Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά

Τα τελευταία δύο χρόνια περισσότεροι από εκατό ποιητές έχουν παρουσιάσει το έργο τους στο πλαίσιο των Ποιητικών Διαλόγων, ανοίγοντας μια μεγάλη συζήτηση για την ποίηση, παλιότερη και σύγχρονη – μια συζήτηση που, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, είναι τόσο ευρεία και πολυδιάστατη που δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί σε μία συνάντηση ή έστω σε μια σειρά συναντήσεων.

Έτσι, λοιπόν, και φέτος τρεις ποιητές, εκπρόσωποι διαφορετικών γενεών, αλλά –για να είμαστε πιο ακριβείς– κυρίως εκπρόσωποι της ποίησης τους, θα διαβάζουν ποιήματά τους και θα συζητούν για θέματα που άπτονται της τέχνης τους.

H συνάντηση έχει προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 3 Απριλίου και Ώρα 20:00΄ στο Βιβλιοπωλείο De Profundis.

Προσκεκλημένοι Ποιητές

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

ΣΤΑΘΗΣ ΙΝΤΖΕΣ


Συντονίζει ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου
(Ποιητής-Κριτικός Λογοτεχνίας)

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ θα βρίσκεται μαζί μας και θα αναγνώσει ποιήματα από την πρόσφατα εκδοθείσα ποιητική της συλλογή Ανάδοχοι Καιροί.


Μαρία Αρχιμανδρίτη 
Hirubo medicinalis

Μύριζε βλέννα και αίμα η ανάγκη της
και αυτήν βύζαινε.
Κι όταν τα δόντια της στα χείλη του
ακόνιζε
έσκαβε η φωνή του Πατέρα
στα αυτιά του
‘’Ελέησε’’.
 Τις αισθήσεις του έχανε.
Τα πρωϊνά περίτεχνα κουκούλια
έπλεκε
και επέστρεφε σε αυτόν για την αφαίμαξη.
‘’Ελέησε΄΄ βογκούσε
και μετρούσε συσπάσεις.
Ωστικό κύμα στο επέκεινα.
Διάφανος.
Άσπρη ψίχα αντίδωρο. 





Μετά το σκληρό προ διετίας ψυχογράφημα Mommy, o νεαρός Καναδός Ξαβιέ Ντολάν (Xavier Dolan) σκηνοθετεί το θεατρικό του Ζαν-Λυκ Λαγκάρς (Jean-Luc Lagarce), Ακριβώς το τέλος του κόσμου, ενός καλλιτέχνη που θα φύγει προώρως από AIDS το 1995 σε ηλικία 38 ετών.

Όλα ξεκινούν στην καμπίνα ενός αεροσκάφους. Ο 34χρονος Louis (Γκασπάρ Ουλιέλ) επιστρέφει στο πατρικό του μετά από απουσία δώδεκα χρόνων για να ανακοινώσει τον επικείμενο θάνατό του. Από ‘κει κι έπειτα, ξεδιπλώνεται το θλιβερό σκηνικό μιας κυριακάτικης οικογενειακής συνάντησης, αφορμή μιας εξομολόγησης που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί. Αλλεπάλληλοι καυγάδες συγκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να αποκαλύψουν.


Το διαρκές αδιέξοδο της επικοινωνίας. Ζωές που αναζητούν τρόπους να υπάρξουν. Εκείνοι που φεύγουν και ’κείνοι που μένουν πίσω και υπομένουν. Μια μητέρα που γνωρίζει μα δεν μιλά. Υποδύεται ρόλους. Ο μεγάλος αδερφός (Antoine) με τη σύζυγο (Catherine) που η παρουσία της μόνο ενόχληση του δημιουργεί. Η μικρότερη αδερφή (Suzanne) διεκδικεί την ελευθερία της μέσα από μία άτοπη καθημερινή συνύπαρξη με την ηλικιωμένη μητέρα. Κι εκείνος ολιγομίλητος, βυθισμένος στην υπαρξιακή του μελαγχολία.

Ένας λόγος για να δει κανείς τη νέα δουλειά του Ντολάν είναι σίγουρα τα ενοχλητικής ομορφιάς κλόουζ απ και τα θαυμάσια αλλεπάλληλα πορτρέτα του Γκασπάρ Ουλιέλ (Gaspard Ulliel). Τρυφερή φωτογραφία, αδιαμφισβήτητα καλό καστ, αξιόλογες ερμηνείες και ένας Βενσάν Κασέλ στα καλύτερά του. Εντούτοις, η σκηνοθετική υπερβολή του Ντολάν –ακόμα και στην επιλογή της μουσικής– είναι πασιφανής.


Η οικογένεια ως φυλακή. Οι εξ αίματος συγγενείς τα λιγότερο συγγενικά μας πρόσωπα. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων που αδυνατούν να έρθουν πιο κοντά. Ευκαιρίες που χάνονται άδοξα μαζί με τον χρόνο. Κι ένας Ντολάν σκιαγραφεί χαρακτήρες που μοιραία μοιάζουν στον καθέναν μας.

Ο Volker Braun γεννήθηκε το 1939 στην Δρέσδη
Η ιδιοκτησία

Είμαι ακόμα εδώ: η χώρα μου οδεύει προς την Δύση.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΚΑΛΥΒΕΣ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ.
Εγώ ο ίδιος έδωσα το λάκτισμα.
Πετάει μακριά τα πενιχρά στολίδια του.
Ο χειμώνας ακολουθεί το καλοκαίρι της επιθυμίας.
Και μπορώ
να παραμένω εκεί όπου το πιπέρι μεγαλώνει.
Ακατανόητοι είναι οι στίχοι μου
Αυτό που ποτέ δεν θα κατέχω με αρπάζει με βία.
Αυτό που δεν έχω ζήσει, θα το αναζητώ για πάντα.
Η ελπίδα ήταν σαν μια παγίδα στο δρόμο.
Η ιδιοκτησία μου, στα νύχια του αρπακτικού.
Όταν λέω ξανά δικό μου εννοώ δικά μου όλα.


Τα σκοτεινά μέρη

Στο γεμάτο σκιές δάσος στέκεται πένθιμα
πλησιάζοντας στη κορυφογραμμή.
Έχω πάει εκεί, το σούρουπο
σαν τον καπνό σε ένα διάδρομο της Βοημίας
ο οποίος διαπερνά τα σύνορα χωρίς να τον πιάσουν, γκρι
Το γρασίδι καλύπτει το τεράστιο κέντρο
Στο οποίο συλλογίζονται εκατοντάδες χρόνια
Στον κοίλο άξονα, όπου ζουν
σαν τον Όρκο, όπου πολλοί εργάζονται την αγριότητα
Με βίαια χέρια
                                  στο αρχαίο βουνό
Η ταφή σκληροτράχηλη, εντόσθια
όταν το έδαφος κατέρρευσε υπόγεια
Μες στην νύχτα, κι η εργασία σταματά
φιλική προς τον άνθρωπο ακόμα, πώς αλλιώς
Αυτό είναι το βουνό. Και αυτό είναι τώρα το κήρυγμα.
Η φωνή μιλάει: Γύρνα. - Εμπρός! εμπρός
Σε σκοτάδια όπου ο κίνδυνος μεγαλώνει
στο τρίτο από τους θάμνους: ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΔΩΡΕΑΝ
Ολισθαίνουν τα μικρά παιδιά στη διαδρομή του διαβόλου
Πάντα πίστευα ότι θα αρχίσει κάποια στιγμή.
Τώρα οι μέρες μου είναι κατεδαφισμένες
Και η όξινη βροχή βρέχει το μέτωπό μου
Σχεδόν δεν αναπνέω, μόνο μιλάω
Στο συσκοτισμένο μου κεφάλι το Τσερνομπίλ μου
Εκεί όπου το παιδί στρέφεται στον άντρα που γκριζάρει
Και δεν υπόσχεται να λάβει ακόμη τη γη
Την ελευθερία μόνο, έτσι αδέσμευτος στέκεται
Σαν φωνές που ουρλιάζουν. Στο πάνω δάσος κρέμασαν τον Hans Koch
Σε αντιαισθητική πλέον κατάσταση.
Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ.
ΣΧΟΛΑΣΑΜΕ. ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΣΕΡΝΕΤΑΙ Η ΝΥΧΤΑ.


Τα στρείδια

Δεν ζω συχνά πραγματικά, εσύ ώρες ολόκληρες
Στην κουζίνα μου, σπάζεις τα ταξιδιάρικα
(με πολλά έγγραφα) στρείδια, και με
το πονεμένο σου χέρι στην πλαστική ποδιά
τραγουδάς. Και οι λύκοι, που δεν σκέφτονται
τίποτα περισσότερο από την τροφή, όπως όλοι,
με φειδωλία πράττουν. Αυτοί είναι ακόμα άνθρωποι.
Και εγώ, με πολύ λεμόνι, αναισθητοποιώ
τα γυμνά ζώα πρώτα στον ουρανίσκο μου
καταπίνοντας δίχως θάρρος δύο δωδεκάδες
Πίνοντας με τη σφοδρή επιθυμία και αποστροφή, αυτά τα μικρά
μουνιά της λίμνης. Έτσι, λέω τώρα, η
Η ζωή μεταξύ απληστίας και αηδίας
διαλύεται στη γλώσσα, ναι.

---------------------------------------------------------

Ο Volker Braun γεννήθηκε το 1939 στην Δρέσδη. Αρχικά εργάστηκε ως τυπογράφος. Το 1960 σπουδάζει φιλοσοφία στην Λειψία. Έχει εκδώσει πολλές ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Έχει βραβευθεί με το βραβείο Georg Buchner, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση στη Γερμανία.


Γιάννης Ζαχείλας
Αμερικάνικο

Το μπιλιαρδάδικο ήταν μισογεμάτο. Η κασέτα έπαιζε Πήτερ Γκρην. Έξω απριλιάτικος ήλιος-οι γυναίκες είχαν αρχίσει να γδύνονται. Τα παιδιά έπαιζαν αμερικάνικο. Μόλις είχε βγάλει το στρατιωτικό του. Παρακολουθούσε με άδειο βλέμμα το παιχνίδι. Στέκα, τεμπεσίρι, καραμπόλα, σπόντα, τρύπα. Το μπιλιάρδο τού θύμιζε τη ζωή. Μ' αυτό το συνειρμό βγήκε απ' το μαγαζί για να καπνίσει. Είχε βαρεθεί τις ίδιες παρέες, τα ίδια στέκια. Άναψε το τσιγάρο με την ευχή κάτι να συμβεί.

Χάζευε την κίνηση. Την είδε στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν σίγουρος πως δεν τον κατάλαβε. Φορούσε τζιν φόρεμα και μεγάλα ντεγκραντέ γυαλιά ηλίου. Η Λένα ήταν κοντούλα με σφιχτό καλοσχηματισμένο σώμα, πλούσια σκούρα καστανά μαλλιά. Την είχε καψουρευτεί στο λύκειο. Όταν της την έπεσε τον απέρριψε. Η Λένα έστριψε στη γωνία. Το βλέμμα του έχασε την εστίαση του, γύρισε και κοίταξε τα παιδιά στο μαγαζί, ξεφύσηξε, έβαλε το τσιγάρο στο στόμα και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Δεν το συνήθιζε αυτό, ήταν μια παρόρμηση.

Το έκανε από απόσταση. Ήταν μια βόλτα, μόνο που δεν διάλεγε εκείνος την πορεία της. Άνθρωποι άλλοι κουρασμένοι κι άλλοι αφηρημένοι, αμάξια, τσιμέντο, νερατζιές, διαφημιστικές πινακίδες. Η πόλη που τον έριχνε και τον ανέβαζε όποτε ήθελε. Έχασε τη Λένα σ' ένα φανάρι. Κοντοστάθηκε στη διχάλα, ο παλμός του ανέβηκε κι από ένστικτο πήρε το σωστό δρόμο. Τη βρήκε σε μια στάση λεωφορείων να κοιτάζει το ρολόι της.

«θ’ ανέβω και σε λεωφορείο τώρα;» σκέφτηκε. Ακούμπησε σε μια κολώνα με τα χέρια σταυρωμένα και τον ήλιο να τον χτυπάει στο κούτελο. Ποιο λεωφορείο θα έπαιρνε; Πήγαινε στη σχολή της ή μήπως στο σπίτι του φίλου της; Το λεωφορείο έφτασε, οι πόρτες άνοιξαν, το κορίτσι ανέβηκε, το λεωφορείο έφυγε. Είχε κάτι ανοίκειο αυτή η σκηνή. Ήταν ένας μικρός αποχωρισμός, αποχωρισμός μόνο απ' τη μια μεριά, μια ανούσια πίκρα. Αναστέναξε, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και πήρε δρόμο με την επιθυμία να φάει κάτι γλυκό.

Ο καιρός περνούσε. Έπιασε δουλειά και κυκλοφορούσε με χαρτοφύλακα. Στο μπιλιαρδάδικο η πελατεία λιγόστευε. Όλοι πήραν κομπιούτερ. Περνούσε απ έξω και απλά χαιρετούσε. Υπήρχαν βραδάκια μετά το γραφείο που έπινε μια μπύρα με τα παιδιά. Τα παιδιά ήταν πάντα ίδια. Βρήκε μια γκόμενα που της άρεσε να το παίζει μαμά. Οι γονείς έλεγαν πόσο ταιριαστό ζευγάρι έδειχναν κι αυτό δεν απείχε πολύ απ’ το πραγματικό. Σχεδίαζαν μαζί το ιδανικό σπίτι. Οι δουλειές τους επέτρεπαν ένα ασφαλές στεγαστικό δάνειο. Το σπίτι θα είχε παιδικό δωμάτιο και ένα μικρό ξενώνα.

Παρόλαυτα κάθε άνοιξη του άρεσε να κάνει εκείνη, την ίδια διαδρομή, καπνίζοντας ή τρώγοντας μια σοκολάτα με αμύγδαλο. Το μπιλιαρδάδικο έβαλε λουκέτο.


ΓΖ

Θεοδώρα Σπηλιωτάκη
ΜΟΙΡΟΛΟΙ

«Τα βράδια δεν κοιμάμαι μην τύχει και δω κακό όνειρο»,
έλεγε η γιαγιά όταν αρρώστησε η μαμά.
Ήθελε να κλείσει τα μάτια της πρώτη, όπως επιτάσσει η φύση.
Έτσι, παραφυλούσα τις νύχτες και περίμενα να κοιμηθεί πρώτα εκείνη
αλλά θυμόμουν κιόλας πως δεν έπρεπε να ονειρευτεί κάτι που θα σήμανε κακό οιωνό.

Ήταν το πρώτο παράδοξο που κλήθηκα να λύσω, το πρώτο αδιέξοδο που βρέθηκα.
«Γιαγιά, να σου πω νανουρίσματα για όνειρα γλυκά, να από κείνα τα δικά σου;»
Βούρκωνε και μόνο πότε-πότε μου έλεγε εκείνη κανένα παραμύθι.
Τελικά ποτέ δεν την αποκοίμισα εγώ, ούτε στην ύστατή της ώρα.
Μόνο τη μαμά μου, λίγα χρόνια μετά, χωρίς νανουρίσματα και παραμύθια.
Ο θάνατος δεν αντηχεί σε τέτοια παιδικά ακούσματα.

Χρόνια μετά, το άλυτο εκείνο αίνιγμα και ο φυσικός ρους της ζωής,
που τόσο συγκινούσε τη γιαγιά και όλους τους μεγάλους,
καθόρισαν τη μοίρα μου για συνεχείς επιστημονικές αναζητήσεις.
Τα δε μοιρολόγια μου πήραν τη μορφή, όχι αυτή των ξακουστών μανιάτικων, μα αυτή των
παραμυθιών.
Όπως το μοιρολόι που μόλις διαβάσατε.

---------------------------------------------------------

H Θεοδώρα Σπηλιωτάκη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει την ανάγκη να ζει με χίμαιρες
πατώντας όμως παράλληλα στέρεα στην πρακτική και σκληρή πραγματικότητα. Έτσι,
ακροβατεί μεταξύ χημικής μηχανικής και λογοτεχνίας (τέχνης εν γένει).

Ο Alexander Gumz γεννήθηκε το 1974 στο Βερολίνο

Alexander Gumz

βάρκες μέσα σου

ουρλιάζεις εδώ και καιρό σε ένα λευκό δωμάτιο. τότε
γλιστρά η φωνή σου μακριά. μεταξύ των χειλιών
ένα στενό σκάφος, έκπληκτο από τη βροχή.
το καλοκαίρι σε επίπεδες επιφάνειες, κι εσύ αφηγείσαι
για τις σταγόνες. τα παράθυρα χτυπούν.
Ποτέ δεν έχεις χρόνο για να αφουγκραστείς,

καταφέρνοντας έναν τόνο ψηλό. οι κινήσεις
ανάμεσα σε εσένα και την κουβέρτα διαστρέφονται
ο χτύπος  παρακάμπτεται. όλα για ένα άκουσμα.

κάπου τρίζουν πόρτες. γονατίζεις
πάνω από αυτό τον ήχο σαν κάποιον που
δεν έχει φλέβες στο πρόσωπο. σαν ένα λουλούδι.

η μεγάλη ρωγμή στο διαμέρισμά σου δεν μπορεί
να σε βοηθήσει. τακτοποιείς τις ζημιές από τα νερά
ενώπιον της στάθμης. μεγάλα κενά στα σχέδια κόστους.

αφού θέλεις να υπογράψεις! αλλά κάτι
γρατζουνιές στο επώνυμό σου, σε κρατούν
στη μέση του δωματίου να αιωρείσαι.



όζον το βράδυ

μου αρέσει που τα βράδια είμαστε πιο ανάλαφροι,
τα πράσινα γάντια μας αφήνουμε στην διάθεση του καιρού.

μου αρέσει η friendly fire  των ραδιοφωνικών σταθμών,
τα χόμπι που περιμένουν στο τέρμα της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας.

αυτός που δεν έχει κήπο πρέπει να σκάψει μέσα από το έδαφος,
ανάμεσα σε στενούς ορίζοντες και τιτιβίσματα πουλιών,

ρίχνοντας μπάλες. Είναι σίγουρο πως η παρέα
των κουτιών μπύρας δεν είναι ούτε στο ήμισυ καλύτερη από παλιά .

αν όλες οι μέρες ήταν Σάββατο θα κατασκήνωναν οι ευρισκόμενοι
δύο φορές. μου αρέσει πολύ όταν φυσά δυνατά

πεζοπορώντας στη βροχή, δίχως να έχουν την ικανότητα να με εντοπίσουν
(εγκάρσια διαβατήρια οι σταγόνες). κανένα παιχνίδι

δεν μας συμπεριλαμβάνει. στο λυκόφως
δεν μας σφυρίζει τίποτα στα αυτιά, εκτός από το όζον.


ο τύπος με το κοστούμι πιλότου

φοβάται τους στόχους του. δεν είναι σαφές ποιος τον εμποδίζει
μετά το άλμα. ή ποιός ζαρώνει τα φρύδια του;

προσόψεις εξατμίζονται πριν από αυτόν στην ομίχλη. κάπου
κρέμεται, όπως μια βελόνα, μπροστά σε ένα προβολέα.

το θρόισμα της γροθιάς έχει κολλήσει στο αυτί του,
δεν ενδιαφέρεται όμως για την πυκνότητα των μυών του.

όποιος στην πτήση εναποθέτει τις ελπίδες του, ακούει εκείνος, πρέπει να γνωρίζει
ότι μπορεί ο άνεμος μέσα του να ξεχαστεί.

τα κτίρια έχουν μια σύντομη ζωή.
τα σύννεφα από πάνω τους δεν έχουν σπίτι,

κι όμως βάφονται με κόκκινο. μόνο κάμερες ασφαλείας
παρακολουθούν. αποκαλείται πεπρωμένο,

όπως η βαρύτητα: τα φτερά του σήμερα
θα σταματήσουν να λειτουργούν αλλά μην φοβάσαι.

κουβαλά πάντα μαζί του την διαστρεβλωμένη του γλώσσα
κωδικοποιώντας τον εαυτό του σαν τελευταία λύτρωση.

 ------------------------------------------------------------

Ο Alexander Gumz γεννήθηκε το 1974 στο Βερολίνο. Σπούδασε φιλοσοφία και Γερμανική φιλολογία. Από το 2006 είναι υπεύθυνος του φεστιβάλ ποίησης του Βερολίνου. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές.

 Γιώργος Καναβός
Τρία ανέκδοτα ποιήματα


Ανατέλλον Ψύχος

Όλες οι προσευχές μου
κατέπεσαν στο ρηχό..
το μάτι που δεν επαναπαύεται
η άρπα, στο κλειστό δωμάτιο
το δύσχρηστο δέος της έξης
το άκυρο μένος των ηττημένων
Χάθηκες
Μα οι εκλάμψεις της απουσίας Σου
δεν γίνεται να αναπτερωθούν
Ιδεατά χαϊδεύω, εντός μου
το στίγμα της περιφρόνησης
το είδωλο του Αρχαγγέλου
στο παράθυρο της Ανατολής


Στοχασμός, αντί Ήλιου

Η τοξικότητα της
αλαζονείας
και η γαλήνη των
ενοχών
που μου δώρισες

Ρωγμές στον θόλο
της ηττημένης
συνείδησης


Γη των Ρόδινων

Και των ασάλευτων
αντιμνήσεων
στης κοσμικής πυράς
τις όχθες
ηττώμαι· διαυγώς.

Αθηνά Μελή
Ποιήματα



Φυγή

Τοξικοί άνθρωποι
Τοξικές σκέψεις
Τοξικές ζωές

Βασανιστική είναι αυτή η αγάπη με την δήθεν ελεημοσύνη της
Μακριά της γυμνοί κολυμπάμε
σε γυάλινα νερά ανακούφισης που σπάνε στα κορμιά μας.

Στους βυθούς του πόθου η αναμονή λυσιμελής μας φιλά
Εκείνο το καλοκαίρι είπες
το φιλί δεν είναι άλλο παρά το δυναμό της καρδιάς.

Στο παραπέτασμα του χρόνου μας
ξεκούρδιστα κρέμονται τα ξυπνητήρια
και ο ήλιος σταματάει στην τροχιά του
Δεκαετίες θα κυλάνε αργοπορημένα
και τα καράβια της ελπίδας θα περνάνε αθόρυβα
χωρίς παράπονο στα πανιά τους.

Τολμηροί ταξιδευτές
ψηλά στο κατάρτι με τις σκέψεις θα ανεμίζουμε
και στο αμπάρι
στοιβαγμένες παλιές αποσκευές και πλακάτ
θα κοιμούνται
μαζί με κάτι ρούχα σαν παραισθήσεις
και δράματα παροδικά
καθώς θα κρατάμε αγκαλιά την άγκυρα της ψυχής μας.

Θα έρθεις μαζί μου;


~ ~ ~


Μέσα στα πλήθη


Σ' ακολουθώ σε πορείες

και δρόμους με φώτα που καίνε
Βήματα πολλά
χέρια

φωνές και βλέμματα
πανό

συνθήματα και πλακάτ


Εσύ μόνη 
στη γωνιά της μοναξιάς σου

αναρωτιέσαι, που πάς;

Κρατώ μια φωτογραφική μηχανή
αυτή που μου χάρισες
το καλοκαίρι εκείνο που αγκάλιαζε

τα τρίχρωμα στιγμιότυπα της χαράς σου


Απαθανατίζω τη μορφή σου
το γερμένο κεφάλι
τα ανάκατα μαλλιά
το βλέμμα του απείρου
το ελπιδοφόρο του χαμού

Μιλάς με τη φωτιά
φωτίζεται το πρόσωπο σου
χιλιάδες φορές αντανακλάται
στις βρόχινες σταγόνες
που σπάνε μες στα χάη

Χύνονται τα πλήθη με ορμή στις λεωφόρους
ξοπίσω σε αφήνουν
Σ' ακολουθώ
τη σκέψη σου παρακολουθώ
σε οθόνες αδιόρατες
και σε πορείες των βλεμμάτων
Στα πολύβουα σοκάκια
το φως μπερδεύενται με τις σκιές
κάτω από τα πολύχρωμα
υπόστεγα των περιπτέρων
αυτοαναφλέγονται οι λέξεις





Χιλιάδες περιοδικά
ξεφυλλίζει ο αέρας
μές στα μαλλιά σου
όπως χάνεται η στιγμή

Μοναδική απόδειξη της ύπαρξής σου

τα πίξελς
οι αντανακλάσεις του φωτός σου
η φωτογραφική μηχανή σου
η κόρη των ματιών σου
και εκείνο το γελαστό 'μπορεί'
που χάριζες
για να αναθαρρεύονται τα καλοκαίρια
στου χειμώνα το αργοπορημένο προαπάντημα.


~ ~ ~

Πολιτικοί


Γαριασμένα νούμερα
ξεπλένουν και απλώνουν
στης Εσπερίας την αιθαλομίχλη

Ανθρωπάρια λογικής ιδιοτελούς
λογαριάζουν και μετράνε
με άβακες μεσαιωνικούς

Πύργοι υποκρισίας υψώνονται
σε ψεκασμένους με μέταλλα ουρανούς

Κοίτα!

Έρχονται οι υποκριτές
Οι αφέντες παρελαύνουν
με τα σκούρα τους κουστούμια
και τα στόματα τους τα μανιακά
χάσκουν ατμούς ραδιενεργούς
και χημικά

Κάτω από της τρομαγμένης μητρόπολης
των γυάλινων κτιρίων τη σκιά
χάπια ιωδίου καταπίνουν
ψεύτικα χαμόγελα μοιράζουν
και με τα δόντια τους τα χολερικά
υποκρισία και δυσωδία αναμασάνε

~ ~ ~

Δημοκρατικά αποφασίζουν


Βροχή παγερή πέφτει στην Ευρώπη
από τον απόκρημνο βράχο του βορρά
μέχρι κάτω
στην αντιπέρα όχθη του εξαπατημένου ήλιου
κρύα νεροποντή
η υποκρισία

Οι άνθρωποι
σχήματα μελαγχολικά
στις πλατείες
με απογοήτευση κοιτάνε
τα στόματα των παράνομων τραπεζιτών

Χτυπάνε νοερά και με λύσσα
τους παζαρεμένους ιδεολόγους
με τεράστια πλαστικά πανό και πλακάτ

Οι ψήφοι κοφτερό χαλάζι
μάνα βιβλικό πέφτει
και οι αναλυτές
-οι υποκριτές-
μοιράζουν δημοκρατικά
το αποτέλεσμα το προαποφασισμένο.


~ ~ ~

Ποτέ δεν χωρίζουμε

Οι θάλασσες
τα βουνά
τα σύννεφα της σιωπής
και οι ατέρμονοι δρόμοι ανάμεσά μας
δεν μας χωρίζουν


Στο χώρο
η ύπαρξή μας ολόκληρη
αγκαλιάζει τους θύλακες του αέρα
η μυρωδιά μας διαχέεται και πάλλεται
ανεπαίσθητα μας αγγίζει
και οι αποστάσεις χάνονται

Απομακρύνομαι
αλλά σε βλέπω να πλησιάζεις
περπατώ μακριά σου
αλλά κοντά μου έρχεσαι

Κοιτώ το φως που κρύβεται στο κόκκινο
Ανοίγεις τα μάτια
στον ήλιο που δακρύζει
κατάματα αντικρίζουμε ο ένας τον άλλον
και ποτέ δεν χωρίζουμε.













Στάθης Ιντζές, Gadium
ένα ποίημα σε επτά μέρη

isbn 978-618-5155-28-5
σελίδες 32
διαστάσεις 20,5 Χ 13 εκατοστά

Ένας άκληρος περιηγητής γίνεται μάρτυρας επτά διαφορετικών εποχών της ιστορίας.
Επτά ποιήματα, επτά “στιγμιότυπα” της εκάστοτε εποχής,
από τη φοινικική ακμή ως τον ισπανικό εμφύλιο.

Αφροδίτη Λυμπέρη, Τέσσερα ποιήματα

Ταχυδρομικός κώδικας
Ζω στον κορμό
του δέντρου
που φύτεψαν οι γονείς μου
λίγο πριν μάθουν
πως εκεί
θα κατοικούσα
μαζεύοντας καρπούς
πουλώντας τον ίσκιο
και τραγουδώντας
τα λάθη των κορμιών τους.

Lungo
Να τραγουδώ
στον πάτο
του φλιτζανιού σου
τις καλημέρες
που πνίγονται
στα μοναχικά λαρύγγια

κι εσύ
σκεπτόμενος την ζάχαρη
που ακρίβυνε
με μια γουλιά
αδιάφορη
όλο μου το είναι
να καταπίνεις.





Οδοιπόρος μόνος
Κι είχαμε ένα αυτοκίνητο
ανοικτό
κι εσύ κοιτούσες τα φανάρια
κι εγώ
μετρούσα
ρωγμές
και λακκούβες
και τρομαγμένα αδέσποτα
και πινακίδες δίχως όνομα
και πεζοδρόμια άδεια
και πεζούς ν' ακροβατούν
στις νησίδες
και στις βρισιές σου
τα τικ τακ των φλας
και τα σταμάτα ξεκίνα
και τα σου μιλάω
είμαι εδώ με ακούς
και τα σύνελθε
κι εσύ σταμάτησες
στην άκρη του δρόμου
κι έγειρες και με αγκάλιασες
κι άκουσες την ανάσα μου
στο αφτί σου
όλα μαζί
αν τα αθροίσεις
κάνουν μια αλήθεια
μια ανάμνηση
μια συνήθεια
ένα γιατί
-έρχεται η ανάσταση-
και τα φανάρια μας κοιτούν
και τα φανάρια μας προσέχουν
κι εσύ με κοιτάς
γελάς
προσοχή
προσοχή
όλα κι απόψε
γράφονται
για να σε δω
να σπας
δίπλα μου
γυαλί να γίνεσαι
ολοζώντανο
ψέμα.

Με λένε καμία
Ποιος αντέχει επάνω της
να σέρνει το κορμί του
φαύλα 
να το ματώνει
να σήπεται
και να γλιστρά
ηδονικά
στις σχισμές
της παλάμης της
να πνίγεται
στις οπές των ματιών της
να πονάει
σκαρφαλώνοντας
τις χαρακιές
των χειλιών της
χωρίς να προσδοκά
κάπου κρυμμένο
κάτω απ' τα σεντόνια
μέσα στις σελίδες
έστω
ένα
ανάξιο
τέλος;


 
Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου
Το Μύδι

Υπήρξαν κι άλλοι άντρες, σίγουρα. Ήταν σαν η γλώσσα μου να εξερευνούσε ένα κλαδάκι με κόμπους, να αναπηδάει πάνω απ’τη ράχη ενός τετραδίου σπιράλ, να περιμένει μάταια την πρωινή δροσιά να γλιστρήσει από ένα φύλλο και να πέσει στο άνυδρο στόμα μου.
      Μ’αυτόν ήταν διαφορετικά. Ήταν σα να έδινα το φιλί της ζωής σ’ένα μπαλόνι γενεθλείων. Μια δροσιστική τσίχλα, σταγόνες κανέλας ή μέντας να ραντίζουν το στόμα μου καθώς σπάει, να ξυπνάνε τις αισθήσεις. Ή ένα σοκολατάκι με γέμιση λικέρ. Η γλώσσα μου να βουτάει σ’ένα ποτήρι με coca cola, χιλιάδες μικροσκοπικά ψαράκια να την κεντάνε. Τα Pop Rocks να σκάνε στο στόμα μου σαν πυροτεχνήματα. Πάντα αναρωτιώμουν αν όλα αυτά θα  ανατίναζαν το στομάχι μου.
      Μου άρεσε να τσιμπάω με τα χείλη μου λεπτές τουφίτσες των μαλλιών του, να δοκιμάζω την αντοχή τους με τα δόντια μου, να μετράω τις βλεφαρίδες του, να υπολογίζω το μήκος τους, να τις τεντώνω, να πιπιλάω το λοβό του αφτιού του σαν άγουρο σταφύλι, να ψηλαφίζω τις γραμμές στις παλάμες του και τις μικροσκοπικές κουλούρες και αλυσίδες που βρίσκονται στον καρπό του, μετρώντας τις θηλιές.
      ‘Κοίτα. Θα σου τα πω με το δικό σου τρόπο,’ είπε μια μέρα και δίπλωσε τα χέρια του μπροστά απ’το στόμα του σαν να προσευχόταν. Καθόμασταν σε μια καφετέρια κοντά στο σπίτι μου. ‘Έτρωγα αμύγδαλα μέσα από ένα σακουλάκι που’χα αγοράσει απ’το περίπτερο και αυτός έπινε το μαύρο espresso του. ‘Είσαι σαν το μύδι για μένα. Καλογυαλισμένο και γοητευτικό απ’έξω - το όστρακο ανοίγει εύκολα αν είσαι προσεκτικός και δεν κόψεις τα χείλη σου στα αιχμηρά άκρα, μαλακό και εύπλαστο στο εσωτερικό, ενώ στριφογυρίζει σαγηνευτικά και παίζει με τη γλώσσα, αλλά είναι τόσο δύσκολο να το καταπιείς. Ποτέ δεν μπόρεσα να ξεφορτωθώ την αίσθηση ότι θα με πνίξει στο τέλος. Λυπάμαι.’ Πήρε μια τελευταία γουλιά απ’τον καφέ του, σήκωσε το σαγόνι του ψηλά και έφυγε με βήμα γοργό.
      Σταμάτησα να μασάω. Τα αμύγδαλα πικρά στο στόμα μου, στάθηκαν στον οισοφάγο μου σαν άμμος. Ήθελα να τον προλάβω, να τον αρπάζω απ’το T-shirt του, να τον ρίξω στην καρέκλα και να τον φτύσω στη μούρη. Με το δικό του τρόπο. Ήθελα να του πω ότι κι αυτός ήταν μύδι για μένα. Από εκείνα που δεν ανοίγουν στο βράσιμο γιατί είναι ήδη νεκρά. Ήθελα επίσης να του πω ότι είμαι συνηθισμένη να βλέπω μπαλόνια γενεθλείων να στριφογυρίζουν το πλαστικό, βρώμικο στόμα τους μακριά απ’τα χείλη μου και να ξεφουσκώνουν κλαψουρίζοντας. Και επίσης ότι η coca cola και τα Pop Rocks απλώς με κάνουν να ρεύομαι. Καμία έκρηξη. Τίποτα.
      Έψαξα για την ημερομηνία λήξεως στο πακέτο με τ’αμύγδαλα. Πουθενά. Είτε ψάξει κανείς είτε όχι, τη βρει δεν τη βρει, πάντα υπάρχει μια ημερομηνία λήξεως. Δεν έχει νόημα να το πασπατεύω, σκέφτηκα και το πέταξα στον κάδο σκουπιδιών. Κάποιες φορές είναι καλύτερα να μην ψάχνει κανείς αυτή την αναθεματισμένη ημερομηνία καθόλου σκέφτηκα και προσπάθησα να αγνοήσω τον πικρό πολτό αμυγδάλου που μούδιαζε και νέκρωνε τη γλώσσα μου.
Παρασκευή 17  Μαρτίου 
21:30
Mosh Pit Booze Bar 
(Κουμουνδούρου 16)

Ποιητική  Perfomance
Συμμετέχουν οι ποιητές:

Θάνος Γώγος
Χρήστος Διαμαντής 
Σταύρος Καρακωνσταντάκης
Γεωργία Κολοβελώνη
Θανάσης Κριτσινιώτης 
Πέτρος Σκυθιώτης
Βάσω Χριστοδούλου
Αντώνης Ψάλτης

23:00
party :
"You shouldn't let the poets lie to you II"
Επιλέγουν μουσική ο Θάνος Γώγος 
και η Ράνια Παπακώστα
μαζί τους η dj Sonic blue 

(ελεύθερη είσοδος)



Σάββατο 18 Μαρτίου 



21:15
Stage 
(Ήρας και Φιλίππου)


Παρουσιάζει ο Γιάννης Μπασκόζος

Τιμώμενη πόλη : Καβάλα

Ποίησή τους διαβάζουν οι :

Γιώργος Αλισάνογλου
Δήμητρα Κατιώνη
Δημήτρης Λεοντζάκος 
Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Μαζί τους οι ποιητές :

Φοίβη Γιαννίση 
Στάθης Ιντζές
Δημήτρης Καρακίτσος
Ελευθερία Κυρίτση
Θεόδωρος Μπασιάκος
Σωτήρης Παστάκας
Γιώργος Σαράτσης


Ακολουθεί συναυλία των

 Χειμερινών Κολυμβητών


Οι Χειμερινοί Κολυμβητές σε 5/8 στη Λάρισα.
-
Είναι γνωστή η σχέση των Χειμερινών Κολυμβητών με τη Λάρισα. Πολλά από τα πρώτα τους τραγούδια γράφτηκαν εκεί μεταξύ 1970 και 1972 κατά την 24μηνη παραμονή εκεί ως σμηνίτη του εμψυχωτή, τραγουδοποιού και ερμηνευτή του σχήματος Αργύρη Μπακιρτζή.
Ο δρόμος «γλιστράει» ανάμεσα στους χαμηλούς
λοφίσκους του κάμπου της Λάρισας, Ο Παγασητικός γράφτηκε σε μια απογευματινή έξοδο, το Καφέ Αμάν ήταν ένα ουζερί στο κέντρο της Λάρισας. Η καντάδα «Κάθε στιγμή η σκέψη μου» γράφτηκε στον σιδηροδρομικό σταθμό της και ακόμη εκείνη την περίοδο γράφτηκαν οι Γερμανίες, το Ποδόσφαιρο στα χρόνια της χούντας, τοΌταν θα ‘ρθεί το καλοκαίρι κ.ά..
Κατά τις απογευματινές εξόδους του ο τότε σμηνίτης κατέφευγε στο σπίτι του Τάκη Τλούπα, φωτογραφίες του οποίου κόσμησαντο εξώφυλλο του πρώτου τους δίσκου, το οπισθόφυλλο του δεύτερου και πολλάένθετα απ’ τους
κατοπινούς.
Στη Λάρισα θα κατέλθουν πέντε απ’ αυτούς και έτσι ονόμασαν το σχήμα Χειμερινοί Κολυμβητές σε 5/8, αφού οκτώ είναι τα βασικά μέλη τουσυγκροτήματος και τα 5/8 ρυθμός που χρησιμοποιούν σε αρκετά τραγούδιά τους
Θα παρουσιάσουν ένα πρόγραμμα εφ’ όλης της ύλης, τραγούδια από την 35χρονη παρουσία των Χ.Κ. στη μουσική σκηνή με οκτώ δίσκους και άλλα ανέκδοτα.
Όπως γίνεται εδώ και πολλά χρόνια, θα διαμορφώσουν το πρόγραμμά τους ανάλογαμε το ακροατήριο, τη διάθεσή τους αλλά και επηρεαζόμενοι προφανώς από την ιδιαίτερη πολιτική και γενικότερα πολιτιστική συγκυρία.
Το συγκρότημα θα εμφανιστεί στη Λάρισα με την εξής σύνθεση:
 Aργύρης Μπακιρτζής: φωνή
Κώστας Βόμβολος: ακκορντεόν
Μιχάλης Σιγανίδης: κοντραμπάσσο, φωνή
Κώστας Σιδέρης: τζουράς, φωνή
Χάρης Παπαδόπουλος: μπουζούκi

(Προπωληση : Snuff - Hobo -Transistor- Vintage-Mosh Pit προς 10 ευρω . 
Στο Ταμειο : 12 ευρω .






O Oρφέας στον Άδη

Στης Ευρυδίκης την αγαπημένη αγκαλιά ποθείς αναπαμό
Θεόμορφη η ματιά σου δόθηκε εκείνη πάλι ν’ αντικρύσει
Η λύρα η γλυκόλαλη τον τρομερό ημερώνει τώρα πηγαιμό
Πλανεύοντας γαλήνια τη λήθη που εσέ πασχίζει να τυλίξει

Πίνεις αργά, θρηνώντας, το αίμα της δικής σου της καρδιάς
Που σ’ επιστρέφει αγωνία φρικτή στης Περσεφόνης το βασίλειο
Ευρυδίκη, ω! Ευρυδίκη εσύ! στης μαγεμένης τ΄ όνειρο ματιάς
Με τί ψυχή ν’ αντιπαλέψεις το φοβερό του Άδη το μυστήριο;

Θλιμμένα ηχεί στο σκότος του αηδονιού η γλυκύτατη επωδός
Τα δένδρα, πεθαμένα στέκουνε κορμιά, μαύρο ποθώντας αίμα
Ορφέα! Ορφέα! δύστυχε εσύ, στη φρίκη, πώς βαδίζεις μοναχός!

Ανατριχιούν τα ζοφερά να πουν και τ΄ αφανέρωτα τα χείλη
Χλωμά τα μάτια και άδεια τώρα στέκονται βουβά να κλαίνε
Και η λύρα σου, Ορφέα δύσμοιρε! μάταια γοά στο μαύρο δείλι

***

Η Άνοιξη

Ξημερώνει γαλάζια η καινούρια ημέρα πίσω από του θάμνου τη μελανή σκια
Δροσοσταλίδες φωτεινές ψηλαφούνε ήσυχα της κερασιάς τα ωραία φύλλα
Οι λεμονανθοί και τ’ αγριολούλουδα φιλούνε τρυφερά το αηδόνι στη φωλιά
Και της μέλισσας ο βόμβος ηχεί χαρούμενα στης αυγής την ηδονική ανατριχίλα

Σέρνεται της νύχτας το σκούρο σάβανο πάνω στα τσακισμένα κουκουνάρια
Με του χειμώνα τα ξέπνοα χνώτα υφασμένο, νεκροφιλεί τα μαραμένα βρύα
Απορημένο στέκεται το ελάφι ν’ αφουγκράζεται του αποχωρισμού την άρια
Και το σκουλήκι ξεπροβάλλει μουδιασμένο από της γης την αγκαλιά την κρύα

Αστραποβόλα η ματιά της νύμφης που ανάερα δραπετεύει από τον μαύρο τάφο
Και η σκουριά, κλωστή που αποσώνεται αδύναμη στης νιότης τη γλυκειά θωριά
Λεχώνας αίματα ολοτρόγυρα ξεχύνονται και στου βωμού το πορφυρό το βάθρο
Με σπέρμα αρχαίο ο έρωτας της αντίστασης καταπνίγει την όποια αποθυμιά.

Πανώρια ξεπροβάλλει η Άνοιξη, της Περσεφόνης και του Άδη η λατρεμένη κόρη!
Ολόχρυσα έχει τα μακριά μαλλιά να σέρνονται στη γη, πανάκριβή της προίκα
Στο βλέμμα της ανοίγονται λαμπρές οι σκοτεινές σπηλιές κι αστράφτουνε τα όρη
Κι η νια ζωή λιγοθυμάει γλυκά, βυζαίνοντας εκστατικά τα λατρευτά της στήθια

Η Αριστερή Μελαγχολία και η ποίησή της μετά τις Αμερικάνικες εκλογές


Του Βασίλη Λαμπρόπουλου




Η ολοκληρωτική ήττα όλων των προοδευτικών δυνάμεων στις Αμερικάνικες εκλογές μετέτρεψε σε μια νύχτα την Αριστερή μελαγχολία ως το κυρίαρχο συναίσθημα όσων είδαν τις ελπίδες τους να σβήνουν. Αυτό που κανένας δε μπορούσε να φανταστεί,συνέβη  και καμιά εξήγηση δε δείχνει αρκετά ικανοποιητική. Μια υπαρξιακή εποχή πολιτικού άγχους έχει ανατείλει. 

Παρότι ο αστερισμός των θεωριών των Badiou, Balibar, Berland, Bhabha, Brown παραμένει επίκαιρος, όσοι από εμάς ασχολούμαστε μεεναλλακτικές επαναστατικές ιδέες θεωρούμε πολύ πιο παραγωγικό τώρα να εργαστούμε με μια σειρά από ποικίλες έννοιες όπως ο νομαδισμός, η επιτάχυνση, η αγένεια, η άρνηση του Bartleby, η αποκήρυξη, η εναντίωση στην εξουσία, η κοινοτικοποίηση, και η αποδέσμευση. Το να μιλήσει κανείς για πάλη και αγώνα την επαύριο των εκλογών ισοδυναμεί με το να ξεκινήσει την πορεία προς την επόμενη ήττα.
Πριν από οτιδήποτε άλλο πρέπει να το παραδεχθούμε -
Αυτό είναι το τέλος, "το τέλος / των πολύπλοκων σχεδίων μας, το τέλος/
Του κάθε πράγματος που στέκεται". Αυτός δεν είναι καιρός για να ξεκινήσουμε,
γιατί δεν έχουμε που να σταθούμε. Αυτός είναι καιρός για να θεμελιώσουμε.


Εδώ και αρκετά χρόνια γράφω για την αυτονομιστική αριστερή μελαγχολία και ποίηση, τα γραπτά αυτά καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος αυτού του ιστολογίου. Συνεπώς υποστηρίζω την επιθυμία των συντετριμμένων προοδευτικών Αμερικάνων να αρχίσει μια συζήτηση όχι μόνο με τους μεγάλους στοχαστές αλλά επίσης με τους ποιητές: Ξαφνικά βλέπουμε να υπάρχει μια συναρπαστική απαίτηση για ποίηση η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε  την ήττα και την προδοσία.


Αλλά γιατί να διαβάζουμε ποιητές που έγραψαν για μια άλλη χρονική περίοδο, μέρος, κατάσταση (όπως ο Auden ) και όχι αυτούς που ζουν και γράφουν μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτικοκοινωνικής κρίσης για την αξιοπρέπεια μετά την απελπισία; Αυτή είναι μια πολύ κατάλληλη στιγμή να διαβάσει κανείς την Ελληνική ποιητική γενιά του 2000 και να εξερευνήσει την αφυπνισμένη, ανυπότακτη Αριστερή Μελαγχολία.

Δεν έχω παρά μόνο μια ζωή
Και σκόρπια όνειρα από τις προηγούμενες

Μα στο ύψος των ονείρων δίνεται η μάχη

Δεν είμαι με κανέναν κι αυτό σημαίνει πως είμαι με τους πολλούς
Είναι η νέα συμμετρία

Δεν ξέρουμε τίποτα μα δεν θα αποσυρθούμε ακόμα
Γιατί το τίποτα έχει ειπωθεί
Κι ήρθε η ώρα για το κάτι

Νίκος Ερηνάκης (Chiotis, ed.: Futures, p. 202)

Μεταφραση: Θ. Γώγος
1η δημοσίευση : https://poetrypiano.wordpress.com/


*
Βασιλεία Οικονόμου

Δεν ήξερα πόσο βαρύ
μπορεί να γίνει ενα δέντρο
όταν πέφτει

Ένα δέντρο
ή ένα σώμα ολάνθιστο
Εκεί
Δίπλα στο συντριβάνι που
πνίγονται οι ευχές
Ή το κεφάλι
που ακουμπάει στα πόδια σου
Απο αγάπη βαρύτερο

Εγώ εδώ κάθε πρωί
Συνόδευα εναν ήλιο τυφλό
Υπενθυμίζοντας τη μέρα στη νύχτα
Για να ξέρεις πώς να λειτουργείς το ρολόι σου
Γιατί ήθελες ασφάλεια
Κι εγώ δεν ήξερα τίποτε άλλο
Από το χρόνο
Και το μέτρημα
Και πως τίποτε απ’ αυτα δεν εχει νόημα
Όταν στέκεσαι στη μέση του
Κόσμου και με κοιτάς
Στις άχρονες πλατείες με τα συντριβάνια
Στο κρεβάτι που διατάζεις τον ύπνο
Όταν πλαγιάζεις
Και πέφτει μαζί σου
Η νύχτα
Και πέφτει το σώμα
Ολάνθιστο
Το κεφάλι
Στο στήθος σου
Κι αυτό
Από αγάπη
Βαρύτερο

 *

Τέτοιους καιρούς , δε θα μπορούσαμε
Παρα να γίνουμε όλοι συγγραφεις
Καταλαβαίνετε κύριε, πόσα πράγματα διακυβεύονται
«μα ποιός με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;»

Απο το μπαλκόνι μου βλέπω καθε λογής συντριβή
Πολύ λυπάμαι κύριε,
Στ’αλήθεια λυπάμαι
Να ! δείτε πόσα ποιήματα εχω γράψει
Γι’αυτους που πνίγονται
Στο νερό ή στην πείνα
Γράφω παντού!και στη δουλειά ακόμη
Κύριε, πολύ μ’απασχολεί αυτός ο πόνος
Τόσο που πια δεν έχω χρόνο να διαβάσω
Δεν έχω χρόνο να φωνάξω
Να βγώ στους δρόμους και τα λοιπά
Δεν μου το επιτρέπει η συγκυρία
Τετοιο φρικτό χάσιμο χρόνου

Ο κόσμος έχει ανάγκη
μια επανάσταση -ειναι φανερό
Δείτε πόσα βιβλία εκδόθηκαν πέρσι
Για την τέχνη , την κρίση ,τον ερωτα

Ομως καταλαβαίνετε, δεν έχω χρόνο
για κουβέντα, -κανεις δεν έχει
Έχουμε γράψιμο γράψιμο γράψιμο
Μα να ‘στε σιγουρος κύριε,
θα πω πολλά για τον αγώνα σας
Με συγκινεί βαθιά ο αγώνας σας
Όλους μας συγκινεί
Δείτε πόσα βιβλία γράφονται εξάλλου
γι’ αυτό!



Το σπίτι

Mε τα κόκαλα έχτισε το φράχτη
«να μας φυλάει»
Η αυλή γέμισε χώμα και σκόνη προγονική
Κομμάτια τοίχου σ’ ελεύθερη πτώση
-έκανε το παιδί πως χιόνιζε στο παρτέρι
κι έπαιζε «χειμώνα» και «κρύο» και «θάνατο».
Τη νύχτα φώναζε το όνομα
τα κόκαλα έτριζαν ησυχία
Η Μάνα δεν ήθελε να μιλάμε γι’ αυτό
έσερνε παντού σιωπή και μας τάιζε
Χόρτασα μια μέρα κι ούρλιαξα
Έτριξε ο τόπος
Ότι έσπασε το κατάπια
Τσιμέντο και σίδερα ευπρέπισαν την ανάμνηση
Καλοχτενισμένη ανάμνηση
χωρίς χώμα στους ώμους
χωρίς κρύο
χωρίς νεκρούς προστάτες
Αμίλητη ανάμνηση



Κάθετες Πτήσεις

Έπρεπε να το ξέρω αυτό Σοφία
Τα μπαλκόνια είναι εξέδρες
προς τον ουρανό

Κρατούν κάγκελα ναι αναμφίβολα
γνωρίζουν τη φύση μας
Υποδέχονται
τις ώρες προτού
συρθεί το φως στο δωμάτιο
Ντύνονται συχνά με λουλούδια

Η μεταμφίεση μιας αυλής
Πάνω απ’ τον κόσμο
Ανάμεσα στον κόσμο μπορούσες
απλώς να σταθείς εκεί
αδιαφορώντας
για την υπεροψία
της θέας

Τώρα γέμισαν μπαλκόνια οι εφιάλτες μου

Και μικρά ιπτάμενα κορίτσια


Vassilia Economou

Four poems translated from the Greek
by
Yannis Goumas

*


I didn’t know how heavy
a tree could be
when it falls

A tree
or a blooming body
right
next to the fountain where
wishes are drowned.
Or if the head
resting on your legs
is heavier with love

Here every morning
I’d accomply a blind sun
reminding the night of the day
so you’d know how to activate your watch
since you wanted safety
and I knew nothing more
than time
and counting
and that none of these makes any sense
when you stand in the middle
of the world looking at me
in the timeless squares with the fountains
in bed when you order sleep
as you lie down
and with you falls
the night
and the body falls
blooming
the head
on your chest
and this
heavier
with love


*


Such times we couldn’t
Βut all become authors
Υou must know, sir, how many things are at stake
But who will bear talking about all this?”

From my balcony I see all sorts of destruction
I’m very sorry, sir,
I’m truly sorry
Look, see how many poems I’ve written
About those who drown
In the water or in hunger
I write everywhere, even when I’m working
Sir, this pain is really worrying me
To the extent that I no longer have the time to read
I haven’t time to shout
To go out in the streets and all that
Circumstances don’t permit me
Such a horrible waste of time

The world is in need
Of a revolution; it’s obvious
Look how many books were published last year
On art, the crisis, love

But you must realize, I don’t have the time
To chat; no one has
We are busy writing writing writing
But rest assured, sir,
I’ve a lot to say about your fight
I am deeply moved by your fight
We are all moved
Besides, see how many books are being
So written!



The house


With bones he built the fence
to guard us”
The courtyard was covered with soil and ancestral dust
Wall pieces in free fall
--the child was making that it snowed in the flowerbed
and played “winter” and “cold” and “death”.
At night it shouted the name
bones creaked quietness
The Mother didn’t want to talk about it
she dragged silence everywhere and fed us
One day I was full and I screamed
The place creaked
Whatever broke I swallowed it
Cement and irons tidied up the recollection
A neatly combed recollection
without earth on the shoulders
without cold
without dead patrons
Silent recollection


Vertical flights

I should have known this, Sophia
Balconies are stands
Towards the sky

They hold rails yes undoubtedly
they are familiar with our nature
they welcome
the hours before
the light moves into the room
oftentimes they dress with flowers

A courtyard’s disguise
Above the world
between the world you could
simply stand there
indifferent to
the haughty
view

Now my nightmares are full of balconies
and flying young girls


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA