Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

Η Νορβηγία έρχεται // είναι κοντά σας
Χωρίς Περιδέραιο

κάθομαι κάτω από το δέντρο
κοιτάζω τους καρπούς σου
είναι ώριμοι
σαν κορίτσια πενήντα χειμώνων

[είναι παράξενο να κλίνεις τους χειμώνες
σ’ απωθούν
όπως και η πολλή ενασχόληση μαζί σας
παγώ
πα
παγώνει
παγώνω
παγώνων]
χάνει κανείς τα λογικά του εδωπέρα

άμα θα μασήσουμε τους καρπούς
θα φτύσουμε τους σπόρους
μέσα στο ξέχειλο πηγάδι της νύχτας
–αφού γινήκαμε αγοραίοι–

ο άλλος λέει
να βουτήξουμε στο κενό!
να πιάσουμε τ’ αστέρια!

καλώς
πίνουμε κάτι κι ορμάμε

μη λησμονείτε κύριοι: είμαστε μόνοι
μη λησμονείτε πως τώρα αρχίσαμε
μη θορυβείτε
να ακουστεί δυνατά το μηδέν
καθώς μας κυκλώνει



1.
Στο είδος των πτηνών της οικογενείας των Νησσίδων ο θηλυκός
γόνος, μη γνωρίζοντας άλλη συμπεριφορά, βαδίζει προς μια
κατεύθυνση και τα τέκνα του ενστικτωδώς ακολουθούν. Στο
ανθρώπινο είδος κάτι ανάλογο δεν ισχύει. Το παιδί βαδίζει πλάι
στο γονιό με το χέρι μέσα στο χέρι του.
Στην περίπτωσή μας, ο γονέας δρα με στόχο να αντιληφθεί το
παιδί τις ευθύνες που του αναλογούν.


2.
Απλή ταλάντωση αλυσίδας που η επίπεδη άκρη της διαγράφει τόξο.
Όσο μεγαλύτερη η δύναμη που ασκείται τόσο μεγαλύτερο τόξο
διαγράφεται μέχρι που το αντικείμενο-υποκείμενο που ισορροπεί
επάνω της αδυνατεί να κρατηθεί και εκσφενδονίζεται σε τροχιά
εφαπτόμενη. Αν δεν υπήρχε βαρύτητα, το υποκείμενο, με σταθερή
ευθύγραμμη κίνηση, ακόμα θα απομακρυνόταν.
Στην περίπτωσή μας, το υποκείμενο-άνθρωπος-παιδί προσέκρουσε
σε φράχτη.


1η δημοσίευση, θράκα τεύχος 5-6


Τρίτη, 30 Μαίου και ώρα 20:00
στο βιβλιοπωλείο «Επι λέξει» 

για μια βραδυά αφιερωμένη στους δύο γίγαντες της γαλλικής λογοτεχνίας, 
Κάρολο Μπωντλαίρ και Μαρσέλ Προυστ


Η συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας κυρία Διώνη Δημητριάδου θα μιλήσει για το επιστολογραφικό δοκίμιο του Μαρσέλ Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά τον Φεβρουάριο του 2017 από τις εκδόσεις Κουκούτσι. Η μεταφράστρια του βιβλίου κυρία Μαριάννα Παπουτσοπούλου, αφού προλογίσει το εγχείρημα να μεταφράσει το σύνολο των Ανθέων του κακού (υπό έκδοση), θα απαγγείλει ποιήματα του μεγάλου ποιητή στα γαλλικά και τα ελληνικά με τη συμπαράσταση του Βασίλη Ζηλάκου.



Ευκτική


Να ξαπλώναμε μαζί
σε ένα γκρι δωμάτιο
σε ένα θολό κρεβάτι
γεμάτο λεκέδες και
χάρτινες ημιτέλειες

Να ξαπλώναμε μαζί
σε σίγαση
χωρίς πεζούς στομαχικούς ήχους,
ιδρώτα
χωρίς καμία κατάχρηση
του αέρα

Να υπήρχαμε σαν
τις απόλυτες
τιμές μας

Να ξαπλώναμε
μαζί
σε κενό αέρος.
Σε κενό.
Να μετεωριζόμασταν.





Στο εργαστήρι του Ege


Ήταν τότε που
με πηλό δημιούργησε
αγωνία
παρήγαγε όνυχα και
προσωπογραφίες
τα σερβίτσια του βραδινού
και γύρω τους στάχτες και
αποτσίγαρα και
μετέωρες βλεφαρίδες

Ήταν τότε που έβαλε
μπρούτζινες λεπτομέρειες
Σημεία στίξης για να συγκρατήσει
το χάος
μερικές άνω τελείες
για το μυστήριο
ποδιά για να μη λερώσει τα ρούχα του
αλκοόλ για να μη λερώσει το μυαλό του.

Τον πρωτόπλαστό του
τον έπλασε
αυτάρκη
φυγόκεντρα να περιστρέφεται
γύρω από τον εαυτό του.

Δήθεν δεν ήξερε πως
τα ακέραια σπάνε
πρώτα.






εκδόσεις βακχικόν


ΣΚΙΕΣ

Στο σπίτι αυτό
δε μένει πια κανείς
και τα υπόκωφα βήματα
και οι ψίθυροι
και τα πιάτα που πλένονται αθόρυβα
και τα σεντόνια που στρώνονται τα καθαρά
δεν είναι παρά αναμνήσεις
δεν είναι παρά σκιές
δεν είναι παρά
αντανακλώμενες προβολές
μιας παλιάς θλιμμένης ευτυχίας.




Genre
Sitcom
Black comedy

Created by Rob McElhenney

Developed by
Rob McElhenney
Glenn Howerton

Starring
Charlie Day
Glenn Howerton
Rob McElhenney
Kaitlin Olson
Danny DeVito

Opening theme "Temptation Sensation" by Heinz Kiessling
Composer(s) Cormac Bluestone
Country of origin United States
Original language(s) English
No. of seasons 12
No. of episodes 134


Τα θεμέλια της σειράς είναι απλά. Μια παρέα αρχικά τεσσάρων ανθρώπων.  O Τσάρλυ, O Ντένις, ο  Ματ είναι ιδιοκτήτες μιας Ιρλανδικής Παμπ στη Φιλαδελφεια. Μαζί τους στη μπάρα η γλυκιά Ντι (αδελφή του Ντένις) . Παρόλο που δεν νοιάζονται ουσιαστικά ο ένας για τον άλλον, παρά μόνο για τον εαυτό τους, η καθημερινή συμβίωση και η δυσκολία να συνδεθούν με άλλους ανθρώπους τους έχουν κάνει να αλληλοεξαρτηθούν. Στην παρέα προστίθεται και ο Φρανκ (Danny De Vito) πρώην πατέρας του Ντένις και της γλυκιάς Ντι και ίσως πατέρας του Τσάρλι. Ο Φρανκ διαθέτει επίσης όλα αυτά τα όμορφα κυνικά χαρακτηριστικά που διαθέτουν και οι υπόλοιπες προσωπικότητες. Για παράδειγμα όταν μεγάλωνε τα παιδιά του κάθε Χριστούγεννα αγόραζε ότι αγαπούσαν τα παιδιά του πιο πολύ και το έκανε δώρο στον εαυτό του... Έτσι και κάθε Χριστούγεννα μέχρι σήμερα (η σειρά βρίσκεται στον 12ο κύκλο της)
Τα επεισόδια είναι 25λεπτα αυτοτελή αν και διατηρούν μια συνέχεια πιο πολύ ως απόρροια γεγονότων που έτυχε να συμβούν σε επεισόδια. Η δύναμη της σειράς δεν είναι άλλη από το απίστευτο, χωρίς όρια, μαύρο χιούμορ.  Οι χαρακτήρες είναι πραγματικά αδίστακτοι, αυτό μπορεί εύκολα να το καταλάβει κάποιος από τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για να κερδίσουν μια ερωτική σύντροφο, από το πως μπορούν να χειραγωγήσουν και να διαλύσουν τις ζωές άλλων για ένα καπρίτσιο, έως τον τρόπο με τον οποίο στρέφονται ο ένας απέναντι στον άλλο πάντα γεμάτοι καχυποψία. Η συμμορία όπως ονομάζουν και οι ίδιοι την παρέα τους σχεδόν σε κάθε ιστορία φέρνει την καταστροφή πότε στους ίδιους πότε σε άλλους , πότε σε όλους . 

Τι αγάπησα :
1)
 Το χωρίς όριο μαύρο χιούμορ, το μη πολιτικά ορθό χιούμορ και τον συνδυασμό ιστοριών απλών γκαφών και επεισοδίων με πλοκή που θυμίζει αστυνομικές σειρές. 
2)
Η σειρά δε χάνει την δυναμική της παρά τα 12 χρόνια που προβάλλεται. Το αντίθετο, ίσως οι τελευταίες σεζόν να είναι και οι καλύτερες. 

Ποιοι να τη δούνε : Όσοι αγάπησαν το Black Books,θα τους αρέσει

Ποιοι να μη τη δούνε : Όσοι αγαπούν την πολιτική ορθότητα

Αδυναμία : Η σειρά δε σε κερδίζει με τον πρώτο κύκλο, θέλει υπομονή.


Θάνος Γώγος
εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚΟΝ


πού τον βρίσκεις
πού τον χάνεις

όλο στα χαρτοπαίγνια

και στις παιδικές χαρές

*

τι ειρωνεία χρόνε κι αυτή

εμείς να είμαστε ελάχιστοι
κι Εσύ
να λιγοστεύεις


*

απορώ με το κουράγιο των ζευγαριών
το ίδιο
και με το σθένος των μόνων


*

υπό άλλες συνθήκες
το στήθος σου
θα διδασκόταν στα σχολεία


*


αν είναι ο χρόνος σύννεφο
μάντεψε πόση βροχή
μας περιμένει

*

έχουμε χρόνο-
δεν έχουμε

αυτό κι αν είναι κέρμα




ΠΕΛΩΡΙΟΣ ΚΑΙ ΚΟΚΚΙΝΟΣ

Πελώριος και κόκκινος
Πάνω από το Γκραν Παλαί
Ο χειμωνιάτικος ήλιος εμφανίζεται
Κι εξαφανίζεται
Σαν κι αυτόν η καρδιά μου θα εξαφανιστεί
Και όλο μου το αίμα θα φύγει
Θα φύγει να σε ψάξει
Αγάπη μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί όπου βρίσκεσαι.


Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Η ανάμνηση του έρωτα δεν είναι μια καρδιά
στην άκρη μιας αλυσίδας, ούτε γραμμένο όνομα
πάνω σ΄ ένα γουρουνάκι από μελόψωμο στο πανηγύρι,
μήτ΄ ένα πυροτέχνημα που σκάει στων χεριών το κράτημα
τέλος, δεν είναι αυτό που είναι χαραγμένο
στη μνήμη μου, είναι αυτό που είναι αόρατα χαραγμένο
πάνω σ΄ ολάκερο το σώμα μου,
το σώμα μου το χορτασμένο από αγάπη, χάδι, θαυμασμό.


ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σε ποια μέρα είμαστε
Είμαστε όλες τις μέρες
Φίλη μου
Είμαστε όλη τη ζωή
Αγάπη μου
Αγαπιόμαστε και ζούμε
Ζούμε κι αγαπιόμαστε
Και δεν ξέρουμε τι πάει να πει ζωή
Και δεν ξέρουμε τι πάει να πει μέρα
Και δεν ξέρουμε τι πάει να πει έρωτας.

ΑΛΙΚΑΝΤΕ

Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι
Το φόρεμά σου στο χαλί
Και στο κρεβάτι μου εσύ
Γλυκό δώρο του παρόντος
Της νύχτας δροσιά
Της ζωής μου ζεστασιά.


PARIS AT NIGHT

Τρία σπίρτα αναμμένα ένα-ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω το πρόσωπό σου ολόκληρο 
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τελευταίο για να δω το στόμα σου
Κι ολάκερο το σκοτάδι για να μου το θυμίζει όλο αυτό
Καθώς σε σφίγγω στην αγκαλιά μου.


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ

Τα παιδιά που αγαπιούνται φιλιούνται όρθια
Με τις πλάτες στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Κι είναι μονάχα ο ίσκιος τους
Που τρέμει μες στη νύχτα
Προκαλώντας την οργή των περαστικών
Την οργή, την περιφρόνηση, τα γέλια και τον φθόνο τους
Τα παιδιά που αγαπιούνται δεν είν΄ εκεί για κανέναν
Είν΄ αλλού πολύ πιο μακριά απ’ τη νύχτα
Πολύ πιο ψηλά απ΄ τη μέρα
Μες στο εκθαμβωτικό φως της πρώτης τους αγάπης

ΔΕΝ ΕΙΜ΄ ΕΓΩ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΩ*

Δεν είμ΄ εγώ που τραγουδώ
Είν΄ τα λουλούδια που ΄χω δει
Δεν είμ΄ εγώ που γελώ
Είν΄ το κρασί που έχω πιει
Δεν είμ΄ εγώ που θρηνώ
Είν΄ η αγάπη μου που ΄χει χαθεί
* Το ποίημα αυτό, από τη συλλογή «Adonides» (1975), χρησιμοποιήθηκε ως πρελούδιο στο τραγούδι «Le petit garçon» (1967) του Serge Reggiani.


ΟΤΑΝ Η ΖΩΗ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ

Όταν η ζωή πάψει να παίζει
ο χάρος βάζει και πάλι τα πάντα στη θέση τους
Η ζωή κάνει χάζι
ο χάρος βάζει τάξη
ποσώς ενδιαφέρει η σκόνη που ΄ναι κρυμμένη κάτω απ΄ το χαλί
Υπάρχουν τόσα όμορφα πράγματα που λησμονεί
Η όμορφη ζωή


ΕΙΜΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ

Είμαι ευτυχισμένη
Μου  ΄πε χθες
πως μ΄ αγαπούσε
Είμαι ευτυχισμένη και περήφανη
κι ελεύθερη σαν μέρα
Δεν πρόσθεσε
πως ήτανε αγάπη δίχως πέρας.


ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΤΥΠΑ

Ποιος είναι
Κανείς
Είναι μονάχα η καρδιά μου που κτυπά
Που κτυπάει δυνατά
Για σένα
Όμως έξω
Στην πόρτα την ξύλινη επάνω
Το μικρό μπρούτζινο χέρι
Μήτε κινείται
Μήτε κουνιέται
Δεν κουνιέται παρά μονάχα του δαχτύλου η μικρούλα η άκρη





ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Λευκά σεντόνια μες σε μια ντουλάπα
Κόκκινα σεντόνια μες σ΄ ένα κρεβάτι
Ένα παιδί μες στη μάνα του
Η μάνα του μες στις ωδίνες
Ο πατέρας μες στο διάδρομο
Ο διάδρομος μες στο σπίτι
Το σπίτι μες στην πόλη
Η πόλη μες στη νύχτα
Ο θάνατος μες σε μια κραυγή
Και το παιδί μες στη ζωή.


ΓΑΤΟΧΟΡΤΟ

Έβρισαν τις αγελάδες
έβρισαν τους γορίλες
τα κοτόπουλα
Έβρισαν τα μοσχάρια
Έβρισαν τις χήνες τα καναρίνια τα γουρούνια τα σκουμπριά τις καμήλες
Έβρισαν τους σκύλους

Τις γάτες
Ούτε που τόλμησαν.


ΑΤΙΤΛΟ

Αγνοώ όλα όσα γνωρίζω
Και δεν γνωρίζω τίποτα
Απ΄ όλα όσα αγνοώ
Πώς θα μπορούσα να συλλογιστώ τον θάνατο
Αφού γνωρίζω πως κάποια μέρα θα πεθάνεις.


Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ

Κάθονται στο τραπέζι
Δεν τρώνε
Ανήσυχοι τα πιάτα τους δεν αγγίζουν
Και τα πιάτα τους ολόρθα στέκουν
Κάθετα όπισθεν της κεφαλής τους.

N.B. Τα ανωτέρω ποιήματα ανήκουν στις συλλογές «Paroles» (1946), «Histoires» (1946),
«Spectacle» (1951), «Fatras» (1966), «Choses et autres» (1972) και «Adonides» (1975). 








Ζακ Πρεβέρ (Jacques Prévert, 1900-1977): Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος, εκ των σημαντικότερων ποιητικών μορφών του 20ου αι. Τι κι αν στο σχολείο δεν ήταν φιλογράμματος, τι κι αν το παράτησε προτού να το τελειώσει· ο «ζωγράφος της γαλλικής σύγχρονης ποίησης», κατά τον Πικάσο, κατάφερε να φιλοτεχνήσει ποιήσεως έργα διαχρονικά και δη ανά το παγκόσμιο. Και δικαιολογημένα εντάχθηκε, έστω και μετά θάνατον, στη γαλλική Πλειάδα. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν και ερμηνεύτηκαν από καταξιωμένους Γάλλους και Αμερικανούς καλλιτέχνες. Με μια πληθώρα ποιητικών συλλογών στο corpus του, έγραψε, επίσης, θεατρικά αλλά και σενάρια τόσο για ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου, όσο και για ταινίες κινουμένων σχεδίων. Μέσα από την ποίησή του, τραγούδησε τον άνθρωπο, τη φύση και τη ζωή, μ΄ έναν τρόπο μοναδικό. Ο λόγος του απλός και καθημερινός (όχι, ωστόσο, απλοϊκός)· εντούτοις, δεν υμνεί παρά την ουσία της ζωής, την κρυμμένη στα απλά εκείνα πράγματα που, μες στην πεζή καθημερινότητα, δυστυχώς προσπερνάμε. Μια γραφή ανεπιτήδευτη, κατάσπαρτη από ευφάνταστα λογοπαίγνια, συνεχείς επαναλήψεις και πλούσια εικονοκλασία. Άλλα γνωρίσματα της γραφής του: η ανάμειξη του πεζού με τον ποιητικό λόγο, η εναλλαγή του ελεύθερου με τον ομοιοκατάληκτο στίχο κι η απουσία σημείων στίξεως. Στην ποίησή του διακρίνει κανείς τόσο τη λεπτή ειρωνεία του, όσο και το ιδιαίτερό του χιούμορ. Επηρεάζεται ναι μεν από τον υπερρεαλισμό, αλλά δεν απαρνιέται μήτε τον ρεαλισμό, μήτε τον έμφυτο ρομαντισμό του· έτσι, μαζί και με στοιχεία από τον συμβολισμό, κατορθώνει ν΄ αφήσει το στίγμα του στην ποιητική παράδοση της Γαλλίας. Η ποίησή του διαμορφώνεται από τη γενικότερη στάση του για τη ζωή, μια στάση μποέμικη, άθεη, αντικομφορμιστική έως και αναρχική, που διαχέεται από τις αρχές του ανθρωπισμού. Υμνεί την ελευθερία, την ειρήνη, τη νιότη, τον έρωτα, τη δικαιοσύνη. Καταδικάζει τον πόλεμο, την αδικία, την εκμετάλλευση και συμπαραστέκεται στους πονεμένους της ζωής. Τέλος, η πόλη του, το Παρίσι, δεν θα μπορούσε να είν΄ απούσα από την ποίησή του.



.




εκδόσεις Αντίποδες 


Γράφοντας για ένα βιβλίο μιλάει κανείς πρώτα για την πλοκή του: ποιοι είναι οι βασικοί χαρακτήρες, ποια τα χαρακτηριστικά τους, ποια η ιστορία που αφηγείται και σε ποιο σημείο της βρισκόμαστε. Το ύφος του συγγραφέα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί, η εστίασή του και ούτω καθ’ εξής είναι αυτά που έπονται. Τέλος, πιάνει εκείνο που κάποιοι ονομάζουν «νόημα» του βιβλίου, τον «πυρήνα» του, το τι «θέλει να μας πει» τέλος πάντων ο συγγραφέας του. Πρόκειται για μια απόπειρα διαχωρισμού της μορφής από την ουσία, όπου ουσία είναι το ρευστό σημαινόμενο υλικό και μορφή είναι το σημαίνον καλούπι, δηλαδή οι λέξεις. Όλα αυτά είναι βέβαια χρήσιμα εργαλεία κατανόησης ενός κειμένου, δεν είναι όμως ικανά να φέρουν τον αναγνώστη πιο κοντά στην ικανοποίηση του βασικού και δίκαιου αιτήματός του, που δεν είναι άλλο από την γνήσια αν και φευγαλέα επαφή του με το κείμενο αυτό. Όλοι οι αναγνώστες ξέρουμε πως δεν είναι ούτε η ιστορία, ούτε οι χαρακτήρες, ούτε το «νόημα» ενός βιβλίου που μας δένει με αυτό. Ξέρουμε επίσης πως όσο πιο σημαντικό είναι ένα μυθιστόρημα, τόσο πιο άσκοπη είναι η απόπειρα διαχωρισμού του νοήματός του από την μορφή του: Οι λέξεις που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι το νόημα του βιβλίου και είναι αυτές και μόνο αυτές που μας δένουν μαζί του.
Πώς μεταφέρεται λοιπόν το αίσθημα της ανάγνωσης ενός βιβλίου από τον έναν αναγνώστη στον άλλον; Είναι δύσκολο να μεταδώσεις την απόκοσμη ανατριχίλα που σου προκαλούν τα βιβλία του Φόκνερ, την καθήλωση που σου δημιουργεί ο Μπέκετ και την εμπύρετη μανία των μυθιστορημάτων του Ντοστογιέφσκι. Δεν διαλέγω τυχαία τους παραπάνω συγγραφείς, καθώς γράφοντας για το μυθιστόρημα της Φλάννερυ ο’ Κόννορ, «Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν», αυτοί είναι που επανέρχονταν συνεχώς στο μυαλό μου. Έχω την αίσθηση ότι η ο’ Κόννορ έχει στήσει αντίσκηνο μέσα στην μυθική χώρα του Φόκνερ1, και δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο κατάγονται από τον αμερικανικό Νότο, η ατμόσφαιρα του οποίου είναι έκδηλη στα μυθιστορήματά τους. Μέσα στο μυαλό του βασικού ήρωα του βιβλίου, του νεαρού Ταργουότερ, εντοπίζεται η άναρθρη απόγνωση που κατάφερε να εκφράσει ο Μπέκετ, ενώ οι ντοστογιεφσκικές πινελιές είναι παρούσες σε όλες εκείνες τις πράξεις των ηρώων που μοιάζουν τρελές με γυμνό μάτι, ντυμένες όμως την δεξιοτεχνία του συγγραφέα τους πείθουν τον αναγνώστη πως πρόκειται για αναπότρεπτες εξελίξεις καταστάσεων που ήταν ήδη και εξ’ αρχής τόσο χαμένες όσο και τραγικές. Η Φλάννερυ ο’ Κόννορ κινείται άνετα στην αισθητική του παραλόγου διυλίζοντάς την συνεχώς μέσα στην ατέρμονη βούλησή της για πίστη στον Θεό.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Μέισον Ταργουότερ είναι ένας αυτόκλητος προφήτης που μεγαλώνει τον ανιψιό του, τον νεαρό Ταργουότερ, σε ένα ερημικό δάσος του Τενεσί. Ο Μέισον είναι μια μορφή που αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης, δοσμένος απόλυτα στην πίστη του στον Θεό και στον σκοπό του να γίνει ένα μαζί Του. Ζει στην απομόνωση με τον μικρό του ανιψιό, τον οποίο αναθρέφει για να πάρει την θέση του ως προφήτης και σωτήρας των ανθρώπων. Όταν ο Μέισον πεθαίνει, αφήνει στον Ταργουότερ δύο εντολές: να τον θάψει χριστιανικά και να βαφτίσει τον γιο του παραστρατημένου ανιψιού του, του ορθολογιστή δασκάλου Ρέυμπερ. Ο Ταργουότερ παρακούει την πρώτη εντολή του θείου του καίγοντας το σπίτι τους και μαζί και τον ίδιο τον θείο του, όπως πιστεύει, στο πρώτο κιόλας μέρος του βιβλίου. Στο επόμενο μέρος εκτυλίσσεται μέσα του μια εξαντλητική μάχη για το αν θα παρακούσει και την δεύτερη εντολή του. Πηγαίνει να βρει τον άλλο θείο του, τον δάσκαλο Ρέυμπερ. Ο ίδιος ο δάσκαλος είχε περάσει ως παιδί κάποιο διάστημα κάτω από την επιρροή του Μέισον Ταργουότερ και με τη σειρά του πάλεψε κατά της αλλοφροσύνης που είδε σε αυτόν αλλά και που αναγνώρισε μέσα στον ίδιο του τον εαυτό. Ο μικρός Ταργουότερ θα βρεθεί στην μέση μιας διελκυστίνδας, με τον Μέισον να τον τραβά από την μία πλευρά, τον Ρέυμπερ από την άλλη, και τον άρρωστο γιο του Ρέυμπερ, Μπίσοπ, παράπλευρη παρουσία και σύμβολο μιας οριστικά απολεσθείσας αθωότητας. Η ζωή του άρρωστου αγοριού θα γίνει το πεδίο όπου θα κριθεί η μάχη αυτή.
Οι λέξεις που επανέρχονται στο μυθιστόρημα της ο’ Κόννορ είναι πολλές, αλλά καμία δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από την «ελευθερία». Ήδη από τις πρώτες σελίδες του, λίγο μετά τον θάνατο του Μέισον ένας «ξένος» έρχεται να κατοικήσει μέσα στο κεφάλι του Ταργουότερ. Σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Τζιαννόνε, μελετητή που υπογράφει το επίμετρο της έκδοσης, ο ξένος αυτός είναι ένας δαίμονας που καταλαμβάνει την συνείδηση του νεαρού αγοριού. Κάποιος ψυχαναλυτής ίσως να κατέφευγε σε μια λιγότερο θεολογική ερμηνεία, κι ας είναι το έργο της συγγραφέως σαφώς θεοκεντρικό, λέγοντας πως πρόκειται για το εγώ του Ταργουότερ που αναδύεται και επιβάλλεται σε αυτόν μετά τον θάνατο του θείου του. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι δαίμονας και εγώ είναι ένα και το αυτό. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τα λόγια του ηχούν εκκωφαντικά μέσα στο μυαλό του Ταργουότερ δημιουργώντας του αμφιβολίες για όλα όσα έμαθε περί του τι είναι αληθινό και, κυρίως, περί του πώς θα είναι ελεύθερος. Σύμφωνα με τον Μέισον, ο Ταργουότερ «γεννήθηκε στη σκλαβιά και βαπτίσθηκε στην ελευθερία, στο θάνατο του Κυρίου». Το παιδί όμως όταν το άκουγε αυτό «ένιωθε μια μελαγχολία να έρπει πάνω του, μια σιγανή ζεστή έχθρα που ολοένα φούσκωνε, επειδή τούτη η ελευθερία έπρεπε να συνδεθεί με τον Ιησού κι επειδή ο Ιησούς έπρεπε να είναι ο Κύριος». Ο Ταργουότερ διψά για ελευθερία, δεν θέλει όμως να την συνυφάνει με την πίστη στον Θεό, ούτε με την ανεξάντλητη πείνα του θείου του για τον «άρτο της ζωής». Ο δάσκαλος Ρέυμπερ έχει μιαν άλλη ιδέα για την ελευθερία: την βαθιά πίστη στην αυτονομία του ανθρώπου και στο ανήκειν του καθενός στον εαυτό του. Πώς θα ορίσει τελικώς ο Ταργουότερ την ελευθερία του; Και σε ποιον από τους δύο διεκδικητές του μονοπωλίου της αλήθειας θα δώσει δίκαιο;
Ο ανήλικος ήρωας της ιστορίας της ο’ Κόννορ βρίσκεται στο πιο κρίσιμο σημείο της ζωής του: πρέπει να αποδείξει σε όλους και κυρίως στον εαυτό του ότι δεν είναι ο προφήτης που ο θείος του τον προετοίμασε να γίνει. Για να το κάνει αυτό, δεν φτάνουν τα λόγια. Λόγια, σαν αυτά που λέει δηλαδή ο Ρέυμπερ και στα αυτιά του αγοριού ακούγονται κούφια και δειλά. Ο δάσκαλος έχει αφιερωθεί στην μάχη κατά του Θεού, όσο ο Μέισον είχε αφιερωθεί στην πίστη του σε Αυτόν, και έχει οδηγηθεί σε μια πλήρη συναισθηματική απονέκρωση. Νιώθει όταν κοιτάζει τον γιο του για περισσότερο από λίγες στιγμές μια αγάπη φρικιαστική: «Ήταν αγάπη δίχως αιτία, αγάπη για κάτι χωρίς μέλλον, αγάπη που έμοιαζε να υπάρχει μόνο για να υπάρχει, δεσποτική και αποκλειστική, το είδος εκείνο που μια στιγμή αργότερα θα τον έκανε να περιγελάσει τον εαυτό του.» Όσο φανατική ήταν η προσήλωση του Μέισον στον Θεό, τόσο φανατική είναι η προσήλωση του Ρέυμπερ στην ελευθερία της βούλησής του, στην δύναμη του λογικού του και την ικανότητά του να αντισταθεί στην προφητική τάση που ρέει μέσα στις φλέβες του σαν κατάρα. Ο Ταργουότερ όμως πιστεύει ότι η αντίστασή του αυτή είναι μάλλον ισχνή και ο ίδιος σκοπεύει να πει το «όχι» του στον Θεό με μια κίνηση πολύ πιο δυναμική. Παράλληλα, τον τρώνε μέσα του ενοχές που έκαψε τον θείο του, ενοχές που ο δάσκαλος χαρακτηρίζει «ψεύτικες», ποια ενοχή όμως άραγε είναι «αληθινή»;
«Από δε των ημερών Ιωάννου του βαπτιστού έως άρτι η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν»: με αυτήν την φράση από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο προϊδεάζεται ο αναγνώστης για την στάση της ίδιας της συγγραφέως απέναντι στο κείμενό της. Ποιοι είναι οι βιαστές της βασιλείας των ουρανών; Είναι οι ορθολογιστές, είναι εκείνοι που πιστεύουν στην ανωτερότητα και την αυτάρκειά τους, που αρνούνται να υποταχθούν στο θέλημα του Θεού και να ταπεινωθούν. Είναι ο δάσκαλος. Εδώ όμως είναι που μπαίνει στο παιχνίδι η δεξιοτεχνία της συγγραφέως και εδώ είναι που αποκαθηλώνεται το όποιο «νόημα» αναζητούμε στα βιβλία σαν να ήταν κρυμμένο και σαν να όφειλε να μας αποκαλυφθεί για να το προσθέσουμε στο ήδη υπάρχον νόημα μέσα μας. Η Φλάννερυ ο’ Κόννορ έχει φτιάξει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, γιατί δεν δίνει απαντήσεις, αντίθετα μέσα από τις λέξεις της εκθέτει άφοβα τον ίδιο της τον εαυτό και την δική της επίπονη λαχτάρα για τον Θεό, όπως έχει κάνει και στα «Ημερολόγια Προσευχής» της. Είναι αυτή ακριβώς η δική της ελευθερία έκφρασης, η ποιητικότητα που διακατέχει ολόκληρο το κείμενό της, το ανεξάντλητο πάθος της, που πυροδοτεί εκείνον που την διαβάζει να ασκήσει την δική του ελευθερία συνείδησης και επιλογής, όποια κι αν είναι αυτή. Σκιαγραφώντας με το ίδιο λεπτό πενάκι και την ίδια πειστικότητα την ψυχοσύνθεση τόσο του Μέισον όσο και του δασκάλου οδηγεί τον αναγνώστη καταμεσής στην συνείδηση του ταραγμένου Ταργουότερ. Και στην καρδιά των ερωτημάτων που δεν παύουν να βασανίζουν τις συνειδήσεις όλων μας.
Η επανέκδοση του μυθιστορήματος της Φλάννερυ ο’ Κόννορ από τις εκδόσεις «Αντίποδες» αποτελεί σημαντικό βήμα για τα ελληνικά γράμματα. Ξαναφέρνει στο φως μία από τις πιο σημαντικές συγγραφείς του τελευταίου αιώνα με σεβασμό στην σπουδαία, πρώτη μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά. Η γλώσσα όμως του κειμένου είναι εκ νέου επιμελημένη με πολύ μεγάλη προσοχή, έτσι ώστε να μην δυσκολεύει τον σημερινό αναγνώστη με λεκτικές και γραμματικές επιλογές που δεν συνάδουν με την εποχή του. Μέσα στο πολύ βοηθητικό υπόμνημα της έκδοσης σημειώνονται λεπτομερώς όλες οι μεταβολές που έλαβαν χώρο στο μετάφρασμα, μαζί με το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο. Ο εκσυγχρονισμός του κειμένου αποτέλεσε μια πολύ εύστοχη επιλογή που δεν έθιξε διόλου την μετάφραση στην αρχική της μορφή. Αντίθετα, την ελάφρυνε από περιττά βάρη δίνοντας στο μυθιστόρημα νέα πνοή και σε όποιον ενδιαφέρεται για την γλώσσα και τις διάφορες μορφές της φρέσκα ερεθίσματα.


1 Ο Φόκνερ κατασκεύασε ένα δικό του σύμπαν: την επαρχία Yoknapatawpha, σύνθεση από δύο λέξεις της φυλής Τσίκασοου: Yokana και Petopha: διαμελισμένη γη. Σχεδίασε και σχετικό χάρτη με τις τοποθεσίες όπου διαδραματίζονται τα έργα του. 


Η 14η διεθνής έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης (11-14 Μαΐου 2017) ολοκληρώθηκε και έχουμε κάθε λόγο να μην είμαστε απογοητευμένοι. Οι περισσότεροι εκδότες έφυγαν ευχαριστημένοι και οι εκδηλώσεις είχαν μεγαλύτερη προσέλευση κόσμου από πέρυσι.  

Όμως κάτι άλλαξε. Ειδικά στην ποίηση. Η αλλαγή αυτή δεν έγινε ξαφνικά, αλλά μέχρι και πέρυσι βλέπαμε θραύσματα της στην έκθεση. Δεν ήταν άλλη από τη σύσταση και τη δυναμική των εκδηλώσεων στις ώρες αιχμής της. Φέτος οι διοργανωτές της έκθεσης επέλεξαν να δώσουν καλές αίθουσες στις καλές μέρες και ώρες της έκθεσης και σε μικρές εκδοτικές και κυρίως σε συζητήσεις και παρουσιάσεις βιβλίων αυτών που μέχρι σήμερα   χαρακτηρίζουμε (σωστά η λανθασμένα) νέους λογοτέχνες. Οι περισσότερες από τις συγκεκριμένες εκδηλώσεις στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία. Ήταν ένα στοίχημα που κερδήθηκε αλλά πόσο τολμηρό ήταν;  

Μετά το 2000 άρχισαν όλοι να μιλούν για μια γενιά κυρίως ποιητών (αλλά και πεζογράφων τα τελευταία χρόνια ) η οποία 'έδειχνε να ξεβαλτώνει την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία χαρίζοντας προσδοκίες. Μια γενιά ή φουρνιά  αγεωγράφητη που με τα χρόνια όλο και περισσότερες φωνές συμπλήρωναν ήδη αξιόλογες . Μια γενιά που τράβηξε κοντά της και τους λίγο μεγαλύτερους αλλά και τους ταλαντούχους νέους που δημοσιεύουν τώρα τα πρώτα τους έργα.  
Ακόμα και σήμερα παρουσιάζει εύρος στην αισθητική, διαφορά στο ύφος και στο περιεχόμενο που καμία άλλη ίσως δε διέθετε. Ωστόσο όλα αυτά μοιάζουν πια να είναι χαρακτηριστικά της και όχι κάποια έλλειψη.  Δε θα μπορούσα όμως να μην παρατηρήσω πως πια δεν είναι τόσο αγεωγράφητη και πια έχει δυναμική ως σύνολο. Αυτή η δυναμική έφερε και την αλλαγή που ήταν διακριτή στην έκθεση της Θεσσαλονίκης .

Η δυναμική ήρθε πρώτον γιατί υπάρχουν αξιόλογα έργα. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρεις λόγοι

Η κοινότητα -οι κοινότητες :

Τα τελευταία χρόνια εκτός από ιστορικά περιοδικά με επίπεδο που στήριζαν ατομικά τους νέους λογοτέχνες και το κάνουν μέχρι σήμερα, προστέθηκαν κινήσεις, ιστοσελίδες και περιοδικά οργανωμένα από τους ίδιους τους νεότερους ηλικιακά  λογοτέχνες που έδωσαν βήμα σε νέους δημιουργούς . Οι ποιητές Κατερινα  Ηλιοπούλου και Βασίλης Αμανατίδης, σε εκδήλωση μαζί με τον νεοελληνιστή Βασίλη Λαμπρόπουλο για την σύγχρονη ελληνική ποίηση μίλησαν για αυτές τις κοινότητες και έγινε συζήτηση και για τα χαρακτηριστικά τους.Ένα από τα χαρακτηριστικά σύμφωνα με τον Β. Αμανατίδη είναι πως διαμορφώνεται μια μεγαλύτερη κοινότητα ανοιχτή, με την έννοια πως παρά τις διαφωνίες ή το προσωπικό γούστο κάποιου, ένας ποιητής   αναγνωρίζει κάποιον άλλον πως επίσης ανήκει εκεί . Και αυτό πολλές φορές γίνεται ακόμα και με ένα νεύμα. Οι ποιητές μόνοι τους αλλά και   μέσα σε κοινότητες, είναι οι περισσότεροι ανοιχτοί στη συζήτηση και γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Η συνεργασία ποιητών και κοινοτήτων είναι μάλιστα κάτι που και εκτός έκθεσης παρατηρούμε να συμβαίνει όλο και πιο συχνά σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές της Ελλάδας . Μια συνεργασία που γίνεται σε μια βάση, σε ένα έδαφος "αυτονομίας".  Μια συνεργασία από τα κάτω. 

Τα φεστιβάλ νέων λογοτεχνών

Είναι ένας από τους λόγους που  αρκετοί νέοι λογοτέχνες όχι απλά γνώρισαν ο ένας το έργο του άλλου, αλλά ζυμώθηκαν σχέσεις με προεκτάσεις κοινωνικές. Θα τολμούσα να πω πως οι εκδηλώσεις των φεστιβάλ αλλά και τα ίδια τα φεστιβάλ, ήταν η αφορμή για περαιτέρω συζητήσεις στα μπαρ της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ήταν η αφορμή για να μελετήσει ο ένας λογοτέχνης το έργο του άλλου, να συμπλεύσουν, να συνδιοργανώσουν και να συμμετέχουν ξανά μαζί σε άλλες κινήσεις, να έρθουν κοντά. Πρόσφεραν οικειότητα, κάτι που βοήθησε στο χτίσιμο και στην επιτυχία των κοινοτήτων .


Έρχεται και από έξω. 

Τα χρόνια που οι ακαδημαϊκοί στην Ελλάδα μελετούσαν ξανά και ξανά Καβάφη και Σεφέρη , ακαδημαϊκοί με έδρες ή που διδάσκουν στο εξωτερικό επέλεξαν να αφήσουν τη σιγουριά και να μελετήσουν το σήμερα. Με πρώτο τον κ. Λαμπρόπουλο από το πανεπιστήμιο του  Μίσιγκαν  αλλά και άλλους ακαδημαϊκούς και μεταφραστές, έδωσαν στους ποιητές και στην κοινότητα τους  και στις κοινότητες τους, μια ώθηση και ένα κύρος που δε μπορούσε πια να αγνοηθεί και μέσα. Το ενδιαφέρον για ανθολογίες σύγχρονης Ελληνικής ποίησης, τα ακαδημαϊκά άρθρα και η συνομιλία της ποίησης του σήμερα με αυτή άλλων χωρών αποδεικνύουν πως κάτι έχει αλλάξει. 

Στην έκθεση λοιπόν μέσα από τη φυσική παρουσία, μέσα από την αλληλεπίδραση ήταν απολύτως ορατή αυτή η αλλαγή. Μια δυναμική αισθητή που συζητήθηκε αρκετά. 







Έχεις κι εσύ
καρδιά, μα δε βρίσκεται
πια στη θέση της




Χωρίς τίτλο

Μισώ όλες τις φορές
που κολύμπησες
και δεν ήμουν εκεί,
να κολυμπήσεις μακρυά μου.




Άκουσε

"Δε θα σε ερωτευτώ ποτέ" του είπε. Βρήκε τη δύναμη κι άκουσε κάθε λέξη, καθώς και την τελευταία.







Στην ομιλία της, στις 19/5/17, η καθηγήτρια του πανεπιστημίου της Georgia, Dorothy Figueira, έθιξε μερικά από τα πλέον καίρια ζητήματα που απασχολούν τους ερευνητές που καταπιάνονται με τη θρησκευτική «όψη» της κοινωνικής λογοτεχνίας. Θεματική ήταν: « το πρόβλημα της θρησκείας και η ανάγκη ενός ηθικού συστατικού στην ανάγνωση του Άλλου». Σημαντικό σημείο της ομιλίας, μεταξύ άλλων, αποτέλεσε και η επισήμανση της «δυσκολίας» της επιστημονικής προσέγγισης, από πλευράς της ακαδημαϊκής κοινότητας των Η.Π.Α. , λογοτεχνικών έργων με θρησκευτικές διαστάσεις έτερων καταβολών. Η εύλογη αναφορά της Figueira επαναφέρει με παρρησία στο προσκήνιο το ζήτημα της ανοχής στη θρησκεία.

Ο T.S. Elliot υποστήριζε πως η ποιητική τέχνη έχει, ιστορικώς, κατεξοχήν κοινωνικό χαρακτήρα. Η αναφορά του Elliot συνοψίζεται στη διάκριση της κοινωνικής ποίησης σε πολιτική, θρησκευτική, διδακτική, δραματική και ηθική. Οι προαναφερθείσες εκδηλώσεις της κοινωνικής ποίησης εμφανίζονται, τόσο αποσπασματικά, όσο, και ως ένα ενιαίο «σώμα» σε όλο το φάσμα της μεταπολεμικής ποίησης της χώρας μας, από την 1η μεταπολεμική γενιά και τουλάχιστον μέχρι τους ποιητές του ‘70. Η θρησκευτική «όψη» αποτελεί μία από τις λιγότερο διερευνημένες πτυχές της κοινωνικής ποίησης. Η θεολογική σχολή Αθηνών, προωθεί και συμμετέχει σε έναν ανοιχτό και, ει δυνατόν, απροκατάληπτο «διάλογο» με νεοέλληνες λογοτέχνες και με ερευνητές από την Ευρώπη και τις Η.Π.Α. , οι οποίοι, έχουν σταδιοδρομήσει, παράλληλα ,τόσο στους τομείς της συγκριτικής λογοτεχνίας, όσο και στους τομείς της θρησκειολογίας. Η διερεύνηση της θρησκευτικής «όψης» της κοινωνικής λογοτεχνίας, αν και αποτελεί αυτοτελές ερευνητικό πεδίο από μόνη της, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να διανοίξει νέους διαύλους επικοινωνίας και σε άλλα, παρόμοιας φύσης ζητήματα διεπιστημονικής υφής.

Για την εγχώρια διάσταση του θέματος ο Π. Καλαϊτζίδης σημειώνει πως: « ο δημόσιος χώρος σήμερα κερδίζεται με την πειθώ και το διάλογο και όχι με τον εξουσιαστικό λόγο ή τη νοσταλγία επιστροφής στο βυζαντινό αυτοκρατορικό πρότυπο της δια νόμου επιβολής πίστεως. Εάν υπάρχει ένα σημείο όπου η νεωτερική λογοτεχνία και η αυθεντική θεολογία συναντώνται, αυτό είναι η κοινή τους αποστροφή προς τον εξουσιαστικό λόγο…». Ίσως σε αυτήν ακριβώς την αποστροφή να εδράζεται η επίλυση του εγχειρήματος της σύζευξης της νεωτερικότητας με την ελληνικότητα. Θέμα, ιδιαζόντως δύσκολο όπως επισημαίνει ο Μ. Μπέγζος, όχι όμως μάταιο ούτε ακατόρθωτο.

Απαντώντας στο αρχικό ερώτημα, η κοινωνική λογοτεχνία είναι απολύτως συμβατή με την αυθεντική θεολογία τόσο ως προς την αποστροφή τους στον εξουσιαστικό λόγο, όσο και ως προς τις κοινές τους καταβολές. Καθώς, στο τέλος, και οι δύο αποτελούν «μέσα» έκφρασης, του ίδιου, ανθρώπινου πνεύματος.


Γιώργος Κουτούβελας
Ο Άντζελο Μανίττα, γεννήθηκε στο Καστιλιόνε της Σικελίας στις 3 Φεβρουαρίου του 1955 και σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Κατάνια.


LA RAGAZZA DI MIZPA1


Il sole fende il cielo.
La luna si sazia di stelle.
I giorni e le notti scandiscono
il tempo alla ragazza

di Mizpa, che percorre sperduti
sentieri. Un altare di muschio
spegne la sua ansia, ma la quiete
s'ammanta di morte

e i mille petali di loto
restano chiusi per non donarle
miele. Solo tra il cullare
di musiche boscherecce

si schiarisce la debole luce
di Venere, che le fa ritrovare
la pace e rimeditare eterni
frammenti d'aurore.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΜΙΣΠΑ2

Ο ήλιος διασχίζει τον ουρανό.
Το φεγγάρι πλημμυρισμένο από αστέρια.
Οι μέρες και οι νύχτες δίνουν
χρόνο στο κορίτσι

της Μισπά, που διασχίζει χαμένα
μονοπάτια. Ένας βωμός από βρύα
καταλαγιάζει την ανησυχία της, όμως η γαλήνη
διακατέχεται από θάνατο

και τα χιλιάδες πέταλα του λωτού
παραμένουν κλειστά, για να μην της χαρίσουν
μέλι. Μόνο ανάμεσα σε λικνίσματα
και ποιμενικές μουσικές

φέγγει το ασθενές φως
της Αφροδίτης, που την ωθεί να ξαναβρεί
την ειρήνη και να στοχαστεί ξανά πάνω
σε αιώνια γλυκοχαράματα.





ARABESCHI D'IMMAGINI


I passi non imprimono orme
sulla sabbia. La vittima pervade
i miei occhi con arabeschi d'immagini
che colmano la paura.

Il giorno trascorre senza percepire
estasi, quasi sasso lanciato
nell'acqua e travolto da infiniti
cerchi concentrici.

Labili oscurità modellano
seni fanciulli quando sgorgano
fuochi di vulcani. E gli alberi
riempiono il mio cuore

di malinconia e le foglie s'inarcano
sotto lo sguardo diafano della ragazza
che trasforma in pura luce
deserti di miraggi.


ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΡΑΒΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ


Τα βήματα δεν αποτυπώνουν ίχνη
πάνω στην αμμουδιά. Το θύμα διαποτίζει
τα μάτια μου με εικόνες από αραβουργήματα
που με βοηθούν να ξεπερνώ τον φόβο.

Η μέρα περνά δίχως να γίνει αντιληπτή
η έκσταση, σαν μία πέτρα εκσφενδονισμένη
στο νερό και παρασυρμένη από αμέτρητους
ομόκεντρους κύκλους.

Φευγαλέες σκιές τονίζουν
τα κοριτσίστικα στήθη όταν ξεπηδούν
φωτιές από τα ηφαίστεια. Και τα δέντρα
γεμίζουν την καρδιά μου

με μελαγχολία και τα φύλλα λυγίζουν
κάτω από το διάφανο βλέμμα της κοπέλας,
που μετατρέπει σε αγνό φως
ερήμους αντικατοπτρισμών.









1 Mizpa: località della Palestina in cui, nell'età del bronzo, Jefte sacrifica la propria figlia unigenita dopo aver ottenuto la vittoria sui suoi nemici (Giudici 11, 29-40). La vicenda è molto simile a quella di Ifigenia.
2 Μισπά: τοποθεσία της Παλαιστίνης στην οποία, κατά την εποχή του χαλκού, ο Κηφέας θυσιάζει τη μοναχοκόρη του μετά τη νίκη του επί των εχθρών (Ιησούς, κεφάλαιο 11, 29-40). Η συγκεκριμένη ιστορία είναι παρόμοια με της Ιφιγένειας.


 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA