Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Ζαχαρίας Στουφής

Η αυτοκτονία στο μυθιστόρημα ο Κόκκινος Βράχος 
του Γρηγορίου Ξενόπουλου.

Η πιο σημαντική αυτοκτονία στο έργο του Γ. Ξενόπουλου βρίσκεται στο μυθιστόρημα ο Κόκκινος Βράχος, αυτό που συναντάμε στο θέατρο με τον τίτλο Φωτεινή Σάντρη που μετέφερε επιτυχώς ο ίδιος στο θεατρικό σανίδι. Η αυτοκτονία της έφηβης Φωτεινής Σάντρη είναι ξεχωριστή μέσα στη νέα ελληνική λογοτεχνία και αυτό που τη διαφοροποιεί δεν είναι ο τρόπος που διαπράττει το σάλτο αλλά ούτε η αιτία που είναι η ερωτική απογοήτευση. Το ξεχωριστό στοιχείο είναι η αιμομιξία που κρέμεται σα μάστιγα πάνω από τα κεφάλια των δύο ερωτευμένων νέων που είναι πρώτα ξαδέλφια και τους προκαλεί, όπως το φίδι του απαγορευμένου δέντρου τους πρωτόπλαστους.
     Το έργο αυτό εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο που είναι μια αποκομμένη επαρχία. Στην εποχή που διαδραματίζεται αυτή η ιστορία, ο μόνος τρόπος για να φύγεις ή να πας στο νησί είναι τα πλωτά μέσα (καΐκια και παπόρο) και αυτά ταξιδεύουν  μόνο όποτε ο καιρός το επιτρέπει. Την ίδια εποχή πάνω στο νησί το οδικό δίκτυο δεν είναι αναπτυγμένο και τα αυτοκίνητα είναι ελάχιστα και μόνο στην πόλη. Η δυσκολία των μετακινήσεων, λοιπόν, είναι ο ένας λόγος που μειώνει τις επιλογές του ανθρώπου και τον κάνει πιο εύκολα να παντρευτεί με άτομο της ίδιας οικογένειας. Ένας άλλος λόγος που οδηγεί σε ενδοοικογενειακούς γάμους είναι η διατήρηση της περιουσίας στην ίδια οικογένεια, όταν δηλαδή πρόκειται για τεράστια οικονομικά συμφέροντα. Η κοινωνικά αποδεκτή αιμομιξία, συνεπώς, είναι μια πραγματικότητα που μεσουρανεί στην εποχή του Ξενόπουλου.
      Ο Ξενόπουλος βάζει την ηρωίδα του, που ήταν κορίτσι κοντά στην εκκλησία, να αρνείται μια αιμομικτική σχέση με τον πρώτο της ξάδελφο, όχι επειδή δεν της άρεσε, αλλά επειδή ήταν απαγορευμένος καρπός για τη χριστιανική κυρίως ηθική. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Η μικρή Φωτεινή ενοχλείται από τα κακά στόματα του κόσμου που κουτσομπολεύουν τη φίλη της τη Γιούλια, επειδή κάνει πολύ παρέα με τον ξάδελφό της. Όλοι λένε ότι η Γιούλια έχει ερωτική σχέση με τον ξάδελφό της, μα η Φωτεινή αρνείται να πιστέψει τα λόγια του κόσμου και λυπάται τη φίλη της για όλες αυτές τις κατηγορίες που έχει υποστεί.
      Ο Ξενόπουλος, την ηρωίδα του, τη θέλει παιδί που να επηρεάζεται και να εξαρτάται η κρίση της από τις συνήθειες και τις αποφάσεις των μεγάλων. Έτσι λοιπόν, ενώ όλα δείχνουν πως έχουν τελειώσει -ο ξάδελφος έχει φύγει για την Αθήνα και η οικογένεια Σάντρη επιστρέφει στους καθημερινούς της ρυθμούς-  μια ευχάριστη είδηση θα επηρεάσει καθοριστικά τη μικρή Φωτεινή. Γνωστοποιείται ο γάμος της φίλης της Γιούλιας με τον πρώτο της ξάδελφο και η μικρή Φωτεινή μένει άφωνη. Αυτό θα φέρει τα πάνω κάτω στις ηθικές της αντιλήψεις περί αιμομιξίας, βλέποντας δε  τη χαρά με την οποία αντιμετωπίζουν το γεγονός οι ίδιοι της οι γονέοι και ακόμα πως ο γάμος έγινε στην Πόλη με την άδεια του Πατριαρχείου, συνειδητοποιεί πως και αυτή μπορεί να κάνει το ίδιο με τον ξάδελφό της.
      Η αντιστοίχηση του μυθιστορηματικού γεγονότος, σε ό,τι αφορά την κοινωνική αποδοχή ενός τέτοιου γάμου, θεωρώ πως την εποχή εκείνη έρχεται σε πλήρη ταύτιση με τη ζακυνθινή πραγματικότητα και χαλαρωμένη θρησκευτική-κοινωνική ηθική των κατοίκων. Κάποιες χαρακτηριστικές φράσεις και εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο λαός για να χαρακτηρίσει τέτοιες καταστάσεις, φανερώνουν τη μεγάλη οικειότητα που έχει με το θέμα της αιμομιξίας. Η αιτιολογία που δίνει ο λαός για συγγενείς που συνάπτουν ερωτική σχέση απαντάται με τη φράση «τους τραβάει το αίμα», αποδίδουν δηλαδή στο αίμα μία δύναμη πέρα από τη φυσική και τη θεϊκή, αφού με τη δύναμη του αίματος δεν ερμηνεύουν μονάχα τις αιμομικτικές τάσεις, αλλά και την παράδοση της βεντέτας, με φράσεις όπως «πήρα το αίμα μου πίσω» κτλ. Ο Ζακυνθινός με τη πολύ χαλαρωμένη ηθική, κάνει πως δε βλέπει τίποτα παράλογο σε μια αιμομιξία και όταν έρθει το κακό, απαλλάσσεται από την ευθύνη του, θεωρώντας υπεύθυνο τον Θεό – τιμωρό. Με τη φράση «Θεία Δίκη» ερμηνεύει τη γέννηση ενός «παρμένου ή παραζούζουλου» παιδιού, όπως συνηθίζει να αποκαλεί τα παιδιά που είναι προϊόν αιμομιξίας και γεννιούνται με αναπηρίες στο σώμα ή στο πνεύμα. Η σχέση της αυτοκτονίας με την αιμομιξία δεν περιορίζεται μονάχα στη ζωή αυτών που την επιλέγουν, όπως στο παράδειγμα του Κόκκινου Βράχου. Πρόσφατα αποδείχτηκε ότι τα παιδιά που γεννούν οι συγγενείς εξ αίματος, ακόμα κι αν φαίνονται σωματικά και πνευματικά υγιή, μπορεί πολύ εύκολα να χτυπηθούν από τη ψυχολογική νόσο που ονομάζεται κατάθλιψη. Συνέπεια αυτού είναι η χρήση ψυχοφαρμάκων, οι αυτοκτονικές τάσεις ακόμη και οι αυτοκτονίες.
     Ένα άλλο στοιχείο που εντόπισα στο έργο του Ξενόπουλου, είναι ότι στο δεύτερο, κιόλας, κεφάλαιο βάζει το θύμα του, ανυποψίαστο, να κάνει πρόβα θανάτου στο σημείο που τελικά θα φουντάρει. Αυτή τη πρόβα η Φωτεινή την κάνει συνομιλώντας με τον ξάδελφό της, ο οποίος είναι σα να την καθοδηγεί βήμα προς βήμα για την αυτοκτονία που θα επέλθει, περιγράφοντάς της ακόμα και τη γλυκιά αίσθηση της ελευθερίας που χαρίζει ο θάνατος. Αυτό το σημείο του έργου ο Ξενόπουλος το περιγράφει με την ανυποψίαστη απλότητα που περιγράφει και το τοπίο. Στην πραγματικότητα, όμως, μπολιάζει με το μικρόβιο της αυτοκτονίας την ηρωίδα του, αλλά και τον αναγνώστη, πριν ακόμη τα βέλη του έρωτα εκτοξευθούν. Μονάχα στο τέλος του έργου ο συγγραφέας θα επιστρέψει σε αυτό το σημείο  την ηρωίδα, προετοιμασμένη από καιρό με τα λόγια του θύτη-ξαδέλφου στο στόμα, για να προβεί στο απονενοημένο διάβημα.
     Ο Ξενόπουλος είναι μεγάλος τεχνίτης του λόγου και όπως αγαπάει τους ήρωές του, αγαπάει και τους αναγνώστες του. Καθώς, λοιπόν, πηδάει η Φωτεινή στην πρώτη γούρνα για να ακολουθήσει το πήδημα στη δεύτερη και μετά το οριστικό σάλτο στο χάος του θανάτου, μοιάζει να ακούει η Φωτεινή Σάντρη την αγωνία του αναγνώστη και το απελπισμένο του ΜΗ για τον άδικο χαμό αυτής της παρθένας που τόσο αθώα και άθελά της μπλέχτηκε σε αυτή την ιστορία. Θα κοντοσταθεί για μία στιγμή, θα σκεφτεί ότι δεν αξίζει τέτοια θυσία και πως καλύτερα να γυρίσει στο σπίτι της, όμως τα σκυλιά αρχίζουν να αλυχτάνε, σα να ακούει ανθρώπινες ομιλίες και τις πόρτες να ανοιγοκλείνουν. Πώς θα δικαιολογηθεί για όλα αυτά, όταν θα βρουν τη Φωτεινή λερωμένη με λάσπες στο χείλος του γκρεμού; Πλέον, δεν έχει καμία συμβατή απάντηση να δώσει σε κανέναν. Από ένα έρμαιο της μοίρας της, που μέχρι τώρα τη διατηρούσε ο Ξενόπουλος, στον επίλογο, θα της δώσει τον πραγματικά πρώτο ρόλο και την αυτοπεποίθηση του ήρωα μαζί. Παραμιλώντας την αυτοκτονική οδηγία του αγαπημένου της  που συναντήσαμε στο δεύτερο κεφάλαιο, σαλτέρνει για πάντα.
     Το φαινόμενο της αναίρεσης της αυτοκτονίας από τον ίδιο τον αυτόχειρα δεν το συναντάμε για πρώτη φορά στον Ξενόπουλο. Είναι κάτι που έρχεται από την αρχαιότητα, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τον Ηρακλή του Ευριπίδη και τον Αίαντα του Σοφοκλή*.  Από τους αρχαίους τραγικούς ήρωες μέχρι σήμερα, ο αυτόχειρας, για μια στιγμή, σκέφτεται πως δεν φταίει ο ίδιος για τα παιχνίδια που η μοίρα έπαιξε μαζί του, άρα και δεν έχει λόγο να σκοτωθεί. Ο συγγραφέας, όμως, που εργάζεται στα υψίπεδα του ανθρώπινου ήθους, μετά από αυτή την τελείως ανθρώπινη σκέψη, βάζει τον ήρωά του να χρεωθεί όλο το βάρος της μοίρας του συνειδητά και ακόμα πιο συνειδητά να αποφασίσει αυτός την οριστική λήξη της φάρσας που παίζεται εις βάρος του, δηλαδή της ίδιας του της ζωής.
Από τη στιγμή που η νεαρή παρθένα πηδάει στο γκρεμό μέχρι να τσακιστεί το νεανικό της κορμί στα μυτερά βράχια, ο Ξενόπουλος επιχειρεί μία δεύτερη αναίρεση-απόρριψη της αυτοκτονίας, που γίνεται κλωτσιά στην υπομονή και την αγωνία του αναγνώστη. Με ένα έντεχνο γύρισμα του λόγου, λέει πως όλο αυτό που έζησε ήταν ένα κακό όνειρο που είδε ενώ κοιμόταν και τώρα που ξύπνησε τελείωσε ο εφιάλτης. Είναι αγκαλιά με τον αγαπημένο της στην κουφάλα της γέρικης ελιάς και αγαπιούνται για πάντα. Μόνο στις τελευταίες αράδες του βιβλίου, περιγράφει το τοπίο του θανάτου και τη μαύρη θάλασσα.

     Ο Ξενόπουλος, ως αυτοκαταστροφικός αιμομίκτης

 Όταν διάβασα τον Κόκκινο Βράχο, το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν η ακρίβεια με την οποία περιέγραφε πράξεις και συναισθήματα, κυρίως του «θύτη» ξαδέλφου. Είναι τόσο κοντά στην πραγματικότητα ως προς τη ψυχολογία των χαρακτήρων όσο και στην περιπτωσιολογία των συμβάντων, που όσοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα της αιμομιξίας ή έχουν προσωπική πείρα, θα έλεγαν πως δεν αποκλείεται ο Κόκκινος Βράχος να είναι ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. ΠΡΟΣΟΧΗ. Καμία μαρτυρία και απόδειξη δε συνηγορεί σε αυτό το ενδεχόμενο. Αν όμως επιμείνουμε στην υπόθεση αυτή, και πάλι δεν θα μπορούσαν να ήταν έτσι τα πράγματα. Γιατί αυτός ο ξάδελφος που είναι ο ηθικός αυτουργός του εγκλήματος της αυτοκτονίας, σε καμία περίπτωση δε θα τον άφηναν οι ενοχές να κάνει το «έγκλημά του» μυθιστόρημα. Αν παρόλα αυτά το έκανε, θα ήταν ένα μυθιστόρημα που θα δικαίωνε την αδικοχαμένη ξαδέλφη του, είτε δίνοντας ένα καλό τέλος στην ιστορία είτε τιμωρώντας τον ίδιο του τον εαυτό. Η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε αυτό το μυθιστόρημα να έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα είναι να συνέβησαν αντίθετα τα πράγματα στην υποτιθέμενη πραγματική ιστορία. Δηλαδή, όταν ήταν σε νεαρή ηλικία ο Ξενόπουλος να σύναψε ερωτική σχέση με μια πρωτοξαδέλφη του, να την αγάπησε πολύ και όταν αποφάσισε να την παντρευτεί, αυτή να βρέθηκε αρραβωνιασμένη με κάποιον που η κοινωνική επιταγή και η τάξη της, της επέβαλε. Μετά ο νεαρός Ξενόπουλος να έπεσε σε κατάθλιψη και για ένα διάστημα να σκεφτόταν την αυτοκτονία. Όταν ο καιρός γιάτρεψε την πληγή του, αποφάσισε να εκδικηθεί την προδότρα ξαδέλφη του συνθέτοντας τον Κόκκινο Βράχο που εκεί θα είχε αυτός το πάνω χέρι και θα την οδηγήσει παρθένα ακόμα στην αγκαλιά του θανάτου.
     Αν λάβουμε όμως υπόψη μας ένα μικρό κείμενο που είναι στο βιβλίο του Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα και τιτλοφορείται και αυτό Κόκκινος Βράχος, τότε όλες οι παραπάνω εικασίες μου καταρρέουν. Γιατί εκεί εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια (παρουσία μαρτύρων) το πώς και που εμπνεύστηκε το έργο του και ποια ήταν η Φωτεινή Σάντρη. 
     Οι εικασίες μου λοιπόν μοιάζουν να μην έχουν καμία πιθανότητα επιβεβαίωσης αφού ο ίδιος ο Ξενόπουλος διευκρινίζει τον τρόπο της σύλληψης του έργου του και δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Εγώ πάντως θα επιστρέψω ως άλλος Θωμάς με την υπόνοια ότι ο Ξενόπουλος προσπαθεί να μας παραπλανήσει και είναι πράγματι αυτοβιογραφία ο Κόκκινος Βράχος. Θα μπορούσε τουλάχιστον να ήταν μια αληθινή ιστορία συγγενικού του προσώπου. Όπως για παράδειγμα η αυτοκτονία της νεαρής ανιψιάς του που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να έγραψε ένα παραπλανητικό κείμενο, το οποίο έχοντας μία γερή δόση πραγματικότητας και λέγοντας τη μισή αλήθεια, να αποφεύγει να θίξει ανθρώπους και καταστάσεις που σε καμία περίπτωση δεν θα του το επέτρεπαν.
     Και πάλι θα πω, πως κανένα στοιχείο δεν έχω για όσα προανέφερα. Μονάχα εικασίες είναι. Απλά με προβληματίζει λίγο η ακρίβεια της περιγραφής του σχετικά με τους αιμομίκτες ήρωές του και το κείμενο που έγραψε για να διευκρινίσει τα αίτια και την αφορμή που τον ώθησαν να δημιουργήσει τον Κόκκινο Βράχο.
     Τα ερεθίσματα που οδηγούν τον καλλιτέχνη στη συγγραφή ενός βιβλίου, συνήθως τα κρατάει μυστικά και σκοπός του δεν είναι απαραίτητα η διατήρηση του μυστηρίου της ιστορίας του. Πολύ σπάνια μαθαίνουμε τα πραγματικά αίτια και ερεθίσματα που συντέλεσαν στη δημιουργία ενός έργου και συνήθως μετά από μια πολύ σοβαρή ερώτηση ενός έξυπνου «δημοσιογράφου».


Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΡΑΧΟΣ

(απόσπασμα)
Πρόβα θανάτου

    Ο νέος σταμάτησε στο απροχώρητο κι έκαμε σα να ζαλίστηκε, μόλις έσκυψε κι αντίκρισε το χάος. Αλλά φόβος δεν ήταν να πέσει από κει. Υπήρχαν πρώτα κάτι βαθουλώματα, σα γούρνες, με χώρο αρκετό για να σταθεί μέσα και να περπατήσει μάλιστα άνθρωπος. Αν τυχόν έπεφτε σε κανέν’ απ’ αυτά, κινδύνευε το πολύ να στραγγουλίσει το πόδι του και να μην ξέρει πώς ν’ ανεβεί. Ύστερα όμως από δυο – τρία τέτοια βαθουλώματα, το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο, έχασκε ο μεγάλος κρημνός.
    - Ε! αν βαρεθεί κανείς τη ζωή του, δεν έχει παρά να κάμει ένα σάλτο! Είπε η Φωτεινή.
    Ο Άγγελος εγύρισε και την εκοίταξε. Το έλεγε με τόση αφέλεια, με τόση περιπαίχτρα χαρά, με τόση ακόμα ευτυχία κι αφροντισιά, ώστε ποτέ δε θα περνούσε από το νου και του πιο απαισιόδοξου ανθρώπου, πως μπορούσε να βρεθεί καμιά μέρα σ’ αυτή την ανάγκη η ίδια. Ο Άγγελος όμως, που πολλές φορές ως τώρα είχε συλλογιστεί πως η ζωή τού ήταν βάρος –μάλιστα την εποχή που ήταν φτωχός κι εδούλευε για να ζει– είδε τον κρημνό αληθινά σαν ένα πειρασμό θανάτου, κι έφριξε. Αλλά μπροστά στα ωραία, στ’ αθώα κι ευτυχισμένα ξαδέλφια του, εξακολούθησε ν’ αστειεύεται και να γελά.
    - Πι! τον κακόμοιρο! Είπε στη Φωτεινή∙ ρουθούνι από δαύτον δε θα ’μενε.
    Η κόρη εμόρφασε πονετικά.
    - Αλήθεια, τι φοβερός θάνατος! είπε.
    - Από τόσο ύψος; έκαμε ο Άγγελος∙ δεν το πιστεύω!
    - Μα πώς;
    - Έχω διαβάσει πως το γκρέμισμα από μεγάλο ύψος είναι ο ωραιότερος, ο γλυκύτερος θάνατος. Όχι μόνο δεν υποφέρει κανείς, αλλ’ απεναντίας αισθάνεται μιαν ανέκφραστη ηδονή. Ζαλίζεται, μεθά και, πριν να λιγοθυμήσει, του φαίνεται πως πλέει σε φως, πως ονειρεύεται. Οι μυτεροί βράχοι τον τρυπούν, τον ξεσκίζουν, τον κάνουν κομμάτια, μα πόνο δεν αισθάνεται. Και τα λίγα δευτερόλεπτα που διαρκεί το πέσιμο, του φαίνουνται σαν χρόνια ολόκληρα ευδαιμονίας. Ξαναβλέπει όλη του τη ζωή, τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του, ξαναγεννημένες σε οράματα γλυκά. Στο τέλος του φαίνεται πως μπαίνει σ’ ένα μεγάλο φως, στον ουρανό, σα στον παράδεισο, και λιγοθυμά για πάντα. Θα φτάσει κάτω αναίσθητος, μισοπεθαμένος, πριν γίνει λιώμα με τον τελευταίο βρόντο. Κι η θάλασσα –αν είναι θάλασσα κάτω, όπως εδώ– θα δεχτεί ένα πτώμα.
    Η Φωτεινή τ’ άκουσε εκστατική.
    - Και πού τα ξέρουν αυτά; είπε ο Μίμης με δυσπιστία∙ μήπως ρώτησαν κανένα γκρεμισμένο;
    - Ακριβώς, αποκρίθηκε ο Άγγελος. Έτυχε να κατρακυλήσουν μερικοί από βουνά, αλλά να πέσουν μαλακά και να γλυτώσουν. Αυτοί, άμα συνήλθαν από τη λιγοθυμία, εξιστόρησαν καταλεπτώς τι δοκίμασαν την ώρα που έπεφταν.

…………………………………………………………………………………………..

(απόσπασμα)**
Η αυτοκτονία

H ώρα περνά. Η Φωτεινή ακίνητη.
Με γουρλωμένα μάτια, αδάκρυτα, με ανοιχτό στόμα αστένακτο, παρακολουθεί ένα όραμα: Ο Άγγελος, νιόπαντρος, σε μια φωλίτσα ντυμένη με βάτα και στολισμένη με στεφάνια από ανθούς πορτοκαλιάς, κρατεί το γράμμα της. Στο πλάι του η Ελίζα. Το διαβάζει και γελά… Έπειτα το δείχνει της Ελίζας και γελούν μαζί. Έπειτα φιλιούνται…
Της κάνει τόσο πόνο που δεν τον υποφέρει. Την καίει, την τρελαίνει. Από την πρώτη στιγμή, κάτω στην τραπεζαρία, πασχίζει να το διώξει… Αλλά το φρικτό όραμα ξαναπαρουσιάζεται επίμονο, κάθε στιγμή, κάθε στιγμή… Και το βλέπει και το παρακολουθεί, χωρίς να το θέλει…
Η ώρα περνά. Η Φωτεινή ακίνητη.
Έξαφνα, σα να ξύπνησε, σκιρτά, λαφιάζεται… Πηγαίνει ως την πόρτα, σιγά, και αφουγκράζεται… Τίποτα, ησυχία. Όλοι κλείστηκαν στις κάμαρές τους και κοιμούνται. Είναι αργά – είναι ώρα!
Ανοίγει την πόρτα της και βγαίνει.
Σκοτάδι. Σκοτάδι από μέσα της, τριγύρω της, παντού. Δε βλέπει, δεν ακούει τίποτα. Προχωρεί με το ένστικτο του τυφλού. Περνά ελαφρόποδη το διάδρομο, κατεβαίνει στη σκάλα, διασχίζει τον άλλο δρόμο, τον πλακόστρωτο, σταματά στην πορτίτσα του περιβολιού. Είναι κλειδωμένη…Ξεκλειδώνει… Ο κρότος της κλειδαριάς την τρομάζει… Στέκεται μια στιγμή∙ τίποτα… Ανοίγει και βγαίνει στον κήπο.
Τρέχει με προφύλαξη ως τα κάγκελα. Η καγκελόπορτα είναι ξεκλείδωτη. Πώς; Ο μπάρμπ’ Αναστάσης δεν εγύρισε ακόμα για να κλειδώσει; Τι καλά! Ανοίγει, αφήνει ανοιχτά, και φεύγει σαν τρελή…
Μόλις έριξε τρέχοντας μια ματιά ένα γύρο. Κι η νύχτα την τρόμαξε. Της φάνηκε πως οι ίσκιοι των πλατάνων, από το δρόμο που έχασκε σκοταδερός στο μικρό πλάτωμα, την κυνήγησαν να την πιάσουν:
-    Στάσου! πού πας!
Και μαζί τους χύμηξαν κι οι γέρικες ελιές, απ’ το λιοστάσι, κούτσα-κούτσα, να την προφτάσουν:
-    Στάσου! πού πας!
Και τα σύννεφα, ασπριδερά στο μαύρο θόλο, κατέβηκαν κι αυτά να την πεδικλώσουν∙ και το κόκκινο φεγγάρι, μισοκρυμμένο στο βουνό, την κοίταξε με θυμό και με φοβέρα:
-    Στάσου! πού πας!
Φοβισμένη, κυνηγημένη, λες και κινδύνευε αλήθεια να πιαστεί, έτρεξε μ’ όλη της τη δύναμη.
Ίσια στον Κόκκινο Βράχο.
Στο χείλος του κρημνού δε σταμάτησε, και με τη φόρα που είχε πάρει, έδωκε μια και βρέθηκε μέσα στη γούρνα.
Έπεσε με τα γόνατα και πόνεσε. Ο πόνος την έκαμε να συνέλθει. Εδείλιασε για μια στιγμή και το μετάνιωσε. Αχ, τι πήγαινε να κάμει!...
Όχι, όχι, θα γυρίσει… Αλλά πώς ν’ ανεβεί απ’ τη βαθιά γούρνα; Μια φορά ξανανέβηκε με το σκαμνάκι του Άγγελου∙ μα τώρα είναι αδύνατο. Πού να πατήσει; πώς να σταθεί; Να πηδήσει, δεν έφτανε. Όσο να πάσχιζε, ό,τι και να ’κανε, εκεί μέσα θα έμενε όλη τη νύχτα – εκεί θα την έβρισκαν το πρωί.
Είχε σταθεί στη μέση, αναποφάσιστη, κι εκοίταζε έξω, προς τα επάνω. Το ψηλό τοίχωμα της φυλακής της δεν την άφηνε να βλέπει παρά τις μαύρες κορφές των δέντρων και το μισό σπίτι, σκοτεινό… Έξαφνα της φάνηκε πως τα επάνω παράθυρα φωτίστηκαν… Οι δικοί της πρέπει να ξύπνησαν… θα την κατάλαβαν… τη γυρεύουν… Να, ο σκύλος άρχισε ν’ αλυχτά… Η καγκελόπορτα βρόντησε … Θε μου! κατεβαίνουν , έρχονται, φτάνουν… Ο πατέρας της, η μητέρα της, ο Μίμης… Αλίμονο! Τι θα τους έλεγε, αν την έβρισκαν εκεί, μέσα στη γούρνα του Βράχου, νύχτα ώρα, ντυμένη, τρελή, ύστερ’ από μια ευχάριστη αναγγελία; Όλα λοιπόν θα φανερώνονταν;
Όχι! ποτέ!... Τέτοιος φόβος την αποτρέλανε.
Η φυλακή της, η παγίδα της, μια μόνη διέξοδο έχει: προς τον κρημνό. Γρήγορα! Είναι η μόνη σωτηρία… Ο θάνατος! Κι είναι ο γλυκύτερος θάνατος… Ο Άγγελος ο ίδιος δεν της το ’πε; Γρήγορα κι έφτασαν! Εμπρός!
Μ’ ένα πήδημα πέφτει στη δεύτερη γούρνα, από κει στην άλλη, χωρίς να σταματά ούτε όσο για να πατήσει – και από κει, απλώνει τα χέρια μπροστά και γέρνει στην άβυσσο με το κεφάλι.

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ θάνατος.
Ναι∙ μόνο σ’ αυτό δεν την εγέλασε ο πλάνος.
Πέφτει…
Η φρικτή παραζάλη τής γίνεται μέθη γλυκιά, και στο σκοτάδι της απλώνεται φως – φως!
Είναι ημέρα. Ξύπνησε απ’ όνειρο κακό. Αχ, τι χαρά! όλα ήταν ψέματα. Ο Άγγελος δεν παντρεύτηκε μ’ άλλη… Ο Άγγελος έλαβε το γράμμα της… κι έτρεξε, και τώρα βρίσκεται κοντά της…
Κοντά της, στην αγκαλιά της, στην κουφάλα της γέρικης ελιάς – φωλίτσα ντυμένη με βάτα και στολισμένη με στεφάνια από ανθούς πορτοκαλιάς…
Πέφτει.
Γύρω, φως.
Ω, τι ωραίος που είναι ! Και πώς την αγαπά!
Τον αγκαλιάζει, τον σφίγγει, τον γλυκοφιλεί στο στόμα.
Και το φιλί, λαχταριστό, μακρινό, ατέλειωτο, της δίνει τόσ’ ηδονή, που η τρισευτυχισμένη λιγοθυμά.
Δεν αισθάνεται πια τίποτα.
Πέφτει.
Το σωματάκι εναέριο, χτυπά στις μυτερές πέτρες, κι η αβρή σάρκα τρυπιέται, ξεσχίζεται, κουρελιάζεται.
Δεν αισθάνεται τίποτα.
Είναι πεθαμένη.
Πέφτει.
Και κάτω η θάλασσα, που γαληνεύει ανάμεσα στους βράχους, τη δέχεται στη μητρική αγκαλιά, με ξαφνισμένο πάφλασμα και με ραντίσματα σα δάκρυα πόνου.


ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΑΝΤΡΗ*** 
(απόσπασμα)
Η αυτοκτονία στην θεατρική απόδοση του έργου

Φωτεινή, κοιτάζει έξω: - Η ίδια δύση, σαν την ημέρα εκείνη… που μου έλεγε… για το γάμο!... (Από μέσα της:) Γι’ αυτό δεν έγραφε! γι’ αυτό!... (Την κοκκινοβάφουν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου.) Τι ωραία! ο Κόκκινος Βράχος είναι αληθινά ματωμένος! Φαίνεται σα Γίγαντας που του ανέβηκε όλο το αίμα στο πρόσωπο!... Α, πώς γιορτάζει, πώς γιορτάζει!... Πηγαίνω, τρέχω στο Βράχο, να χαρώ τη γιορτή αυτή από κοντά! Είναι η ίδια ώρα! η ίδια ώρα! (Τρέχει προς την ταράτσα:) Ο γλυκύτερος θάνατος! Εκείνος μου το είπε!... (Εξαφανίζεται τρέχοντας με γέλια. Οι δικοί της την κοιτάζουν με χαμόγελο απορίας.)
Μίμης: - Είναι έξω φρενών!
Κος Σάντρης: - Χα, χα, χα, το αγριοκάτσικο! πάλι πήρε τα βράχια! (Αποσφραγίζει τα γράμματά του.)
Κα Σάντρη: - Τέτοια τρελή χαρά την πιάνει, όποτε ακούσει γάμο. Τα ίδια έκανε προχθές για τη Γιούλια… Τα ίδια τώρα για τον Άγγελο!... Τι παράξενο κορίτσι!...
(Απέξω ακούονται σπαρακτικές κραυγές τρόμου. Μια ανδρική και μια γυναικεία.)
Κος Σάντρης, Κα Σάντρη, έντρομοι: - Τι είναι;
Μίμης, σηκώνεται: - Η Μαριέτα φωνάζει; Και ο Νιόνιος;…
Μαριέτα, εισορμά από τη δεξιά θύρα σαν τρελή: - Η Φωτεινή!... Η Φωτεινή!... γκρεμίστηκε από το βράχο!
(Ανακραυγάζουν. Ο κύριος Σάντρης και ο Μίμης εξορμούν ευθύς από τη δεξιά θύρα. Η κυρία Σάντρη κάνει να τους ακολουθήσει, αλλά ξαναπέφτει λιπόθυμη. Η Μαριέτα γονατίζει εμπρός της και θρηνεί σπαρακτικά. Έξω ακούονται ακόμη μακρινές φωνές φρίκης. Το κόκκινο φως της δύσεως, από τη μπαλκονόπορτα, πλημμυρεί τη σκηνή σαν αίμα.)
Μαριέτα, γονατιστή, θρηνεί: - Κυρά μου!... Η Φωτεινή μας!... Η Φωτεινή μας!...

------------------------------------

*Οι πυγές αυτές προέρχονται από το βιβλίο SACQUELINE de ROMILLY της Γαλλικής ακαδημίας, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ στο πέρασμα του χρόνου. Εκδόσεις ΤΟ  ΑΣΤΥ

**Το απόσπασμα βρίσκεται στις σελίδες 190 έως και 193, με τις οποίες και τελειώνει το βιβλίο με τίτλο Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΒΡΑΧΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΛΑΣΣΗ.1984

***Το απόσπασμα βρίσκεται στις σελίδες 243 και 244, με τις οποίες και τελειώνει το θεατρικό έργο ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΑΝΤΡΗ στον τόμο με τίτλο ΘΕΑΤΡΟ (Ο Τρίτος , Ο Ψυχοπατέρας , Φωτεινή Σάντρη , Το μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας). ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΛΑΣΣΗ.1984

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA