Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Δύο ποιήματα από το βιβλίο "Αιώνια, το Βερολίνο" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Τσιρώνη

Όψεις της διαλεκτικής και του ονείρου στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν

Μια λαϊκή παράδοση μας αποτρέπει
από το να διηγούμαστε τα όνειρα μας
το πρωί με άδειο στομάχι
 Β. Μπένγιαμιν (2004, σελ. 36)

του Φάνη Παπαγεωργίου

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, αφοσιώθηκε στη ζεύξη του καλλιτεχνικού αντικειμένου και της φιλοσοφίας. Γεννημένος στις 15 Ιουλίου 1892 - νεότερος γιός μιας εύπορης Βερολινέζικης οικογένειας Εβραϊκής καταγωγής - αυτοκτόνησε τον Σεπτέμβριο του 1940, όταν δεν κατάφερε να διασχίσει τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας κυνηγημένος από τους ναζί του Χίτλερ και του Βισύ. Οι γνωσιοθεωρητικές αναζητήσεις, οι σκέψεις πάνω στη φιλοσοφία της γλώσσας και οι προβληματισμοί πάνω στην αισθητική, που συνθέτουν όψεις του διανοητικού εγχειρήματος του Μπένγιαμιν, μοιάζει από τότε να συναρθρώνονται σε ένα στόχο τόσο φιλόδοξο όσο η διερεύνηση της εμπειρίας με το χρόνο της ιστορίας (Καρύδης και Σταυρίδης, 2004 σελ. 151)
Εφορμώντας από την διαλεκτική ενότητα λόγου και βιώματος, ο Μπένγιαμιν, αίρει την αντίθεση μεταξύ του βιώματος και της συνειδητότητας-ιδέας της εμπειρίας. Το σώμα είναι το πεδίο εγχάραξης της ιδέας και της επιθυμίας, την ίδια στιγμή που, το βίωμα αποκωδικοποιείται με τη γλώσσα και τη νόηση. Βίωμα και ιδέα υποτάσσονται σε μια ισότιμη σχέση, στην οποία η γλώσσα λειτουργεί ως γέφυρα. Πρόκει ται για γλώσσα στην πρωταρχική της διάσταση ή την εκφραστική-δημιουργική της χρήση, για τη γλώσσα ως ομιλία (parole)1. Στη σχέση φαντασίας και σκέψης, η φαντασία δεν προσφέρει απλώς το υπόστρωμα στο οποίο εκτελείται η επεξεργασία των μετασχηματισμών στο χώρο των εννοιών αλλά λειτουργεί η ίδια ως καταλύτης σε μια διαδικασία όπου το λογικό-εννοιακό στοιχείο εμπλουτίζεται προκειμένου να προσεγγίζει επαρκέστερα τα πράγματα χωρίς ωστόσο να απορροφά το φαντασιακό απόθεμα εγκλωβίζοντας το σε ολοένα επαρκέστερες εννοιακές κατασκευές (Καρύδης και Σταυρίδης 2004, σελ. 153).
Η γλώσσα συμβολίζει την εμμένεια του Θεού, ή τη θεϊκή της προέλευση καθώς δεν υπάρχει «κανένα συμβάν ή πράγμα το οποίο είναι ζωντανό ή υπαρκτό το οποίο να μην έχει μεταληφθεί στη γλώσσα» (SW 1, σελ. 62-63)2. Ο συλλογισμός αυτός έχει ομοιότητες με τους συλλογισμούς του Σπινόζα, ο οποίος στο σημαντικότερο του, ίσως, έργο, την Ηθική, υποστηρίζει ότι ο Θεός3 πρέπει να θεωρείται εμμενής4 και όχι μεταβατική αιτία όλων των πραγμάτων – όχι απλώς δημιουργός αλλά η παραγωγική δύναμη της δημιουργίας «Θεός ή Φύση» (Ηθική 18). Η σύνδεση του «Είναι» με τη γλώσσα δεν είναι καινούρια. Ο Γωργίας ισχυριζόταν πως οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα του «μη-Είναι» είναι εκείνο το οποίο «ακόμα κι αν έχει υπάρξει, δεν έχει καταστεί δυνατό να αποκωδικοποιηθεί, να ονομαστεί ή να εκφραστεί λεκτικά (βλ. και Papageorgiou κ.α. 2016)5.
Η Ιδέα για τον Μπένγιαμιν δεν εμφανίζεται ως δίπολο μιας υπεριστορικής αλήθειας από τη μία, και μιας έλλογης αίσθησης για τα πράγματα (Charles 2015), αλλά είναι μια μη καθολικεύσιμη, ελλειπτική πορεία σύμφητη με την εξέλιξη της ανθρωπότητας, με δικαίωμα στην «αλήθεια» αλλά και στο λάθος. Για τον Σπινόζα, η ανθρώπινη γνώση περιορίζεται σε δύο μόνο κατηγορήματα: την έκταση και την σκέψη. Η σκέψη είναι η έκφραση της Ουσίας με τη μορφή της Ιδέας, ενώ η έκταση είναι η αισθητή μορφή έκφρασης της Ουσίας. Ως εκ τούτου, η εκφραστική απειρότητα της Ουσίας υπερβαίνει την πεπερασμένη ανθρώπινη σκέψη, ή με άλλα λόγια η απειρότητα ενός κατηγορήματος υλικοποιείται πεπερασμένα. Το κατηγόρημα της έκτασης εκφράζει με απειρια τρόπων το σύνολο των δυνητικών τροποποιήσεων ή μεταβολών της Ουσίας. Έτσι, όλα τα σώματα εμπεριέχονται με την έννοια πως αυτά αποτελούν μέσα της εκφραστικότητας αυτής. Με όμοιο τρόπο, για τον Μπένγιαμιν αντικειμενικές και υποκειμενικές αισθήσεις δένονται μέσα σε μια γλωσσική ενότητα, με τον ίδιο τρόπο που ο λόγος έχει μια αντικειμενική λειτουργία αλλά εξατομικευμένη ποικιλία.
Για τον Μπένγιαμιν η Ιδέα είναι η εικόνα του τώρα, η οποία σαφώς σχετίζεται με το χθες αλλά και με το αύριο σε ένα πλαίσιο ιστορικής συνέχειας και τομής. Δεν υπάρχει μια ευθύγραμμη πορεία προς την αλήθεια, στην οποία κάθε ιδέα αθροίζεται αλλά ούτε και μια στιγμιαία όψη η οποία αναδύεται από το πουθενά. Χωρίς το παρελθόν, το τώρα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αλλά τη στιγμή που υπάρχει, συντελείται μια ά-συνέχεια. Πρόκειται για μια διαλεκτική «εν στάσει» που αποζητά αποκρυπτογραφήσεις των ιστορικών προσδιορισμών μιας ολόκληρης εποχής στον ακαριαίο χρόνο της ‘πλήρους στιγμής», της στιγμής κατά την οποία τούτη η εποχή καθίσταται αναγνώσιμη (Καρύδας και Σταυρίδης 2004, σελ. 164). Στο περιεχόμενο μιας «αθέλητης ανάμνησης» βρίσκονται εικόνες του παρελθόντος οι οποίες δεν ανασυγκροτούν αυτό που υπήρξε, αλλά αναδεικνύουν την πραγματικότητα τη στιγμή που αυτή ήρθε στο φως. Το παρελθόν γίνεται πεδίο ανεκπλήρωτων δυνατοτήτων. Οι εικόνες του παρελθόντος δείχνουν ένα μέλλον που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ένα μέλλον υποσχέσεων και ξαστοχημένων ονείρων (Καρύδης και Σταυρίδης 2004, σελ. 161). Οι διαλεκτικές εικόνες προσδιορίζονται σαν τόπος «όπου υπήρξε αστραπιαία σε συσχετισμό με το τώρα», καταργώντας την απόσταση μεταξύ των στιγμών, πρόκειται για μια «διαλεκτική οπτική που να αντιλαμβάνεται το καθημερινό σαν αδιαπέραστο (impenetrable) και το αδιαπέραστο σαν καθημερινό» (Gesammelte Schriften, 5, σελ 1256).
Ο χρόνος διαφοροποιείται έτσι μέσα από τα συμβαίνοντα του, από τα οποία παίρνει και νόημα καθώς και μέσα από την επιθυμία, τη μνήμη και την πράξη. Κάθε ιστορικά συγκεκριμένο τώρα ανταποκρίνεται σε μια δέσμη των ‘μετά’. Η νεωτερικότητα, τέκνο της βιομηχανικής κοινωνίας, ανοίγει μια συστοιχία δυνατοτήτων από την επανάσταση μέχρι την εμβάθυνση της συσσώρευσης. Η ιδέα της επανάστασης εμφανίζεται σαν «διακοπή της ιστορίας ή σαν σύλληψη του συμβαίνοντος» (arrest of happening), ως καθολική υπέρβαση (SW, 4 σελ. 402), ως μια σχεδόν μεσσιανική εκδοχή του καθολικού, ως στιγμιαία ολότητα της Ουσίας. Το παρελθόν αιχμαλωτίζεται στην εικόνα του, του οποίου η πρόσκαιρη αλλά κρίσιμη αναγνώριση εμποδίζει τη γραμμική και προοδευτική πρόσληψη της ιστορίας. Είναι μια διαδικασία διαταραχής η οποία προϊδεάζει για μια μεσσιανική παύση ή μια επαναστατική προοπτική. Το τώρα γίνεται το καθολικό σημείο αναφοράς της ιστορίας, όχι ως «τέλος» αλλά ως πολλαπλότητα δυνατοτήτων η οποία μπορεί να σκιαγραφήσει το αύριο. Το εφήμερο της κάθε στιγμής καθορίζει τη σχέση του καθολικού της τέχνης ως αρχετυπικό φαινόμενο με την καλλιτεχνική κληρονομιά του μοντερνισμού (Charles 2015).
Ο υπερρεαλισμός6 ανοίγει με εμφατικό και ριζοσπαστικό τρόπο το πεδίο των αντιθέσεων μεταξύ κλασσικής και αρχετυπικής εκδοχής του ωραίου και των τεκτονικών πλακών που κινούνται στο τώρα θεμελιώνοντας τη ζεύξη του τώρα και της διαχρονικότητας της τέχνης. Είναι όψη του τώρα, ενώ φέρνει στο προσκήνιο αιτήματα καθολικών αξιών όπως ο έρωτας και η ομορφιά που ενυπάρχουν καταστατικά εντός της ανθρώπινης κοινωνίας. Αντίθετα, ο ρομαντισμός αρθρώνει την ψηλάφηση των ορίων της αρχετυπικής αισθητικής αρτιότητας και ομορφιάς με τρόπο τέτοιο που να προσεγγίζει το «Καθολικό» (SW, 1, σελ. 116-7). Το «Καθολικό» στο οποίο βασίζεται ο ρομαντισμός φέρει όλη την προβληματική την οποία έχει το «καθολικό» ως μορφή για τον Μπένγιαμιν, καθώς είναι φορμαλιστικό, θετικιστικό και μονοσήμαντο. Ο φορμαλισμός του ρομαντισμού στην αφηρημένη του εκδοχή, τοποθετεί το ατομικό έργο στο πεδίο της κριτικής, στερώντας κάθε κριτική υπό του περιεχομένου (SW 1, σελ 177). Έτσι οτιδήποτε δεν μπορεί να τοποθετηθεί στον άξονα της κριτικής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλό ή κακό και άρα ένα έργο μπορεί ή δεν μπορεί να είναι τέχνη. Η κριτική όπως και η διαλεκτική έχουν άλλωστε εγγεγραμμένη την άρνηση στο εσωτερικό τους, ή όπως προκύπτει από την κουλτούρα του μαρξισμού του Μάο η αντίθεση (Mao, 1968) και της Raya Dunayevskaya, η άρνηση της άρνησης (Dunayevskaya,1982, Hegel 1956). Και τούτο επειδή ο καλλιτέχνης αναλαμβάνει να εκφράσει τον κόσμο χωρίς να υποτάσσεται στον πεζό λόγο των αισθήσεων ή της έννοιας. Η δική του έκφραση είναι, ή μάλλον οφείλει να είναι, όπως λέει ο Μερλώ-Ποντύ, ποίηση, «που θα πει να αφυπνίζει και να επανεγκαλεί ολόκληρη την καθαρή μας εκφραστική δύναμη πέραν όσων έχουν ήδη ειπωθεί ή ιδωθεί» (Σημεία, σ. 84).
Το ιδεώδες σχετίζεται με το συμβολικό, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από τη θεολογική ενότητα μεταξύ υλικού και υπερβατικού. Το ιδεώδες της Τέχνης είναι το όλον των αντιθέσεων, μια αμιγής σφαίρα, το μέσο καταστροφικών διαθλάσεων και ένας πλουραλισμός ασυνεχών αρχετύπων, ομοιάζοντας με τη σκέψη του Γκαίτε. Ακόμα, για τον Λούκατς η μέθοδος της αφαίρεσης από το παραδοσιακά αρχετυπικό ή εμπειρικό δημιουργεί το πεδίο της «ολότητας» (Lukács, 1971). Το μεμονωμένο καλλιτεχνικό έργο δεν μπορεί ποτέ να φτάσει το ιδεώδες, εξαιτίας της σχάσης του με το όλο, της σωματικής του υφής μέσα στο «θάνατο» του. Το καλλιτεχνικό έργο ολοκληρώνεται τη στιγμή την οποία η γλώσσα συναντά τα όρια της (expressionless), τη στιγμή που ο καλλιτέχνης προσεγγίζει το μη-είναι (SW, 1 σελ. 341), φτάνοντας στιγμιαία το θεό. Τη στιγμή που η ενότητα του ενός εγγυμωνεί την ψευδή ολότητα στο εσωτερικό της. Η αρμονία είναι η πολυπλοκότητα του περιεχομένου σύμφωνα με τον Γκαίτε. Η ιστορική γέννηση, δεν μπορεί να αναχθεί στη στιγμή που το πραγματικό εμφανίσθηκε, εισερχόμενο στη σφαίρα του «είναι» ούτε βέβαια «αποκαλύπτεται στην γυμνή και υλική εκδοχή του πραγματικού» (OGT, σελ. 46). Η τεχνολογία εμφανίζεται ως ένα πεδίο δυνατοτήτων: από τη μία η καταδίκη (a fetish of doom) και από την άλλη ο δρόμος για την ευτυχία. Το έργο πρέπει να διατηρήσει το μυστικό του, εκείνο που εκπέμπει την ακτινοβολία του, - την aura κατά Μπένγιαμιν, χωρίς την οποία έργο τέχνης δεν υπάρχει (Ανδρικοπούλου 2004, σελ. 16). Το έργο είναι η νεκρική μάσκα της σύλληψης.
Πρωταρχικός σκοπός στη μελέτη του Μπένγιαμιν ήταν η χάραξη μιας έννοιας άμεσης και μεταφυσικής πνευματικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας γέννημα και αποτέλεσμα της πνευματικότητας και της νεωτερικότητας, της εικόνας και της τεχνολογίας. Στον κύκλο του passangwerk στο οποίο ανήκει και ο Μονόδρομος πολιορκείται το πρόβλημα της έκφρασης της νεωτερικής εμπειρίας. Στη νεωτερική εμπειρία της πόλης, η «φαντασμαγορία», μέσα από το σύνολο της τεχνολογίας, της φωτογραφίας, της διαφήμισης και του πλήθους προκαλεί μια νέου είδους υποκειμενικότητα, στη βάση του ανορθολογικού και του ασυνειδήτου. Το ατομικό ασυνείδητο της νεωτερικότητας του Μπένγιαμιν είναι στοιχειωμένο από το πρόσφατο παρελθόν της συλλλογικής του ύπαρξης. Εκεί ο Μπένγιαμιν «Φροϋδοποιεί» τον κόσμο της κατανάλωσης και του εμπορεύματος (Britzolakis 1999 σελ. 80). Το κλειδί για να κατανοηθεί η φαντασμαγορία βρίσκεται στο «φετίχ», «το φετίχ που προκαλεί συναισθηματική ταύτιση με μη οργανικά αντικείμενα» (26). Ο φετιχισμός τμήμα της σκέψης του πρώιμου Μαρξ δίνει στα εμπορεύματα και στα υλικά αγαθά όπως το χρήμα θεϊκή υπόσταση και δύναμη7. Η νεωτερική τεχνολογία και η εκβιομηχάνιση έχουν την δυνατότητα όχι μόνο να παράγουν την ίδια τους τη μυθολογία, αλλά και τη δυνατότητα να παράγουν ένα συλλογικό τρόπο πρόσληψης του κόσμου, ευθέως συγκρίσιμο με τον κόσμο του ονείρου (Britzolakis σελ. 81). Η υπερρεαλιστική πόλη είναι μια τοπογραφία ονείρου, επιθυμίας και φαντασίας, κυριαρχούμενη από την τυχαιότητα και το αστάθμητο, αυτό που ο Μπρετόν αποκαλεί ‘le hasard objectif’ (32).
Επισημαίνοντας τη συλλογική λειτουργία του ονείρου απέναντι στην ατομική τέλεση, εστιάζει σε μια κατάσταση η οποία είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας που μπορεί να αναστραφεί μόνο από τα ανθρώπινων υποκείμενα (demystification). Η συσχέτιση μεταξύ εικόνων του ασυνείδητου και του αστικού πλήθους τοποθετεί τον Μπένγιαμιν σε μια ευρύτερη νεωτερική παράδοση, όψεις του οποίου μπορούν να βρεθούν στο κεφάλαιο Nighttown της Οδύσσειας του Τζοϋς (1922) και του Dream Play του Στρίνμπεργκ (1901). Σύμφωνα με την Margaret Cohen ο Μπένγιαμιν ανήκει σε μια παράδοση Γοτθικού Μαρξισμού η οποία θέλγεται από τον παραλογισμό της κοινωνικής διαδικασίας και εξέλιξης και η οποία περιστρέφεται γύρω από τα κοινωνικά προϊόντα της κουλτούρας που παίρνουν τα χαρακτηριστικά φαντασματαγορίας και δεν τα υιοθετεί σαν απλά θαύματα που πρέπει να αποβληθούν.



1 O Μερλώ-Ποντύ διακρίνει δύο χρήσεις της γλώσσας: α) τη δευτερεύουσα ή ομιλούσα ομιλία (parole parlée), η οποία αποτε λεί την εμπειρική χρήση της γλώσσας (η γλώσσα εδώ λειτουργεί ως υπόμνηση ήδη εγκαθιδρυμένων σημείων)· β) την πρωταρ χική ή ομιλούσα ομιλία (parole parlante), η οποία αποτελεί τη δημιουργική χρήση της γλώσσας, την εγκαθίδρυση δηλαδή νέων σημασιών μέσω μετατροπών ενός ήδη δεδομένου συστήματος σημασιών.
2 Η ανθρώπινη γλώσσα αποκρυσταλλώνει τη σχέση Θεού και ανθρώπου, ούσα η φυσική αποτύπωση του λόγου του Θεού στον άνθρωπο. Κατά τον Σπινόζα υπάρχει μια ‘ουσία’ τον ‘Θεό’ η ‘Φύση’.(Ηθική, Περί Θεού Θεώρημα 20). Μια άλλη όψη της φύσης του Θεού είναι για τον Μπένγιαμιν η σχέση Φύσης και Ελευθερίας (Charles 2015).
3 Πρόκειται για έναν απρόσωπο Θεό που ταυτίζεται με την δημιουργική δύναμη της Φύσης, και τα ‘δημιουργήματά’ του δεν είναι πέραν της τελειότητάς του, αλλά εγγενή προϊόντα της παραγωγικής του ενέργειας, εμμενείς εκφράσεις της ενεργούς ουσίας του. Ο Σπινόζα φαίνεται να προτείνει μια θεωρία απόλυτης εμμένειας, υποστηρίζοντας ότι κάθε τι που υπάρχει είναι εγγεγραμμένο στην Ουσία του, ως Θεός.
4 Η ιδέα της εμμένειας μπορεί να οπισθοδρομεί προς έναν νεοπλατωνικό εξπρεσιονισμό όσο και να κάνει άλμα προς μια θεωρία της δομής ως ενικότητας, ως της απούσας αιτίας της απερίσταλτης ποικιλομορφίας μιας οντότητας (Montag 2013: 86-87).
5 Αντίθετα για τον Παρμενίδη, «υπάρχει μόνο το Είναι, καθώς το μη-είναι δεν υπάρχει». Το είναι γίνεται αντιληπτό σαν το σύνολο του υλικού κόσμου, ομογονίες και ακίνητο (Parmenidis Metaphysiscs σε Pacquet, Russel και Lafrance 1989).
6 Ο υπερρεαλισμός για τον Μπένγιαμιν αποτελεί την πεμπτουσία της «βέβηλης σπίθας» (profane illumination)η οποία πηγάζει από «υλικά και ανθρωπολογικά κίνητρα» (SW, 2, σελ. 209).
7 Σε κάθε περίπτωση η φαντασμαγορία του Μπένγιαμιν φέρει στο εσωτερικό της μια ιδεολογία αποκρυφισμού και δεν μπορεί να υπαχθεί σε απλή ψευδαίσθηση (Britzolakis 1999 σελ. 80).



ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ


Εγερτήριο με τις πολυμερείς
φωτοσκιάσεις του ίμερου.
Οι Πλειάδες μόλις που αχνοφαίνονται.


Αχνίζουν των πληβείων τα καπνοχώραφα
κι ένας ήχος από χαλκό
τον αγέρα χτενίζει.


Ακούγονται ήδη οι πρωινές εν πόδεις
επίνειες αψημαχίες.


Οι οδοκαθαρίστριες με το γλυκό κουδούνισμα
δίνουν το σύνθημα.


Κονιορτός από γιδοπρόβατα που οδηγούνται
άλλα για σφαγή
και άλλα για βοσκή.


Στο θόρυβο της ημέρας
και υπό την βάσανο του κέρδους
μόνο οι νιόπαντροι διεκδικούν
το μέλλον τους.


Κάθε ιδέα μαραίνεται
από την σιέστα του καύσωνα.
Η πόλη χαλαρώνει, αφήνεται
να ξεπεζέψει η φαντασία της.


Η θελκτική «Άζωρος»
πιάνει την εώρα της,
οι γιοί τους καναπέδες
κι ο πάδρε την εφημερίδα του.


Μόνο η θάλασσα ανεπηρέαστη
από τα δρώμενα ψυθιρίζει και αφουγκράζεται.


Άλλωστε είναι η ώρα που απαξιώνεται
ακόμη και ο θάνατος.




Ατείχιστη χρονικότητα


Σε μεταμορφώνουν οι λέξεις
και μαθηματικοποιούν τις φυσικές
προεκτάσεις του εαυτού σου.


Σε επαναφέρουν στην απροσχημάτιστη ροή
μιας ατείχιστης χρονικότητας.


Αποθηκεύουνε τις άτοκες συγκρούσεις
ενός χαμερπούς ατελέσφορου.


Διαβιβάζουν την ανία προς τις ώρες των άστρων
και τις πορείες των αρκτικών κοπαδιών
διανθίζουν.





Οι Εξάγγελοι


Η υπόσχεση του σαλιγκαριού σ’ ένα φύλλο επί πίνακι;
Δεν είναι δική μου. Μην τη δεχτείς.

Οξικό οξύ σφραγισμένο σε κονσέρβα;
Μην το δεχτείς. Δεν είναι αληθινό.

Βέρα χρυσή γεμισμένη με ήλιο;
Ψέματα. Ψέματα και μια θλίψη.

Παγωνιά στο φύλλο, το καθάριο
Καζάνι μιλάει και ραγίζει

Ολομόναχο στην κορυφή καθεμιάς
Απ’ τις εννιά μαύρες Άλπεις,

Τριγμός στους καθρέφτες,
Η θάλασσα θρυμματίζει το γκρίζο της—

Έρωτας, έρωτας, η εποχή μου



Φτελιά



Τον ξέρω τον πάτο, είπε. Τον ξέρω με την πιο βαθιά μου ρίζα:
Αυτόν φοβάσαι.
Δεν τον φοβάμαι: Ήμουν εκεί.

Ακούς τη θάλασσα μέσα μου,
Τη δυσφορία της;
Ή τη φωνή του τίποτα, που σε τρέλαινε;

Ο έρωτας είναι μια σκιά.
Λες ψέματα και κλαις μετά
Άκου: οι οπλές του: έφυγε τρέχοντας σαν άλογο.

Όλη νύχτα θα καλπάζω έτσι ορμητικά
Μέχρι να γίνει πέτρα το κεφάλι σου, το μαξιλάρι σου μικρός ιππόδρομος
Ν’ αντιλαλεί, ν’ αντιλαλεί.

Ή να σου φέρω τον ήχο απ’ τα φαρμάκια;
Αυτό είν’ η βροχή τώρα, αυτό το εκκωφαντικό σσσς.
Κι αυτό είναι το φρούτο της: λευκό σαν αρσενικό.

Υπέφερα την κτηνωδία των δύσεων.
Τσουρουφλισμένη μέχρι τη ρίζα
Τα κόκκινα νήματα καμένα και στητά, ένα χέρι όλο σύρμα.

Τώρα σπάω σε κομμάτια που πετάγονται σα ρόπαλα.
Ένας άνεμος μιας τέτοιας βίας
Δεν ανέχεται μάρτυρες: πρέπει να ουρλιάξω.

Κι είναι κι αυτή η σελήνη η αμείλικτη: θα μ’ έσερνε
Ανελέητα, κενή.
Η ακτινοβολία της μ’ επικρίνει. Ή μπορεί εγώ να την παγίδευσα.

Την αφήνω ελεύθερη, ελεύθερη
Αδύναμη και άδεια, σαν βγαλμένη από ριζική επέμβαση.
Πώς με κυριεύουν και μ’ ευλογούν οι εφιάλτες σου.

Ζει μέσα μου μια κραυγή.
Κάθε βράδυ μανιάζει
Παραμονεύει με το αγκίστρι της, ν’ αγαπήσει κάτι.

Με τρομοκρατεί αυτό το μαύρο πράγμα
Που κοιμάται μέσα μου
Όλη μέρα νιώθω τα ήρεμα, μαλακά γλιστρήματά του, τη μοχθηρία του.

Τα σύννεφα περνούν και χάνονται.
Αυτά είναι τα πρόσωπα του έρωτα, αυτά τα χλωμά τ’ ανεπανόρθωτα;
Γι’ αυτά ταράζω την καρδιά μου;

Είμαι ανίκανη να μάθω άλλα.
Τι είναι αυτό, αυτό το πρόσωπο
Τόσο δολοφονικό καθώς πνίγεται στα κλαδιά

Τα φιδίσια οξέα του συρίζουν.
Πανικοβάλει τη θέληση. Αυτά είναι τα ξεχωριστά, αργά ραγίσματα
Που σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.




Η νύχτα χορεύει


Ένα χαμόγελο έπεσε στο χορτάρι
Ανεπανόρθωτο!

Και πού θα χαθούν
Οι νυχτερινοί χοροί σου. Στα μαθηματικά;

Τέτοια γνήσια άλματα και σβούρες-
Σίγουρα ταξιδεύουν

Στον κόσμο για πάντα, δε θα είμαι
Εντελώς άδεια από ομορφιές, το δώρο

Της μικρής σου ανάσας, το μουσκεμένο χορτάρι
Στη μυρωδιά του ύπνου σου, κρίνοι, κρίνοι.

Οι σάρκες τους δε συγκρίνονται.
Ψυχρές πτυχές του εγώ, η Κάλλα

Κι ο Τίγρης, στολίζεται
Με πιτσιλιές και ολάνοιχτα πέταλα καυτά.

Οι κομήτες
Έχουν τόσο διάστημα να διανύσουν

Τόση παγωνιά, λησμονιά.
Έτσι οι κινήσεις σου πέφτουν θραύσματα

Ζεστά κι ανθρώπινα, ύστερα το ρόδινο φως τους
Ματώνει και γδέρνεται

Μέσα απ’ τις μαύρες αμνησίες της αιωνιότητας.
Γιατί μου δόθηκαν

Ετούτα τα λαμπιόνια, αυτοί οι πλανήτες
Που πέφτουν σαν ευλογία, σα νιφάδες

Εξάγωνες, λευκές
Στα μάτια μου, τα χείλη, τα μαλλιά

Μ’ αγγίζουν και λιώνουν.
Πουθενά.


Στέργιος Ντέρτσας
Τα μάτια των άλλων, όταν μιλούν για σένα.

Así fue que cantaron los silencios.(Juan Gelman)

Ανοίγουν διάπλατα, τα μάτια των άλλων όταν μιλούν για σένα.
Γίνονται θάλασσες παλιών παραμυθιών
που κάποτε γήτεψαν τις πιο βλοσυρές μου νύχτες,
σπάσαν την πέτρινη όψη τους και τις μετατρέψαν σε νεράιδες.

Φεγγάρια γίνονται παράξενα,
τα μάτια των άλλων όταν μιλούν για σένα,
βαθιά και άλικα σαν πληγές κρυφές
στο σώμα μιας ανομολόγητης προσδοκίας
και αναβλύζουν μύρο Αυγουστιάτικο.

Γίνονται ασίγαστες, τροπικές βροχές
πάνω από τους άνυδρους κάμπους.
Γεμίζει η λήθη της μαύρης πέτρας μ’ ολόλευκα άνθη,
ο σπαραγμός των καμένων δέντρων με φύλλα καταπράσινα,
ο καημός των παρατημένων χωραφιών με καρπούς.

Ένα μικρό, ατίθασο θαύμα σαν κεράκι
κεντάει το κρύο με αιώνιες φλόγες.
Γεμίζουν τα έρημα χωριά
με λαμπάδες και καμπάνες αναστάσιμες.
Απρόσμενα χέρια από λεπτεπίλεπτο ασήμι
βγάζουν από τη λάσπη του θανάτου
αγάλματα από μάρμαρο αστραφτερό.

Νερά κρυστάλλινα κι αθώα,
γιορταστικές του δρόμου μουσικές,
σαξόφωνα που ξάφνου βρίσκουν την πνοή τους,
τα μάτια των άλλων, όταν μιλούν για σένα.

Στα μάτια των άλλων , όταν μιλούν για σένα,
φωσφορούχα τρένα γλιστρούν και πάλι χαρούμενα
πάνω σε σκουριασμένες ράγες,
πέφτει χιόνι πυκνό και οι δρόμοι ανοίγουν,
(ανοίγουν! ανοίγουν!)
το ακίνητο κύμα γυρεύει πάλι την ακτή του,
ηλεκτρισμένες χορδές δίνουν φως στα σκοτεινά σπίτια
και το αιωρούμενο τσιγάρο στα χείλη του Juan Gelman
ανάβει ξανά, κοιτά θαρραλέα την άβυσσο και της βάζει φωτιά.

Τα μάτια των άλλων, όταν μιλούν για σένα,
σπάνε σαν ρόδια
στο κατώφλι μιας μαγικής στιγμής
που παγώνει για πάντα τον Χρόνο
και απαντά στο προαιώνιο αίνιγμα της Ύπαρξης
με ένα άλλο, καινούργιο εντελώς.


Ανθολόγηση-Εισαγωγή της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη-Αγγέλα Γαβρίλη
Εκδόσεις Momentum



Το δρώμενο της ψυχής πάνω και κάτω από τη σκηνή

Συχνά λέμε πως ένα ποίημα μπορεί να λογίζεται σαν μια ιστορία, με την ποιητική της αφήγηση, τα πρόσωπα, την πλοκή που υπαινικτικά διαβάζουμε πίσω από τις συμπτυγμένες φράσεις, τις ελάχιστες των λέξεων. Αν ισχύει αυτό, όμως, γιατί να μην εμπεριέχεται και ένα δρώμενο (ικανό να παρασταθεί υποκριτικά στη σκηνή) μέσα σ’ ένα ποίημα; Ο τίτλος της πολύ ενδιαφέρουσας αυτής συλλογής παραπέμπει, έτσι, σε παραπάνω από μία αναγνώσεις.
Υπάρχουν ποιήματα που γειτνιάζουν με το θέατρο ακριβώς γιατί το επικαλούνται με τις λέξεις τους. Δανείζονται τα σκηνικά του, τις επινοήσεις του, τις αμφιέσεις του, τους υποκριτές του, που πλέον παίρνουν τη θέση των ποιητικών υποκειμένων. Όλα αυτά σε μια κατάλληλη και θεμιτή για την ποιητική περίσταση αλλοίωση, ώστε να επιτυγχάνεται η διαχρονικότητα του κειμένου και να προκαλείται η συμμετοχή του αναγνώστη/θεατή εν προκειμένω.
Σε άλλες περιπτώσεις το ποίημα αντλεί το θέμα του από κάποιο θεατρικό έργο, προσέχοντας και εδώ τη σχετική ταύτιση μαζί του και επιδιώκοντας τη νοηματική προέκταση, ώστε να εισχωρήσει η σύγχρονη πραγματικότητα στο θέμα του έργου και να διασώσει έτσι ποιητικώ τω τρόπω την αθανασία του.
Στις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, της λεγόμενης ποιητικής πρόζας, το ποίημα εφευρίσκει τη θεατρική του πλοκή, πρωτότυπη και ελκυστική για όποιον θα ήθελε να δει περίοπτα τα πρόσωπα να δραπετεύουν από τους στίχους και να αποκτούν δράση επί νοητής σκηνής. Άλλωστε η παρατήρηση του γύρω (και του μέσα κόσμου) είναι η πρώτη και ικανή συνθήκη για τη δημιουργία. Στιγμές αποτυπώνονται, έτσι, μέσα στο ποιητικό έργο, εικόνες, καταστάσεις, που με τη σειρά τους γεννούν ιδέες. Μια ανάλογη διαδικασία για τη γέννηση του θεατρικού δρώμενου. Για να μην αναφέρουμε και την ποίηση ως αρχή της θεατρικής παράστασης, που έλκει τη γέννησή της από την τράγων ωδή της αρχαιότητας.
Αν, ωστόσο, θέλουμε να προχωρήσουμε πιο πέρα, θα δούμε πως υπάρχουν ποιήματα που το δρώμενο μέσα τους λειτουργεί και χωρίς να έχουν τη μορφή της ποιητικής πρόζας. Ίσως γιατί το ποίημα από μόνο του έχει μέσα του τα στοιχεία εκείνα που το μεταλλάσσουν σε μια ζωντανή ιστορία, ένα δρώμενο ψυχής που κατατίθεται με τα ελάχιστα υλικά, πολλαπλασιάζει, ωστόσο, το νόημά του μόλις κατακτηθεί από τον αποδέκτη/αναγνώστη του.
Η Ασημίνα Ξηρογιάννη αγαπά το θέατρο και υπηρετεί την ποίηση. Ήταν επομένως το κατάλληλο πρόσωπο για να επιχειρήσει τη σύζευξη των δύο ειδών και να μας δείξει την αγαστή τους γειτνίαση. Το έργο (όπως το έχει σχεδιάσει) είναι μεγαλόπνοο. Στην έκδοση αυτή έχουμε μόνον το ένα μέρος του (από τα τρία), αυτό που αφορά σύγχρονους Έλληνες ποιητές, στων οποίων τα ποιήματα βρίσκουμε την εισχώρηση του θεάτρου με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Πενήντα πέντε, λοιπόν, ποιητές ανθολογούνται εδώ, ένας ικανός αριθμός προκειμένου να δοθεί η τεκμηρίωση της θεωρητικής θέσης για τη συνομιλία της ποίησης με το θέατρο. Παλαιότεροι, δοκιμασμένοι ποιητές, κι άλλοι νεότεροι. Όλοι μαζί σε μια έκδοση που δεν καλλιεργεί τη ματαιοδοξία της διάκρισης των δημιουργών που συμμετέχουν, αλλά διδάσκει τη συνύπαρξη μέσα από τον ποιητικό λόγο σε μια θεματική προσέγγιση πολύ ενδιαφέρουσα. Άλλωστε το θέατρο, στις καλύτερες στιγμές του, ήταν και είναι ένα λαϊκό θέαμα, στο οποίο όλοι συμμετέχουν ίσοις όροις.
Θα ήθελα να δώσω κάποια δείγματα από το βιβλίο, με την επίγνωση της δυσκολίας στην επιλογή, γιατί πράγματι η ανθολόγηση έχει πετύχει όχι μόνον να συμπεριλάβει ποιήματα με γνώμονα τη θεματική του βιβλίου αλλά και να δώσει ένα εξαίρετο αποτέλεσμα από την άποψη της ποιότητας των ποιημάτων. Επιλέγω, έτσι, κάτι από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (αναμφίβολα τη σπουδαιότερη εν ζωή Ελληνίδα ποιήτρια), κάτι από τον μεγάλο Νάνο Βαλαωρίτη (που ακόμη υπηρετεί τον λόγο και την ποίηση) και κάτι από τις δύο επιμελήτριες του βιβλίου, αξιέπαινες για τη σημαντική εργασία τους.
[…]
Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
τι απουσία
ή πώς λειτουργεί το εγώ
στην τόση ερημιά, στον τόσο χρόνο
πώς δεν σταματάει με τίποτα το αύριο
το σώμα όλο ξαναφτιάχνει τον εαυτό του
σηκώνεται και πέφτει στο κρεβάτι
σαν να το πελεκάνε
πότε άρρωστο και πότε ερωτευμένο
ελπίζοντας
πως ό,τι χάνει σε αφή
κερδίζει σε ουσία.
(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λέει η Πηνελόπη)

Και παίζαμε τα κεφάλια μας στα ζάρια
Και γίναν δύο πυραμίδες τα κεφάλια
Που τα σωρεύουνε πάνω στ’ άλλα για να φτάσουνε
Στο μέγαρο του δράκου κοσμοκράτορα -και πήραν
τη θέση των βουνών τα πράσινα άλογα-
Αυτοκίνητα με την αγαπημένη κάρα της Ιοκάστης
[…]
(Νάνος Βαλαωρίτης, Τα εξ αμάξης)

Δεν υπάρχουν πιο μακάριοι άνθρωποι από τους μασκοφόρους.
Ξεγλιστρούν ανύποπτα απ’ τις συμβατικότητες του πολιτισμού
Χορεύουν ατίθασα μ’ όλες τις εκδοχές της ύπαρξής τους
Ξεγελούν κάθε υπαινιγμό υποδούλωσης
Εκδίδουν παράνομα αλλεπάλληλες νέες ταυτότητες
Φλερτάροντας ασύστολα με την αιώνια ελευθερία,
την Ηδονή.
(Ασημίνα Ξηρογιάννη, Παιχνίδι)

Υπήρξαμε πάντως εντυπωσιακοί.
Ολοπόρφυροι συνήθως.
Μοβ σκούρο μερικές φορές,
πιο σπάνια εβένινοι…
(Όταν είχαμε χορτάσει -αν και δεν χορταίναμε σχεδόν ποτέ- το αίμα.)
Έτρεχαν τα πλήθη να μας δουν
πανάκριβα πληρώνοντας τις πρώτες θέσεις
τρέμοντας από αδημονία για την παράσταση.
[…]
(Αγγέλα Γαβρίλη, Αυλαία)

Στα παραπάνω δείγματα από την ανθολόγηση του βιβλίου φαίνεται πώς εισέρχεται το άγγιγμα του θεάτρου στην ποίηση, με τη μνεία των προσώπων, το θεατρικό σκηνικό αλλά και την επέκτασή του στην καθημερινή ζωή και στον μόχθο της. Τα πρόσωπα του ποιητικού λόγου ενδύονται τις θεατρικές αμφιέσεις άλλοτε για να αντέξουν τον προσωπικό τους, αληθινό ρόλο, και άλλοτε για να σταθούν μέσα στο πλήθος που κραυγάζει στη θέα τους. Η ζωή σε δύο όψεις, πάνω και κάτω από τη σκηνή. Με την ποίηση να διεκδικεί τον πρώτο ρόλο και τη θεατρική σκηνή να κρατά το ποιητικό βάρος στους ώμους της. Μια απόλυτη σύμπλευση.
Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα εκτενές κατατοπιστικό σημείωμα της ανθολόγου/επιμελήτριας Ασημίνας Ξηρογιάννη, που διευκρινίζει το πώς και το γιατί της εργασίας της, και από ένα Επίμετρο της άλλης επιμελήτριας Αγγέλας Γαβρίλη, στο οποίο βρίσκουμε ένα κείμενο διευκρινιστικό των προθέσεων της εργασίας και σημαντικό για να κατανοηθεί η σχέση των δύο ειδών («Χαρτί και σανίδι»), αλλά και εργοβιογραφικά σημειώματα των ποιητών που συμμετέχουν. Μια ολοκληρωμένη πρόταση για να δούμε την ποίηση με άλλα μάτια ή να διαβάσουμε το θέατρο με νέο τρόπο.
Διώνη Δημητριάδου




ΘέΜΑΤΑ

Σύγχρονη αλβανόφωνη ποίηση: Τρώγεται η πατρίδα;
Πέντε σύγχρονοι αλβανόφωνοι ποιητές και ποιήτριες γράφουν για την πατρίδα που «της έχουν ξύσει τα βουνά και τους γκρεμούς», για την ελπίδα που «τσιμεντώθηκε», για το κτήνος που «κοιτάζει πάντα στα κρυφά». Στα ποιήματά τους, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων είναι η εκφραστική αμεσότητα, στηλιτεύουν τον εθνικισμό και τον θρησκευτικό φανατισμό, περιγράφουν την κόλαση του πολέμου και αναρωτιούνται τι θα συνέβαινε «αν ο Θεός ήταν φεμινιστής». Κείμενο-Μετάφραση: Ελένη Ντούξη, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Dragana Mladenović: Η πέτρα στην πλάτη 
H Ντράγκανα Μλαντένοβιτς μάς μεταφέρει στη μετεμφυλιακή Σερβία προκειμένου να μιλήσει για τη συλλογική ενοχή μιας κοινωνίας που όχι μόνο έθρεψε το φίδι του εθνικισμού αλλά το κρύβει και το προστατεύει ακόμα και μετά τον πόλεμο. Με γλώσσα λιτή και υπαινικτική, μας υπενθυμίζει ότι οι πληγές του εμφύλιου δεν έχουν κλείσει, ότι το ψέμα «πανούργα πήγε και κρύφτηκε πίσω από το σύνθετο με τα ακριβά ποτά». Μετάφραση: Tijana Prodanović, Κείμενο: Jazra Khaleed

Biancamaria Frabotta: Από τη σιωπή στη λέξη 
Η ποίηση της Μπιανκαμαρίας Φραμπότα γεννήθηκε μέσα στο κίνημα του ιταλικού φεμινισμού, είναι μια ποίηση που αναζητά την ισορροπία μεταξύ του εγώ και του εμείς, μια ποίηση εν κινήσει που εγκυμονεί διαρκώς την αλλαγή. Η Ιταλίδα ποιήτρια αφουγκράζεται τον «λευκό θόρυβο» των κοινωνικών κινημάτων και με γλώσσα αμφισεξουαλική μιλάει για τη «διάβρωση της ουτοπίας», για όσους και όσες αγαπούν την «αταξία των χρωμάτων, τα νεκρά κύματα του αιθέρα». Κείμενο-Μετάφραση: Χρήστος Μπιντούδης

Els Moors: Ο στίχος που γίνεται γυναίκα 
Στο ποιητικό σύμπαν της Ελς Μόορς οι άνθρωποι είναι «κατάκοποι σαν μηχανήματα», τα παιδιά «αναδίδουν άρωμα σκόνης απορρυπαντικού», στις γιορτές «πάντα κάποιος περπατά με μια θηλιά στον λαιμό». Οι στίχοι της Φλαμανδής ποιήτριας δίνουν μονίμως την εντύπωση πως γέρνουν οριακά, πως τείνουν να αναποδογυρίσουν, διακρίνονται από το έντονο βιωματικό στοιχείο και φέρουν με παρρησία το διακριτικό στίγμα του φύλου της. Κείμενο-Μετάφραση: Στέλλα Πεκιαρίδη

Τέσσερα ιαπωνικά μπουμπούκια
Τα ποιήματα των τεσσάρων νεαρών Ιαπωνίδων ποιητριών είναι γεμάτα μπουμπούκια που ανασαίνουν λιωμένο χιόνι, μαλακά πέταλα κερασιάς, υγρά κόκκινα δέντρα. Ξεχωρίζουν για τη φαντασία τους, τη φιλοσοφική τους διάθεση και τη στοχαστικότητά τους˙ μιλάνε για την εφηβεία που μοιάζει με «σκουριασμένη ομπρέλα» και αφουγκράζονται το όνειρο που περιδινείται μέσα «στη λάσπη του σώματος». Κείμενο-Μετάφραση: Alice Bardos, Kyoko Kishida
Εφτά σύντομα διηγήματα
Μικρές ιστορίες για την απώλεια, την ενηλικίωση, τη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, την ώρα που κάπου στο φόντο συνεχίζεται –απερίσπαστη– η σταδιακή κατάρρευση του οικοσυστήματος. Άνθρωποι, ζώα και πουλιά. Εκατομμύρια καρδιές που χτυπούν χωρίς να συγχρονίζονται. Και μοιάζει σαν να είμαστε θεατές ή σαν να πρόκειται να πέσουν τίποτα τίτλοι τέλους. Αλλά δεν πέφτουν. Οι συμφορές συμβαίνουν πάντα κάπου μακριά από μας. Ανθολόγηση-Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή

Ποιήματα: Γιώργος Αλισάνογλου, Αντώνης Αντωνάκος, Γιώργος Γέργος, Μαρίνος Καλλίνης, Γιάνης Καστανός, Λάικα, Λεύκιος, Lucia, Μετρομιγάς, Μαρία Μπακάλη, Γλυκερία Μπασδέκη, Τάσος [ΜήνυμαL] Σταυρουλάκης, Γιώργος Τσιόγγας, Ωμέγα.

Εξώφυλλο & εικονογραφήσεις: ΕΙ

Κοπιάστε στα:
Αρχείο 71, Καλλιδρομίου & Ζωσιμαδών [με κουτί ενίσχυσης]Bibliotheque, πλατεία Εξαρχείων [με κουτί ενίσχυσης]
Αλφειός, Χαριλάου Τρικούπη 22 [με κουτί ενίσχυσης]
Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18 [με κουτί ενίσχυσης]
Βιβλιοπωλείο Ναυτίλος, Χαριλάου Τρικούπη 28 [με κουτί ενίσχυσης]
Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο, Θεμιστοκλέους 37 [με κουτί ενίσχυσης]
Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30 [με κουτί ενίσχυσης]
Κατάληψη κτήματος Πραπόπουλου, Προφήτη Ηλία 49 [με κουτί ενίσχυσης]
Κ*ΒΟΞ, Αραχώβης & Θεμιστοκλέους [με κουτί ενίσχυσης]
Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Πέρασμα, Ζωοδόχου Πηγής 95 [με κουτί ενίσχυσης]
Beaver Cooperativa, Βασιλείου του Μεγάλου 46A [με κουτί ενίσχυσης]
Μικρό Καφέ, Αραχώβης 38 [με κουτί ενίσχυσης]
Λοκομοτίβα Βιβλιοκαφέ, Μπόταση 7 [με κουτί ενίσχυσης]
Άστορ, Σταδίου 28
Βιβλιοπωλείο Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας
Βιβλιοπωλείο Λεμόνι, Ηρακλειδών 22
Βιβλιοπωλείο Πλειάδες, Σπύρου Μερκούρη 62
Βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος, Πλατεία Καρύτση 3

Διανέμεται δωρεάν
Τα σημεία διανομής εκτός Αθηνών θα ανακοινωθούν σύντομα στο http://teflon.wordpress.com​​
  Αγγελής Μαριανός
Αστυνομία Λέξεων

Είχε λιακάδα ευτυχώς. Η Αριστοτέλους ήταν πρόσφορος χώρος για έναν ακόμη μικρό πάγκο. Έστησα τα μπουκάλια το ένα πάνω στο άλλο οριζόντια σε διάταξη πυραμίδας.
Έπρεπε να κοιτάζουν τη θάλασσα για να έχει ελπίδες το εσώκλειστο κείμενο. Με συνέλαβαν στα πρώτα δέκα λεπτά. Η αστυνομία των λέξεων με προσήγαγε στα κεντρικά.
Έπρεπε να τους εξηγήσω το γιατί, το που, το πότε και το ποιος θα τα χρησιμοποιούσε. Δεν είπα λέξη πλήρωσα το πρόστιμο και αφέθηκα ελεύθερος με μόνο όρο να συμμορφωθώ.
Άρχισα να πίνω και να γράφω σαν τρελός. Γέμισα τις μποτίλιες λόγια και ξαναβγήκα...




Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ
Σύντομο κριτικό σημείωμα πάνω στους εισαγωγικούς στίχους του «Ελπήνορα» 
του Τάκη Σινόπουλου


Στον Αη Στράτη, όπου βρέθηκε εξόριστος το 1952-53, ο Τίτος Πατρίκιος πήρε την εξής συμβουλή από τον Γιάννη Ρίτσο: «Απ' ό,τι γράφεις να αφαιρείς τα μισά και να θυμάσαι: Όχι επίθετα...»
Διαβάζοντας ξανά τους πρώτους στίχους του «Ελπήνορα» του Τάκη Σινόπουλου ανακάλεσα τη φράση. Ιδού οι στίχοι:

Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Προτού πάει ο νους στο προφανές, ας μείνουμε στις δύο πρώτες λέξεις. «Τοπίο θανάτου.» Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για ποιητική αυτοκτονία ή θράσος. Πώς «καις» εκ προοιμίου το στοιχείο της έκπληξης; Πώς τολμάς να μην κρατάς σε εγρήγορση τον αναγνώστη σου, να μην τον ξαφνιάζεις;
Είναι ο Ευριπίδης στην «Ελένη» του που επίσης τολμά το απονενοημένο. Ο θεατής ήδη από τον πρόλογο πληροφορείται το αίσιο τέλος. Δεν είναι η έκβαση, επομένως, που ενδιαφέρει εκεί, εφόσον προδιαγράφεται, αλλά η διαπραγμάτευση, ο τρόπος.
Ο τρόπος. Αυτός κρατά «ζωντανό» τον αναγνώστη και στον «Ελπήνορα». Η δύναμη της περιγραφής του θανάτου.
Πετρωμένη θάλασσα, μαύρα κυπαρίσσια, χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο. Η γεωμετρία εδώ επιτυγχάνεται με το χιαστό σχήμα μετοχών («πετρωμένη» και «ρημαγμένο») και επιθέτων («μαύρα» και «χαμηλό»). Η επιλογή τους είναι εντυπωσιακή (επίθετα είναι κι οι μετοχές, κι ας προέρχονται από ρήματα). Ο τύπος «πετρωμένη», για παράδειγμα, μολονότι ως μετοχή εμπεριέχει την ενέργεια του ρήματος, αποδίδει ταυτοχρόνως την ακινησία και το θάνατο. Τα κυπαρίσσια ως μέρος του τοπίου θανάτου είναι «μαύρα», προκαλούν όμως κι άλλες εγκεφαλικές συνάψεις (π.χ. μαύρη πεύκη, μέλανας δρυμός). Το ακρογιάλι είναι «χαμηλό», σηματοδοτώντας μια εναλλαγή της κίνησης από κάτω προς τα πάνω (θα την προσεγγίσουμε αναλυτικότερα αμέσως μετά). Είναι όμως και «ρημαγμένο» από τ’ αλάτι και το φως, τα οποία σχετίζονται με τη φθοροποιό δύναμη της φωτιάς (και τα δύο «καίνε»). Τα βράχια είναι «κούφια», διαβρωμένα από τα κύματα (: αλάτι). Παραπέμπουν σε σπήλαιο – είναι άδεια, θανατωμένα. Τέλος, ο χαρακτηρισμός «αδυσώπητος» που αποδίδεται στον ήλιο πολλαπλασιάζει τη διαβρωτική δύναμη των λέξεων «φως» και «αλάτι» που έχουν προηγηθεί. Μια αγαστή συνεργασία των δυνάμεων της φθοράς.
Η συνέχεια της περιγραφής εκπλήσσει περαιτέρω. Πρόκειται για έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο γραμμένο όχι μόνο με τον τύπο αλλά και τον τρόπο του δημοτικού τραγουδιού. Χιαστί γεωμετρία και εδώ με τις γενικές προσδιοριστικές («νερού», «πουλιού») να μπαίνουν ανάμεσα στα ουσιαστικά («κύλισμα», «φτερούγα»). Και οι τέσσερις λέξεις δηλώνουν εμφανώς κίνηση, ενέργεια και ζωή. Ο θάνατος προβάλλεται εντονότερα μέσα από τις αντιθέσεις.
Τα «μήτε – μήτε» που προηγήθηκαν ζευγαρώνουν με το «μονάχα» κλείνοντας τη στροφική ενότητα. Μήτε ζωή μήτε κίνηση, μονάχα σιγή. Και τι σιγή! «Απέραντη» «αρυτίδωτη» «πηχτή». Τρία επίθετα σε ένα ασθματικό ασύνδετο σχήμα χωρίς τη χρήση κομμάτων. «Απέραντη»: χωρίς αρχή και τέλος – στο χώρο αλλά και στο χρόνο. «Αρυτίδωτη»: χωρίς καμία εναλλαγή, συνεχής, αδιάλειπτη, απαρασάλευτη. «Πηχτή»: συμπαγής, αδιάρρηκτη, χωρίς προοπτική διαφυγής, απεγκλωβισμού. Κάτι σαν αμετάβλητος φυσικός νόμος.
Ας σταθούμε, τέλος, και στην αδιάκοπη εναλλαγή της κίνησης (μες στην ακινησία!) από τα κάτω προς τα πάνω: από τη θάλασσα στα κυπαρίσσια («ψηλό σαν κυπαρίσσι» το μωρό στα νανουρίσματα) κι ύστερα πάλι κάτω στο ακρογιάλι. Από το χαμηλό ακρογιάλι και τη θάλασσα (: αλάτι) πάνω στο φως κι από κει ξανά κάτω στα κούφια βράχια και πάλι πάνω στον αδυσώπητο ήλιο. Κι από τον ήλιο ξανά κάτω στο νερό και πάλι πάνω στον ουρανό («πουλιού φτερούγα»). Και σ’ όλο αυτό το διάστημα μεταξύ του κάτω και του πάνω να δεσπόζει η σιγή.
«Να ξέρεις πάντα το πότε και το πώς» είχε γράψει κάποτε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Αν κάτι κομίζουν αυτοί οι στίχοι του Σινόπουλου είναι αυτή η γνώση, η γνώση του τρόπου.

Κώστας Κουτρουμπάκης, 
φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση

εκδ. 24 γράμματα

Σαν ψαράκια

Δεν ξέρω αν πνιγμένους
θα μας βρει το πρωί
πέρα από τη θάλασσα των ψαράδικων
που γυροφέρνουν οι γλάροι―


Σαν ψαράκια κι εμείς
χαριστικά ριγμένα στο νερό
απ’ αργασμένα χέρια.


Ώστε, στο εξής,
μόνη μας υπόθεση η επιβίωση;


4 + 1 χάι-κου


Σε καμαρώναν
Με την ανθοδέσμη σου
Πτυχιούχο πια.

Φωτογραφίες
Χειραψίες και φιλιά
Και κεράσματα.

Πέρασαν χρόνια
Με νύχια και με δόντια
Αγωνίστηκες.

Γνωστός γνωστού σε
σύστησε. Υπέβαλες
βιογραφικό.

Σύρθηκ’ ωραία
Σκλάβα η υπομονή.
Τόσο μάταια.

Μοτίβο


Εθιμοτυπικά οι αγρότες
θα βγάλουν τα τρακτέρ στους δρόμους,
τους ψόφιους μήνες.
Οι απεργοί θα διαδηλώσουν ―το αργότερο―
μέχρι το απομεσήμερο.
Κι οι μαθητές, υπάκουοι στα προεδρεία,
θα αναστείλουν τις καταλήψεις τους,
για να προλάβουν τις εξετάσεις. 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA