Η Μυρτώ Χμιελέφσκι με το «24+7» (εκδ. Θράκα, 2018) στη βραχεία λίστα των ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΠΟΙΗΣΗΣ «Jean Moreas» στην κατηγορία "πρωτοεμφανιζόμενων ποιητριών/ποιητών".
Από την εκδήλωση "3 πεζογραφοι των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ" στο Monk. Οι Γιούλη Αναστασοπουλου, η Ζεττα Μπαρμπαρεσσου και η Μαριλενα Παππά, "συνομίλησαν" μεταξύ τους διαβάζοντας από τα βιβλία τους και συζήτησαν με το κοινό.
Η Μυρτώ Χμιελέφσκι, ποιήτρια του βιβλίου "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) στο Θέατρο Σταθμός με τους Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Μαρκόπουλο, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Χρονά, Παναγιώτη Μηλιώτη, Γιάννη Σ. Βιτσαρά
Συνέντευξη του Αγγελή Μαριανού (Πεζολίβαδα, εκδ. Θράκα) στην εφημερίδα ΠΑΛΜΟΣ.
Από την εκδήλωση 3 ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ των Εκδόσεων ΘΡΑΚΑ, στο Monk-grapes and spirits. Ευχαριστούμε όσες και όσους παρευρέθηκαν.
Η Αρετή Καράμπελα (Μελανά όπως τα μούρα, εκδ. Θράκα 2018) καλεσμένη στην εκπομπή του Σταύρου Καμπάδαη. Ακούστε το ηχητικό κάνοντας κλικ πάνω στη φωτογραφία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Ο φάρος του Σόρενσον (εκδ. Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά, στο Μεσολόγγι.
Η Θεώνη Κοτίνη γράφει για το "24+7" (εκδ. Θράκα, 2018) της Μυρτώς Χμιελέφσκι στο Νέο Πλανόδιον.
Ο Γιώργος Λίλλης (Ο άνθρωπος τανκ - εκδ. Θράκα, 2017) καλεσμένος στο Λύκειο του Μπίλεφελντ, στη Γερμανία.
Από την παρουσίαση του βιβλίου "Μελανά όπως τα μούρα" (Θράκα, 2018) της Αρετής Καράμπελα, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Διονύσου.

ΝΕΚΡΟΦΑΝΕΙΑ

Θα ξεκινήσω κάπως αναπάντεχα: το συγκεκριμένο βιβλίο με βρήκε. Όντας μοναχικά στερεωμένο σε μια προθήκη βιβλιοπωλείου, έδειχνε να με περιμένει-ή, ακόμα περισσότερο, υπήρχε η αίσθηση του προ-ορισμού, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Έχοντας ήδη έλθει σε επαφή με το ποιητικό/θανατολογικό έργο του Ζαχαρία, ήμουν κατά κάποιον τρόπο προετοιμασμένος για κάτι απρόσμενο. Ίσως αυτό να ακούγεται αντιφατικό, περιγράφει όμως επακριβώς την αίσθηση που είχα, κοιτάζοντας το λιτό, μα όμορφο, εξώφυλλο. Οι κρίσιμες όψεις αυτών των προσεγγίσεων, που προέρχονται τόσο από την εγγύτητα της ποιητικής έκφρασης, όσο και από τον οίστρο της νεκρογνωσίας, είναι παρούσες και εδώ, φυσικά. Δοσμένες βέβαια με έναν αλληγορικό, πικρά σαρκαστικό τόνο. Συνεπώς, νιώθω πως επιβάλλεται να αντιμετωπίσω τούτο το βιβλίο ως συνέχεια της ποιητικής εξόρυξης του ανθρώπου που το έγραψε. Ακόμα κι αν κάποιοι θα το θεωρούσαν ως δοκίμιο, σατυρικής φύσης έστω. Αντίθετα, θα έλεγα πως πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή της νεκρικής, λυτρωτικής φύσης που κυριαρχεί στο στερέωμα του συγκεκριμένου ποιητή. Συν τοις άλλοις, το αυτό ύφος, συνιστά μια αχνή γραμμή συνέχειας, που κατάγεται από το γοτθικό ύφος του αρχέγονου επτανήσιου ποιητή, που όλοι γνωρίζουμε. Προσοχή όμως-μιλώ για σύνδεση και όχι για άμεση επιρροή. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον άλλωστε, καθόσον πρόκειται για εντελώς διαφορετικές συνθήκες και ξέχωρα, διακριτά χρονικά πλαίσια.
Το θέμα της αυτοκτονίας είναι από μόνο του ένα θέμα-ταμπού. Ακόμα περισσότερο, πάντοτε με συνάρπαζε η διαφορετικότητα της αντιμετώπισης αυτής της πράξης, ανάλογα με την εκάστοτε διαφορετική κουλτούρα. Για να καταδείξω κάτι αυτονόητο όπως αυτή η ρήση, θα χρειαστεί να ανατρέξω σε ένα πασίγνωστο παράδειγμα που καταδεικνύει αυτήν ακριβώς την διαφορά: όπως όλοι σχεδόν ξέρουμε, η αυτοκτονία στον Ιαπωνικό πολιτισμό, θεωρούνταν κίνηση τιμής, που προσέδιδε αξία και κύρος στον αυτόχειρα. Αντιθέτως, στον δυτικό κόσμο και τις παραφυάδες του, μια τέτοια πράξη αντιμετωπίζεται ως δειλία. Αντιμετωπίζεται ως παραίτηση. Στο παρόν πόνημα, επιλέγεται βέβαια μια άλλη κατεύθυνση. Μέσα από ειρωνικές παραινέσεις και δηκτικά κελεύσματα, προβάλλει μια ευαίσθητη ματιά. Μια στοργική όψη απέναντι στο φαινόμενο-όπως και απέναντι στον ίδιο τον θάνατο. Ενδεδυμένο τον μανδύα του σαρδόνιου εμπαιγμού, αυτό το βιβλίο δείχνει να έχει έναν ιδιαίτερα ζωντανό παλμό. Πράγμα που εμφανέστατα ήταν εσκεμμένη επιλογή. Έτσι, αν και στα χέρια μου κρατώ ένα εγχειρίδιο με συνταγές αυτομομφής, το αποτέλεσμα προσομοιάζει περισσότερο σε μια παρωδία του τρόπου που ο μεταμοντέρνος κόσμος αντιλαμβάνεται την πορεία προς το θάνατο. Μια παρωδία της ζωής, εν τέλει. Ή ακόμα καλύτερα, της επιβίωσης, καθώς το να ονομάσει κάποιος την τωρινή κατάσταση που βιώνουν οι ένσαρκοι πολίτες ζωή, μόνον ως ύβρη θα φάνταζε στα μάτια μου. Κάθε συνταγή, μαρτυρά μια ιδιαίτερη οπτική, διανθισμένη με σχόλια πάνω στον τριγωνικό άξονα της ύπαρξης, του πολιτισμού και της κοινωνίας. Αποφεύγοντας την παγίδα της ευκολίας, του κραυγαλέου λόγου εν προκειμένω, ο ταξιθέτης αυτής της παρωδίας στοιχειοθετεί τις αντιθετικές του νύξεις με σαρκασμό. Μα όχι με ασέβεια.
Φρονώ πως είναι μάταιο να αναφερθώ περαιτέρω στο ύφος του ποιητή. Ας περιοριστώ απλά στο να τονίσω πως είναι εξόχως ιδιαίτερο και ευφυέστατα λιτό. Διατηρεί την σχέση του με τις προγενέστερες απόπειρες του Στουφή, χωρίς ωστόσο να αποτελεί αντίγραφο τους. Ο πυρήνας όμως της συγκεκριμένης εμπύρετης γραφής δεν βρίσκεται στο ότι θέτει ερωτήματα-ή σε κάποια ανάλογη, δήθεν στοχαστική αναφορά! Αλλά απεναντίας, στο ότι δεν επιζητά καμία απόκριση. Και, με την χάρη του Μπόρχες, κληροδοτεί το τίποτα. Σε κανέναν.

 ----------------------------------------

Ο Γιώργος Καναβός γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία και ηχοληψία. Έχει δημιουργήσει 2 ταινίες μικρού μήκους (Joy, 2004, Distress, 2006) ενώ εργάστηκε επίσης ως βοηθός σκηνοθέτη σε κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές στην Ελλάδα. Από το 2006 δραστηριοποιείται στο χώρο της ηχητικής αταξίας, με τα κάτωθι σχήματα: Wand. And Princess (2006-) Jacqueline (2007-2009) Rebel Lands (2015-) Το Άσημο Αίμα (2016) είναι το πρώτο βιβλίο ποιημάτων που εκδίδει, με την επιμέλεια της Ars Libri.


Ο Hans Magnus Enzensberger γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1929 στο Kaufbeuren/Allgau της Βαυαρίας

ελεύθερος χρόνος

χορτοκοπτική μηχανή, Κυριακή
που μέσα σε δευτερόλεπτα καρατομεί
το γρασίδι.
χορτάρι φυτρώνει
πάνω από το νεκρό χορτάρι
που μεγαλώνει πάνω από τους νεκρούς.
ποιος μπορεί να το ακούσει!
βρυχηθμοί μηχανής,
πνίγουν
την κραυγή του γρασιδιού.
η ψυχαγωγία χορταίνει.
δαγκώνουμε υπομονετικά
το φρέσκο χορτάρι.




Το ναυάγιο του Τιτανικού - πρώτο τραγούδι

Κάποιος ακούει. Περιμένει. Κρατά
την αναπνοή του, πολύ κοντά,
εδώ. Αποτυγχάνει: Το πρόσωπο που μιλά, είμαι.
Ποτέ ξανά, λέει,
δεν θα είναι τόσο ήσυχα,
τόσο στεγνά και ζεστά όπως τώρα.
Ακούει τον εαυτό του
έξω από το κεφάλι του.
Δεν υπάρχει κανείς εκτός εκείνου,
που λέει: πρέπει να είμαι.
Περιμένω, κρατώ την αναπνοή μου,
αφουγκράζομαι. Το μακρινό ήχο
στα αυτιά, αυτές τις κεραίες
από μαλακό κρέας, που δεν σημαίνουν τίποτα.
Είναι μόνο το αίμα
που χτυπάει στις φλέβες.
Περίμενα πολύ καιρό
με κομμένη την ανάσα.
Λευκός θόρυβος στα ακουστικά
της μηχανής του χρόνου μου.
Βουβός κοσμικός θόρυβος.
Κανένα προειδοποιητικό χτύπημα. Καμία κραυγή για βοήθεια.
Σιγή ασυρμάτου.
Είτε είναι από,
λέω στον εαυτό μου, ή δεν έχει αρχίσει ακόμη.
Αλλά τώρα! Τώρα:
Μια κρίσιμη στιγμή. Μια σύναξη. Μια ρωγμή.
Έτσι μπράβο. Ένα παγωμένο νύχι
που ξύνει την πόρτα ανατριχιαστικά.
Κάτι κόβεται.
Ένα ατελείωτο ιστιοπλοϊκό πανί,
ένας κάτασπρος καμβάς με λωρίδες,
που πρώτα, σιγά-σιγά,
στη συνέχεια όλο και πιο γρήγορα και πιο γρήγορα
ώσπου να θρυμματιστεί.
Αυτή είναι η αρχή.
Ακούς; Μήπως δεν το άκουσε;
Περιμένετε!
Τότε θα γίνει πάλι ησυχία.
Μόνο κουδουνίσματα στον τοίχο
σαν κάτι λεπτό που κόπηκε
ένα κρύσταλλο που τρέμει
η αδυναμία θα έρθει
και θα περάσει.
Αυτό ήταν.
Ήταν ότι; Ναι,
θα πρέπει μάλλον αυτό να συνέβη.
Αυτό ήταν η αρχή.
Η αρχή του τέλους
είναι πάντα διακριτική.
Η ώρα είναι έντεκα και σαράντα
στο καράβι. Το δέρμα χάλυβα
κάτω από την ίσαλο γραμμή
μακρύ διακόσια μέτρα,
κόπηκε
από ένα απερίγραπτο μαχαίρι.
Το νερό πυροβολεί μέσα στο διάφραγμα.
Από τις φωτεινές ράμπες
τριάντα πόδια ψηλό
πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μαύρο
και σιωπηλό το παγόβουνο περνά
και παραμένει στο σκοτάδι.



βραδινό δελτίο ειδήσεων

σφαγή για μια χούφτα ρύζι,
ακούω, από την μια μέρα στην άλλη
για μια χούφτα ρύζι: το τύμπανο της φωτιάς
σε λεπτές καλύβες, ακαθόριστα
ακούω, τρώγοντας το βραδινό μου γεύμα.
Από τα γυαλιστερά τούβλα
ακούω τους κόκκους ρυζιού να χορεύουν
μια χούφτα, στο βραδινό μου γεύμα
κόκκοι ρυζιού στη στέγη μου:
η πρώτη ανοιξιάτικη βροχή, σαφώς.

---------------------------------------------------

Ο Hans Magnus Enzensberger γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του 1929 στο Kaufbeuren/Allgau της Βαυαρίας. Σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και γλωσσολογία στα πανεπιστήμια του Φράιμπουργκ, του Αμβούργου και του Παρισιού (Σορβόννη). Ο Hans Magnus Enzensberger, ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς, δοκιμιογράφους και ποιητές της σύγχρονης Γερμανίας, εργάστηκε ως συντάκτης στη ραδιοφωνία της Στουτγάρδης, ως επιμελητής εκδόσεων, ως επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης και στο Wesleyan University του Κονέκτικατ, ενώ ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά "Kursbuch" (1965) και "TransAtlantik" (1980). Από το 1979 ζει στο Μόναχο και από το 1985 είναι επιμελητής της σειράς "Die Andere Bibliothek" των εκδόσεων Eichborn της Φρανκφούρτης. Για το έργο του έχει αποσπάσει πολλά βραβεία, μεταξύ αυτών και το βραβείο Georg Buchner, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση στη Γερμανία.

Καθημερινότητα

Η Χριστίνα γυρίζει από τη δουλειά, εντεκάμιση ώρες στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, παραμονές τριήμερου Καθαρά Δευτέρας. Έχει μαζί της τα απαραίτητα για να ετοιμάσει του Νίκου βραδινό αλλά δεν βιάζεται. Εκείνος γυρνάει μεσάνυχτα. Να τελειώσει πρώτα το ντελίβερι στην κρεπερί που δουλεύει.
Η Χριστίνα έχει χρόνο για ένα τσιγάρο και για ένα γρήγορο ντους μέχρι να έρθει ο άντρας της. Βάζει σε ένα ποτήρι νερό απ΄ τη βρύση και κάθεται στον καναπέ αντανακλώντας την όραση της στο μπεζαρισμένο τοίχο απέναντι της. Σκούρες κηλίδες από υγρασία, λεκέδες από την κάπνα, σκιές από τσακωμούς, δίνουν μία εικόνα βρώμικου μωσαϊκού. Λες και κάποιος πέταξε με βία μία σκακιέρα και κόλλησαν εκεί πάνω τα τετράγωνά της σκορπώντας μαύρες κι άσπρες κηλίδες πανικού στον τοίχο. Λευκά-μαύρα, μαύρα-λευκά, μια αδιάλειπτη μάχη που κανείς ως τώρα δεν έχει κερδίσει. Οι αιώνιοι εχθροί δίνουν τα χέρια λίγο πριν το τέλος της παρτίδας και μετά στήνουν ξανά τα πιόνια.
Τίποτα δεν σκέφτεται η Χριστίνα. Το μυαλό της έχει στραγγίξει σα γιαούρτι. Σε πέντε λεπτά τα βλέφαρά της σφραγίζουν σαν πόρτες σε κελιά φυλακής που δεν έχουν ανοίξει ποτέ από μέσα. Τώρα η γυναίκα κοιμάται βαριά. Την άχαρη καθημερινότητα την τυλίγει η σκοτεινή αγκαλιά ενός ονείρου.
Στο όνειρο είναι εκείνη πάνω σε μια σκακιέρα. Οχτώ στρατιώτες ντυμένοι στα μαύρα τη σέρνουν γυμνή πάνω στη λεία σα γυαλί επιφάνεια του παιχνιδιού. Γύρω της άλλοι στρατιώτες-πιόνια πεταμένα κάτω βογκούν λαβωμένα κοιτώντας τη με οίκτο. Τα νιώθει γύρω της να ξεψυχούν κλαίγοντας πιο πολύ για την ίδια παρά για τη ζωή τους που χάσανε στη μάχη. Μόλις οι δεσμώτες της τη φτάνουν στην άκρη της σκακιέρας, τη χτυπούν λυσσασμένα και την πετούν κάτω στο τελευταίο τετράγωνο. Την ατιμάζουν όλοι ένας ένας κάνοντας μεταξύ τους σχόλια χλευαστικά.
Μερικά τετράγωνα παραπέρα, ο βασιλιάς κοιτάει αγέρωχος το μαρτύριο της μύησης. Με ένα νεύμα του οι στρατιώτες σταματούν, σηκώνουν ευλαβικά το κομματιασμένο της σώμα και το μεταφέρουν κοντά του. Καθαρίζουν τα τραύματά της ενώ της φέρνουν ένα ολόλευκο μανδύα κι ένα χρυσό στέμμα. Τη σηκώνουν όρθια, εκείνη στέκεται τρέμοντας καθώς τους βλέπει να τη ντύνουν βασίλισσα. Τότε οι στρατιώτες μπροστά της χαμηλώνουν το βλέμμα τους και με αργά βήματα οπισθοχωρούν δύο τετράγωνα πίσω. Εκείνη, μία μεγαλοπρεπής πληγή είναι σκυφτή και με δυσκολία αναπνέει.
Ο βασιλιάς έρχεται δίπλα της. Με το χέρι του, της σηκώνει ευθεία το κεφάλι και της δίνει το σπαθί του. Χωρίς να κουνήσει τα χείλη του, ούτε να την κοιτάξει, τα λόγια του αντηχούν στη σκέψη της. «Ορίστε το ξίφος σου Βασίλισσα», της λέει. «Πάρ’ το κι εκδικήσου».

Ο ήχος από το κλειδί στην πόρτα την ξυπνάει. Ανοίγει τα μάτια ριγώντας ακόμα από αγωνία και πόνο και βλέπει τον Νίκο να της χαμογελάει κρατώντας μια βιολέτα, ποιος ξέρει από ποιον κήπο κλεμμένη. «Για σένα γλυκιά μου», της λέει. «Σήκω να φάμε, έφερα κρέπες».

ενοικιαστής ήθους

πλάτη στον τοίχο κι ανάσα φυλαγμένου πανικού
σε σηκωμένους ώμους ανάμεσα –κεφάλι βυθισμένο
και σάρκα εξέχουσα των άκρων

όπως κουνιέται αντιλαμβάνεσαι το ρυθμό του τραγουδιού
εκείνος φορά ακουστικά στο διπλανό τραπέζι
όσο μπροστά στη σκηνή το πλήθος, α! στοχάζεται
και...

επαίτης ζωής: βοηθήστε με παρακαλώ που...
α! που μαγαζί αμαγάριστο πατήθηκε από λουβιάρη!
πετά τ’ ακουστικά και με βιά αναλαμβάνει
να καθαρίσει ευθύς κι ας πούμε, κοντολογίς
μη καθυστερήσουν αι σκέψεις των ποιητών
επί θεμάτων όπως: η ανέχεια των καιρών κι η
χρεία της αντίδρασης, η αντιμετώπισις της και λοιπά
μ' ενδιάμεσους ποτά και ύφη πλανοδίων αρνητών·
θα φύλαξε ο τοίχος υποθέτω, καλά την άρνηση
στη σκηνή αλλά και το μέλημα να κρυφτεί·
δε ξέρω ποιον απ' τους δυο να λυπηθώ καθώς
μπροστά τους έχω
τον επαίτη της ζωής ή την ποίησιν θρηνούσα
γυναίκα ηλικίας διακορευμένη από ποιητών προθέσεις
να τη βγάλουν –όπως λένε– στο σφυρί
σύστημα άξιο αξιών χρηματιστηρίου
καημένη! πας κι εσύ! γριά και ξεδοντιάρα μ' ατροφικό μουνί
στα δάχτυλα διαχειριστών του ήθους και του χρήματος!
για μιας δεκάρας ψωμί και όχι τη δόξα. ακούς; ακούς;

δυο χρόνια παρά μετά – Θεμιστοκλέους ογδόντα
οι επενδυτές ._

Το μαύρο δεν είναι χρώμα. Είναι έλλειψη φωτός και κατ’ επέκταση έλλειψη κάθε χρώματος. Αποτελεί, ωστόσο, την συνθήκη εκείνη χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε προοπτική φωτός και χρώματος.

Το θεατρικό Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου δεν είναι ένα λογοπαίγνιο, ένα σχήμα λόγου με τη μορφή θεατρικού κειμένου. Τίποτα στο έργο αυτό δεν είναι μεταφορικό. Τα Αυγά Μαύρα είναι ένα κείμενο βουτηγμένο στην κυριολεξία και την ωμότητα της κρισιμότερης ιστορικής φάσης του νέου ελληνισμού.

Από το περασμένο Σάββατο 18 Φεβρουαρίου παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη το έργο του Χαριτόπουλου, σε σκηνοθεσία Κώστα Αβραμίδη στο θέατρο Άρατος για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Η Μαρία Ανθίδου, ενσαρκώνεται την ομώνυμη ευθραυστότητα μιας ύπαρξης χωρίς παιδική ηλικία, παρελθόν και πατρίδα. Χαμένη από βρέφος στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης. Άρτια απόδοση του ρόλου, με διαυγή, πλήρως ιδιόφωνη άρθρωση που ακόμα και στις σκληρότερες εντάσεις, αγγίζει χορδές τόσο λεπτές, κάνοντας την αναπνοή του θεατή να σαστίζει.

Ο Κώστας Αβραμίδης σκηνοθετεί και υποδύεται τον Σπύρο, τον μεγαλύτερο αδερφό της Μαρίας. Ένας χαρακτήρας δυνατός μες στην αδυναμία του, καταγγελτικός μες στο διηνεκές της ανθρώπινης αδικίας. Δύο ρόλοι σαν ένας. Ο Σπύρος και η Μαρία ένα και το αυτό πρόσωπο, συνθέτουν με τα λόγια τους το χρονικό του εμφυλίου.


Τα Αυγά Μαύρα δεν κρύβουν λόγια, δεν ωραιοποιούν, δεν παραβλέπουν. Μιλούν ταυτόχρονα στο μυαλό και την καρδιά του θεατή, ακόμα και του πλέον ανυποψίαστου. Η σκηνοθεσία του Αβραμίδη απλή, χωρίς ίχνος υπερβολής. Μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Δύο σώματα επί σκηνής και λόγος καταιγιστικός. Καμία φιοριτούρα, καμία απόπειρα εντυπωσιασμού. Ένας «διπρόσωπος» μονόλογος, μία ιστορική μαρτυρία σε δύο φωνές, ένα ντοκουμέντο ανασυρμένο από της αμαυρότερες σελίδες της νεοελληνικής αποσύνθεσης.

Υποψιάζομαι τα Αυγά Μαύρα δεν είναι μία «εύκολη» υπόθεση για τους συντελεστές. Δεν είναι εύκολη όμως και για τους θεατές. Μία σκληρή εξομολόγηση που συντελείται μπροστά τους σε πραγματικό χρόνο. Οι μεγάλες δυνάμεις, ο ξεριζωμός και τα θύματα αποφάσεων με διεκπεραιωτές πάντα τους εντός τειχών προδότες. Η υπαρξιακή μοναξιά, η απόγνωση, το προσωπικό και συλλογικό τέλμα ως αποτέλεσμα κάθε πολέμου, κάθε ξεριζωμού, κάθε ανθρώπινης κτηνωδίας.


Και είδα θεατές αμήχανους, μάτια να συγκρατούν με δυσκολία τα δάκρυα. Είδα αυθόρμητα χαμόγελα, νεύματα αποδοκιμασίας, σφιγμένα χείλη, μπορεί και στομάχια. Είδα όμως και την εξιλέωση, ως άλλη κάθαρση αρχαίας τραγωδίας, να διαγράφεται στα πρόσωπα λίγο πριν το λυτρωτικό φινάλε.

Αν υπάρχει ένας λόγος για να δει κανείς την παράσταση είναι ίσως γιατί αναζητά μία απάντηση για την σημερινή κοινωνική, αλλά πρωτίστως πολιτική παρακμή. Να εντοπίσει κανείς τις ρίζες της διαστροφής και να έρθει πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια. Εκείνη που εντέχνως βιβλία και καθεστωτικοί συγγραφείς και ιστορικοί αποκρύπτουν ή παραποιούν. Να εννοήσει πόση ειλικρίνεια μπορεί να φέρει μέσα της η τέχνη. Και τελικά, να δακρύσει για όσα κατόρθωσε να κερδίσει, να χάσει, να μάθει ή για όσα ποτέ του δεν έμαθε ή δεν του δίδαξαν συγγενείς, δάσκαλοι, πολιτικοί.

Info:

Αυγά Μαύρα του Διονύση Χαριτόπουλου
Σκηνοθεσία: Κώστας Αβραμίδης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Σοφιαλίδης
Κοστούμια: Αγγελική Τσαβέλη
Σκηνικά - Φωτισμοί: Θέατρο Άρατος
Παίζουν: Κώστας Αβραμίδης, Μαρία Ανθίδου

Θέατρο Άρατος (Μοσκώφ 12, τηλ. 2315312487)
Μόνο για 8 παραστάσεις: Σάββατο & Κυριακή, ώρα 21.00
Κόστος εισιτηρίου: 8 ευρώ, 5 ευρώ (φοιτητών-ανέργων)
Τηλέφωνα κρατήσεων: 6944204564 - 6977542143


Εγώ ο Νεστόρ Μάχνο
Αγρότης
Σχεδόν πάντα μελλοθάνατος
Κρυμμένος σε μια κρεβατοκάμαρα
Φωτογραφίζω
τις διαστάσεις
μου

Κοιμάμαι παραπάνω ή
λιγότερο
Σκέφτομαι τα μαλλιά τους
Την επανάσταση που άλλοι θα κάνουν
Να χα άλλη μια ευκαιρία
Σκέφτομαι
Τον μαύρο στρατό των ανταρτών
καθώς συντρίβει
τη ζωή μου

Το δεξί μου χέρι
να
κόβει
τ' αριστερό

Εδώ στο Παρίσι

Στη Βαρκελώνη
Στη Λάρισα

με λυπούνται περισσότερο απ' ότι με σέβονται
Τους λυπάμαι εξίσου.



 Στον χρόνο
έχω
αρχίσει να γερνάω άσχημα

Tο 2017
ήδη
μοιάζω για αυτούς
που αγαπώ
κάτι άλλο.

Το Άξιον Εστί’ μέσα στον χρόνο της ποίησης

«ΑΥΤΟΣ αυτός ο κόσμος ο ίδιος κόσμος είναι Των ήλιων και του κονιορτού της τύρβης και του απόδειπνου Ο υφάντης των αστερισμών ο ασημωτής των βρύων Στη χάση του θυμητικού στο έβγα των ονείρων Αυτός ο ίδιος κόσμος αυτός ο κόσμος είναι Κύμβαλο κύμβαλο και μάταιο γέλιο μακρινό»! (Οδυσσέας Ελύτης ‘Το Άξιον Εστί’).

Η ποιητική συλλογή ‘Άξιον Εστί’ του Οδυσσέα Ελύτη κανοναρχεί προτεραιότητες, σήματα & σημάνσεις, την ιστορία ως παλινδρόμηση του υποκειμένου στη ζωή και στο θάνατο. Ο ποιητής συν-διαλέγεται με την κοινωνική ‘ορατότητα’, με τις πολύσημες συνθήκες, αρθρώνοντας μία ποίηση των μικρών και των μεγάλων συμβάντων, όντας γλωσσικά εικονοκλαστικός, καινοτόμος & ριζοσπαστικός.
Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στο ‘Άξιον Εστί’ τα χαρακτηριστικά μίας εικόνας, εικόνας που προβάλλει έναν τόπο και έναν χώρο: αναπαραγόμενων ταυτοτήτων (που ανασημαίνονται), κινήσεων, λόγων, σιωπών και παράλληλα, ελλείψεων. Μία εικόνα, των συν-ακροάσεων και των συν-αφηγήσεων.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης εναλλάσσει τεχνικές, κινούμενος μεταξύ πολυδιάστατου ποιητικού λόγου και μίας ανάλυσης ιδιαίτερης, η οποία λειτουργεί ως νόημα ή αλλιώς ως νοηματοδοτική συνθήκη: «ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών πληρώνοντας η Χτίσις θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις; - Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο. – Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών. – Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων. – Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων».1
Ο ποιητής διαβλέπει την ιστορική αλληλουχία, τους κρίκους της αλυσίδας της ανθρώπινης αποϋποκειμενοποίησης, τη συνέχεια και τις πτυχές της ασυνέχειας, που εκτός από πράξη & «εκδίκηση» συνιστά και επιδίωξη ανάκτησης.
Στο ‘Προφητικόν’ συμβαδίζουν η δυστοπική έγκληση με την εγκιβώτιση του ιερού και του ‘ανίερου’, ο θάνατος και η φυγή των σωμάτων και των συνειδήσεων, η κυβερνολογική δια των πολλών επιτελεστικών αφηγήσεων. Δεν είναι ο λόγος του ποιητή, αλλά ο λόγος των πολλών ποιητών.. Πραγματικά, σε αυτό το πεδίο, ‘εδαφικοποιείται’ ο λόγος και οι πράξεις των κυρίαρχων (το κέρδος, η «πτωματοπολιτική», η έξωση ως κανονικοποιητικός ‘νόμος), η αναπαράσταση της σύμπραξης, (η ιστορία που περιγελά), και, εντός όρων και άνευ ορίων, ο αντί-λογος: είτε μέσω της σωματικής αντίστασης, της λογοθετικής τομής (η γλωσσική συνθήκη ως δόμηση-συγκρότηση εναλλακτικής), είτε μέσω και δια του έρωτα, του έρωτα που «τρέφεται» από το σώμα, του έρωτα που ως οντολογία και ομολογία, δύναται να διαρρήξει τον καιρό της ανατροφοδοτούμενης θλίψης.
«Τα όνειρα που θα λάβουνε εκδίκηση», είναι αυτά που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του ποιητή-αναγνώστη, καθότι συγκροτούν ένα διάχυτο ποιητικό αλλά και ουτοπικό ρεαλισμό ο οποίος και ανακύπτει ως δυναμική-δυναμικότητα, πεδίο πολλαπλών κατευθύνσεων, αντιστροφή. Είναι τα ιδιαίτερα όνειρα που προσδίδουν «σάρκα και οστά» στον ποιητικό λόγο και στις εκφάνσεις του. ‘Το Άξιον Εστί’ του νομπελίστα ποιητή είναι μία μνημειώδης πράξη που απεικονίζει-αντανακλά το γυμνό και τη «γυμνότητα» ως αθωότητα, ως ώσμωση, ως δυνατότητα επί του σώματος, αλλά και ως πράξη μίας, συμβολικής όσο και πρακτικής απελευθέρωσης ή ελευθεριακότητας.
Ως μνήμη και ως δόμηση επάλληλων συμβάντων, ανα-τέμνει την έννοια της «κινητής κυριαρχίας» της Mariella Pandolfi. H «κινητή κυριαρχία» διαχέεται στο χώρο, συνομιλεί με την ποίηση, ανασυγκροτεί υποκείμενα, βρίσκεται ταυτόχρονα εντός & εκτός, κίνηση του εφικτού και του ‘ανοίκεια’ προσδιορισμένου, ένας συμβολικός όσο και πρακτικός ‘ορισμός’ του υποκειμένου που θέλει αλλά και μπορεί να δράσει, να στοχεύσει, αρθρώνοντας την ελληνικότητα2 ως άθροισμα κινούμενων αντιφάσεων-αντινομιών (μία συνέχεια δίχως συνέχεια), τη γη-ρίζα ως μνήμη που «ομιλεί σιωπηρά», την παρότρυνση ως συγκρότηση του γίγνεσθαι εκ νέου. ‘Το Άξιον Εστί’ είναι η πολιτεία του Οδυσσέα Ελύτη, δυνατή & αδύνατη, διαμεσολαβούμενη από ισχυρά βιώματα. Είναι μία ποίηση κοινωνικά γειωμένη, που προσδοκά και στέργει προς σύζευξη-συνύφανση ανθρώπου & ιδέας.
Σε εποχές βαθιάς οικονομικής κρίσης, η ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη, καθίσταται η ‘κρίση’ και ο ερχομός της κρίσης. Αλλά και η δυνατότητα απόκρισης σε αυτήν με τα ‘εργαλεία’ του ποιητικού λόγου, των διακειμενικών αναφορών, με εννοιολογήσεις που αφενός μεν διεισδύουν, αφετέρου δε αμφισβητούν. Αμφισβητούν τακτικές επικάλυψης και στατικότητας του έρωτα. Για τον ποιητή, ο έρωτας είναι θα είναι κινητικός ή δεν θα υπάρξει, «προϊόν» του δράματος και της ανθρώπινης επανοικειοποίησης.
«ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΜΟΥ στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος. Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω. Ταράζεται ο καιρός κι απ’ τα πόδια τις μέρες κρεμάζει αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων. Ποιοι, πως, πότε ανέβηκαν την άβυσσο; Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές»;3
Η μνήμη επανακάμπτει για να διηγηθεί ιστορίες ζωής και θανάτου, αναδόμησης μίας ταυτότητας πάνω στους νεκρούς, πάνω στο θάνατο με και από την πολιτική επιβολή. Η ανάκληση στο τώρα του ιστορικού-πολιτικού φασισμού. «Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω», γράφει ο ποιητής. Μνήμη ποιητική, ολική, που, ακριβώς την στιγμή της εμπειρίας της γραφής καθίσταται ‘επανακοινωνικοποίηση’, συνέχεια αλλά και τομή, γλώσσα και «παρένθετη» αφήγηση της: γλώσσα της ποίησης και των πλαισιώσεων της ποιητικής τέχνης, γλώσσα των άλλων.
Ο Άθως όσο και η Πίνδος. Η λειτουργία και η θρησκευτικότητα μαζί με το όπλο και τον πόλεμο, (φασισμός), την αντίσταση, τον θάνατο και την ‘σκύλευση’ του. Την κρατική εξουσία που δύναται να «βυθίσει» στη σιωπή, όσο και να ‘εργαλειοποιήσει’.
Το Άξιον Εστί’ προσδιορίζει το πλαίσιο της συγχρονίας της ποίησης. Εντός του ‘χρόνου’ της ποίησης αλλά και του κοινωνικού, αναοριοθετεί τα πλαίσια όπου εγγράφεται η ανθρώπινη υπόσταση, όντας φωτιά και ελπίδα μαζί, ποίηση και πολιτεία, γλώσσα της νέας αίσθησης της υπέρβασης, πνευματικής, φυσικής & σωματικής. Ο έρωτας δίχως κανονιστικές ‘προφυλάξεις’, η θέαση του πρωταρχικού-πρωτεϊκού φυσικού4 κόσμου την στιγμή της γέννησης και της εξέλιξης του, της αναπαραγωγής του με συμβάντα & με λέξεις.
Ήμουν στον έκτο μήνα των ερώτων και στα σπλάχνα μου σάλευε σπόρος ακριβός ΑΥΤΟΣ ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας»!5 Ο κόσμος του απείρου και της α-πειθαρχίας. Η ποίηση ως ερώτημα και διαρκής προσκόλληση στα συμβάντα και στις αποδόσεις του ανθρώπινου..
Διότι: «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το αναίτιο δάκρυ ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια των παιδιών που κρατιούνται χέρι-χέρι των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται Των ερώτων το τραύλισμα πάνω στα βράχια ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη το τριζόνι το επίμονο καθώς η τύψη και το μάλλινο έρημο μέσα στ’ αγιάζι».6
Το Άξιον Εστί’ της ανθρώπινης ρύθμισης, της διαφύλαξης της ‘θρυμματισμένης’ μνήμης, των ερωτικών δονήσεων, της προσδοκίας για μία ιδιαίτερη όσο και συγκεκριμένη ποιητική αποκρυστάλλωση: αποκρυστάλλωση με & δίχως άμεσα ορατές λέξεις.. Μία ποιητική εξέγερση από το μηδέν της αρχής στην πολυπλοκότητα του γίγνεσθαι.. Και αυτό ακριβώς που δύναται να προσδιορίσει και να συμπυκνώσει δομικά αυτή την μείζονα ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη είναι η αναγγελία της δημιουργίας εκεί όπου η ποιητική αφήγηση ανακύπτει ως δείγμα δυνατοτήτων, εκεί όπου ανακύπτει ως τροπικότητα-κοινωνικότητα ύπαρξης: ένας άλλος όσο και ένας τρόπος να δηλώσεις υπάρχω με..



1 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας, ‘Το Άξιον Εστί’, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, Αθήνα, 1979, σελ. 65.
2 Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, αποτυπώνεται έξοχα από τον ποιητή, ως υπόμνηση αλλά και ως μελλοντολογική δυνατότητα, όχι με τον τρόπο της μεταφυσικής προφητείας, αλλά της ιστορικής-κοινωνικής ανατομίας.. Δεν προειδοποιεί απλά, διαλέγεται με το ιστορικό προτσές..
3 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 40.
4 Ποια δύναται να είναι και η φυσικότητα του ανθρώπου; Η επαφή και η διερώτηση. Με την ιδιαίτερη τροπικότητα του Fanon: «Ω σώμα μου, κάνε με πάντα έναν άνθρωπο που θέτει ερωτήματα»; Παρατίθεται στο Μπάτλερ Τζούντιθ & Αθανασίου Αθηνά…ό.π, σελ. 120. Ο ποιητής αμφισβητεί και θέτει υπό διερώτηση-κρίση τα ίδια τα όρια της ποίησης, τον εαυτό του απέναντι στην ιστορική πλημμυρίδα. Και η προσπάθεια απόκρισης του; η καταφυγή στην ‘πόλη’ της γραφής, της ποιητικής του τέχνης, που θέτει-συγκροτεί σύνορα για να τα υπερβεί, που διανοίγεται στο ελληνικό και στο παγκόσμιο. Ποίηση και των συμβολισμών). Τρόπον τινά, η ποίηση του δύναται να είναι απεριόριστη, κτήμα δικό του και των άλλων.
5 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 19.

6 Βλέπε σχετικά, Ελύτης Οδυσσέας…ό.π, σελ. 87.

Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)

ΚΑΛΥΨΩ

ΙΙ.

Εδώ, λυγίζει μια νύχτα.
Ύστερα το στεγνό βλέφαρο
Που μέσα του ο ίσκιος θα δύσει
Για να ριζώσει στον κόσμο.
Τι σκεπάζει άραγε τόσο επίμονα το καλοκαίρι
Ποιες φωνές μεγαλώνει
Ποιο σώμα σπάει στα χρώματα του δειλινού
Στα στήθη που σμίγουν γύρω απ' την πιο απλή φωτιά
Διανοίγοντας το αστρο.


(από την Ενότητα "Ι. 
ούτε επιστρέφει ούτε φεύγει ποτέ αυτή η θάλασσα
τις μάυρες κόρες μας ορίζει)


***

ΙΝΩ

σκούρο πουλί με την ουρά σχιστή, παρόμοια
βούλαξε ξανά στον κυματώδη πόντο 
e 337

ΙΙ.

Θα βγαίνει απ' τις όχθες το γαλάζιο
κρανίο αφροί στις φλέβες κουρνιά-
ζουν κι ο χειμώνας πιο βαρύς ζητά
έναν ήσυχο χώρο χέρι - ή τάφο.
Απολίθωμα λευκού χρόνου στο στέρ-
νο φωνή χωρίζεται στα δύο τρυπώνει
στον άνεμο ώς το παιδί ανάλαφρο
χέρι υψώνεται σφραγίζει τα χείλη τα
χείλη στην άσφαλτο μειδίαμα που
σβήνει

                                 Κι ο κόσμος προχωρά. 

(από την Ενότητα "ΙΙΙ. 
είμαι το χώμα που λείπει)


---------------------------------------

επιλογή ποιημάτων: Στάθης Ιντζές

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA