Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»

Οι αυτοκτονικές τάσεις 
στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)

του Ζαχαρία Στουφή

Παρόλο που κανένα ποίημά του δεν αναφέρεται σε αυτοκτονία, ούτε ο ίδιος αυτοκτόνησε, ωστόσο ο Στέφανος Μαρτζώκης μοιάζει να έχει στολίσει την ποίησή του με τα πιο έντονα αυτοκτονικά χαρακτηριστικά, σε σχέση πάντα με τους Έλληνες ποιητές της εποχής του. Τα ποιήματα που επέλεξα να ανθολογηθούν εδώ, νομίζω πως είναι τα πιο χαρακτηριστικά από αυτά στα οποία διαφαίνονται καθαρά οι αυτοκαταστροφικές τάσεις του ποιητή. Είναι όμως αυτά τα ποιήματα που κάνουν την ποίησή του να διαφέρει και στην εποχή της να είναι πρωτοποριακή. Τα στοιχεία που καθιστούν την ποίηση του Σ. Μαρτζώκη πρωτοπόρα και διαφορετική είναι: ο ατομισμός, η μελαγχολία, ο δυνατός ρεαλισμός και η αδιάκοπη επιθυμία του (πρόσκληση και ικεσία μαζί) στο θάνατο για να τον αναπάψει από τα αναπάντεχα βάσανα της ζωής.
Πεσιμιστής, λοιπόν, ο Σ. Μαρτζώκης και αυτό διαφαίνεται σε κάθε του ποίημα. Μονάχα που στην αδιάκοπη ροή του προς το μηδέν δεν μας αποκαλύπτει ποτέ τον τρόπο με τον οποίο θα τελειώσει οριστικά τη ζωή του. Μεταβαίνει κατευθείαν στο παγωμένο μνήμα και τη μαύρη γη, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο. Αν λοιπόν δεχτούμε πως ο θάνατος που επιθυμεί ο Σ. Μαρτζώκης, είναι συνέπεια αυτοκαταστροφικών σκέψεων, τότε το γεγονός ότι δεν κάνει λόγο για τον ακριβή τρόπο με τον οποίο θέλει να πεθάνει, ενδεχόμενα να δηλώνει ότι:
α) Δεν έχει συνείδηση του χαρακτήρα του, μόνο και μόνο επειδή την εποχή εκείνη οι άνθρωποι δεν χαρακτηρίζονταν (όπως οι σύγχρονοί μας) από το σύνδρομο της κατάθλιψης και του εγωκεντρισμού. Έτσι, το κοινωνικό του περιβάλλον μπορεί να τον εμπόδιζε να διαγνώσει και στη συνέχεια να εκφράσει δημοσιεύοντας τα πραγματικά στοιχεία του χαρακτήρα του.
β) Την εποχή εκείνη οι άντρες δεν απειλούν με αυτοκτονία και όποιοι το κάνουν αυτό, ακόμα και δια στόματος, μεταξύ φίλων, είναι αρκετό για να υποστούν τη χλεύη και την απαξίωση από το περιβάλλον τους. Ιδιαίτερα για αυτούς που απειλούν για ασήμαντη αφορμή και ποτέ δεν φτάνουν στην αυτοχειρία.
γ) Μπορεί να είναι τόσο πολύ φοβικός ο Σ. Μαρτζώκης που να μην τολμάει ούτε στιγμή να σκεφτεί έναν τρόπο αυτοθανάτωσής του ή μπορεί αυτή του η άρνηση αναφοράς σε τρόπους αυτοκαταστροφικούς να οφείλεται, όχι στο ότι είναι φοβικός, αλλά στην πιθανότητα να ήταν εμμονικός, αφού την τελευταία δεκαετία της ζωής του είχε τόσο πολύ ξεπέσει που δεν αποκλείεται η σκέψη της αυτοκτονίας να τον είχε κυριεύσει, έτσι όπως είχε γίνει έμμονη ιδέα στον Καρυωτάκη.
Το παράδειγμα του Καρυωτάκη δεν το αναφέρω τυχαία και ούτε θα σταθώ στο ότι ο Καρυωτάκης αναφέρει τον Μαρτζώκη στο ποίημά του Τάφοι, που λέει Είναι όλος, να, διασταυρωμένα δύο ξύλα ο Μαρτζώκης. Δεν είμαι ο ειδικός που θα προσεγγίσει αυτό το ευαίσθητο θέμα και θα αποδείξει την επιρροή που πιθανόν να ειχαι ο Καρυωτάκης από τον Μαρτζώκη. Τα στοιχεία, όμως, του ατομισμού, της μελαγχολίας, του ρεαλισμού και της αδιάκοπης επιθυμίας του θανάτου είναι κοινά στοιχεία και στους δύο ποιητές. Ωστόσο, ο Καρυωτάκης, επισφραγίζοντας με τη δική του αυτοκτονία το άρτιο έργο του και τη γνησιότητά του ως πεσιμιστής, είναι αυτός που αποτέλεσε σταθμό στα νεοελληνικά γράμματα. Μπορεί, λοιπόν, ο σπαραξικάρδιος Μαρτζώκης να μην αποτέλεσε σταθμό στη νεοελληνική λογοτεχνία, αλλά είναι ο αδιαμφισβήτητος και μοναδικός, κατά τη γνώμη μου, πρόδρομος του «Καρυωτακισμού», με ό,τι αυτό συνεπάγεται.



ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ1

Από μένα κάτι φεύγει,
κάτι φεύγει από μένα κι’ ο κόσμος μου στρόνει
στ’ αγκάθια μου απάνω
το χιόνι, το χιόνι, το χιόνι.

Δε μπορώ να συνηθίσω
στο θάνατο τούτο που ο κόσμος μου δίνει
εγώ πάντα πηγαίνω κ’ η πλάση
μονάχο μ’ αφίνει.

Θάνατο, θάνατο, φωνάζουνε,
της καρδιάς την καταδίκη,
στήθη που κλειούν το θάνατο
και της ζωής τη φρίκη.

Δεν πεθαίνω δεν πεθαίνω
κάπου έζησα εκεί πάνω˙
να μου δείξετε τρεχάτε
δεν ηξέρω να πεθάνω.


ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ

Στον ουρανό, στον ουρανό˙ απ’ τα σύγνεφα
αρχίζει η τρικυμιά κ’ εκεί τελειόνει.
Ας φύγουν από γύρω μου
το σκότος και το χιόνι˙

Της καρδιάς μου προβαίνει το Μαγιάπριλο
κι’ ας σκορπίσουμε το Μάη
σε μιαν αγάπη ατελείωτη
που ποτέ της δεν περνάει.

Τα περίσσια τα ροδόκρινα
όπου γύρω σας σκορπίζω,
είν’ ό,τι μ’ έκανε στη γη
φριχτά να λαχταρίζω.

Στον ουρανό, στον ουρανό, στ’ απέραντο
η ψυχή μου θε να φύγει,
τ’ ουρανού τα πλάτη γύρω μου
η δυστυχιά μ’ ανοίγει.

Πλημμύρισαν τα στήθη μου
απ’ άνθη μυρωμένα!
με το μίσος σας κυττάχτε
τί χαρίζετε σ’ εμένα!

Ο καθένας σας το χέρι
μες’ στα κρίνα μου ας απλώσει˙
ο καθένας, ο καθένας
κάτι, κάτι μούχει δώσει!

Στον ουρανό, στον ουρανό, στ’ απέραντο
το ταξίδι μου θα κάμω˙
με τα ρόδα στο κεφάλι
τρέχω, τρέχω σ’ ένα γάμο.


Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Παράτησα τα ουράνια
και ντύθηκα την ύλη
κ’ αισθάνθηκα στα χείλη
τη δίψα του φιλιού.

Αισθάνθηκα στα σπλάχνα
του στεναγμού τη φλέβα,
κ’ είπα σεμνά στην Εύα
τραγούδια τ’ ουρανού.
«Ανέβα, ανέβα, ανέβα»
μου φώναζαν τα ύψη,
κ’ εγώ μέσα στη θλίψη
ζητούσα να κρυφτώ.

«Ανέβα, ανέβα, ανέβα»
μου φώναξαν τ’ αστέρια,
κι’ άνοιξα ευθύς τα χέρια
στη γη να σταυρωθώ.

ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ
Στον Λεωνίδα Ζώη.

Ο πλιό μεγάλος πόνος
τα σπλάχνα μούχει σκίσει
κ’ εξύπνησα τη φύση
ν’ ακούσει πώς βογγώ.

Εξύπνησα τ’ αστέρια
κ’ εβόγγησε το κύμα,
στη γη δε βρίσκει μνήμα
ο πόνος που γρικώ.
Τα πλιό φριχτά στοιχεία
εξύπνησα στον άδη
και μέσ’ απ’ το σκοτάδι
κινήσαμε στη γη.

Ν’ αρπάξουμε απ’ τη φύση
της ύπαρξης το νόμο
να ιδούμε σε ποιο δρόμο
σκληρά μας οδηγεί.


ΕΡΗΜΟΣ
Ενώ γρικώ στο νου μου
τη δύναμη που πλάττει
που τα γαλάζια πλάτη
περνά σαν αστραπή.

Ενώ που με μια λύρα
λευκότερη απ’ τον κρίνο,
ρόδα στους άλλους δίνω
κι’ αγκάθια εγώ κρατώ.

Τη γιγαντένια πάλη
ενώ γρικώ στα στήθια
και ψάλλω μια αλήθεια
που η γης μι’ αυγή θα πει˙

Την άπειρη ψυχή μου
καθένας ας θαυμάσει,
έρμος σ’ αυτή την πλάση
δίχως ελπίδα ζω.


ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

Πολλές φορές βουβός και λυπημένος
στην ερημιά μονάχος μου πηγαίνω˙
τον ουρανό κυττάζω απελπισμένος
και τους κάμπους με βλέμμα αγριεμένο.

Στους λογισμούς μου πάντα βυθισμένος,
με πρόσωπο χλωμό κι’ αυλακωμένο,
μες στο πλατί μου ρούχο τυλιγμένος,
τ’ αστροπελέκια πάνου μου προσμένω.

Όποιος με ιδεί με πόνο με κυττάζει
και λέει σιγά με μάτια δακρισμένα:
ο δύστυχος στο μνήμα του πλησιάζει.

Το βήμα σταματώ στη μοναξία
και φωνάζω με χείλη φλογισμένα:
  • «Αθανασία γυρεύω, αθανασία». -




ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΝΟΥΣ

Γράψε, η καρδιά παντοτινά φωνάζει,
για τη γλυκειά του κόσμου ελευτερία˙
γη κι’ ουρανό η ψυχή μας αγκαλιάζει
όταν αγάπη αισθάνεται η καρδία.

Κοίταξε αυτή τη χτίση που ευωδιάζει
και ψιθυρίζει αγάπη κι’ αρμονία,
πόση ευτυχία στον άνθρωπο ετοιμάζει
κι’ αθανασία, φωνάζει, αθανασία.

Κι’ όταν θελήσω ο δύστυχος να γράψω,
μέσα η καρδιά στα στήθη λαχταρίζει
κι’ από θυμό κι από ντροπή θα κλάψω.

Το μάτι μου γυρίζω αγριεμένο,
κι’ απ’ τα χαρτιά που η σκέψη μου στολίζει,
όχι ζωή, μα θάνατο προσμένω.


ΤΑ ΣΙΓΑΡΑ*

Δεν έχει πλιά φτερά στην ωμοπλάτη,
η σκέψη του δεν είνε φτερωτή,
γη και ουρανό τ’ ολόφλογο τα μάτι
ν’ αγκαλιάσει πλιά τώρα δε μπορεί.

Ξανοίγει της ζωής τη μαύρη απάτη
και με γυρτό κεφάλι προχωρεί,
η φαντασία κόσμους χρυσούς δεν πλάττει,
και κεραυνό στο χέρι του κρατεί.

Κ’ ενώ μένει βουβός και σκεφτικός,
να υψώνεται κυττάζει ολόγυρά του
μονάχα του σιγάρου του ο καπνός.


ΑΝΕΜΟΖΑΛΗ

Στον Χρήστο Χριστοβασίλη

Βόγγα, σκληρή του κόσμου ανεμοζάλη,
επάνω στο κεφάλι μου φριχτά,
το κουρέλι που μέσα μου όλο πάλλει,
σου το ρίχνω στα πόδια σου μπροστά.

Καμιά του κόσμου γιγαντένια πάλη
θα μπορέσει μια μέρα ταπεινά
να μου γείρει τ’ αλύγιστο κεφάλι
εμπρός στα πλούτη που η ψυχή μισά.

Κι’ αν κλονιστεί το δύστυχο το σώμα
και δε μπορέσω πλια ν’ αντισταθώ,
δε θα πέσω μεμιάς νεκρός στο χώμα,

Αλλά σα νάμουν φίδι θα συρθώ,
και πριν τα μάτια κλείσω και το στόμα,
στης μάνας μου το μνήμα θα κρυφτώ.


ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Άσε με να κρυφτώ μέσα στο χώμα,
ενώ για μένα εσβύσθη καθ’ ελπίδα,
ενώ στον πόνο ανοίγω αυτό το στόμα
και του κάκου ζητώ μια μόνη αχτίδα.

Άφησε να νεκρώσει αυτό το σώμα˙
ήταν για μένα θάνατος που σ’ είδα˙
το αίμά μου μου ρούφηξες ακόμα
και μόνη μένει μια σταλαματίδα.

Άσε με να κρυφτώ˙ πλιό μη θελήσεις
τα γελαστά σου λόγια να γρικήσω˙
εσύ μπορείς δίχως εμέ να ζήσεις,

Μα εγώ ο φτωχός, στην τόση δυστυχιά μου
δίχως εσέ κι’ αν ήθελα να ζήσω,
να ξεριζώσω πρέπει την καρδιά μου.


ΚΡΥΦΗ ΠΛΗΓΗ

Στο μάγουλο μη βάνεις το μαντίλι
να κρύψεις τα σημάδια του έρωτά μου
π’ αφήκαν τα φριμένα μου τα χείλη
και τα θερμά κι’ αμέτρητα φιλιά μου.

Το πρώτο φως ψηλά σαν ανατείλει,
χωρίς σημάδι θα φανείς μπροστά μου,
χαράς φωνές το στόμα σου θα στείλει
κ’ εγώ θ’ ακούω το χάρο στην καρδιά μου.

Ίσως κι’ αυτά τα βράδια λησμονήσεις
και σε λευκό λαιμό, φλόγα γεμάτη
μανιωμένου θεριού σημάδια αφήσεις.

Μα η τύχη, κοκορίζικη, ας σε σώσει
Από πληγή που δε θωρεί το μάτι
και που μπορεί το θάνατο να δώσει.



ΠΟΝΟΣ

Ύμνους να γράψω, κόρη, δεν γνωρίζω,
δεν τραγουδώ τ’ αφροπλασμένα κάλλη˙
την αγκαλιά σου μόνο λαχταρίζω
για να γείρω λιγάκι το κεφάλι.

Γιατί τόσο πονώ κ’ εγώ σαστίζω,
κι’ όμως για σε τρέμει η καρδιά και πάλλει˙
των ματιών σου το χρώμα δε γνωρίζω,
τόση φωτιά σκορπίζουνε μεγάλη.

Της λύπης ποιητής, της δυστυχίας,
με τα χέρια τα στήθη μου ματόνω
και ξεσκίζω τα φύλλα της καρδίας˙

Κι’ αντίς ουράνιος ύμνος ν’ αντηχάει,
φτάνει σ’ εσέ το βογγητό μου μόνο
που τα σπλάχνα ραγίζει και ξεσπάει.


Ο ΙΔΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ…

Ο ίδιος κόσμος είναι που μια μέρα
μου χρύσονε τα πρώτα μου τα χρόνια;
Ο ίδιος ήλιος λάμπει στον αιθέρα;
τα ίδια κρίνα, τα ίδια χελιδόνια;

Πού ναν’ η αθώα χαρά μου που εδώ πέρα
μούταζε η φύση πως θε νάναι αιώνια;
Το πρόσωπο της μάννας, του πατέρα
μια δύναμη σκεπάζει καταχθόνια.

Ο ίδιος ο θνητός είναι που εμπρός μου
σαν άλλος ήλιος πλιο γλυκός μου εφάνη
και θαρρούσα πως πρόβαλε ο θεός μου;

Αχ! είν’ αυτός που αδιάκοπα με κάνει
να λαχταρώ στις τρικυμιές του κόσμου
και μου φορεί απ’ αγκάθια ένα στεφάνι;


ΘΥΣΙΑ*

Αν οι θεοί τ’ Ολύμπου μόνο ζούνε
στη μαγική του τραγουδιού αρμονία
και απ’ τον αιθέρα πλια δεν κυβερνούνε
τον ήλιο και τ’ αδάμαστα στοιχεία.

Αν οι χοροί στους ναούς δεν αντηχούνε,
αν δεν καπνίζει η άφθονη θυσία,
όμως στον κόσμο ακόμη κατοικούνε
τα πλάσματα τα αιώνια του Φειδία.

Κ’ εγώ πολίτης κόσμου παναρχαίου,
τ’ αγνό είδωλό μου να λατρεύω ξέρω
και νάμαι δούλος πάντοτε του ωραίου.

Κι αν τρέχω στο ναό σου, αρχαία θεά μου,
εκατόμβη δεν έχω να προσφέρω,
μα θα θυσιάσω εμπρός σου την καρδιά μου.


ΜΕΘΥΣΙ

Τον ουρανό θωρείς να σκοτεινιάζει,
ν’ αστράφτει από μακριά κι’ αγάλι γάλι,
ή με μεγάλη ορμή, πυκνό χαλάζι
στης γης να πέφτει τη γυμνήν αγκάλη.

Ακούς βαριά το χώμα να ευωδιάζει
και την καρδιά πλιο δυνατά να πάλλει
και το παπί θωρείς ν’ αναγαλλιάζει
μες στο νερό βουτόντας το κεφάλι.

Μες στο βουτσί σα γίγαντας κλεισμένος
παλέβει το κρασί, και μισοκλειόντας
τα μάτια μου, κινώ σα ζαλισμένος

αμέτρητα ποτήρια να ρουφήξω,
μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα ζητόντας
ζωή Πατρίδα κ’ έρωτα να πνίξω.



ΣΥΧΝΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ…*

Συχνά τη νύχτα μόνος μου πηγαίνω,
ανάπαψη γυρεύοντας στα στήθια,
στην άφωνη ερημιά. Με δακρισμένο
μάτι ζητώ στους πόνους μου βοήθεια.

Μες στο σκοτάδι ζω και δεν προσμένω
κανένα φως. Η παγωμένη αλήθεια
μούχει το στήθος βαθιά πληγωμένο,
που αγκάλιαζε χιλιάδες παραμύθια.

Κανένα απ’ τα φαντάσματα προβαίνει
της πρώτης μου χαράς, που τόση λάβρα
μου χύναν στην ψυχή. Κι’ άλλο δε μένει

να συλλογιούμαι μες στη μοναξία
παρά δυο μάτια σαν τη νύχτα μαύρα,
και να βογγάει σαν το θεριό η καρδία.


Η ΝΥΦΗ

Στέκει μονάχη και περιμένει
να ιδεί τον άντρα που αποζητάει˙
Η θύρα ανοίγει και μέσα μπαίνει
νιος που λαμπράδα με μιας σκορπάει.
Η κόρη τρέμει που τον κυττάζει,
τον καμαρόνει κι’ αναστενάζει.

Χλωμό σαν κρίνος το πρόσωπό του
από τα χείλη το μέλι στάζει,
Πόσες ελπίδες στον οφθαλμό του
ξανοίγει η κόρη που τον κυττάζει.
Σαν ήλιος μοιάζει που πριν να δύσει
πορφύρα χύνει σ’ όλη τη χτίση.

-Εσέ η καρδιά μου, κυρά –της λέει-
πάντα λατρεύει, πάντα αγαπάει.
Εκείνη τρέμει, παγόνει, κλαίει
και πικραμένη στον νιο απαντάει:
-Το θάνατό μου θέλουν, γυρεύουν,
μου έκαμαν γάμο και με παντρεύουν!

Ο νιος τρομάζει κι’ όλος αχνίζει,
-Θα λησμονήσεις τον έρωτά μου;
πες μου, η χρυσή σου καρδιά μου ορκίζει
πως θ’ ακλουθήσεις τα βήματά μου,-
-Ω! ναι –φωνάζει- για σε πεθαίνω,
γλυκέ άγγελέ μου, σε περιμένω.-

Φεύγει, κ’ η κόρη στέκεται μόνη,
νύχτα και μέρα τον περιμένει,
περνούν οι μέρες, περνούν δυο χρόνοι
κι’ ο λυγερός της πλια δεν προβαίνει.
-Πως εις τον κόσμο μπορώ να ζήσω,
το θάνατό μου –λέει- θεν’ αγαπήσω.

Μες στο κρεβάτι ψυχομαχάει,
κατά τη θύρα πάντα κυττάζει,
τρέμει η καρδιά της βαριά χτυπάει,
τον νιο ξανοίγει κι’ αναγαλλιάζει˙
-Γιατί- του λέει-μ’ άφησες μόνη;-
και το λαιμό του του περιζόνει.

-Κόρη, ετοιμάσου να μ’ ακλουθήσεις.-
-Σαν φύλλο τρέμω, στην αγκαλιά σου
πάρε με, φως μου να μ’ οδηγήσεις
εις την πατρίδα, στα γονικά σου.
Χωρίς εσένα μπορώ να ζήσω;
Θα σ’ ακλουθήσω, θα σ’ ακλουθήσω!...

Το πρόσωπό του μεμιάς αλλάζει,
χάνονται οι τρίχες κι’ όλο μακραίνει,
το λευκό χέρι μαχαίρι μοιάζει,
το σκέλεθρό του μονάχα μένει.
Τ’ άνθη μαραίνει με μια ματιά του,
πάγο σκορπίζει το φίλημά του.

Μαύρη είναι η νύχτα, βρέχει, βροντάει˙
μόνο της κόρης, π’ αγάλι σβυέται,
το στόμα ακόμη χαμογελάει,
και στη χλωμή της όψη πλανιέται
παρηγορήτρα, γλυκειά γαλήνη,
σημαία που φέρνει στον κόσμο ειρήνη.-


Ο ΣΚΑΦΤΙΑΣ*

«Σκάψε αν θες σ’ αυτό το μέρος
για να ζεις ευτυχισμένος».
Έτσι εφώναζε ένας γέρος,
κι’ ένας νιος δυστυχισμένος
που βρισκότουνα σιμά,
εσκιρτούσε από χαρά.

Αρχινάει ο νιος να σκάφτει
κι’ όλη μέρα να κοπιάζει,
αν και η λάβρα τον ανάφτει,
δεν τον μέλει, δεν τον γνοιάζει,
ως που νάβρει μες τη γη
το χρυσάφι που ποθεί.

Σκάφτει αγάλι μες το χώμα
κι’ όλο γύρω του κυττάει˙
πότε πότε αλλάζει χρώμα,
σα σφυρί η καρδιά χτυπάει
πως του εφάνη να το ιδεί,
αλλ’ αστράφτει ένα γυαλί.

«Το χρυσάφι εδώ θα μνέσκει»
και το λάκκο μεγαλόνει,
κ’ η αξίνα του όταν βρέσκει
καμμιά πέτρα και σκαλόνει,
κάνει ως νάτανε τρελλός,
πως ευρέθη ο θησαυρός.

Δυνατά η καρδιά του πάλλει
όπου πέτρα ιδεί ν’ ασπρίζει,
ως ο ναύτης που στη ζάλη
όλος χαίρεται κι’ ελπίζει
πως σιμόνει στη στεριά,
όταν φρύγανα απαντά.

Τρέμει, τρέμει, από τον κόπο
και τα χέρια το αίμα βάφει:
«πότε θάβρω εκειό τον τόπο
όπου κρύβει το χρυσάφι,
για να ζω πάντα ευτυχής»˙
Έτσι λέγει ο δυστυχής.

Πότε ο δόλιος το έργο αφίνει,
την αξίνα του απιθόνει,
το κεφάλι πότε κλίνει
και τα χέρια του σταυρόνει,
γιατί θέλει να σκεφτεί
το χρυσάφι που να βρει.

Το χρυσάφι δεν ξανοίγει,
και φωνάζει και δακρύζει˙
πότε τρέχει για να φύγει,
αλλ’ οπίσω ευθύς γυρίζει,
όπως κάνει η κορασιά
με τον άντρα που αγαπά.

Σκάφτει, σκάφτει όλα τα μέρη˙
μια στιγμή δεν ανασαίνει˙
τι να κάνει δεν ηξέρει
όσο ο λάκκος πλια βαθαίνει˙
«Το χρυσάφι που ζητώ
μες τον άδη θα το βρω»˙

Εν χαμόγελο στο στόμα
και το μάτι λάμπει, αστράφτει˙
η αξίνα μες στο χώμα
όλη εχώθη, σκάφτει, σκάφτει˙
«Το χρυσάφι που ζητώ,
εδώ μέσα θα το βρω».

Σκάφτει ο δόλιος και γελάει,
η καρδιά του βαρειά πάλλει˙
το ένα πόδι ξαγλιστράει,
γέρνει οπίσω το κεφάλι,
με τα χέρια εδώ και εκεί
πολεμάει να κρεμαστεί.

«Ω! φωνάζει, αυτό το μέρος
είναι θάλασσα γιομάτο˙
το χρυσάφι που είπε ο γέρος
ίσως βρίσκεται στον πάτο».
Τότε ακούστη στη στιγμή
τρομερή σαραβολή.

Βγαίνει ο γέρος στην ερμία
και φωνάζει δακρισμένος:
«Ω για σένανε ευτυχία˙
πόσο θάναι ευτυχισμένος
ο θνητός όπου μπορεί
μόναχός του να ταφεί».


ΤΙΤΑΝΟΜΑΧΙΑ

Είμαι βάρδος το αισθάνομαι μόνος
απ’ τη λάμψη που μούδοσε η φύση,
απ’ τ’ απέραντα πάθη και μίση,
απ’ το ηφαίστειο που κλειώ στην καρδιά,

απ’ τις χίλιες που τρέφω εκδικήσεις
απ’ τις χίλιες πληγές μες στα στήθια.
Είμαι βάρδος˙ της γης την αλήθεια
θα την έβρω στο μνήμα βαθιά!

Με μια λύρα στον ώμο πετάω
και στον άνισο ρίχνομαι αγώνα,
πολεμόντας τον άτιμο αιώνα
που ποθεί να με βλέπει ορφανό.

Τις πληγές οπού ο κόσμος μ’ ανοίγει,
με το ένα μου χέρι ξεσκίζω
και με τ’ άλλο τα νέφη χωρίζω
για να ρίξω στη γη κεραυνό.

Τ’ αχαλίνωτα πάθη και μίση,
την ανάγκη γρικώ για να ψάλλω
ό,τι βρίσκω στον κόσμο μεγάλο
και συντρίβω ό,τι βλέπω μικρό.

Πότε στέρνω στ’ απέραντο βέλη
πότε ρίχνω φωτιά και κατάρα,
του παιδιού πότε ακούς τη λαχτάρα,
πότε ακούς λιονταριού βογγητό.

Λευτεριά μες στον κόσμο γυρεύω
κ’ είμαι δούλος και πάντα στενάζω,
σαν πατέρα το θάνατο κράζω
τα δεσμά της να λύσει η καρδιά.

Πριν πεθάνω, το ηφαίστειο θ’ ανοίξω
και κρατόντας του μίσους τα βέλη,
θα φανώ, σαν ο Δίας στη Σεμέλη,
για να κάψω μίαν άγρια ομορφιά.


ΣΤΟΝ ΠΛΑΣΤΗ

Σ’ εσέ πούχεις πλάσει τη γη, τον αιθέρα,
που σ’ έκραζα πάντα γλυκό μου πατέρα
στα πρώτα μου χρόνια τα τόσο χρυσά˙
Σ’ εσένα που μ’ έχεις με πόθο πλασμένο,
που θέλεις στον κόσμο να ζω απελπισμένο,
υψόνω έναν ύμνο που κλειώ στην καρδιά.

Θερμά σε ζητούσα στην τόση ατυχιά μου,
κ’ ηθέλησα μόνο να σ’ ίδω μπροστά μου,
ν’ ακούσω ένα λόγο, πατέρα, γλυκό.
Κ’ εφάνηκες πάντα βουβός στη λαλιά μου,
και μούχυσε μέσα στη δόλια καρδιά μου
η αιώνια σιωπή σου φαρμάκι πικρό.

Συ, μούριξες μέσα στα σπλάχνα βαθεία
μιαν άσβεστη φλόγα που καίει την καρδία,
συ, δάκρια με κάνεις να χύνω πικρά.
Τον κόσμο ζητούσα να κάμω ουρανό μου,
κι’ αυτό το ζωύφι να κράξω αδελφό μου,
στο ρόδο, στον κρίνο να δόσω λαλιά.

Μα τώρα γυρεύει με πόθο η καρδιά μου,
τη γη χαλασμένη να βλέπω μπροστά μου,
το πλάσμα σου εμπρός μου να στέκει νεκρό.
Ενώ συ που τόχεις μ’ αγάπη πλασμένο,
ζητείς να το βλέπεις βουβό, νεκρωμένο,
μπορώ να μη θέλω, πατέρα κ’ εγώ;

Εσύ, που με πόθο χαλάς τα πλασμένα
το βλέμμα σου στρέψε για λίγο σ’ εμένα.
που τώρα βοήθεια γυρεύω από σε.
Ο στίχος μου κάμε στα ύψη να φθάσει,
μ’ εκείνο το πάθος που συ μ’ είχες πλάσει,
το θάνατο δόσε, πατέρα, κ’ εμέ.


Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

Στους πολυτίμους αδελφούς PERNOT
και LEBESQUE

Ας τρέξουμε αδέλφια, στην ένδοξη Ελλάδα,
για λίγο ενωμένοι ας μείνουμε ’κει,
ζητώ να σας δείξω την πρώτη λαμπράδα
που τώρα ο καθένας με λύπη ζητεί.

Ζητώ να σας δείξω με πόθο ένα μνήμα
που κοίτεται μέσα ολύμπια ομορφιά
με πόση εσπλαχνία χαϊδεύει το κύμα
το νιο που κοιμάται στης γης την ερμιά!

Ο νος ο θλιμμένος με μιας θα ξυπνήσει
να δείξει μπροστά σας την πρώτη μορφή,
το στόμα θ’ ανοίξει σ’ εσάς να μιλήσει
αφού θ’ αντηχήσει του βάρδου η φωνή.

Το χώμα του σειέται κι’ αγάλι προβαίνει
το πρόσωπο αστράφτει κ’ η κόμη η χρυσή,
από τον αιθέρα ο ήλιος δε βγαίνει,
ανοίχτη ένα μνήμα και βγήκε απ’ τη γη.

Κατά τη βρυσούλα το βήμα του παίρνει,
τ’ ωραίο πρόσωπό του να ιδεί στα νερά˙
εσίμωσε αγάλι, το μέτωπο γέρνει˙
σωπάτε ν’ ακούστε τι λέγει η καρδιά.
«Ο κόσμος νομίζει πως μέσα στα στήθια,
θνητοί, δεν υπήρχε ποτέ μια καρδιά,
ελάτε ν’ ακούστε και σεις μιαν αλήθεια
που οι χρόνοι μας κρύψαν στο μύθο βαθειά.

«Θ’ ακούστε στη γη μας τι έχω υποφέρει
αν βρήκα μια μόνη στιγμή ησυχιά˙
τα τόσα μου πάθη κανείς δεν τα ξέρει
γιατ’ ήταν στους πόνους τα χείλη βουβά.

«Προτού τη ζωή μου φριχτά τη μισήσω
μ’ εγλύκαινε μόνο μια σκέψη κρυφή
πως θάβρω ένα πλάσμα κι’ εγώ ν’ αγαπήσω
πως θάβρω ένα στήθος για με να πονεί.

«Περνούσα πεδιάδες, λαγκάδια και όρη
ποτίζοντας αίμα και δάκρυ τη γη˙
στα τόσα μαρτύρια δεν είδα μια κόρη
μια λέξη μονάχη γλυκά να μου πει.

«Χτυπούσα το σώμα τραβούσα την κόμη,
να σβύσω από μπρος μου μια τέτια ωμορφιά˙
τα κάλλη τι αξίζουν να βρίσκουνται ακόμη.
αφού δεν υπάρχει για με μια καρδιά;

«Στην τόση τη λύπη, στην τόση την πάλη,
αγκάλιασε ο νους μου μια σκέψη φριχτή,
κι’ αρχίνησε τότε το στήθος να πάλλει,
να τρέμει σα φύλλο γι’ αυτή τη μορφή.

«Κ’ ερχόμουν σαν κλέφτης σε τούτη τη βρύση
τ’ ωραίο πρόσωπό μου ζητώντας να ιδώ,
μα τόσο η ψυχή μου το είχε αγαπήσει,
που πάντα βρισκόμουν γυρτός στο νερό.

«Μια μέρα είχα γύρει για να το φιλήσω
κι’ εφίλησα μόνο τα κρύα τα νερά˙
κατέβηκα τότε στο κύμα να σβύσω
την πλιό καταχθόνια της γης πυρκαϊά».

Ας φύγουμ’ αδέλφια βουβά, λυπημένα
κι’ ο νιος μεσ στο μνήμα με μιας ας κρυφτεί˙
τα τόσα του κάλλη ας μείνουν κρυμμένα˙
γυρεύω η καρδιά του στον κόσμο να ζει.


ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ

Είνε στιγμές που ο δύστυχος τρελλαίνουμαι για σένα,
και γέρνοντας στον ώμό σου αισθάνομαι πως ζω˙
είνε στιγμές που ακίνητος, με μάτια δακρυσμένα,
για μια ματιά σου θάδινα και κόσμο κι’ ουρανό.
Κ’ είνε στιγμές που αισθάνομαι στα στήθη ανεμοζάλη˙
είνε στιγμές που η όψη σου το μίσος μου γεννά˙
είνε στιγμές που γέρνοντας στην τρυφερή σου αγκάλη,
ζωή και νιάτα θάδινα, να μη σε βλέπω πλιά.




1 Τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ, προέρχονται από το βιβλίο Στέφανος Μαρρτζώκης – άπαντα, Αθήνα 1925 με πρόλογο του Μ. Σιγούρου. Τα ποιήματα που έχουν αστερίσκο, συμπεριλαμβάνονται και στη σύγχρονη έκδοση Στέφανος Μαρτζώκης, στοίχοι βάρβαροι και άλλα ποιήματα, εισαγωγή επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης, εκδόσεις Ωκεανίδα – Αθήνα 2000
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA