Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»


Ζαχαρίας Στουφής

Η αυτοκτονία στο έργο του Ούγου Φώσκολου

Ο Ούγος Φώσκολου στο βιβλίο του Οι τελευταίες επιστολές του Τζιάκοπο Όρτις, επιλέγει να τελειώσει το έργο του με μια αυτοκτονία και η επιλογή του αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία. Κατ’ αρχήν είχε και ο ίδιος μία αυτοκτονία στην οικογένειά του˙ στις 8 Δεκεμβρίου 1801 αυτοκτονεί ο αδελφός του Gian Dionigi, την ίδια εποχή ολοκληρώνει και τις τελευταίες επιστολές του Ιάκωβου Όρτις. Δεν ξέρουμε εάν η κατάληξη του Όρτις σχετίζεται με την αυτοκτονία του αδελφού του, πάντως το σονέτο που αναφέρεται στον θάνατο του αδελφού του, δεν κάνει λόγο για αυτοκτονία και φυσικά ούτε για τον τρόπο με τον οποίο έγινε αυτό. Αυτό που φαίνεται πως επηρέασε καθοριστικά τον Φώσκολο για να γράψει αυτό το βιβλίο είναι ένα άλλο βιβλίο από τον Βορά, το οποίο γράφτηκε περίπου είκοσι χρόνια πριν ο Φώσκολος ξεκινήσει να συνθέτει τον Όρτις. Πρόκειται βέβαια για Τα πάθη του νεαρού Βερθέρου, που έγραψε ο Γκαίτε και εξέδωσε το 1774. Ο Φώσκολος έχει ακολουθήσει τόσο πολύ πιστά τον Βέρθερο του Γκαίτε που δικαίως ο Όρτις χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ο Βέρθερος του Νότου.
Διαβάζωντας και τα δύο αυτά κείμενα (μεταφρασμένα στα ελληνικά), συμφωνώ με τον παραπάνω χαρακτηρισμό, όμως, αυτό δεν το αναφέρω για να μειώσω τον Φώσκολο ή να εξυψώσω τον Γκαίτε. Εξάλλου, ο ρόλος μου εδώ δεν είναι τέτοιος και θα ήμουνα τουλάχιστον ανόητος εάν επιχειρούσα κάτι τέτοιο. Η συγκριτική αναφορά των δύο έργων γίνεται μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθούν οι μεγάλες ομοιότητές τους και με αυτόν τον τρόπο να διευκρινίσω πως η ανάλυση που θα ακολουθήσει πάνω στον Όρτις του Φωσκόλου θα αφορά εξίσου και τον Βέρθερο του Γκαίτε. Τα δύο αυτά κορυφαία, αυτοκτονικά έργα της Ευρώπης, τι σχέση μπορεί να έχουν με την ελληνική λογοτεχνία; Καμία. Έχουν όμως με τη ζακυνθινή λογοτεχνία, γιατί ο Φώσκολος σαν ζακυνθινο-ιταλός που ήταν, θεωρείται από τους πατριώτες του, ακόμα και σήμερα, ζακυνθινό γέννημα, παρόλο που δεν έγραψε ούτε ένα ποίημα στα ελληνικά. Αν πάλι δούμε ιστορικά το θέμα, την εποχή εκείνη η Ζάκυνθος δεν ήταν μία ελληνική επαρχία στα δυτικά της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας αλλά ήταν το νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης (όπως είναι σήμερα το Καστελόριζο), μόνον που αντί να κατοικείται από Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς, που ήταν οι κυριότεροι κατακτητές της, κατοικούντο από λαό ελληνικό. Και πάλι όμως, ο Όρτις του Φώσκολου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της «ευρωπαϊκής Ζακύνθου», αλλά σε μία ιταλική πραγματικότητα που δεν αποκλείετε, σαν νότιος συγγραφέας, να επηρέαζε, ως ένα βαθμό, και άλλες γειτονικές χώρες.
Προσεγγίζοντας, λοιπόν, τον Όρτις, ή καλύτερα την τεχνική του Φώσκολου, καθώς και τη μεθοδολογία με την οποία προπαγανδίζει την τελική μορφή και κατάληξη του έργου του, το πρώτο που θα πρέπει να δούμε είναι γιατί ο ήρωάς του φτάνει μέχρι την αυτοκτονία. Ο Ιάκωβος Όρτις δεν είναι ένας άσκημος, παρανοϊκός, κακόβουλος, αγράμματος και κομπλεξικός άνθρωπος. Είναι όμορφος νέος, λογικός και ρομαντικός, γεμάτος καλοσύνη και πολύ μορφωμένος, με ιδιαίτερη ψυχική καλλιέργεια. Έχει, δηλαδή, όλα όσα χρειάζεται ένας ήρωας για να κερδίσει με το μέρος του τον αναγνώστη του έργου, αλλά αφού στην ουσία είναι ο μοναδικός ήρωας του έργου εξασφαλίζει όχι μόνο τη συμπάθεια, αλλά και την ταύτιση του αναγνώστη με αυτόν τον τόσο καλό και συνάμα άτυχο νέο. Η ζωή του Ιάκωβου Όρτις πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο σε όλους τους τομείς της ζωής του και καθώς το έργο κορυφώνεται και η απελπισία τον κυριεύει, μέσα από την ερωτική του απογοήτευση και τις οικονομικές του δυσχέρειες, η ατυχία του, του κάνει ακόμη ένα δώρο. Ένα βράδυ καθώς καλπάζει με το άλογό του γρήγορα μέσα στο δάσος, νιώθει πως ποδοπάτησε έναν πεζοπόρο που βρέθηκε στο δρόμο του, δεν είναι όμως σίγουρος και έχει ταραχθεί, δε θα γυρίσει για να εξακριβώσει τι ακριβώς συνέβη και την επόμενη μέρα θα πληροφορηθεί για το δυστύχημα το οποίο προκάλεσε. Τότε οι τύψεις και το βάρος του εγκλήματος, έστω κι αν αυτό έγινε κατά λάθος, δεν θα τον αφήσουν να βρει ηρεμία, μέχρι την ημέρα που θα βάλει ο ίδιος τέλος στη ζωή του.
Μέχρι εδώ ο Φώσκολος τα κάνει όλα πολύ προσεκτικά. Έχει τοποθετήσει τον ήρωά του μπροστά σε όλα τα τέλματα, ανοίγοντάς του έτσι τον μονόδρομο της αυτοκτονίας που οδηγεί στη λύτρωση. Μετά από όλα αυτά ο Φώσκολος δεν αυτοκτονεί απλά τον ήρωά του για να τελειώσει το έργο του. Ακολουθούν πάνω από δέκα σελίδες αναλυτικής περιγραφής σχετικά με την προετοιμασία του αυτόχειρα και την τακτοποίηση διαφόρων εκκρεμοτήτων που έπρεπε να επιμεληθεί πριν πεθάνει. Το απόσπασμα που παραθέτω πιο κάτω είναι όλη η προετοιμασία του αυτόχειρα, η οποία κάποιες φορές φεύγει από τις φόρμες του ρομαντισμού και γίνεται μελό, ιδιαίτερα όταν ο Ιάκωβος Όρτις υποδεικνύει ακόμα και τον τόπο που επιθυμεί να ταφεί.
Αυτές οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου που περιέχουν όλη τη δύναμη και το ταλέντο του Ούγου Φώσκολου, μπορεί να κάνουν τον αναγνώστη και ειδικότερα τον αναγνώστη εκείνης της εποχής, να συγκινηθεί μέχρι δακρύων και να ανοίξει τη ψυχή του για να εισχωρήσει σαν πρότυπο ανθρώπου ο κακότυχος Ιάκωβος Όρτις. Αυτή η ρομαντική κατάληξη του ήρωα που κάποιες φορές καταντάει μελό, διαφαίνεται από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των τελευταίων σελίδων αυτού του βιβλίου. Στην πραγματικότητα, ο Φώσκολος δεν έχει στόχο μονάχα τη συγκίνηση του αναγνώστη και τη λύτρωση του ήρωά του. Επιχειρεί κάτι πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του, έτσι όπως έκανε και ο Γκαίτε. Επιχειρεί και φυσικά πετυχαίνει, μέσω της συγκίνησης και της δικαίωσης, να γράψει μια συνταγή αυτοκτονίας που ανταποκρίνεται απολύτως στα ηθικά και τα αισθητικά πρότυπα των νέων της εποχής του.
Οι μορφωμένοι και ανήσυχοι νέοι της εποχής που ταυτίζονται με τον Όρτις και τα βάσανά του, έχουν πλέον έναν οδηγό λύτρωσης που τους καλύπτει στο ακέραιο. Ο Φώσκολος προτείνει βήμα-βήμα την τελική ηθική στάση του αυτόχειρα απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία. Κανονίζει ποιος φίλος του θα συμπαρασταθεί στην απαρηγόρητη μητέρα του, ετοιμάζει την τελευταία του επιστολή για την αγαπημένη του, τακτοποιεί τις οικονομικές του εκκρεμότητες, κάνει μια μικρή διαθήκη για τα λιγοστά προσωπικά του αντικείμενα και τέλος, επιλέγει ακόμα και τον τόπο στον οποία θα ταφεί.
Για την εποχή εκείνη, λοιπόν, ο αυτοκτόνος έπρεπε να φεύγει με το κεφάλι ψηλά και δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να τον κατηγορήσει νεκρό για τυχόν χρέη ή για καταστάσεις ηθικής φύσης τις οποίες θα άφηνε αξεκαθάριστες. Ο τρόπος ταφής που προτείνει ο Φώσκολος στους υποψήφιους αυτόχειρες δεν εξυπηρετεί μονάχα τη συγκινησιακή φόρτιση, στην ουσία τους προτείνει να αποφύγουν τη θρησκευτική κηδεία και το χριστιανικό νεκροταφείο, να έχουν συνείδηση, δηλαδή, της διαφορετικότητας της επιλογής τους., ακόμα και σε θέματα, από τα οποία θα κριθεί η τιμή τους μετά θάνατον.
Αυτός ο «ηθικός τρόπος» αυτοκτονίας που συστήνει ο Φώσκολος μπορεί να μην αποτελεί στις μέρες μας κατηγορία για τον συγγραφέα και το έργο του, αλλά την εποχή εκείνη δημιούργησε διάφορα προβλήματα (για την περίπτωση του Φώσκολου δεν γνωρίζουμε και πολλά), αλλά στην περίπτωση του Γκαίτε, σε πολλές περιοχές το βιβλίο απαγορεύτηκε1, αφού πολλοί αυτόχειρες βρέθηκαν με τον Βέρθερο στη τσέπη ή κάτω από το μαξιλάρι τους. Ο Γκαίτε και μαζί του ολόκληρη η λογοτεχνία κατηγορήθηκε άδικα για το φαινόμενο της έξαρσης των αυτοκτονιών την εποχή εκείνη από στενόμυαλους δογματικούς που δεν θέλανε να δουν την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Φώσκολο και κλείνοντας ας επιχειρήσω μία αναχρονιστική προσέγγιση του Όρτις. Αν έγραφε σήμερα τον Όρτις ποιο τρόπο αυτοκτονίας, άραγε, θα σύστηνε στους νέους; Μήπως σήμερα για τους ποιητές είναι ηθικά σωστό, πριν ένας νέος άνθρωπος αυτοκτονήσει, να ξεπαστρέψει τους ηθικούς αυτουργούς της αυτοκτονίας του, καθαρίζοντας έτσι και την κοινωνία; Μήπως είναι απολύτως ηθικό να αφήσει τα χρέη του προς τις τράπεζες σε εκκρεμότητα, αφού σε περίπτωση αυτοκτονίας, αυτές κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, κάτι αντίστοιχο συνέβαινε, κατά κόρον, στη μεσαιωνική Ευρώπη2 Δεν μπορούμε να ξέρουμε, αν σήμερα, υπάρχει ένας άλλος Φώσκολος. Αν όμως υπάρχει, είναι σίγουρο, πως όπως οι περισσότεροι ποιητές, έτσι και αυτός θα υπερασπίζεται με κάθε τρόπο το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης της ζωής.

Το κείμενο
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΠΙΣΤΙΛΕΣ ΤΟΥ ΤΖΙΑΚΟΠΟ ΟΡΤΙΣ

(απόσπασμα από το τέλος του βιβλίου)3


Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη


Παρασκευή, ώρα πρώτη

Κι εσύ, Λορέντσο μου, πιστέ και μοναδικέ μου φίλε, συγχώρεσέ με. Δεν σου λέω να φροντίσεις τη μητέρα μου· ξέρω καλά ότι στο πρόσωπό σου θα βρει έναν άλλο γιο. Μα, ω μητέρα! Συ δεν θα ’χεις πια τον γιο που στο στήθος του ήλπιζες ν’ αναπαύσεις το άσπρο σου κεφάλι· ούτε θα μπορέσεις να ξαναζεστάνεις τούτα τα ετοιμοθάνατα χείλη με τα φιλιά σου! Κι ίσως να με ακολουθήσεις! Δίστασα, Λορέντσο. Αυτή είναι η ανταμοιβή της μετά από είκοσι τέσσερα χρόνια ελπίδων και κόπων; Μα ας είναι! Ο Θεός, που τα ’χει όλα ταγμένα, δεν θα την εγκαταλείψει –ούτ’ εσένα. Αχ, όσον καιρό δεν λαχταρούσα παρά έναν πιστό φίλο, ζούσα ευτυχής. Οι ουρανοί να σου το ανταποδώσουν! Κι όμως δεν το περίμενες ότι θα σε ξεπλήρωνα με δάκρυα. Μα, δυστυχώς, όπως και να ’χει, εσύ πληρώνεις με δάκρυα! Και μην ξεστομίσεις πάνω στις στάχτες μου τη σκληρή βλασφημία: Όποιος θέλει να πεθάνει δεν αγαπά κανέναν. Και τι δεν προσπάθησα πάνω απ’ τις δυνάμεις μου; Και τι δεν έκανα; Και τι δεν είπα στον Θεό; Αχ, η ζωή μου, δυστυχώς, είναι όλη στα πάθη μου· κι αν δεν τα σκότωνα, σκοτώνοντας και τον εαυτό μου, ω, σε τί αγωνίες και λαχτάρες, σε τι κινδύνους και παραφορές, σε τι άθλια τύφλωση και εγκλήματα δεν θα με παρέσερναν δια της βίας! Μια μέρα, Λορέντσο, πριν ακόμα αποφασίσω το θάνατό μου, ήμουν γονατιστός κι ικέτευα το έλεος του Κυρίου και τα δάκρυά μου κυλούσαν ασυγκράτητα· και τότε ξαφνικά, τα δάκρυά μου στέγνωσαν και η καρδιά μου αγρίεψε, λες και ο Ουρανός είχε στείλει μια μανία μα με καταλάβει· σηκώθηκα· και έγραψα στη δύστυχη νέα ότι πήγαινα να την περιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο, κι εκείνη να μην αργήσει να ’ρθει κοντά μου, και την καθοδηγούσα για το πότε, το πώς και την ώρα. Μα ύστερα –όχι από λύπηση, από ντροπή, τύψεις ή απ’ τον ίδιο τον Θεό- αλλά με την ιδέα ότι δεν ήταν πια η παρθένα που ήταν πριν από δυο μήνες, ότι είναι πια γυναίκα που μιάστηκε από την αγκαλιά ενός άλλου, άρχισα να μετανοώ για το τόσο σκληρό σχέδιό μου. Βλέπεις ότι, για όλους σας, η ζωή μου θα είναι πόνος μεγαλύτερος από το θάνατό μου· κι ίσως ατίμωση για όλους σας. Αν όμως χωριστώ από την Τερέζα όσο είμαι ακόμα αντάξιός της, η ανάμνησή μου θα διαφυλάξει την καρδιά της αντάξιά μου και, μολονότι σκλάβα ενός άλλου, θα μπορεί τουλάχιστον να ελπίζει –φρούδα ελπίδα ίσως- ότι μια μέρα η ψυχή της θα είναι λεύτερη να σμίξει για πάντα με τη δική μου. Μα, αντίο. Τούτα τα χαρτιά να τα δώσεις όλα στον πατέρα της. Μάζεψε τα βιβλία μου και κράτησέ τα για ενθύμια του Τζιάκοπό σου. Φρόντισε τον Μικέλε, στον οποίο αφήνω το ρολόι μου, τα λιγοστά μου ρούχα και τα χρήματα που θα βρεις στο συρταράκι του γραφείου μου. Να το ανοίξεις μόνον εσύ· μέσα έχει ένα γράμμα για την Τερέζα· σε παρακαλώ να το παραδώσεις εσύ ο ίδιος στα χέρια της. Αντίο, αντίο.

Συνέχισε την επιστολή προς την Τερέζα.

Επιστρέφω πάλι σ’ εσένα, Τερέζα μου. Αν όσο ζούσα δεν ήταν σωστό να με ακούς, άκουσέ με τουλάχιστον τώρα, αυτές τις λίγες ώρες που με χωρίζουν απ’ το θάνατο, και που τις κράτησα μόνο για σένα. Θα πάρεις αυτό το γράμμα, όταν πια θα βρίσκομαι στο χώμα· κι ίσως από εκείνη τη στιγμή ν’ αρχίσουν όλοι να με λησμονούν, ώσπου κανείς πια δεν θα θυμάται τ’ όνομά μου –άκουσέ με σαν μια φωνή που βγαίνει μέσ’ απ’ τον τάφο. Θα κλάψεις για τις μέρες μου που χάθηκαν σαν μια νυχτερινή οπτασία· θα κλάψεις για τον μάταιο και θλιμμένο έρωτά μας, όμοιο με τους φανούς που φωτίζουν τα φέρετρα των νεκρών. Αχ, ναι, Τερέζα μου· κάποτε τα βάσανά μου έπρεπε να τελειώσουν· και το χέρι μου δεν τρέμει καθώς οπλίζεται με το σίδερο που θα με απελευθερώσει, γιατί εγκαταλείπω τη ζωή όσο ακόμα μ’ αγαπάς, όσο ακόμα είμαι αντάξιός σου, αντάξιος για τα δάκρυά σου, κι όσο ακόμα μπορώ να θυσιαστώ για τον εαυτό μου και την αρετή σου. Όχι· τότε δεν θα ’σαι ένοχη που μ’ αγαπάς· και διεκδικώ την αγάπη σου· τη ζητώ σαν επικύρωση των δεινών μου, της αγάπης μου και της τρομερής θυσίας μου. Αχ, αν κάποτε περάσεις χωρίς να ρίξεις μια ματιά στη γη που θα σκεπάζει αυτόν τον απαρηγόρητο νέο, αλίμονό μου! Θα ’χω αφήσει πίσω μου την αιώνια λήθη, ακόμα και στην καρδιά σου.
Νομίζεις ότι φεύγω. Εγώ; Πώς να σ’ αφήσω σε νέες μάχες με τον εαυτό σου και σε αδιάκοπη απελπισία; Και, ενώ μ’ αγαπάς και σ’ αγαπώ και νιώθω ότι θα σ’ αγαπώ αιώνια, μπορώ να φύγω μακριά σου με την ελπίδα ότι το πάθος μας θα σβήσει πριν από τη ζωή μας; Όχι· μόνον ο θάνατος, ο θάνατος. Σκάβω εδώ και καιρό τον τάφο μου κι έχω πια συνηθίσει να τον κοιτώ μέρα-νύχτα, και να τον αναμετρώ ψύχραιμα· αλλά όταν φτάνω σ’ αυτά τα άκρα, η φύση αρνείται και διαμαρτύρεται. Μα θα σε χάσω, θα πεθάνω. Εσύ η ίδια, εσύ με απέφευγες· μας χωρίζανε τα δάκρυα. Και δεν καταλάβαινες ότι, μες στην τρομερή ηρεμία μου, ήθελα να πάρω από σένα τον ύστατο αποχαιρετισμό, ότι σου ζητούσα το αιώνιο αντίο;
Κι αν ο Πατέρας των ανθρώπων μου ζητήσει να του αποδώσω λογαριασμό, θα του δείξω τα χέρια μου που δεν τα λεκιάζει αίμα και την καρδιά μου που δεν τη λεκιάζει έγκλημα. Θα Του πω: Δεν έκλεψα το ψωμί του ορφανού ή της χήρας· δεν κατεδίωξα τον δυστυχή· δεν πρόδωσα· δεν εγκατέλειψα τον φίλο· δεν τάραξα την ευτυχία των ερωτευμένων, ούτε σπίλωσα την αγνότητα, ούτε έβαλα έχθρα σ’ αδέλφια, ούτε λύγισα την ψυχή μου μπροστά στα πλούτη. Μοιράστηκα το ψωμί μου με τον φτωχό· έσμιξα τα δάκρυά μου με τα δάκρυα του πονεμένου· έκλαψα πάντα για τα δεινά της ανθρωπότητας. Αν μου παραχωρούσες μια πατρίδα, θα έδινα όλο μου το πνεύμα και το αίμα για χάρη της· κι όμως, η αδύναμη φωνή μου φώναξε με θάρρος την αλήθεια. Υπέκυψα στις διαφθορές του κόσμου, κι αφού δοκίμασα κάθε τι φάυλο –μα όχι! οι φαυλότητές του μπορεί να με μίαναν για λίγο, αλλά δεν με κατακυρίεψαν ποτέ-, αναζήτησα την αρετή στη μοναξιά. Αγάπησα: Εσύ ο ίδιος εμφάνισες ενώπιόν μου την ευτυχία· Εσύ την καλλώπισες με τις αχτίδες του απροσμέτρητου φωτός Σου· Εσύ μου έπλασες μια καρδιά ικανή να τη νιώσει και να την αγαπήσει· μα ύστερα από μύριες ελπίδες, έχασα τα πάντα· και, άχρηστος για τους άλλους, επιζήμιος για τον εαυτό μου, λευτερώθηκα από τη βεβαιότητα μιας παντοτινής δυστυχίας. Χαίρεσαι, Πατέρα, τις οιμωγές της ανθρωπότητας; Μπορείς να πεις ότι αντέχεις δυστυχίες μεγαλύτερες από τις δυνάμεις Σου; Ή μήπως έδωσες στους θνητούς τη δύναμη να υποτιμούν τα δεινά τους κι αυτοί αμέλησαν το δώρο Σου και σέρνονται άπρακτοι ανάμεσα σε θρήνους και ενοχές; Κι εγώ νιώθω μέσα μου ότι στις υπέρτατες συμφορές δεν απομένει παρά η ενοχή ή ο θάνατος. Ησύχασε, Τερέζα· αυτός ο Θεός, στον οποίο προσπίπτεις με τόση ευλάβεια, αν δείχνει κάποια έγνοια για τη ζωή και το θάνατο ενός ταπεινού πλάσματος, δεν θ’ αποτραβήξει το βλέμμα Του ούτ’ από μένα. Ξέρει ότι δεν μπορώ ν’ αντέξω άλλο· και έχει δει τις μάχες που έδωσα προτού φτάσω στην οριστική απόφαση· και άκουσε με πόσες προσευχές Τον ικέτεψα ν’ απομακρύνει από μένα το πικρό αυτό ποτήρι. Αντίο, λοιπόν –αντίο στο σύμπαν! Ω φίλη μου, είναι ανεξάντλητη, λοιπόν, μέσα μου η πηγή των δακρύων; Αρχίζω πάλι να κλαίω και να φοβάμαι, αλλά για λίγο· σύντομα, όλα θα έχουν σβήσει. Αλίμονο! Τα πάθη μου ζουν και φλέγονται κι ακόμα με κυριεύουν. Κι όταν η αιώνια νύχτα πάρει αυτόν τον κόσμο από τα μάτια μου, μόνον τότε θα θαφτούν μαζί μ’ εμένα τα πάθη και τα δάκρυά μου. Αλλά τα βουρκωμένα μάτια μου σ’ αναζητούν ακόμα, προτού κλείσουν για πάντα. Θα σε δω, θα σε δω για τελευταία φορά, θα σου αφήσω το τελευταίο αντίο και θα πάρω από σένα τα δάκρυά σου, μοναδικό καρπό μιας τόσο μεγάλης αγάπης!

Στις 5 η ώρα, έφτασα από τη Βενετία και τον συνάντησα λίγα βήματα έξω απ’ την πόρτα του, ενώ πήγαινε ν’ αποχαιρετήσει την Τερέζα. Η απρόσμενη άφιξή μου τον τάραξε· και ακόμα περισσότερο, η απόφασή μου να τον συνοδέψω ως την Αγκώνα. Με ευχαρίστησε τρυφερά και προσπάθησε με κάθε τρόπο να με αποτρέψει· αλλά, βλέποντας ότι επέμενα, σώπασε, και μου ζήτησε να πάω μαζί του στο σπίτι των Τ***. Σ’ όλον το δρόμο, δεν μιλούσε· περπατούσε αργά και η όψη του έδειχνε μια σιγουριά γεμάτη θλίψη·αχ, θα ’πρεπε να το ’χα καταλάβει ότι, εκείνη τη στιγμή, η ψυχή του ήταν στραμμένη στις ύστατες σκέψεις! Μπήκαμε από την καγκελόπορτα του κήπου· και εκεί κοντοστάθηκε και, στρέφοντας τα μάτια στον ουρανό, αναφώνησε μετ’ από λίγο: «Σου φαίνεται και σένα ότι σήμερα το φως είναι πιο όμορφο παρά ποτέ;»
Πλησιάζοντας στα διαμερίσματα της Τερέζας, άκουσα τη φωνή της: «Μα η καρδιά του δεν μπορεί ν’ αλλάξει». Δεν ξέρω αν ο Τζιάκοπο, που βρισκόταν ένα-δυο βήματα πίσω μου, άκουσε αυτά τα λόγια· δεν είπε τίποτα. Είδαμε τον σύζυγο που βημάτιζε, και τον πατέρα της Τερέζας που καθόταν στο βάθος του δωματίου, κοντά σ’ ένα τραπεζάκι, με το μέτωπο στηριγμένο στην παλάμη του χεριού του. Γι’ αρκετή ώρα, μείναμε όλοι αμίλητοι. Τέλος, ο Τζιάκοπο, «Αύριο», είπε, «δεν θα βρίσκομαι πια εδώ»· και, αφού σηκώθηκε, πλησίασε την Τερέζα και της φίλησε το χέρι· κι εγώ είδα τα μάτια της να βουρκώνουν· κι ο Τζιάκοπο, κρατώντας ακόμα το χέρι της, την παρακάλεσε να φωνάξει την Ιζαμπελίνα. Οι φωνές και τα κλάματα της μικρούλας ήταν τόσο ξαφνικά κι απαρηγόρητα, ώστε κανείς μας δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Μόλις άκουσε ότι θα έφευγε, ρίχτηκε στο λαιμό του και, ανάμεσα στους λυγμούς της, έλεγε και ξανάλεγε: «Αχ, Τζιάκοπό μου, γιατί μ’ αφήνεις; Αχ, Τζιάκοπό μου, μην αργήσεις να γυρίσεις». Κι εκείνος, μην αντέχοντας σε τόση στενοχώρια, έβαλε την Ιζαμπελίνα στην αγκαλιά της Τερέζας, που δεν είχε πει λέξη. «Αντίο», της είπε, «αντίο», και βγήκε. Ο κύριος Τ*** τον συνόδεψε ως την άκρη του κτήματος, τον αγκάλιασε πολλές φορές και τον φίλησε κλαίγοντας. Ο Οντοάρντο, που στεκόταν δίπλα του, του έσφιξε το χέρι και του ευχήθηκε καλό ταξίδι.
Είχε νυκτώσει πια· και μόλις γυρίσαμε στο σπίτι, διέταξε τον Μικέλε να ετοιμάσει το μπαούλο, και με παρακάλεσε να επιστρέψω αμέσως στην Πάντοβα και να πάρω τις επιστολές που του είχε δείξει ο καθηγητής Τ***. Έφυγα αυτοστιγμεί.
Τότε, κάτω απ’ το γράμμα που είχε ετοιμάσει για μένα εκείνο το πρωί, προσέθεσε αυτό το υστερόγραφο.

Μια και δεν μπόρεσα να σε προστατέψω απ’ τον πόνο να μου προσφέρεις τις τελευταίες δεήσεις –για τις οποίες, προτού έρθεις, είχα σκοπό να γράψω στον εφημέριο- πρόσθεσε κι αυτή την έσχατη χάρη ανάμεσα στις τόσες ευεργεσίες σου. Φρόντισε να ταφώ έτσι όπως θα βρεθώ, σε έναν έρημο τόπο, νύχτα, χωρίς νεκρώσιμη ακολουθία και επιτύμβια πλάκα, κάτω απ’ τα πεύκα του λόφου που βλέπει προς την εκκλησία. Το πορτραίτο της Τερέζας ας θαφτεί μαζί μου.
25 Μαρτίου 1799
Ο φίλος σου,
Τζιάκοπο Όρτις

Βγήκε και πάλι· και στις 11, ενώ βρισκόταν στα πόδια ενός βουνού δυο μίλια από το σπίτι του, χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού και τον ξύπνησε για να του ζητήσει νερό· και ήπιε πολύ.
Όταν γύρισε στο σπίτι, περασμένα μεσάνυχτα, βγήκε από το δωμάτιό του και έδωσε στον νεαρό ένα σφραγισμένο γράμμα για μένα, με την εντολή να το παραδώσει μόνο στα χέρια μου. Και σφίγγοντάς του το χέρι, «Αντίο, Μικέλε. Να μ’ αγαπάς», του είπε κοιτάζοντάς τον τρυφερά· κι ύστερα, ξαφνικά τον παράτησε, ξαναμπήκε στο δωμάτιό του κι αμπάρωσε πίσω του την πόρτα. Συνέχισε την επιστολή προς την Τερέζα.


Ώρα πρώτη

Επισκέφτηκα τα βουνά μου, επισκέφτηκα τη λίμνη των πέντε πηγών, αποχαιρέτησα για πάντα τα δάση, τους κάμπους, τον ουρανό. Αχ, ερημιές μου· αχ, ποταμέ, που μου έδειξες για πρώτη φορά το σπίτι αυτής της ουράνιας κόρης! Πόσες φορές δεν περπάτησα μαζί με την Τερέζα στις όχθες σου, κι ενώ μεθούσα από τον πόθο να τη λατρέψω, έπινα αχόρταγα το ποτήρι του θανάτου.
Ιερή μουριά! Σε λάτρεψα κι εσένα· σου άφησα τους τελευταίους μου λυγμούς και τα τελευταία ευχαριστώ. Ξάπλωσα, Τερέζα, κοντά στον κορμό της· κι εκείνο το χορτάρι ήπιε τα πιο γλυκά δάκρυα που έχω ποτέ χύσει· μου φαινόταν ακόμα ζεστό από τα ίχνη του θεϊκού κορμιού σου· μου φαινόταν μυρωμένο ακόμα. Ευλογημένη βραδιά! Πώς άφησες τη σφραγίδα σου στα στήθη μου! Καθόμουν στο πλευρό σου, ω Τερέζα, και η αχτίδα της σελήνης που περνούσε ανάμεσα από τα κλαριά, φώτιζε το αγγελικό πρόσωπό σου! Είδα ένα δάκρυ να κυλά στα μάγουλά σου· και το ήπια, και τα χείλη μας, οι στεναγμοί μας έσμιξαν, και η ψυχή μου ξεχυνόταν στα στήθη σου. Ήταν η βραδιά της 13ης Μαΐου, ήταν ημέρα Πέμπτη. Από τότε, δεν πέρασε στιγμή που να μην παρηγορήθηκα με την ανάμνηση εκείνης της βραδιάς· ένιωσα να καθαγιάζομαι και δεν καταδέχτηκα να ρίξω ματιά σ’ άλλη γυναίκα, θεωρώντας τες ανάξιες για μένα –για μένα που ένιωσα όλη τη μακαριότητα ενός φιλιού σου.
Σ’ αγάπησα, λοιπόν, σ’ αγάπησα· και σ’ αγαπώ με μιαν αγάπη που κανένας, εκτός από μένα, δεν μπορεί να καταλάβει. Είναι μικρό αντίτιμο ο θάνατος, άγγελέ μου, γι’ αυτόν που μπόρεσε ν’ ακούσει ότι τον αγαπάς και που ένιωσε την ψυχή του να πλημμυρίζει από την ηδονή του φιλιού σου, και που έκλαψε μαζί σου. Κι εγώ είμαι στο χείλος του τάφου· κι όμως, ακόμα και τούτη τη στιγμή, ξαναγυρνάς όπως πάντα μπροστά σ’ αυτά τα μάτια που, ενώ πεθαίνουν, στυλώνονται επάνω σου, σ’ εσένα που λάμπεις ιερή μέσα σ’ όλο σου το κάλλος. Σε λίγο! Όλα είναι έτοιμα· η νύχτα έχει κιόλας προχωρήσει. Αντίο. Σε λίγο, θα μας χωρίζει το τίποτα ή η ακατανόητη αιωνιότητα. Στο τίποτα; Ναι. Ναι, ναι· και θα είμαι χωρίς εσένα· παρακαλώ τον παντοδύναμο Θεό να μην κρατήσει τόπο όπου θα μπορέσω να σμίξω μαζί σου για πάντα, τον εκλιπαρώ από τα μύχια της ψυχής μου, τούτη την τρομερή ώρα του θανάτου να μ’ εγκαταλείψει μοναχά στο τίποτα. Αλλά πεθαίνω αμόλυντος και κύριος του εαυτού μου και γεμάτος από σένα και σίγουρος για το κλάμα σου! Συγχώρεσέ με, Τερέζα, αν ποτέ μπορέσεις· βρες παρηγοριά και ζήσε για την ευτυχία των δύστυχων γονιών μας· ο θάνατός σου θα έριχνε κατάρες στο μνήμα μου.
Κι αν κανείς τολμήσει να σε κατηγορήσει για την κακή μου μοίρα, αντίταξέ του τούτον τον επίσημο όρκο, που τον προσφέρω ενώ ρίχνομαι στη νύχτα του θανάτου: Η Τερέζα είναι αθώα. Και τώρα, πάρε την ψυχή μου.

Το παιδί που κοιμόταν στο δωμάτιο δίπλα στο διαμέρισμα του Τζιάκοπο ξύπνησε από μια μακρόσυρτη κραυγή· έστησε αυτί για να διαπιστώσει αν τον φώναξε· άνοιξε το παράθυρο για να δει μήπως ήμουν εγώ που φώναζα απ’ την εξώπορτα, γιατί ήξερε ότι θα γύριζα ξημερώματα· αλλά βλέποντας ότι όλα ήταν ήσυχα και το σκοτάδι ακόμα πυκνό, ξαναγύρισε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε. Έπειτα μου είπε ότι εκείνη η κραυγή τον είχε τρομάξει· αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία, γιατί ο αφέντης του συνήθιζε πολλές φορές να παραμιλάει στον ύπνο του.
Το πρωί, ο Μικέλε, αφού χτύπησε την πόρτα και φώναξε λιγάκι, ξήλωσε την κλειδαριά· και μην παίρνοντας καμία απάντηση στο πρώτο δωμάτιο, προχώρησε σαστισμένος· στη λάμψη της λάμπας, που συνέχιζε να καίει, είδε μπροστά του τον Τζιάκοπο να ψυχομαχεί μες στο αίμα του. Άνοιξε τα παράθυρα και φώναξε, αλλ’ επειδή δεν ήρθε κανείς, έτρεξε στο σπίτι του χειρούργου. Δεν τον βρήκε, επειδή είχε πάει να επισκεφτεί έναν ετοιμοθάνατο· έτρεξε στον εφημέριο, αλλά κι εκείνος έλειπε για τον ίδιο λόγο. Λαχανιασμένος, έφτασε στο σπίτι των Τ***, ενώ η Τερέζα κατέβαινε για να βγει μαζί με τον σύζυγό της, ο οποίος, εκείνη τη στιγμή, της έλεγε ότι και πάλι ο Τζιάκοπο δεν είχε φύγει· κι εκείνη ήλπιζε να τον αποχαιρετήσει ακόμα μία φορά. Βλέποντας από μακριά τον υπηρέτη, γύρισε το πρόσωπό της προς τη μεριά της καγκελόπορτας απ’ όπου συνήθιζε να μπαίνει πάντα ο Τζιάκοπο, και με το χέρι της τράβηξε το βέλο που έπεφτε στο μέτωπό της, γεμάτη ταραχή κι ανυπομονησία να βεβαιωθεί αν ερχόταν· μονομιάς ο Μικέλε έτρεξε κοντά της ζητώντας βοήθεια, γιατί ο αφέντης του ήταν πληγωμένος, αλλά δεν είχε πεθάνει ακόμα. Κι εκείνη τον άκουγε ακίνητη,, με τα μάτια πάντα στυλωμένα στην καγκελόπορτα· έπειτα, χωρίς ένα δάκρυ ή μια λέξη, σωριάστηκε λιπόθυμη στην αγκαλιά του Οντοάρντο.
Ο κύριος Τ*** έτρεξε, ελπίζοντας ότι μπορούσε να σώσει τη ζωή του δύστυχου φίλου του. Τον βρήκε ξαπλωμένο σ’ έναν καναπέ, με το πρόσωπο θαμμένο σχεδόν στα μαξιλάρια· ήταν ακίνητος, μόνο πότε πότε λαχάνιαζε. Είχε μπήξει ένα εγχειρίδιο κάτω απ’ τ’ αριστερό του στήθος, αλλ’ εκείνο είχε βγει από την πληγή και είχε πέσει κάτω. Το μαύρο σακάκι του και το μαντήλι του λαιμού του ήταν ριγμένα σε μια καρέκλα εκεί κοντά. Φορούσε γιλέκο, μακρύ παντελόνι και μπότες· κι ήταν ζωσμένος με ένα μακρύ μεταξωτό ζωνάρι, που η μια του άκρη κρεμόταν ματωμένη, ίσως επειδή πεθαίνοντας προσπάθησε να το ξετυλίξει απ’ το κορμί του. Ο κύριος Τ*** ανασήκωσε ελαφρά το πουκάμισο από το στήθος του, που μουσκεμένο από το αίμα είχε κολλήσει στην πληγή του. Ο Τζιάκοπο το ένιωσε, και ανασήκωσε το πρόσωπο προς το μέρος του· κοιτάζοντάς τον με μάτια που βούλιαζαν στο θάνατο, άπλωσε το ένα του χέρι, σαν να ήθελε να τον εμποδίσει, ενώ με το άλλο προσπαθούσε να του σφίξει το χέρι –αλλά το κεφάλι του έπεσε ξανά στα μαξιλάρια, τα μάτια του υψώθηκαν στον ουρανό και ξεψύχησε.
Η πληγή ήταν αρκετά μεγάλη και βαθιά· και μολονότι δεν είχε χτυπήσει την καρδιά, επέσπευσε ο ίδιος το θάνατό του, αφήνοντας το αίμα να κυλά ποτάμι μες στο δωμάτιο. Από το λαιμό του, κρεμόταν το πορτραίτο της Τερέζας μαυρισμένο από το αίμα, αν και στο κέντρο ήταν ακόμα καθαρό· και τα ματωμένα χείλη του Τζιάκοπο έδειχναν ότι μες στην αγωνία του, φιλούσε την εικόνα της φίλης του. Πάνω στο γραφείο ήταν η Βίβλος, κλειστή· και πάνω της το ρολόι· δίπλα, διάφορα λευκά φύλλα· σ’ ένα απ’ αυτά, ήταν γραμμένο: Αγαπημένη μου μητέρα, και μέσα σε άτακτα ριγμένες γραμμές, μπορούσες να ξεχωρίσεις: εξιλέωση, και πιο κάτω: από το αιώνιο κλάμα. Σ’ ένα άλλο φύλλο, υπήρχε μόνον η προσφώνηση προς τη μητέρα του, σάμπως να είχε μετανιώσει για το πρώτο γράμμα και να είχε ξεκινήσει ένα άλλο, αλλά δεν είχε το κουράγιο να το συνεχίσει.
Μόλις γύρισα από την Πάντοβα, όπου καθυστέρησα περισσότερο απ’ ό,τι ήθελα, είδα κατάπληκτος ένα πλήθος χωρικούς να ’χουν συγκεντρωθεί αμίλητοι κάτω απ’ το πρόστεγο της αυλής· άλλοι με κοίταζαν σαν χαμένοι, και κάποιος με παρακάλεσε να μην ανεβώ επάνω. Όρμησα έντρομος στο δωμάτιο και αντίκρισα τον πατέρα της Τερέζας να ’χει σωριαστεί απελπισμένος πάνω στον νεκρό· και τον Μικέλε γονατιστό με το πρόσωπο κατάχαμα. Δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη να πλησιάσω και να φέρω το χέρι μου στο στήθος του κοντά στην πληγή· ήταν πεθαμένος, κρύος. Δεν είχα δάκρυα, ούτε λαλιά· καθόμουν και κοίταζα αποβλακωμένος εκείνο το αίμα, ώσπου ήρθε ο παπάς και, λίγο αργότερα, ο χειρούργος, που μαζί με μερικούς υπηρέτες μας τράβηξαν με το ζόρι μακριά από κείνο το άγριο θέαμα. Η Τερέζα πέρασε εκείνες τις μέρες μέσα στο πένθος των δικών της και σε θανατερή σιωπή. Το βράδυ σύρθηκα πίσω από τον νεκρό, που τρεις εργάτες τον έθαψαν στο βουνό με τα πεύκα.



1-2. Σύμφωνα πάντα με το βιβλίο του Georges Minois: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ – Η δυτική κοινωνία αντιμέτοπη με τον εκούσιο θάνατο, Εκδόσεις Πολύτροπον 2006.
2
3 Πρόκειτε για το βιβλίο, ΟΥΓΟΣ ΦΏΣΚΟΛΟΣ οι τελευταίες επιστολές του τζιάκοπο όρτις. Μετάφραση, Έφη Καλλιφατίδη, εκδώσεις ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ- Αθήνα 1998.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA