε:

Τώρα το λάθος έγινε η σκιά σου
σ’ ακολουθεί παντού.
Γίνεται φίλος φορτικός
εξαρτημένος εραστής
ζηλόφθονος σύζυγος.
Σε κατασκοπεύει.
Σε παρατηρεί.
Σε γδύνει.

Κολλάει επάνω σου σαν στρείδι.
Σε κουκουλώνει.
Σε φιμώνει.
Σου κλείνει τα μάτια.

[…]
Το λευκό σουβλερό του δόντι
αστράφτει αυτάρεσκα στον ήλιο.
[…]
(«Ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί στη δύναμη
ενός μεγάλου έρωτα», Η αιώνια κουτσουλιά)

Η ποιήτρια, περνώντας και στις επόμενες συλλογές, φαίνεται να ζητά επίμονα μιαν απόσταση για να ανθίσει, να αναδυθεί και να αφαιρέσει τη μάσκα-προσωπείο που η ίδια φόρεσε στον εαυτό της. Ώστε να μας δώσει πτυχές της γυναικείας μήτρας και να μας εκθέσει στο ποίημα ως το άλλο ερωτικό σώμα. Ένα ποίημα-σώμα που σύμφωνα με το μότο της Σέξτον, που η Κορνέτη παραθέτει, πρέπει να ανιχνεύσουμε και να εντοπίσουμε, αφού «η συγγραφέας είναι ουσιαστικά ένας κατάσκοπος» (“A writer is essentially a spy”).
Ας ακούσουμε όμως την ίδια τη φωνή της, πατώντας σύντομα στα κομβικά βιβλία της: Η αιώνια κουτσουλιά και στο Κονσέρβα μαργαριτάρι και αφού τονίσουμε πως οι τίτλοι της αλληλοαναιρούνται ευφυώς και με ένα χαρακτηριστικό τρόπο: «Αιώνια κουτσουλιά», «Κονσέρβα μαργαριτάρι».

«Στέκεσαι αμήχανα μπρος στην αφετηρία
της αυτογνωσίας
για ν’ αρχίσεις άλλη μια φορά το επίμονο
και βασανιστικό ξεφλούδισμα της ψυχής σου»
(«Ποιος μπορεί να αντισταθεί
στην αντανάκλαση του κατόπτρου»)

«Όλα αυτά που ήθελες να προλάβεις να πεις
έμειναν θρυμματισμένα ψαροκόκαλα
μπηγμένα στο λαιμό σου»
Fade out»)

«Πάσχεις από το σύνδρομο της πολυπλοκότητας
και η περίπτωσή σου είναι ανίατη»
Syndromes»)

«Κοιτάξτε με παρακαλώ
Αυτή είναι η νέα μου αποκριάτικη στολή
φέτος ντύθηκα πολυέλαιος θαλάσσης […]
για να είμαι αστέρι γαλανό
ρόδα αυτάρεσκη που ατέρμονα κυλά
γύρω από τον εαυτό της»
(«Θαλάσσιος δαίμονας»)

Με δομική μονάδα, όπως ήδη σημειώσαμε, τον σύντομο αφορισμό, μας παραδίδει, ποιήματα τελικά, ασχέτως μεγέθους, της μιας πνοής. Κοφτά και επαναλαμβανόμενα. Που απευθύνονται στον ίδιο της τον εαυτό στο τρίτο πρόσωπο, κάτι που προσθέτει στην αναγνωρισιμότητα του στυλ της.
Το ποίημα λειτουργώντας, σύμφωνα με τα λόγια της, «ως νοσηρό απόσταγμα της συμπλεγματικής σου σχέσης / με το αιώνιο και την ασημαντότητα» («Εμμονές», Η αιώνια κουτσουλιά) εξωθείται σε μια ακραία συνειδητοποίηση, στο: «Να πετάξεις επιτέλους τη στολή του κλόουν», που χωρίζει προφανώς τη ζωή της στα δυο. Πριν και μετά την ποίηση. Και που επαναληπτικά υπηρετεί ως ποιήτρια.
Και τώρα ας δούμε διεξοδικότερα, πλησιάζοντας προς το τέλος, την Κορνέτη στη σχέση της με την Ανν Σέξτον. Αν η Σέξτον, λοιπόν, μιλά συχνά στο πρώτο πρόσωπο παρουσιάζοντας την ιστορία ενός τρίτου, η Κορνέτη μιλά στο τρίτο πρόσωπο μιλώντας για τον εαυτό της. Και τις φορές, θα λέγαμε, που εισέρχεται σε περσόνες (ζωγράφους, ήρωες παραμυθιών, καρτούν και στα διάφορα προσωπεία της) στην ουσία διηγείται την ιστορία της και ξεκαθαρίζει, στον εαυτό της πρωτίστως, τη δική της αντίληψη. Κι εκεί καλούμαστε να μετέχουμε σε μια θα λέγαμε «δομική αποκάλυψη», δηλαδή ενώ η ποιήτρια ξεγυμνώνεται (ως «κρεμμύδι») ταυτόχρονα δομείται και αναδομείται, καθώς σχηματίζεται στον τόπο του αναγνώστη.
Ξεκινώντας συχνά από μια αίσθηση η Κορνέτη, όπως και η Σέξτον, επιζητά τη σαφήνεια και ένα συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, που παραμένει όμως συχνά κρυπτικό. Συμφωνώντας με την Αμερικανίδα πως «η εικονοποιία είναι το πιο σημαντικό πράγμα σ’ ένα ποίημα», ξεπερνά τις μικρές, κοινές, ψευδαισθήσεις και ανοίγει το ποίημα ως ένα μηχανισμό της «αλήθειας». Η οποία βέβαια και κείτεται συχνά ασύνειδη εντός του ποιήματος ή και εντός της ξεπερνώντας την ίδια ως συγγραφέα όπως και τον αναγνώστη. Μια «αλήθεια» που σαφώς περιμένει την ψευδή ενεργοποίησή της.
Ας δούμε όμως εδώ ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ιδιαίτερης αυτής εικαστικο-ποιητικής πλαστικότητας:

Η νύφη έλιωσε στη βροχή
Χύθηκε στο προαύλιο της εκκλησίας
Γιατί ήταν πλασμένη από ζάχαρη κι αμυγδαλόψιχα
Κι είχε για καρδιά ένα πράσινο λεμόνι
[…]
Μνημειώδες γλυπτό
Σφυρηλατημένο
Από λιωμένα κουτάλια
Το μεταλλικό
Νυφικό
(«Η νύφη των κουταλιών»)

Η ποίηση και στις δύο ποιήτριες λειτουργεί ως το προσωπικότερο, βαθύτερο και ίσως το πιο πολύτιμο κομμάτι τους. Η κάθε μια, στον ρόλο της, εκλαμβάνεται ως ηθοποιός ή καλύτερα ως ένας εκκεντρικός άνθρωπος με υπεραναπτυγμένη την ενσυναίσθηση και την συναισθησία του.
Κι αν η Σέξτον αυτοκτονεί αφού ολοκληρώσει Το Τρομερό κωπηλάτισμα προς τον Θεό, η Κορνέτη μέσω του ποιήματός της λειτουργεί ως το διαδοχικό χτύπημα των δακτύλων του ασώματου χεριού μετά τον καρπό, ως ένα δακτυλοκρότημα του θεού. Αναφερόμενοι εδώ στο γνωστό «the Τhing-το πράγμα», από την κινηματογραφική ταινία «Οικογένεια Άνταμς». Τη μαύρη εκκεντρική κωμωδία στη φύση της οποίας επίσης μετέχει η ποίηση της Κορνέτη. Διαβάζουμε συγκεκριμένα:

Κινώντας πέρα δώθε
ένα μεταφυσικό δάκτυλο
προπονείται
στο γαργαλητό
του μυαλού του

θυμίζοντας και το ιπτάμενο χέρι του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Και στο ίδιο ποίημα («Ο βιρτουόζος») βλέπουμε παρακάτω:

            Κάποτε τα χέρια θα επιστρέψουν
            για να κολλήσουν στους καρπούς
            για ν’ αποθεωθούν ξανά

Αν τέλος η Σέξτον διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτοντας «οικογενειακά μυστικά» και κάνοντας χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, και αν παραμένει έως τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Κορνέτη δεν αποκαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από την ποιητική της μάσκα αλλά μας καλεί να δούμε πώς τη δομεί, σμιλεύοντάς την, μπροστά μας. Συμμετέχουμε συνεπώς σε έναν χώρο όπου τα παρασκήνια και η σκηνή ταυτίζονται. Η ποιήτρια μάλιστα σκέφτεται φωναχτά και με δομική μονάδα την εικόνα και τον αφορισμό, όπως σημειώσαμε, χωρίς να ακολουθεί τον πατέρα της «εξομολογητικής ποίησης» Ρόμπερτ Λόουελ, δηλαδή χωρίς να καλεί τον αναγνώστη να δει το έργο της ως ένα είδος εξομολόγησης, παλεύει με τον ορίζοντα προσδοκίας που έτρεφαν και τρέφουν οι οικείοι της και ιδίως οι διακειμενικοί, φανταστικοί ομότεχνοί της.
Χωρίς να ακολουθεί απαραίτητα τη γραμμή της Σύλβια Πλαθ (με το Άριελ του 1965), του Τζον Μπέρρυμαν (με το Sonnets to Christ, 1967) και του Ουρλιαχτού του Γκίνσμπεργ (1955), που καλλιεργούν την αποκαλούμενη «προσωπική», θα λέγαμε «πλεονάζουσα ποίηση», αλλάζει σταδιακά, καθώς προχωράει, τα ζύγια και τις προτεραιότητές της. Ερχόμενη, με ένα τρόπο πιο αβίαστο και οικείο για μας, από την προσωπική-λυρική ποίηση του Αρχίλοχου και της Σαπφούς (βλ. ενδεικτικά το ποίημα «όττω τις έραται») υιοθετεί και δουλεύει έναν λόγο που λειτουργεί στην πραγματικότητα μετωνυμικά, προτάσσοντας φορές το «πονάω, άρα υπάρχω».
Μέσω του συνεχή διαλόγου, επιμένει έως τέλους, σε μια τριβή για να φανεί το πρόσωπο που παραμένει και λειτουργεί ως προσωπείο και δομείται αδιάκοπα διακειμενικά στην ποίηση και δι-υποκειμενικά στις οικογενειακές και στις κοινωνικές σχέσεις. Δεν γραπώνεται μάλιστα από τις λέξεις, αλλά τις σπρώχνει προς το μέρος μας. Ζητώντας χώρο από τον αναγνώστη, από τον όμοιο, από τον οικείο. Ως ένα αγριολούλουδο, ένα εντελβάις, σε τελική ανάλυση, της ποίησής μας.
Συνοψίζοντας, η ποίηση της Κορνέτη γεννιέται μέσα από τη ζωγραφική και από το παραμύθι. Χωρίς ενοχές και προσχήματα αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται, απολαμβάνοντας εξαντλητικά το παιχνίδι με τις λέξεις, όπως ο ζωγράφος απολαμβάνει και αναπνέει με το ανακάτεμα των χρωμάτων. Κι επομένως αυτό που πρωτίστως φαίνεται να την ενδιαφέρει, η κύρια θα λέγαμε πράξη και εμμονή της, είναι ο σχηματισμός του ίδιου του ποιήματος. Τη φανταζόμαστε μάλιστα να παίρνει απόσταση από το ποίημα, όπως ο ζωγράφος από τον πίνακα, για να δει τις σχέσεις των γραμμών, των σκιών και των λέξεων. Ώστε να διαπιστώσει, πώς αναδύεται το κατάλοιπο, το μη αρθρωμένο, το διάκενο, πώς σκιάζει το ποίημα για να του δώσει όγκο, για να διογκώσει λεπτομέρειες και να κρύψει, ως σφουμάτο, πράγματα φανερά, προκαλώντας ταυτόχρονα νέους συσχετισμούς, κ.λπ.
Χωρίς να εξακτινώνει λυρικά τις αναμνήσεις της και χωρίς να μυθοποιεί, ακολουθεί τη σκληρότητα και την αμεσότητα του γερμανικού παραμυθιού παραδειγματίζοντας τις υπό διαμόρφωση κόρες, και κλείνοντας το μάτι στις ομοιοπαθούσες μητέρες, συντρόφους και γυναίκες και σαφώς και στους ομότεχνους και στους συνειδητούς και φιλοπερίεργους εν γένει φορείς της ύπαρξης.
Χωρίς να παρασέρνεται από τη «λεξιμαγεία» αλλά αντιμετωπίζοντας τη λέξη ως πλαστική ύλη προς τρισδιάστατη ή προς σκηνική διαμόρφωση, τις αποφορτίζει από το συναίσθημα, ακολουθώντας εδώ τη συμβουλή του Έλιοτ.
Και τέλος, χωρίς να επιχρωματίζει τα έργα της, όπως κάνει συχνά ο Πίνδαρος, ανοίγεται με ένα μοντέρνο τρόπο στη χρήση του χρώματος μες στο ποίημα και μας παραδίδει μια ποίηση όπου το εικαστικό συνυπάρχει με το ποιητικό και το παραμυθητικό με το λόγιο.





























εκδόσεις Πικραμένος


Πρώτη εντύπωση: Ποίηση.
Δεύτερη εντύπωση: Ιδιαίτερος τρόπος γραφής.
Τρίτη εντύπωση: Παγκοσμιοποιημένος λόγος με κέντρο την Ελλάδα.

Συνολική εντύπωση: Αξιοποίηση του παρελθόντος (στις κολόνες του Επικούρειου) για τη βίωση του παρόντος (συλλέγουμε τα μπλε) και τη στόχευση του μέλλοντος (προσμένουμε πλεούμενα του μπλε), με τη μοίρα στο παρασκήνιο: (γεμίζοντας πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου).

Η δέκατη (αν δεν κάνω λάθος) ποιητική συλλογή του Αντώνη Σκιαθά, μετά από αρκετά χρόνια εκδοτικής σιωπής, ως συγκεντρωτική έκδοση μιας Τριλογίας όπως ο ίδιος λέει: «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα», «Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού».
Ήδη ομολογείται εξαρχής η συνέχεια δια της συγγένειας, πρόγονοι-γεννήτορες-συγγενείς και η χωρική τους τοποθέτηση, ιερά (του μάντη) Μελάμποδα-Σπέτσες-Αιδηψός. Από την Ιωλκό, την Παλμύρα των Φοινίκων ως τις Θερμοπύλες και το Τολέδο, από τον Νώε ως τον Μ. Αλέξανδρο και τον Οδ. Ανδρούτσο, από τον Γιαννούλη Χαλεπά, τον Γιάννη Τσαρούχη ως τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, από τον Καρούζο, τον Καβάφη, τον Κακναβάτο ως τον Σαμαράκη, το βιβλίο αυτό κινείται ασταμάτητα διαχρονικά και διαχωρικά, σαν ραπτομηχανή που ράβει εντατικά το ύφασμα του χωροχρόνου με ποιητικές κλωστές. Η έκδοση του βιβλίου δικαιολογείται, γιατί έχει πολλά να δώσει εκεί που
το ορατό
δεν είναι πάντα βιωμένο
ούτε το βιωμένο
είναι πάντα ορατό.

Όχι, δεν είναι μόνο ταξίδι στο χρόνο, σε τόπους, καταστάσεις, ιστορία, μυθολογία, λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο ωδή στη μνήμη (προσωπική, ιστορική, πολιτισμική, τοπική, εθνική, παγκόσμια). Δεν είναι οι αναφορές στους γεννήτορες και στους προγόνους απλά φόρος τιμής. Δεν είναι επίδειξη γνώσεων. Δεν είναι συνονθύλευμα στίχων. Δεν είναι διάσωση ή προβολή ονομάτων, τοπωνυμίων.
Δεν είναι ποίηση επίδειξης ή προβολής γνώσεων ή ταλέντου.
Τι είναι για εμένα;

Η ποίηση αυτή, «εύ γίγνεται» (ευγένεια) ποίηση του χρόνου.
Δοτός ο χρόνος της ταφής,
δοτός κι ο χρόνος της αυγής
σε κάθε αρραβώνα με την κοπή
του λώρου.

Και όχι μόνο. «Εύ γίγνεται» χρόνος η ίδια, άρα γίνεται επιλογή του τι, του πότε, άρα και του που. Πώς;
Ο Αντώνης Σκιαθάς, με τον μετουσιωμένο μέσα του χρόνο, συνομιλεί με όλα αυτά που είναι:
Παιδί των φυσικών του γεννητόρων, παιδί της Παγκόσμιας Ιστορίας αλλά και του τόπου μας ιδιαίτερα, παιδί του χώματος, παιδί της μυθολογίας, παιδί της λογοτεχνίας εν γένει, αλλά και εντοπισμένα: παιδί σημαντικών λογοτεχνικών μορφών που τον σημάδεψαν με το λόγο, το έργο αλλά και τις προσωπικές τους επιλογές ή τραγωδίες, παιδί των οροσήμων του ελληνισμού, παιδί της ελευθερίας, της δημοκρατίας, παιδί προϊόν του έρωτα αλλά και παιδί που βιώνει και εκείνο τον έρωτα όσο και την απογοήτευση, τη συντροφιά όσο και τη μοναξιά, την ετερότητα όσο και τις εταίρες, την κατάβαση στον Άδη όσο και την πτήση προς την Κολχίδα, παιδί που πιάνει το μαχαίρι με την ίδια ευκολία που πιάνει το μολύβι. Ένα επικίνδυνα αθώο παιδί.

Παιδί όχι με την κλασσική έννοια, αλλά παιδί που κρατάει τα καλά της ψυχής του και αρνείται να ακρωτηριαστεί από τον περιρρέοντα ιστό του «κατά κανόνα και κατά συνθήκην» σημερινού τρόπου ζωής. Εξαίρεση, στην οποία οφείλει και τη μοναδικότητα της ματιάς του.
Ενήλικας με τα όλα του, παιδί μέσα του. Ευλογία ή κατάρα; Και τα δυο. Δηλαδή; Ποιητής.
Άλλωστε, ομολογεί:
Εκεί, λοιπόν,
γεννηθήκαμε,
μάθαμε παιδιά ακόμη
τους τίτλους
της πρώτης,
της ποίησης αγάπης,
στη σοφίτα του Ερέχθειου.

Αρχή και τέλος; Το αθάνατο αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, συνυφασμένο με το φως του τόπου που τον γέννησε:
στην τάβλα της ζωής αυτού του τόπου
με γάντζο καρφωμένη η ψυχή μας.

Τιμά το παρελθόν, δεν το προσπερνά, το μελετά, εμβαθύνει, στηρίζεται σε αυτό για να αντέξει αλλά και για να κατανοήσει το παρόν και να μπορέσει να πλάσει όνειρα για το μέλλον. Μέσω του σώματος, γιατί
Το σώμα έχει καταγωγή το βιωμένο
του υπέρτερου χρόνου.

Όλα, τόποι, μορφές, συγκυρίες, καταστάσεις, δράσεις, συμβάντα, μυθικές αναφορές, σε μια αγκαλιά από την αρχαιότητα ως σήμερα, είναι αυτά που καθορίζουν το πώς φτάσαμε ως εδώ και μέσα από τη διερεύνησή τους, μπορεί να μας δώσουν καθαρότερες κατευθύνσεις για το πώς θα πάμε παραπέρα.
Μνήμη της μήτρας
η γέννα και το παιδί
σπονδή στο μέλλον.

Είναι το πολυδιάστατο σύστημα αναφοράς, μέσα στο οποίο κινείται με αναγκαιότητα αλλά και τυχαιότητα, η ίδια η επί γης ζωή. Τα ως τώρα, είναι συμπλέγματα κουκίδων, ως γαλαξίες στο αναφορικό στερέωμα. Το παρόν, λαμπάκια που αναβοσβήνουν περιμένοντας εντολές και το μέλλον, απροσδιόριστο στο παρόν, θα φέρει το αποτύπωμα μας χρόνια μετά, όταν θα είναι πια παρελθόν. Ο Αντώνης Σκιαθάς, αγωνιά για το τι παρόν χτίζουμε και για το τι θα μείνει από τα «έργα» και τις «ημέρες» μας, όταν αυτά θα έχουν γίνει παρελθόν. Τι αξία θα έχουν –αν θα έχουν- για κάποιον που στο μέλλον θα τα μελετάει.

Εξομολογούμενη αδυναμία του; Η διαχείριση του πόνου της απώλειας, οι μαχαιριές της απουσίας,
Οι Απουσίες δημιουργούν
απουσίες,
οι παρουσίες και πάλι απουσίες

έχοντας επιπλέον συνειδητοποιήσει και το φαινόμενο της απουσίας εν τη παρουσία:
Όλες τις απουσίες βίωσα
με τη δική σου παρουσία.

Οι συνομιλίες με το Θάνατο, διάσπαρτες στη συλλογή, πέραν του πόνου, της λύπης και της αδυναμίας εξήγησης, αξιοποιούνται ως εργαλείο κατανόησης της ζωής, μετά τη συνειδητοποίηση πως
μια είναι η μάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαμένη και για εμένα αλλά
και γι’ αυτήν.

Τα πάντα, σε σχέση πάντοτε με το χρόνο (αφού ακόμη και ο Θάνατος υπάρχει μόνο όταν υπάρχει ο χρόνος) :
άφθαρτες οι μέρες των νεκρών
καθώς ακέραιοι κρατούν
το χρόνο
στο πιθάρι.

Ο λόγος του ευθύς, ακριβής, εναλλασσόμενος συχνά μεταξύ κρυπτισμού και συμβολισμού, έπους και τραγωδίας, ωμού ρεαλισμού και ιστορικής μαρτυρίας, διανθισμένος με στίγματα υπερρεαλισμού, προσγειωμένος όσο και ιπτάμενος, κοφτός, τηλεγραφικός, με ροή που περνάει μέσα από μικρούς ή μεγάλους καταρράκτες, με συνέχεια ιστορική και ελληνοκεντρική, αλλά και με ασυνέχεια ποιητική, αναγκαία για τη δημιουργία των πολυγωνικών δομών που περιβάλλουν την ποίησή του αλλά και των πολύεδρων κρυσταλλικών δομών, των μορίων του λόγου του.

Υπάρχουν και λυρικά ξεσπάσματα, που κάνουν γλυκύτερη την επαφή:
Μετά η μάντρα με τα καρφωμένα γυαλιά
που δώριζαν τους πολλαπλασιασμούς
της σελήνης, σ’ όλα τα ακρόκλαρα του κήπου.

Ως άλλος Παλαμάς ως προς την πρόθεση, με το δικό του στυλ, συνειδητά ή μη, γεφυρώνει το χθες με το σήμερα, τη μνήμη με το σώμα, την ιστορία με τον άνθρωπο, τους τόπους με το χρόνο, τα συναισθήματα με το νου, τη λογοτεχνία με την καθημερινότητα, την ποίηση με την ουσία, τον ελληνισμό με τον εαυτό του, αναδεικνύοντας τη συνέχεια των πάντων.

Επισκευάζει την αλυσίδα της διαδοχής από γενεά σε γενεά, από τόπο σε τόπο, από κατάσταση σε κατάσταση, από γεγονός σε γεγονός, από πρόσωπο σε πρόσωπο. Είναι αναγκαίο να έχεις μια γερή αλυσίδα για να μπορείς να σηκώσεις την άγκυρα χωρίς να τη χάσεις, να πλεύσεις στη συνέχεια αν το θελήσεις και να έχεις επιπλέον τη δυνατότητα να αγκυροβολήσεις πάλι, όταν και όπου εσύ επιλέξεις. Χωρίς εξιδανικεύσεις, αφού στο ακρόπρωρο του ποιητικού πλοίου με τη μορφή της Ευγενίας, είναι σκαλισμένη η επιγραφή:
Καθώς και τούτη
αλλά
και οι άλλες ζωές
προδομένες είναι
και θα είναι
στα ίδια πάθη μας.

Ποίηση διαφορετική, συνεκτική, συμπαγής, καθόλου εύκολα προσβάσιμη, προϋποθέτουσα γνώσεις σε πολλά επίπεδα, κλειστή ερμητικά για τον επιφανειακό αναγνώστη μα με κλειδαριές πρόκληση για όποιον ασχοληθεί σοβαρά, είναι μια ποίηση που στέκει σταθερά στα πόδια της και σε κοιτάζει.

Η Ευγενία είναι εκεί. Όχι η κόρη του. Η άλλη Ευγενία. Κομψή, Καλλιεργημένη, με Αρχαιοελληνική Ομορφιά, με τρανταχτή Προίκα Γνώσεων, με Σπάνιες Ικανότητες στο Λόγο, με την Αλήθεια της, Τα Αναφορικά της Κοσμήματα, την Ολότητά της, την Ιστορία της και το Παρελθόν της, τις Μυθικές Αναφορές της, σε ατενίζει από το ζεστό, αιματωμένο εξώφυλλο, τώρα, στο ολοζώντανο παρόν.
Το τι θα κάνεις εσύ, καλέ μου αναγνώστη, είναι δικό σου θέμα.




* ο Γιώργος Ρούσκας είναι ποιητής















ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA