Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
την Τρίτη 12 Δεκεμβρίου και ώρα 19:30
στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει
Ακαδημίας 32, Αθήνα

για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Ευαγγελία Κουλιζάκη, εκδότρια (εκδ. Sestina)-μεταφράστρια
Λένα Καλλέργη, ποιήτρια-μεταφράστρια
και ο μεταφραστής του βιβλίου και ποιητής Χαρίλαος Νικολαΐδης

Ποιήματα από το βιβλίο θα απαγγείλει η Πελαγία Φυτοπούλου


Το λογοτεχνικό περιοδικό θράκα, οι εκδόσεις Καστανιώτη
και η αντιδημαρχία πολιτισμού και επιστημών δήμου Λαρισέων
σας προσκαλούν να συναντήσετε τον Κροάτη συγγραφέα Ίβαν Σερσεν
στην παρουσίαση του μυθιστορήματός "Φαύλος Κύκλος"

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου, 9μμ
Θέατρο ΟΥΗΛ (Άνθιμου Γαζή 29)

Με τον Ίβαν Σέρσεν θα συνομιλήσουν
η Ελένη Αναστασοπούλου - Συγγραφέας, Περιφερειακή διευθύντρια εκπαίδευσης
και ο Θάνος Γώγος - Ποιητής, Εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού "θράκα "

Θα υπάρχει διαδοχική διερμηνεία



Λίγα λόγια για τον Ίβαν Σέρσεν  


Ο Ίβαν Σέρσεν ανήκει στη νεότερη γενιά των Κροατών συγγραφέων.
Γεννήθηκε το 1979 στο Ζάγκρεμπ, όπου ζει μέχρι σήμερα.
Σπούδασε ιστορία και γενική γλωσσολογία. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών
του πανεπιστημίου της κροατικής πρωτεύουσας. Από το 2001 άρχισε να εργάζεται στον χώρο του βιβλίου,
ενώ από το 2004 ανέλαβε τη θέση του επιμελητή σε διάφορους εκδοτικούς οίκους.
Από το 2007 είναι συνιδιοκτήτης και υπεύθυνος των ανεξάρτητων εκδόσεων Sandorf,
και ως ατζέντης προωθεί λογοτέχνες από την πρώην Γιουγκοσλαβία στο εξωτερικό.
Έχει μεταφράσει βιβλία των μουσικών Χένρι Ρόλινς (Get in the Van)
και Φρανκ Ζάπα (The Real Frank Zappa Book) στα κροατικά.
Αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Ο Φαύλος κύκλος(πρωτότυπος τίτλος: Harmattan)
εκδόθηκε το 2014 και είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
Προηγήθηκαν, το 2010, η συλλογή διηγημάτων Σχεδία – Παραμύθια από το μηχάνημα του καφέ
και η μελέτη Ιστορία των βιβλιοπωλείων του Ζάγκρεμπ, την οποία συνέγραψε με τον Ντάνιελ Γλάβαν.


Λίγα λόγια για το βιβλίο

εκδ. Καστανιώτη

Μια νεαρή κοπέλα από τη Νιγηρία, η Ουχουνόμα, περιπλανιέται για μερικά χρόνια στην Ευρώπη
έχοντας έναν και μοναδικό σκοπό - να διεκδικήσει το όνειρο μιας καλύτερης ζωής.
Δεν διαθέτει όμως τα απαραίτητα έγγραφα που θα εξασφάλιζαν τη νόμιμη παραμονή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
 Δεν έχει χαρτιά, είναι "παράνομη" για την απρόσωπη γραφειοκρατία,
αυτό είναι το "έγκλημά" της, και θα εμπλακεί σ’ έναν φαύλο κύκλο που
θα δοκιμάσει τις σωματικές και ψυχολογικές αντοχές της.
Η Ουχουνόμα, μια ύπαρξη ευαίσθητη και άκακη, συλλαμβάνεται κάποια στιγμή στη Γερμανία
και αργότερα μεταφέρεται σ’ ένα σωφρονιστικό κατάστημα της Βαυαρίας.
Στη νέα της φυλακή θα συγχρωτιστεί με μια πλειάδα γυναικών -από την Αφρική,
την πάλαι ποτέ ενωμένη Γιουγκοσλαβία, τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ-
 και θα βιώσει το παράξενο μείγμα σκληρότητας και αλληλεγγύης που της επιφυλάσσουν.
Το κελί μπορεί να μετατρέπει το παρόν σε αργόσυρτο εφιάλτη για την Ουχουνόμα,
αλλά δεν μπορεί να περιορίσει τη μνήμη, που γίνεται παρηγοριά και καταφυγή της.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Β

[To A μέρος :
]

Μια νέα φάση νεωτερικότητας φαίνεται πως έχει ήδη ξεκινήσει από τα μέσα του 19ου αιώνα, εντός δηλαδή της παντοκρατορίας της ρομαντικής αισθητικής. Τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης είναι πλέον σε όλο το φάσμα της καθημερινότητας ορατά και πλέον η «πρόοδος» και η «εξέλιξη» στον νέο καπιταλιστικό κόσμο ξεπροβάλλουν με τρόπο αμετάκλητο. Η γεννώσα Φύση, ως το πρότυπο της καλλιτεχνικής δημιουργίας των ρομαντικών όπως ο Shelling είχε υποστηρίξει1, αρχίζει να επικαλύπτεται από την νέα υλιστική εποχή μιας γεννημένης φύσης, και μάλιστα τεχνητής. Ο δρόμος προς την Ομορφιά πλέον χάνει το πάθος και την πρωτοτυπία του, καθώς καλείται να περάσει από την εποχή των προϊόντων και των ευμετάβλητων κοινωνικών συγκυριών. Η έννοια της πηγαίας έκφρασης και της δημιουργίας προσπαθούν να αποτυπώσουν και να γεννήσουν έργα τέχνης σε έναν κόσμο πιο άγριο, πιο γοργοκίνητο, όσον αφορά τους συνεχείς μετασχηματισμούς του σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Το Ωραίο, όπως τουλάχιστον ο Schiller το είχε συλλάβει και περιγράψει, δεν φαίνεται στις τελευταίες δεκαετίες του προπερασμένου αιώνα να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο συνεχώς αυξανόμενο άγχος, το κυρίως υπαρξιακό, που μοιάζει να είναι καίριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ας μιλήσει ο Rimbaud και το έργο του Μια εποχή στην Κόλαση για του λόγου το αληθές: «μια βραδιά κάθισα στα γόνατά μου την Ομορφιά.-Και τη βρήκα αφόρητη-. Και την λοιδόρησα»2 . Όταν γράφεται αυτός ο στίχος είναι 1873. Μια νέα εποχή για την τέχνη έχει ήδη αρχίσει. Ο ρομαντισμός ως οπτική και θέση πνέει τα λοίσθια.
Είκοσι χρόνια πριν το συγκεκριμένο έργο του Rimbaud, μιλώντας για ένα άλλο Γάλλο ποιητή και ένα ποίημα του με τίτλο Spleen o Gautier λέει πως «η σχέση που έχει το Spleen με τον ρομαντισμό είναι η σχέση που έχει η μαύρη γλίτσα ενός πεζοδρομίου με τις πράσινες υγρές βλαστήσεις των εξοχικών προαστίων»3. Πράγματι ήδη από τον Baudelaire μπορούμε να μιλάμε για μια εποχή post-romantic,. Στα Άνθη του Κακού τα μορφικά πρότυπα της παραδοσιακής ποιητικής τελειοποιούνται, ο λυρισμός ως σχήμα κατακτά τις πλέον δυσπρόσιτες κορφές και πια γίνεται αντιληπτό πως αυτό που ζητά να ειπωθεί οφείλει στην νέα εποχή να βρει νέους τρόπους για να ειπωθεί. Στα πρόσωπα των δύο αυτών ποιητών μπορούμε να βρούμε το σύμβολο, με την ρομαντική έννοια του όρου, της μετάβασης όχι απλώς από την παραδοσιακή στην νεωτερική γραφή αλλά και της μετάβασης από την ρομαντική στην μοντέρνα εποχή.
Πέραν του περιεχομένου, το απτό στοιχείο νεοτερικότητας σε αυτήν την μεταρομαντική εποχή σίγουρα μπορούμε να πούμε πως είναι η κατάλυση των κλασσικών μορφικών σχημάτων που ο ρομαντισμός είχε υιοθετήσει και προωθήσει. Η ρίμα και το μέτρο χρήζουν από τα 1873 απολογίας: «Οι απαρχαιωμένοι ποιητικοί τρόποι είχαν μεγάλο μερίδιο στην αλχημεία του λόγου μου» ή «..εξηγούσα τις μαγικές σοφιστείες μου με λεκτικές παραισθήσεις!» ή «Γινόμουν εριστικός. Αποχαιρετούσα τον κόσμο με ρομάντζες» 4είναι στίχοι με ένα μάλλον αυτοσυγχωρητικό και λυτρωτικό περιεχόμενο από κάποιον που τελειώνει αυτήν την εξομολογητική του ενότητα με το στίχο: «ότι έγινε, έγινε. Τώρα μπορώ να χαιρετίσω την ομορφιά». Στην νέα εποχή η κατάλυση των σχημάτων είναι τουλάχιστον σύμφωνη με την διαπίστωση της κατάλυσης της εσωτερικής ενότητας. Η αποσπασματικότητα και η ασυνέχεια της μουσικότητας είναι τουλάχιστον αντικατοπτρισμός της αφωνίας ενός κατατετμημένου εσωτερικά Υποκειμένου. Πλέον ο μοντερνισμός, με παντιέρα φανερή τον ελεύθερο στίχο και αφανέρωτη την πεποίθηση πως κάτι άλλο αυτάρκες και ολικό υπάρχει, που μπορεί να συγκρατεί και να νοηματοδοτεί τις αποσχιστικές τάσεις μιας δημιουργώσας εσωτερικότητας, έχει φτάσει. Και αυτό το κάτι άλλο είναι η γλώσσα.
Στον 20ου αιώνα η ποίηση στοχεύει στην άρση των δεδομένων, στην κατάλυση της εξοικείωσής μας με την πραγματικότητα. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι η διατάραξη του βασικού ποιητικού οργάνου, της γλώσσας. Πλέον ο πειραματισμός πάνω στις παραδιδόμενες μορφικές νόρμες, επιφέρει τον εξοστρακισμό του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, την παραβίαση γραμματικών και συντακτικών κανόνων, την ελλειπτικότητα και την αποσπασματικότητα των προτάσεων. Τη θέση τους παίρνουν τολμηρές μεταφορές, απροσδόκητοι και ετερόκλητοι συνδυασμοί λέξεων, άφθονες εικόνες και ελεύθεροι συνειρμοί. Η ποιητική γλώσσα γίνεται συμβολική, υπαινικτική, πολύσημη, και αδιάφορη ως προς το να υπακούσει οποιουδήποτε είδους σύμβαση που εκπορεύεται από την πραγματικότητα. Η λεγόμενη ανοικειωτική λειτουργία της γλώσσας, η δυνατότητα που έχει η γλώσσα να αποαυτοματοποιεί την πραγματικότητα και να δημιουργεί μια νέα, εξολοκλήρου δικιά της, είναι το κατεξοχήν στοιχείο ταυτότητας της μοντέρνας ποίησης. Μέσω της ανοικείωσης, η αυτοαναφορικότητα της τέχνης των ρομαντικών, εννοείται στην ποίηση ως αυτοαναφορικότητα της γλώσσας, εντός της οποίας εγγράφεται και δημιουργείται μια νέα πραγματικότητα και εκτός της οποίας δεν υπάρχει λογοτεχνία.
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να πούμε πως η μοντέρνα ποίηση καλλιέργησε στην έννοια του κλειστού, εσωστρεφούς και αυτόνομου κειμένου. Οι όποιες αναφορές της στην πραγματικότητα μπορούν να αναζητηθούν μονάχα μέσω των μηχανισμών που η ίδια η ποιητική γλώσσα προσφέρει. Για παράδειγμα η αντικειμενική συστοιχία είναι μια εσωτερική δυνατότητα του λόγου που προκαλεί τον αντίστοιχο και συγκεκριμένο συγκινησιακό συνειρμό. Αυτή ακριβώς η εσωτερικότητα του μοντερνισμού ήταν η αιτία να κατηγορηθεί από τα πρωτοποριακά κινήματα που άνθισαν στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Εκφάνσεις του ίδιου του μοντερνισμού, τα κινήματα της πρωτοπορίας άρχισαν εκ των έσω να τον αμφισβητούν και να αρθρώνουν χαρακτηριστικά μιας δικιάς τους αυτονομίας. Όπως και στα μέσα του 19ου αιώνα ,όταν ο ρομαντισμός στο απόγειό του δέχονταν εκ των έσω την μπωντλερική αμφισβήτηση, έτσι και τώρα η έννοια της πρωτοπορίας και της avangarde αμφισβητούν το κατεξοχήν νεωτερικό κίνημα ,τον μοντερνισμό, την στιγμή που ως τέτοιο εδραιώνεται.
Συγκεκριμένα, κινήματα όπως ο εξπρεσιονισμός, ο φουτουρισμός, το νταντά και κυρίως ο υπερρεαλισμός κατηγόρησαν τους εκπροσώπους του μοντερνισμού για μια σχολαστικιστική εμμονή στις νέες μορφές, για αποκοπή τους από την πραγματικότητα, για ελιτισμό και αδιαφορία για το κοινό και γενικά για τον κόσμο γύρω τους. Σε αντίθεση με τον μοντερνισμό που δεν έπαψε ποτέ να διακηρύσσει την πίστη του στην έννοια του ολοκληρωμένου έργου τέχνης και στην αυτονομία του καλλιτεχνικού θεσμού, η πρωτοπορία, αυτή η θνησιγενής έκφανση νεοτερικότητας, πρέσβευε την ουσιαστική κατάργηση της έννοιας της τέχνης και την απορρόφησή της από την πραγματικότητα, εμμέσως καθιστώντας την, με την ουσιαστική έννοια του όρου, μια κατεξοχήν επαναστατική ανθρώπινη διεργασία. Η πρωτοπορία θεώρησε την λογοτεχνία του μοντερνισμού ως ένα παιχνίδι αισθητικής τάξης, ανίκανο να διαδραματίσει ρόλο ριζοσπαστικό πάνω στην ανθρώπινη ζωή. Αυτόν τον ρόλο θέλησαν αυτά τα καλλιτεχνικά ρεύματα να παίξουν.
Βέβαια δεν συμμερίζονται όλοι την διάκριση ανάμεσα στο μοντέρνο και την πρωτοπορία. Όπως είπαμε, αυτές οι νεωτερικές καλλιτεχνικές στάσεις, εγκιβωτισμένες χρονικά η μία μέσα στην άλλη, έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Το γεγονός όμως της εναντίωσης από μέρους πρωτοπορίας απέναντι σε κάθε είδους συμβατική αρχή όχι μόνο στο πεδίο της τέχνης ,είναι κάτι που σαφώς διαχωρίζει την πρωτοπορία από το μοντέρνο. Η πρωτοπορία, αν για κάτι διακρίνεται, είναι πως δεν μιλά μέσα από τις αγκυλώσεις που έθεσε η αυτοαναφορικότητα του μοντερνισμού και στην οποία βασιλεύουν οι νόμοι της ποιητικής γλώσσας, αλλά, αφού τις αφομοιώνει, τις υπερβαίνει και αναπτύσσει αιτήματα για κάθε πτυχή της ανθρώπινης πραγματικότητας. Αυτή η ολοκληρωτική εικόνα που θέτει για τον εαυτό της η πρωτοπορία, ως επαναστατική απάντηση στα υπαρκτά αδιέξοδα του σύγχρονου κόσμου, χάθηκε στην μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο μεγαλόπνοο αίτημα και την μη ρεαλιστική ικανοποίησή του. Όμως ακριβώς σε αυτά τα αναρχικά, παιγνιώδη και ακτιβιστικά καλλιτεχνικά ρεύματα, βρίσκει πολλούς από τους προγόνους του το post-modern, έννοια με την οποία θα ασχοληθούμε στο επόμενο κείμενο μας.



1 Μ Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών, μτφ Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα 1989, σ 220-223
2 Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην Κόλαση, μτφ Χριστόφορος Λιοντάκης, Αθήνα 2004, σ17
3 H. R Jauss, « T he poetic text within the Change of Horizons Of Reading: The example of Baudelaire’s “Spleen II”» στο Aesthetic Experience and Literary Hermeneutics, Minnesota 1982, σ 173

4 Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην Κόλαση, μτφ Χριστόφορος Λιοντάκης, Αθήνα 2004, σ 77


Το Κομπολόι


«Στ’ αλήθεια μ’ αρέσεις, Κορίνα», είπε ο Μάνος, παρατηρώντας το κεχριμπαρένιο κομπολόι του καθώς κουλουριάζονταν γύρω απ’ το δεξί του δείκτη, σαν ουρά κάποιου παράξενου αιλουροειδούς. Το κράτησε κάθετο και άφησε τις χάντρες να γλιστρήσουν και να πέσουν η μία πάνω στην άλλη, σαν αναστατωμένα βότσαλα στην παραλία. Δεν με κοίταξε και δεν σήκωσε τη φωνή του αρκετά για να καλύψει το βρυχηθμό που έκανε μια μηχανή όταν πέρασε έξω απ’ την καφετέρια που καθόμασταν κι έκανε τα νοτισμένα παράθυρα να βουίζουν. Δεν μου άρεσε ο τόνος της φωνής του. Το είπε σαν παιδίατρος που υπόσχεται σ’ ένα παιδί ότι η ένεση δεν θα πονέσει. Τον κοίταξα μέσα από μισόκλειστα μάτια, έτοιμη να ρωτήσω, «Αλλά;» Πρέπει να υπάρχει ένα αλλά, σκέφτηκα, όταν η σερβιτόρα μας έφερε τον καυτό του cappuccino και ένα κομμάτι κέικ σοκολάτα για μένα. Τα γελαστά της μάτια έμειναν λίγο παραπάνω στο γοητευτικό πρόσωπο του Μάνου, αλλά αυτός δεν έδωσε σημασία. Χάζευε την επιφάνεια του καφέ του, σα να διάβαζε την ιστορία της ζωής του στα σχέδια του αφρού. Η σερβιτόρα έκανε γρήγορη μεταβολή και άφησε την μακριά της αλογοουρά να ταλαντεύεται δεξιά και αριστερά σα φοράδα που χτυπάει τις ενοχλητικές μύγες μακριά.

Το κέικ φαινόταν σκέτη αμβροσία και αποφάσισα να πάρω μια μπουκιά. Η βελούδινη σοκολατένια κρέμα στη μέση έλιωνε στη γλώσσα, μουδιάζοντας τις αισθήσεις μου.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι», είπε ο Μάνος. Το μαύρο σκοινί απ’το κομπολόι του έπνιγε τον αντίχειρά του και η κακή κυκλοφορία αίματος το μετέτρεψε σε ραπανάκι.

«Πώς έτσι;» είπα, σκουπίζοντας τη σοκολάτα απ’ τα χείλη μου με μια χαρτοπετσέτα. Το ’ξερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά απ’ την πρώτη στιγμή που τον είδα το πρωί. Είχε σκυφτό το κεφάλι και απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Είχε βρει άλλη. Αυτό ήταν. Ένα νέο άτομο στη ζωή του. Πώς και δεν το πήρα χαμπάρι; Υπήρχαν σημάδια παντού. Ερχόταν αργοπορημένος στα ραντεβού μας και έφευγε νωρίς, φαινόταν κουρασμένος και σπάνια κάναμε έρωτα. Νόμιζα ότι περνούσε απλώς κάποια άσχημη φάση στη δουλειά.

«Ποιά είναι;» Πάτησα το κέικ με το πιρούνι μου και το μετέτρεψα σε στρώμα σάπιου κιμά.

«Καμία», είπε. «Δεν υπάρχει άλλη».

«Τότε, τι δεν πάει καλά μ’ εμάς;» Δάγκωσα το νύχι του αντίχειρά μου.

«Πραγματικά μ’ αρέσεις... αλλά...»

«Το ξανάπες αυτό», είπα.

«Αλλά... δεν μπορούμε να είμαστε μαζί». Τα μάτια του ήταν κολλημένα στο απείραχτο περιεχόμενο της κούπας του.

«Γιατί; Γιατί όχι;» Ένας κρωγμός ξέφυγε απ’ το λαιμό μου, καλύπτοντας το θόρυβο απ’ τα ποτήρια και τα μαχαιροπίρουνα, και το βουητό των πελατών. Η αριστερή μου παλάμη πέταξε ως το στόμα μου.

«Φταίω εγώ;» είπα, δείχνοντας το στήθος μου, το οποίο άρχιζε να πονάει καθώς η καρδιά μου κάλπαζε προς το στεγνό μου στόμα.

«Όχι, όχι. Δεν φταις εσύ». Για πρώτη φορά σήμερα με κοίταξε στα μάτια, τα δικά του γεμάτα καλοσύνη και συμπόνια, σα να παρηγορούσε μελλοθάνατο. «’Εχεις ό,τι θα ζήταγε ένας άντρας από μια γυναίκα. Αλλά ...»

«Είσαι ομοφυλόφιλος;» Τόλμησα να ψιθυρίσω.

«Όχι βέβαια!» Τα φρύδια του σμίξανε. «Εσύ με ξέρεις καλά».

«Ναι, φυσικά», είπα.

«Μπορούμε να παραμείνουμε φίλοι», είπε.

«Βέβαια, βέβαια, σίγουρα», συμφώνησα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό. Άφησε ένα δεκάευρο στο τραπέζι, σηκώθηκε, τράβηξε το παντελόνι του ψηλά απ’τη μέση, άρπαξε το μπουφάν του απ’ την πλάτη της καρέκλας και έφυγε μουρμουρίζοντας, «Θα τα πούμε».

Το κομπολόι του ήταν ακόμα στο τραπέζι, μισοκρυμμένο κάτω απ’ το πιατάκι του καφέ του. Το σήκωσα κι άρχισα να μετράω τις χάντρες. Αν ήταν μονός αριθμός, σκέφτηκα, ήταν ομοφυλόφιλος, αν ήταν διπλός, έφταιγα εγώ. Δεκαεπτά χάντρες. Το’ ξερα ότι δεν ήμουν εγώ! Έστριψα το κομπολόι γύρω απ’το δεξί μου χέρι, το άφησα να κρεμαστεί σαν Φθινοπωρινό σταφύλι, άκουγα τις χάντρες που κροτάλιζαν καθώς έπεφταν η μια πάνω στην άλλη, χάζευα το πώς λαμποκοπούσε σαν ένα ακριβό γυναικείο περιδέραιο.








Το Φρένο


«Ο Λεωνίδας έχει το καλύτερο ψάρι στην περιοχή μας», λέει ο πατέρας κι αλλάζει ταχύτητα.

«Εγώ θέλω σουβλάκι.». Βαράω με τη μικρή μου γροθιά την πλάτη του μαύρου καθίσματός του. Η ζώνη διασταυρώνεται και περνάει πάνω απ’το στόμα μου. Μοιάζω με θύμα ληστείας που το έχουν φιμώσει με σελοτέιπ.

«Κι εγώ θα ήθελα σουβλάκι», λέει η μαμά.

«Ανοησίες!» Ο πατέρας στρίβει απότομα σε μια στενή στροφή. Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού της μαμάς πάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου σαν γυναίκες με κόκκινα πρόσωπα και άλικες μαντήλες.

«Ποιά είναι αυτή η Μιμόζα; Δεν θέλω Αλβανούς στο σπίτι μου». Το αυτοκίνητο του πατέρα αναπηδάει στην προσπάθειά του να ξεφύγει τις λακούβες του χωματόδρομου. Η ζώνη μου γδέρνει το λαιμό.

«Είναι καλοί άνθρωποι. Και η κόρη τους θα ‘κανε παρέα με τη δική μας», λέει η μαμά. Τα δάχτυλά της πεταρίζουν πάνω στο ταμπλό, σαν φτερά γλάρου παγιδευμένο σε πετρελαιοκηλίδα. Το δαχτυλίδι με τη βέρα της σπασμένος λαιμός μπουκαλιού που τον πνίγει.

«Τι εννοείς να σπουδάσεις ζωγραφική; Η πληροφορική είναι η δουλειά του μέλλοντος». Ο πατέρας φρενάρει απότομα, τα λάστιχα στριγγλίζουν καθώς πατάνε τα κουκουνάρια που η βραδυνή καταιγίδα ξέβρασε απ’το δάσος. Η μαμά κι εγώ σκύβουμε μπροστά σαν σε ικεσία. Το δεξί της χέρι στο ταμπλό κουλουριάζεται, τρέμει.

«Εγώ ξέρω ποιό είναι το καλό σου», λέει ο πατέρας. «Ο Γιώργος είναι ο ιδανικός σύζυγος για σένα». Το πόδι του σταθερό στο γκάζι.

Το δεξί μου χέρι στο ταμπλό σαν ένα φύλλο που το ρεύμα του ποταμού το χτυπάει σε βράχο. Δεν υπάρχει λαιμός μπουκαλιού. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Τεντώνω το πόδι μου, πατάω το φρένο, μακριά, βαθιά, ώσπου γλιστράω κάτω απ’τη ζώνη. Βγαίνω απ’το παράθυρο και πηδάω έξω. Κρέμομαι απ’τον πλαινό καθρέφτη τώρα, φρέσκος αέρας μου κόβει την ανάσα, τα μαλλιά μου μαστιγώνουν το πρόσωπό μου. Βλέπω τα ενωμένα χέρια της μαμάς στον καθρέφτη αλλά δεν ξέρω αν προσεύχεται ή χειροκροτεί ή και τα δύο.








(2013)


Χορευτικό .

Το στόμα είναι ψέματα
στη σκιά των πραγμάτων
που κρατά την απόσταση
από τον πόνο

το στόμα είναι έρωτας
στη σκιά των σωμάτων
που κρατά την ανάσα
μέσα στον πόνο

το στόμα είναι χώρα
στη σκιά των βουνών
που κρατά τον ουρανό
έξω από τον πόνο



Απόσπασμα φαντασίας . 


Έχω ακόμη το μέλι
από τα μάτια σου
στο πάνω ράφι
της νοσταλγίας

στο κάτω
τα απολύτως απαραίτητα
ξυραφάκια φανέλες
κανάτες με νερό
ραδιόφωνο τσιγάρα

για να μη σε φτάνω 



Μέσα άκρα . 

Δεν μπορώ 

να σε γράψω 



Μετασχηματιστής εσωτερικής καύσης .

Τα σημαντικά πράγματα 
έχουν μίζερο φως
πάνω σε σανίδια 
που κρατάνε φοβισμένους
να κολυμπούν σε βαθιά νερά

να λένε πως ζήσανε
να έχουνε να λένε

για μια σανίδα σωτηρίας



Κλίμακες μονοτονίας . 


1. Κι είχα ακόμη αντανακλαστικά
στην ακινησία
του δε θα σε δω

2. Τ'άνθη 
μας χώρισαν
ευωδιάζουμε

3. Καμιά πρώτη ανάγκη
κανένα δάχτυλο στο στόμα
κανένας θάνατος στο σπίτι

σφοδρότητα 
Το "Φτερωτό πνεύμα που κουμπώνει το σώβρακό του" του Γ. Τσαρούχη, ανάμεσα στα έργα που θα δημοπρατηθούν
 
Περισσότερα από 130 έργα, εκ των οποίων τα 90 αφορούν σε νεοελληνική ζωγραφική και γλυπτική και τα υπόλοιπα σε φιλελληνικά και ιστορικά έργα και αντικείμενα, θα δημοπρατηθούν στην αυριανή δημοπρασία του οίκου Βέργος που θα πραγματοποιηθεί στις 6:30 το απόγευμα στο Ζάππειο Μέγαρο.
Οι τιμές κυμαίνονται από 1.500 ευρώ και φτάνουν σε έργα που η εκτίμησή τους αγγίζει τα 50.000 - 70.000 ευρώ.
Ειδικότερα, θα δημοπρατηθούν έργα των Α. Ακριθάκη, Ν. Αλεξίου, Σ. Αντωνάκου, Σ. Βασιλείου, Δ. Διαμαντόπουλου, Γ. Ζογγολόπουλου, Θεόφιλου, Γ. Κόττη, Νικολάου Λύτρα, Γ. Μαλέα, Γ. Μόραλη, Γ. Μπουζιάνη, Ν. Νικολάου, Π. Πανταζή, Σ. Παπαλουκά, Παύλου, Θ. Ράλλη, Λ. Σαμαρά, Σ. Σπυρόπουλου, Τάκη, Π. Τέτση, Γ. Τσαρούχη, Θ. Τσίγκου, Α. Φασιανού, Γ. Ψυχοπαίδη, κ.ά.
Μερικά από τα έργα που ξεχωρίζουν είναι:

- Ένα αδημοσίευτο έργο του Θεόφιλου με τίτλο "Ο Σαμψών θανατώνει λέοντα", που αποτελεί μια άγνωστη και πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή ενός θέματος που ο μεγάλος ζωγράφος πραγματεύθηκε τρεις τουλάχιστον φορές στο διάστημα 1910-1932.
- Η "Χορεύτρια" του Γιώργου Μπουζιάνη, σημαντικό έργο της αθηναϊκής περιόδου του ζωγράφου (π. 1950).
- Ο "Εργάτης" του Διαμαντή Διαμαντόπουλου, ένα από τα μεγάλων διαστάσεων έργα του καλλιτέχνη που σπάνια εμφανίζονται στην αγορά.
- Το "Φτερωτό πνεύμα που κουμπώνει το σώβρακό του" του Γιάννη Τσαρούχη, εξαιρετικό δείγμα της σειράς των πνευμάτων με φτερά πεταλούδας, που εκτέθηκε το 1981 στο Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης.
- Το "Reconstruction #56" του Λουκά Σαμαρά, αποτέλεσμα των αναζητήσεων του διάσημου καλλιτέχνη με την τεχνική του γαζωμένου υφάσματος. Επίσης, τα έργα "Erotic" του Τάκη και "Untitled (for Steven Rosen)" του Αντωνάκου, που αναμένεται να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των συλλεκτών σύγχρονης τέχνης.
Τη δημοπρασία συμπληρώνει, όπως έχει καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια, μια ενότητα φιλελληνικών και ιστορικού ενδιαφέροντος έργων και αντικειμένων: γαλλικές και ιταλικές λιθογραφίες με θέματα από την Ελληνική Επανάσταση, ελαιογραφίες, ρολόγια, πορσελάνες και μικροαντικείμενα, όλα συγκινητικές μαρτυρίες του φιλελληνικού κινήματος που ανθούσε κάποτε στην Ευρώπη.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


Η αγαπητική οικειότης των παθών
Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ακρίβου,
Σφαίρα στο Βυζί’
(Εκδόσεις Μεταίχμιο)

Της Εύης Κουτρουμπάκη

Είναι λίγες οι φορές που στη Λογοτεχνία ο homo scriptor τολμά να κοιτάξει στα μάτια τους ήρωες του, να καταβυθιστεί στο πάθος που τους καίει τα σωθικά και να αναμετρηθεί μαζί τους, προσδίδοντάς τους λογοτεχνικές συμπεριφορές και ιδιότητες που αφορούν τον πόνο του πόθου και της εγκατάλειψης.

Θα ήταν σκόπιμο να τονιστεί εδώ η διαφορά μεταξύ των όρων «ερωτισμός», «πορνογραφία», και «χυδαιότητα»1.

Με βάση τα συχνάκις κρατούντα συντηρητικά αναγνωστικά ειωθότα, συλλήβδην ομαδοποιούνται στην ίδια κατηγορία βιβλία τα οποία διαφέρουν δομικά, νοηματικά και λογοτεχνικά εξ αφορμής και μόνον της αφόρμησης τους που δύναται να είναι μία κοινή ερωτική φαντασίωση.

Μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει ως χυδαία, αριστουργηματικά αναγνώσματα όπως «Το προσκυνητάρι της σάρκας» της Li Yu (γραμμένο στην Κίνα του 17ου αιώνα), τις «120 Μέρες των Σοδόμων» του Marquis de Sade, τον «Εραστή της λαίδης Τσάτερλι» του D. H. Lawrence, την «Ερωμένη της» της Ντόρας Ρωζέττη (γραμμένο το 1929),  τον  «Τροπικό του Καρκίνου» του Henry Miller, τη «Μαύρη πέρλα» της Loulou Morin, τη «Λολίτα» του Vladimir Nabokov, το «Μεγάλο Ανατολικό» του Ανδρέα Εμπειρίκου, «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» του Pascal Bruckner ή την «Ιστορία του ματιού» του Georges Bataille
 
Ειδικά για τον τελευταίο ο Δημήτρης Δημητριάδης φοβούμενος πως η «Ιστορία του ματιού» θα παραναγνωστεί και έχοντας πλήρη συνείδηση των τρόπων ανάγνωσης, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση, στην εισαγωγή του, θεωρεί επιβεβλημένη μια μορφή προετοιμασίας του αναγνώστη για αποφυγή τυχόν παρερμηνειών του έργου2.

Στη συλλογή διηγημάτων Σφαίρα στο βυζί του Κώστα Ακρίβου, ένα από τα αξιολογότερα δείγματα της σύγχρονης νεοελληνικής πεζογραφίας, ο αναγνώστης συναντά οικεία ιστορικά και λογοτεχνικά πρόσωπα ενταγμένα σε ένα πλασματικό λογοτεχνικό πεδίο δράσης που έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας, ο οποίος ανατρέπει ή συμπληρώνει, λογοτεχνική αδεία, δυνητικές στη σφαίρα του ερωτικού φαντασιακού, ερωτικές σκηνές και συνευρέσεις.

Οι ήρωες του, ο Κολοκοτρώνης ή ο James Joyce και πλείστοι άλλοι επώνυμοι, αναμετρώνται με τον πανάρχαιο πόθο, απροστάτευτοι και αβοήθητοι στον πόνο3, εισβάλλοντας με αδηφάγα ορμή στην επικράτεια του έρωτα.

Στα διηγήματα αυτά ο Ακρίβος διαπραγματεύεται τη σχέση του υποκειμένου με τη σεξουαλικότητα του, οπτικοποιώντας με θαυμαστό τρόπο τη γλώσσα και δημιουργώντας με αρχιτεκτονική ακρίβεια πλείστες όσες εικόνες της επιθυμίας, καθώς τα δαιμόνια περιτριγυρίζουν τη σάρκα, που ζητά να χορτάσει το γερασμένο της «σφρίγος». Εικόνες στις οποίες οι επιφανείς ήρωές του υπάρχουν μόνο μέσα από το ερωτικό βλέμμα του επινοημένου Άλλου4.



Στο modus scribendi του Ακρίβου, οι δυνητικοί εραστές είναι αγάλματα υψηλής θερμοκρασίας και ως τέτοιους τους αντιμετωπίζει. Αγάλματα με ζωώδη κυματισμό που ο έρωτας δεν τα ταξινομεί αλλά τα αποδιοργανώνει, αδιαφορώντας για κάθε λογής επικριτικούς ψιθύρους που μπορεί να επισύρουν5.
Σπάζει το κέλυφος του καθωσπρεπισμού εντός του οποίου οχυρώνουμε μέσα σε εξουσιαστικά πλέγματα τον ανεξερεύνητο εαυτό μας, έναν εαυτό που ούτε καν διανοούμαστε να εξερευνήσουμε την τρωτή του δύναμη, το βυθό και την καθαρότητα του.

Οι ήρωες του χιμαιροκυνηγοί που καταλαμβάνονται από ερωτική μάνητα, αιχμάλωτοι στο θόλο επιρροής του πάθους τους, ομνύουν στο όνομα της ιερής Δίψας6, επιζητούν φιλιά που σκάβουν τη σάρκα, και εν τέλει καταρρέουν7 καθώς ο πόθος τούς καταπίνει.

Ο Κολοκοτρώνης, ο Joyce, η Yursenar και η Μπουμπουλίνα, ο Thomas Mann και ο Καζαντζάκης, «μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι» παρασυρμένοι «απ’ τις κραυγές του γλυκασμού των συνουσιαζομένων και από τους στεναγμούς της ηδονής…ερωτικοί και υψιτενείς8» πορεύονται προς τη βαθειά επικράτεια της καρδιάς.

Η συλλογή των διηγημάτων Σφαίρα στο βυζί αποτελεί μια από τις λυρικότερες σπονδές στη ζώπυρη σαρκολατρεία, μια σπονδή στο εσώτερο εγώ που δεν ποθεί με μέτρο, που δεν κάνει τους λελογισμένους υπολογισμούς9, που αρέσκεται να κρημνοβατεί, που δε βουλιάζει στην ομοιότητα σαν μυστικό που εξομολογείται για να ξεθυμάνει10.

Κι όλα αυτά σε πλείστες όσες ελικοειδείς περιστροφές της γλώσσας -από τη δημώδη, την ιδιωματική μέχρι και την καθαρεύουσα- με λέξεις υποτελείς στο βασίλειο του συγγραφέα .

Ο Κώστας Ακρίβος ηδονικά εκτιθέμενος σ’ αυτό του το βιβλίο11, με τη βαθειά θεωρητική σκευή την οποία διαθέτει και με έναν διευρυμένο συναισθηματικό ορίζοντα, αποχρωματίζει το φαιόχρουν της υποκριτικής ευπρέπειας της καθημερινότητας, για να την εμβαπτίσει στο «πυρφόρο κάμα12» του κόκκινου του Rothko, μετατρέποντας τα διηγήματα αυτά σε ένα πέτρινο γεφύρι που ενώνει αριστουργηματικά την ποίηση με την πεζολογία.

-------------------------------------------------------------

1 Gilles Mayné, Eroticism in Georges Bataille & Henri Miller, Birmingham, Summa, 1993, σ. 1-6.
2 Δημήτρης Δημητριάδης, «Εισαγωγή: Η πρόστυχη κατεύθυνση», Bataille, Η ιστορία του ματιού. σ. 9 «Ο Georges Bataille, πρέπει να το πούμε από την πρώτη κιόλας στιγμή, δεν είναι, και με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να είναι, απολογητής της σεξομανίας ούτε απόστολος του ελαφρού και διασκεδαστικού έρωτα· […] σκοπός του δεν είναι να προκαλέσει ή να ερεθίσει όπως κάνουν ορισμένα έντυπα που η σχέση τους με τον Μπατάιγ είναι ίδια με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ έναν έσχατα ανυποψίαστο άνθρωπο και σ’ έναν βασανιστικά κι εξουθενωτικά υποψιασμένο.»
3 «Ποτέ δεν είμαστε πιο απροστάτευτοι στον πόνο από όταν αγαπούμε, ποτέ πιο αβοήθητα δυστυχισμένοι από όταν έχουμε χάσει το αγαπημένο αντικείμενο ή την αγάπη του». S. Freud, Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, σ. 37.
4 «Τι είναι το έργο Τέχνης αν όχι το βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου;». Karl Ove Knausgård, Ένας ερωτευμένος άντρας.
5 «Την ομιλία των σωμάτων οι κοινωνίες φρόντισαν ανέκαθεν, σαν ευσυνείδητες τηλεφωνήτριες, να τη συνδέουν με τη χυδαιότητα». Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
6 Juan Vincente Piqueras: Τι κάνω εγώ εδώ: Λεπρός Άγγελος: «Δίχως άλλη πίστη από το σφυγμό του αίματος ούτε άλλο θησαυρό από την ακατάπαυστη αναζήτηση, εφευρίσκουμε τη δίψα για να μπορούμε να τη σβήνουμε σε σώματα και κινδύνους».
7 «Στη βάση του ερωτισμού βιώνουμε μια θραύση, μια βία τη στιγμή της έκρηξής της». G. Bataille, Ο ερωτισμός, σ. 140.
8 Ανδρέας Εμπειρίκος, Οι μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι.
9 Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και κλινοπάλη, σ. 97 «Πάθος που κάνει υπολογισμούς, δεν μπορεί παρά να είναι διεφθαρμένο.»
10 Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, σ. 98
11 «Μια από τις μεγάλες ηδονές ενός συγγραφέα είναι ότι εκτίθεται ανεπανόρθωτα», Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο.
12 Κώστας Ακρίβος, Σφαίρα στο βυζί, σ. 92.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA