Ανακοινώθηκαν οι Μικρές Λίστες των λογοτεχνικών βραβείων του "αναγνώστη": Τρεις υποψηφιότητες για τη "Θράκα"

Ο Γιώργος Λίλλης γράφει στο περιοδικό "ο αναγνώστης" για το "Gadium" του Στάθη Ιντζέ (Θράκα, 2017)

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Bertolt Brecht, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Οι αυτοκτονικές τάσεις στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)

Ζαχαρίας στουφής

Το αποκριάτικο μοιρολόι της πουτάνας1

Ως γνωστόν, μοιρολόγια δεν έχουν ειπωθεί μονάχα σε νεκρούς. Οι σκλάβοι είχαν τα δικά τους μοιρολόγια και αργότερα απέκτησαν μοιρολόγια οι ξενιτεμένοι στην άλλη άκρη της γης· οι φυλακισμένοι, ιδιαίτερα οι ισοβίτες, αλλά και η νύφη που αποχωριζόταν τη μάνα της και πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Όσο για το σώγαμπρο, όπως παρατηρεί ο Γ. Μότσιος,2 σε κανένα μέρος της Ελλάδας δεν μοιρολογείται.

Η Ζάκυνθος είναι το νησί που μπορεί να μη φημίζεται για τα μοιρολόγια του, αλλά φημίζεται για τη σάτιρά του. Λαϊκή και λόγια η σάτιρα, με το πέρασμα του χρόνου έγινε μέρος της ζακυνθινής κουλτούρας. Δύο είναι οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις που η σάτιρα εισχωρεί στον τελετουργικό θρήνο. Η μία περίπτωση, που είναι και ξεκαρδιστική, είναι η κηδεία του βασιλιά Καρνάβαλου στις Απόκριες. Ένας άντρας υποδύεται τη χήρα του Καρνάβαλου και δίνει κάθε χρόνο ρεσιτάλ αυτοσχέδιων μοιρολογιών (πολλές φορές με σεξουαλικά υπονοούμενα), αλαλάζοντας και λιποθυμώντας ενώ ο κεντρικός δρόμος της πόλης είναι γεμάτος με κόσμο που παρακολουθεί την ξεκαρδιστική χήρα να συνοδεύει τον νεκρό Καρνάβαλο στην πυρά.

Μία άλλη περίπτωση, στην οποία ενώνεται η σάτιρα με το μοιρολόι, αποτελεί ένα «σατιρικό μοιρολόι» της Ζακύνθου που νομίζω ξεχωρίζει σε όλη τη δημοτική ποίηση. Μοναδικό το κάνει το οξύμωρο γεγονός ότι μοιρολογεί σατιρίζοντας και σατιρίζει μοιρολογώντας. Πρόκειται για το δημοτικό τραγούδι Η Άμοιρη που προέρχεται από το ορεινό χωριό Άγιος Λέοντας της Ζακύνθου. Η Άμοιρη, είναι μια γυναίκα χωρίς μοίρα, κακορίζικη. Σαν κακορίζικη – κακότυχη, είναι ένα τραγικό πρόσωπο και δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σάτιρας των συγχωριανών της. Το γεγονός όμως ότι από τα καμώματά και την ζωή της ηρωίδας μας απουσιάζει ο τραγικός θάνατος, κάνει επιτρεπτή την σάτιρά της. Αυτή η σάτιρα επικεντρώνεται στην καταπιεσμένη γυναίκα της εποχής και δεν αποκλείεται να πρόκειται για τραγούδι αποκριάτικο, τότε δηλαδή, που οι κοινωνικοί ρόλοι αντιστρέφονται και απαγορευμένες πράξεις και σκέψεις – ταμπού, επιτρέπονται μόνο στην καρναβαλική περίοδο. Σε όλο το τραγούδι το οποίο τραγουδιέται από άντρες που μιμούνται τη γυναικεία φωνή, η Άμοιρη αυτομοιρολογείται κάνοντας ακόμα πιο αστείο το μοιρολόγισμα, αλλά και αυτόν τον τύπο της γυναίκας. Η Άμοιρη αυτό - θρηνεί, απαριθμώντας τα βάσανα που της έφερε ο γάμος της μ’ ένα παλικαράκι. Στην πραγματικότητα αυτά τα βάσανα που περιγράφει είναι λίγο πολύ το καθημερινό πρόγραμμα των αγροτών των ορεινών χωριών της Ζακύνθου. Η ίδια αρνείται να προσαρμοστεί στον έγγαμο και οικογενειακό βίο, έχοντας σαν αποτέλεσμα ακόμα και τη χρήση βίας από τον άντρα της προκειμένου να τη συνετίσει. Αντί όμως να συνετιστεί στο μοντέλο της πατριαρχικής οικογένειας, αυτή τελειώνει το τραγούδι σε ρυθμό συρτού λέγοντας: Έτσι παθαίνω πάντα μου και παρατάω τον άντρα μου.

Μέσα σε μία αντροκρατούμενη κοινωνία που θέλει τις γυναίκες δουλικά από το χωράφι μέχρι το κρεβάτι, η Άμοιρη είναι μία ανεξάρτητη γυναίκα που παρακούει την επιταγή της κοινωνίας και μπορεί να εγκαταλείψει τον άντρα της. Τολμάει δηλαδή να μην ανέχεται τη βία και τη ζήλια του νόμιμου συζύγου και να αλλάζει ερωτικούς συντρόφους όποτε νιώθει κουρασμένη από την έγγαμη σχέση της. Αυτός ο τύπος γυναίκας, για τις αγροτικές κοινωνίες των προηγούμενων αιώνων, είναι ο χαρακτηριστικός τύπος της «πουτάνας». Σε εκείνες τις κοινωνίες η κάθε γυναίκα είχε δικαίωμα μόνο σε έναν άντρα ενώ ακόμα και μια συκοφαντία ήταν αρκετή για να την κακοχαρακτηρίσει. Στα χωριά δεν υπήρχαν οίκοι ανοχής με φωτάκι και διατίμηση όπως στις μεγαλουπόλεις, υπήρχαν όμως κατά μέσο όρο δύο με τρεις γυναίκες που, είτε απατούσαν συστηματικά τους άντρες τους, είτε μέτραγαν παραπάνω από έναν διαλυμένους γάμους και συζούσαν κατά διαστήματα με μπεκιάρηδες από το χωριό τους ή από γειτονικά χωριά. Αυτή είναι λοιπόν η Άμοιρη του χωριού, που δεν υποτάχθηκε στην πατριαρχική οικογένεια. Η κοινωνία του χωριού τη σατιρίζει και τη γελοιοποιεί, ενώ τον ρόλο της σατιρικής μοιρολογίστρας τον αναλαμβάνουν συνήθως οι άντρες που κάποτε πλάγιασαν μαζί της.

Αυτό το σατιρικό μοιρολόι λοιπόν συγκεντρώνει κάποιες ιδιαιτερότητες που το κάνουν σπάνιο, αν όχι μοναδικό. Πρώτον, είναι μοιρολόι που αντί να θρηνεί, σατιρίζει, έχει δηλαδή αντίστροφη λειτουργία απ’ αυτήν που έχουν τα κανονικά μοιρολόγια. Δεύτερον, τραγουδιέται και χορεύεται με δύο ρυθμούς που εναλλάσσονται· ξεκινάει με το ρυθμό του βαριού ηπειρώτικου μοιρολογιού και εναλλάσσεται με αργό συρτό. Αυτή η εναλλαγή των δύο ρυθμών είναι κάτι που γίνεται στο δημοτικό τραγούδι αλλά ποτέ στο μοιρολόι. Τρίτον, τραγουδιέται από άντρες που υποδύονται σατιρικά γυναικείες φωνές, ενώ τα μοιρολόγια τραγουδιούνται μόνο από γυναίκες. Τέταρτον, δεν αποκλείεται μέσα σε ολόκληρη την ελληνική δημοτική ποίηση να είναι Η Άμοιρη το μοναδικό «μοιρολόι της πουτάνας».

Η παλαιότερη καταγραφή αυτού του τραγουδιού, έγινε από το Σταύρο Καρακάση1 το 1965 και την παραθέτω αυτούσια, όπως ο ίδιος τη δημοσίευσε το 1967.

Αριθμ. 4.- Η «άμοιρη» είναι χορός μιμικός, σταυρωτός. Οι χορευταί χορεύουν εις κύκλον, πιασμένοι από τα χέρια.

Εις ωρισμένον σημείον του χορού σταματούν, κτυπούν το πρόσωπον και τους μηρούς των, εκφωνούν θρηνητικά επιφωνήματα εις κωμικόν τόνον και κατόπιν συνεχίζουν τον χορόν. Τραγουδεί ενας κορυφαίος τραγουδιστής και επαναλαμβάνουν εν χορώ οι άλλοι.

Η μελωδία ανήκει εις τον τρόπον του do (do=fa) με τονικήν La b2=fa 2 αντίστοιχον του πλαγίου Δ΄ ήχου της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Το α΄ μέρος της μελωδίας καλύπτει εις 4 μέτρα και εις ρυθμόν ⅞ έναν στίχον δεκαπεντασύλλαβον. Τούτο τραγουδεί ο κορυφαίος και επαναλαμβάνει η ομάς. Το β΄ μέρος καλύπτει επίσης εις 4 μέτρα έναν δεκαπεντασύλλαβον στίχον, ο οποίος επαναλαμβάνεται από την ομάδα.

Η έκτασις της μελωδίας είναι μιας έκτης.2


Παντρεύτηκα, η άμοιρη,3 μ’ ένα παλικαράκι (δις)

Κάθε πρωί, η άμοιρη, κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε
κάθε πρωί μ’ εφόρτωνε μ’ ένα κιλό κριθάρι
Στο μύλο να το κουβαλώ (τρις)
Να πάω να τα’ αλέσω (στο μύλο να τ’ αλέσω).
βρίσκω το μύλο κάρβαλο (κλειστό)
και τα κλειδιά παρμένα.
Να κι ο άντρας μου, την άμοιρη,
να κι ο άντρας που ερχόντανε
μ’ ένα μαχαίρι μαύρο,
να μου το βάλει στην καρδιά
να βγάλει μαύρο αίμα.


Τέλος παραθέτω τα λόγια έτσι όπως ακούγονται από την ολοκληρωμένη καταγραφή του ζακυνθινού μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Λάγιου. Λέω πως αυτή η καταγραφή είναι ολοκληρωμένη αφού εδώ γίνεται κατανοητό το σατιρικό στοιχείο, ενώ στην καταγραφή του Στ. Καρακάση, παρόλο που είναι και παλαιότερη, η μνήμη των αφηγητών δεν είχε συγκρατήσει ολόκληρο το τραγούδι.

Η ΑΜΟΙΡΗ

Παντρεύτηκα, παντρεύτηκα την άμοιρη
παντρεύτηκα την άμοιρη μ’ ένα παλικαράκι.
Κάθε πρωί…την άμοιρη, κάθε πρωί με φόρτωνε
κάθε πρωί με φόρτωνε μ’ ένα σακί κριθάρι.
Στο μύλο να…την άμοιρη, στο μύλο να το κουβαλώ
στο μύλο να το κουβαλώ, στο μύλο να τ’ αλέσω.
Βρίσκω το μυ…την άμοιρη, βρίσκω το μύλο χάρβαλο
βρίσκω το μύλο χάρβαλο και τα πανιά σκισμένα.
Και βρίσκω και…την άμοιρη, και βρίσκω και το μυλωνά
και βρίσκω και το μυλωνά κακά και πικραμένο.
Να κι ο άντρας μου…την άμοιρη, να κι ο άντρας μου κι ερχότανε
να κι ο άντρας μου κι ερχότανε μ’ ένα μαχαίρι λάζο.
Να μου το βα…την άμοιρη, να μου το βάλει στην καρδιά
να μου το βάλει στην καρδιά να στάξει μαύρο αίμα.
Έτσι παθαι…την άμοιρη, έτσι παθαίνω πάντα μου
έτσι παθαίνω πάντα μου κι απαρατάω τον άντρα μου.



-----------------------------------------------------------------------------

1 Το κείμενο αυτό προέρχεται από το βιβλίο του Ζαχαρία Στουφή, Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο, Πλατύφορος 2013. Αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου υπό τον τίτλο Τα σατιρικά μοιρολόγια.
2
Γιάννης Μότσιος, Το ελληνικό μοιρολόγι, Τόμος Α΄. –Εκδόσεις Κώδικας, Αθήνα 1995, του ιδίου, Το ελληνικό μοιρολόγι (ταφικά έθιμα και μοιρολόγια), Τόμος Β΄, Εκδόσεις Κώδικας. Αθήνα 2000–

1 Ακαδημία Αθηνών, Έκθεσις μουσικής αποστολής εις Ζάκυνθον (5 Αυγ. -3 Σεπτ. 1965) υπο Στ. Καρακάση, ανάτυπον εκ της επετηρίδος του κέντρου ερεύνης Ελλην. Λαογραφίας. Τομ. ΙΗ΄/ΙΘ (1965/1966) εν Αθήναις 1967. Τα σχόλια και η παρτιτούρα που συνοδεύουν το μοιρολόγι ανήκουν στον συγγραφέα και προέρχονται από το ίδιο βιβλίο.
2 Κ. Λ. αρ. 2958, σ. 239, αρ. εις. μους. 13.117 (ταιν. 965 Α3). Τραγ. Γ. Μπάστας και ομάς ανδρών εκ του χωρίου Άγιος Λέων.
3 Ο τραγουδιστής είπε: την άμοιρη.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA