Πέτρος Μπιρμπίλης, Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει στο περιοδικό Fractal για το "Ο φόνος του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη.

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
ΕΚΔΟΣΕΙΣ- ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ
Πατριάρχου Ιωακείμ 8 & Σκρα, Θεσσαλονίκη, Τηλ. 2310-220545

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
 Οliverio Girondo
Είκοσι ποιήματα για να διαβαστούν στο τραμ
Αργεντίνικη Ποίηση / δίγλωσση έκδοση 
Μετάφραση:
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Σοφία Φερτάκη, Εύη Κύρλεση, Μαρία Ζαγγίλη, Αναστασία Γιαλαντζή, Ελένη Βότση.
Εισαγωγή - Επιμέλεια μετάφρασης:  Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Κυκλοφορία: Απρίλιος 2017
Σελίδες: 112
Τιμή: 9 ευρώ
ISBN: 978-618-5274-07-8


[ Ολιβέριο Χιρόντο ]
 
Στις 17 Αυγούστου του 1891 γεννιέται στο Μπουένος Άιρες ο Ολιβέριο Χιρόντο, τελευταίος από τα πέντε παιδιά της Χοσέφα Ουριμπούρου και του Χουάν Χιρόντο. Το 1900 κάνει, μαζί με την οικογένειά του, το πρώτο του ταξίδι στην Ευρώπη, συγκεκριμένα στο Παρίσι για τη Διεθνή Έκθεση. Χάρη στην οικονομική άνεση της οικογένειάς του, από εκεί και έπειτα θα ταξιδέψει σχεδόν σε ετήσια βάση και για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Ευρώπη (Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία) και στην Αφρική (Αίγυπτο, Μαρόκο, Σενεγάλη), ενώ φοιτά σε σχολεία της Αγγλίας και της Γαλλίας. Τα ταξίδια αυτά, θα διαπλάσουν το χαρακτήρα και τον τρόπο σκέψης του Ολιβέριο σε τέτοιο σημείο ώστε ο, επίσης πολυταξιδεμένος, Μπόρχες έλεγε πως δίπλα του αισθανόταν «επαρχιώτης».
Η επαφή, στην Ευρώπη, με πρωτεργάτες του Μοντερνισμού όπως o Μπλεζ Σαντράρ ή ο Πολ Μοράν διαμορφώνει τον ποιητικό του λόγο όπως γίνεται εμφανές από το πρώτο κιόλας βιβλίο του, Veinte poemas para ser leídos en el tranvía που εκδίδεται, μαζί με δέκα δικά του σχέδια, στη Γαλλία, στο Αρζεντίλ, το 1922. Το βιβλίο αυτό τοποθετεί αμέσως τον Χιρόντο στο κέντρο της ακμάζουσας εκείνην την εποχή αργεντινής πρωτοπορίας, την οποία σημαδεύει ακόμα πιο καθοριστικά το 1924, συγγράφοντας και δημοσιεύοντας το μανιφέστο των μαρτινφιεριστών (όπως είχαν μετονομαστεί πλέον οι ουλτραϊστές), στο 4ο τεύχος του Martín Fierro. Το 2012, ο περουβιανός συγγραφέας Σαντιάγο Ρονκαλιόλο στο βιβλίο του El amante uruguayo [κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τίτλο Ο Oυρουγουανός εραστής σε μετάφραση Κώστα Αθανασίου] περιέγραφε ως εξής την έντονη σχέση θαυμασμού-ανταγωνισμού μεταξύ των δύο ισχυρών προσωπικοτήτων της αργεντινής πρωτοπορίας, του Μπόρχες και του Χιρόντο:

Ευθύς εξαρχής, ο Χιρόντο είχε όλα τα στοιχεία εκείνα που θα τον έκαναν αντιπαθή στον Μπόρχες. Οι Χιρόντο ήταν πλούσιοι, μια οικογένεια μεγάλων γαιοκτημόνων. Οι Μπόρχες, αντιθέτως, ήταν πρώην κτηνοτρόφοι που είχαν ξεπέσει. Ο Ολιβέριο ήταν ένας παρορμητικός επιδειξιομανής. Ο Τζόρτζι ήταν διακριτικός. Ο Χιρόντο δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος, αλλά τα συνεχή ταξίδια και τα διαστήματα παραμονής του στην Ευρώπη τού είχαν προσδώσει αναμφίβολα τη γοητεία του κοσμογυρισμένου ανθρώπου. Ο Μπόρχες… εντάξει, ήταν ο Μπόρχες. Οι προσωπικές τους διαφορές αντικατοπτρίζονταν στο έργο τους. Τη στιγμή που ο Μπόρχες αποτύπωνε κάθε εκατοστό του Μπουένος Άιρες του, τα ποιήματα του Χιρόντο περιέγραφαν τη Βενετία, τη Βερόνα ή το Ντακάρ. Ο Χιρόντο πάσχιζε να φέρει σε επαφή τους αργεντινούς ποιητές με τη διεθνή πρωτοπορία, όταν ο Μπόρχες ήθελε να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Χιρόντο ήταν εμφανώς γαλλοθρεμμένος, πράγμα το οποίο για τον Μπόρχες ήταν κάτι λίγο λιγότερο από αρρώστια. [μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος]


[ Πέντε «λόγια» για 20 ποιήματα…]

  1. Τα είκοσι ποιήματα της συλλογής έχουν γραφτεί σε δώδεκα πόλεις ή κωμοπόλεις, έξι χωρών (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Αργεντινή, Βραζιλία, Σενεγάλη) από τον Μάρτιο του 1920 έως τον Απρίλιο του 1922 (στο «Αδέσποτες σημειώσεις» δεν αναφέρεται ημερομηνία και τόπος συγγραφής, ενώ στο «Γιορτή στο Ντακάρ» δεν έχουμε ημερομηνία συγγραφής).
  2. Ο Ολιβέριο Χιρόντο ήταν εξαίρετος ζωγράφος. Η πρώτη έκδοση των Είκοσι ποιημάτων… περιέχει δέκα έγχρωμα σκίτσα του τα οποία συνοδεύουν ισάριθμα ποιήματα: «Τοπίο της Βρετάνης», «Σχέδια στην άμμο», «Ρίο ντε Τζανέιρο», «Μιλόνγκα», «Ανάθημα», «Σεβιλλιάνικο σκίτσο», «Μπιαρίτζ», «Πεζός», «Πλατεία» και «Σεβιλλιάνικο».
  3. Τα είκοσι ποιήματα της συλλογής παρουσιάζονται εν είδει καρτ ποστάλ που για κάποιο λόγο ανακατεύτηκαν. Δεν υπάρχει καμία χρονική και χωρική αλληλουχία στην παράθεσή τους μέσα στην ποιητική συλλογή.
  4. Η παθητική φωνή του τίτλου και το μεταφορικό μέσο αποϊεροποιεί την υψηλή τέχνη της ποίησης («Καμία προκατάληψη δεν είναι τόσο γελοία όσο η προκατάληψη της ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΑΣ», δηλώνει ο ποιητής στην εισαγωγή του βιβλίου). Η ανάγνωση του βιβλίου δεν απαιτεί απερίσπαστη μοναξιά, αντιθέτως συνιστάται να γίνει στο θορυβώδες περιβάλλον ενός μέσου μαζικής μεταφοράς σε μια μεγαλούπολη.   
  5. Το 1923 ο Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα, ο περίφημος δημιουργός των greguerías, γράφει στην εφημερίδα El Sol της Μαδρίτης πώς αναγκάστηκε να πληρώσει στο τραμ της Μαδρίτης δύο φορές εισιτήριο απορροφημένος από την ανάγνωση αυτού του «μεγάλου», όπως το χαρακτηρίζει, βιβλίου.
                                                     (από την εισαγωγή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου)


Ανάθημα

Στα κορίτσια του Φλόρες[1]

Τα κορίτσια του Φλόρες έχουν μάτια γλυκά σαν τα ζαχαρωμένα αμύγδαλα της Confitería del Molino[2], και φορούν μεταξωτούς φιόγκους που γεύονται τους γλουτούς φτερουγίζοντας σαν πεταλούδες.

Τα κορίτσια του Φλόρες κάνουν βόλτα αγκαζέ, για να μοιραστούν την αναστάτωσή τους, κι αν κάποιος τις κοιτάξει κατάματα, σφίγγουν τα πόδια από φόβο ότι το φύλο τους θα πέσει στο πεζοδρόμιο.

Όταν σουρουπώνει, όλες τους κρεμούν τα άγουρα στήθη τους στα σιδερένια κλαδιά των μπαλκονιών, ώστε τα φουστάνια τους να κοκκινίσουν όταν τις νιώσουν γυμνές, και τη νύχτα, ρυμουλκούμενες από τις μαμάδες τους –σημαιοστολισμένες σαν φρεγάτες– βγαίνουν βόλτα στην πλατεία, για να εκσπερματώσουν οι άντρες λόγια στο αφτί τους και οι φωσφορίζουσες θηλές τους να αναβοσβήσουν σαν πυγολαμπίδες. 

Τα κορίτσια του Φλόρες ζουν με την αγωνία μην τυχόν σαπίσουν οι γλουτοί τους σαν πολυκαιρισμένα μήλα, και ο πόθος των ανδρών τις πνίγει τόσο που κάποιες φορές θα ήθελαν να απαλλαγούν απ’ αυτόν όπως από έναν κορσέ, μιας και δεν έχουν το κουράγιο να κόψουν το κορμί τους κομματάκια και να το πετάξουν σε όσους περνούν απ’ το πεζοδρόμιο.

Μπουένος Άιρες, Οκτώβριος 1920



[1] Γειτονιά με οίκους ανοχής στο Μπουένος Άιρες, (Σ.τ.Μ.).
[2] Ιστορικό ζαχαροπλαστείο του Μπουένος Άιρες που λειτούργησε από το 1916 έως το 1997, (Σ.τ.Μ.).

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA