Πέτρος Μπιρμπίλης, Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει στο περιοδικό Fractal για το "Ο φόνος του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη.

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής



τοίχος αριστερά τοίχος δεξιά δεν βλέπω καλά πώς όταν μεθυσμένος ή ένα
κλάσμα δευτερολέπτου πριν τη λιποθυμία τα πράγματα διαχέονται λοξά στον αμφιβληστροειδή σου; πάντως ήταν τοίχος δεξιά τοίχος αριστερά μια μορφή περνά ξαφνικά μπροστά δεν ξέρω δεν μπορώ να διακρίνω τα χαρακτηριστικά πρόσωπο αξεδιάλυτο πυκνό στη στροφή του τοίχου με αρπάζει μου ξεκολλά το εξωτερικό περίβλημα ή μήπως το εσωτερικό
με σέρνει απ΄ τα μαλλιά πίσω


Το ξυλάκι έκανε άταχτες στροφές στον αέρα κι έπεσε δίπλα στο κύμα. Ο Τζακ έτρεξε χοροπηδώντας με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα του σ΄ ένα τεράστιο χαμόγελο και το έπιασε με τα δόντια του. Κάθε μέρα, λίγο πριν νυχτώσει, επαναλαμβανόταν αυτή η ιεροτελεστία. Δυο φιγούρες, μοναχικές, στο άπλωμα της ακτής εκεί ακριβώς όπου μόλις είχε αποσύρει τα νερά της η παλίρροια. Είχαν αποκαλυφθεί τόποι τόποι αμμώδεις, με γύρω το υπόλοιπο της θάλασσας. Βούλιαζαν τα πέλματα του αργά στη μαλακή άμμο. Κάπου εκεί είχε βρει και τον Τζακ, μια ώρα σαν και αυτή, πριν ένα χρόνο. Πώς είχε ξεπέσει εκεί; δεν ανακάλυψε ποτέ. Είχαν γίνει οι καλύτεροι φίλοι από την πρώτη στιγμή. Είχαν ταιριάξει, σαν να αναγνώρισαν ο ένας τον άλλον, όπως θα έλεγε κανείς. Από τότε όλα τα έκαναν μαζί. Ο Τζακ κάτω από το κρεβάτι τη νύχτα στον ύπνο. Ο Τζακ δίπλα στο τραπέζι στο γεύμα. Ο Τζακ πίσω απ’ την πολυθρόνα στο διάβασμα. Ο Τζακ μπροστά απ’ τα πόδια στον περίπατο. Είχαν περπατήσει πολλά μέρη μαζί στην ερημιά, γύρω απ’ το σπίτι, στο δάσος που εκτεινόταν στην πίσω πλευρά, αλλά και στην ακτή που φιδογύριζε τη θέα. Αυτή την ώρα της αμφιλύκης, τα βήματά τους πάντα κατέληγαν σε αυτό το ίδιο σημείο. Σαν να ήταν συγχρονισμένοι με το τράβηγμα της παλίρροιας. Άρεσε στον Τζακ να σκαλίζει τη βρεγμένη άμμο και να ανασύρει με τη μουσούδα του καβούρια, που είχαν εγκλωβιστεί στους μικρούς θύλακες νερού.


με σέρνει ακόμα πόση ώρα; οι ρίζες των μαλλιών στο κρανίο πονάνε
θ’ αποκολληθεί το δέρμα! με νύχια και με δόντια γραπώνω το πάτωμα να κρατήσω αντίσταση! δεν έχει πάτωμα μα πού είναι ο πάτος πιάνω βάλτο χώμα χύνεται μέσα απ’ τα δάχτυλα λάσπη μέσα στα μάτια νερό στα ρουθούνια ζάλη στα μέλη αφήνομαι


Χάρτινο το φεγγαράκι/κόκκινη η ακρογιαλιά/αν μ’ αγάπαγες λιγάκι/θα ‘ταν όλα αληθινά, σιγομουρμούριζε, ρυθμικά βηματίζοντας, εκείνο το τραγούδι. Κατάφερε να βγάλει το κακόμοιρο το καβουράκι μέσα από τα δόντια του Τζακ. Το πέταξε στο διπλανό αμμόλοφο. Την προηγούμενη φορά, οι δαγκάνες του, είχαν κόψει κομμάτι από το ένα το ρουθούνι. Έκανε μέρες να κλείσει το τραύμα. Α, δεν είχε διάθεση πάλι για αίματα στα χαλιά. Να μάθαινε πια κι αυτός ο Τζακ να μη χώνει τη μουσούδα του παντού


από μακριά έρχεται μια μελωδία παρά την παράλυση μ’ αρέσει χάδι στο πονεμένο μου κρανίο αγγίγματα στο κορμί αγαπημένα κλείνω τα μάτια πότε τα άνοιξα; τράβηγμα στον ώμο πέφτω πέφτω κάνω κύκλους στον αέρα;
ένα τράνταγμα στην πλάτη τίναγμα στα γόνατα
μαύρη σιωπή


Πέταξε το μολύβι στην άκρη. Έκλεισε με θόρυβο το τετράδιο. Επιτέλους! Τον είχαν κουράσει με τη γκρίνια τους. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Η υλακή του σκύλου. Τα βογγητά του ανθρώπου. Περίεργο όμως, τόσες νύχτες γράφω ξανά και ξανά, μέσα σε πυρετό, την ίδια σκηνή κι ακόμα δεν έχω καταφέρει να περιγράψω τα χαρακτηριστικά της μορφής. Το πρόσωπο του, μου είναι αξεδιάλυτο. Πυκνό. Θα είναι απ’ τα αίματα, σκέφτηκε. Και σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού, το πηχτό υγρό που κυλούσε απ΄ τα μάτια του, σηκώθηκε βαριανασαίνοντας απ’ την καρέκλα.


Τον παρακολουθεί από τη γωνία του δωματίου. Κάθε βράδυ το ίδιο σκηνικό. Σκιρτάει στα σκεπάσματα, βογκώντας. Πετιέται απότομα και σέρνεται, όπως όπως, στο μικρό γραφείο στη σκοτεινή γωνιά του κελιού του. Γράφει για ώρες πυρετικά πάνω από ένα τετράδιο. Αγωνιά μάταια να χύσει τους ζωντανούς εφιάλτες του στο χαρτί. Κάθε νύχτα. Πόσα χρόνια, έχασε κι αυτός το μέτρημα. Έχει καταντήσει μονότονο πια. Δεν του προσφέρει πλέον καμιά ηδονή. Καιρός να ψαρέψω άλλον κάβουρα! χαμογελά,
και μ΄ ένα ελαφρύ πήδο χάνεται
στη στροφή του τοίχου.










ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA