Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου
  
Momentum

"Δε τον αντέχω ρε αυτό τον  χυλό, κάτι αζώιστα κνώδαλα με ζαχαρωτές ζωούλες, ανάσες που μυρίζουν παρκετίνη και σουπλίν της μαμάς τους, αγράμματα τσόκαρα όλοι τους, που περιφέρονται από μπαράκι σε μπαράκι τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους με άλλα ανερμάτιστα..."
Διακόπτει. Τον κοιτάει περιμένοντας να τη βοηθήσει.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσόκαρα."
Δείχνει αγριεμένη.
"Με άλλα ανερμάτιστα τσουτσέκια, που όλα μαζί γλείφουν το κάθε τσογλάνι που κρατάει τ’ αντικλείδια κάποιου θεάτρου, κάποιου εκδοτικού ή γλείφουν πατόκορφα τον κάθε λίγδα σφουγγοκωλάριο που έχει τα κοννέ για τις κρατικές επιχορηγήσεις και τα βραβεία. Και γιατί; Γιατί τόσος γαμημένος ζήλος; Μου λες; Για να προβάλλουν το τίποτα, τον κοπανιστό αέρα που περιέχει το έργο τους αμπαλαρισμένο με φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Μια τέχνη της ελίτ, για την ελίτ, που δεν αφορά κανέναν εκεί κάτω. Ξέρεις τι είναι όλοι αυτοί; Ε; Ξέρεις; Σκυλάδες με προβιά μεταμοντέρνου, κατίσχυσαν στο σύστημα, επιβλήθηκαν, γίνανε πρώτες μούρες μέσα από το εναλλακτικό λάιφσταϊλ κι από μέσα νάδα, νούλα, μηδέν, πώς -το -λένε. Γιατί αυτοί, δεν έχουν να πουν, πασχίζουν μόνο να δειχτούν."
Η ηθοποιός ξεφυσάει και ρωτάει τον σκηνοθέτη.
"Τι λέει; Καλό;"
"Να κάνουμε ένα διάλειμμα και να το ξαναπάμε από τα τσουτσέκια; Έβαλες πολύ σάρκα ειδικά εκεί στο τσογλάνι. Δε βγαίνει καλά."
"Κοίτα, πέφτουν πολλά λάμδα στη σειρά, γλείφουν, τσογλάνι, αντικλείδια. Το βλέπεις; Έχει θέμα το κείμενο."
"Αδουλευτο τελείως.Είπε όμως ο παραγωγός να μην το πειράξουμε, να βγει όπως είναι. Ακατέργαστο, πρωτολειακό. Βγάζει μια δύναμη, μια οργή, ένα κάτι. Το θελουμε αυτό, μας κάνει."
"Πώς το ανεχόμαστε;"
"Ποιο;"
"Να αποφασίζει ο παραγωγός πάνω στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα."
"Εντάξει, κοίτα, το δέχομαι, πάντα ένα τρίτο μάτι βοηθάει στη δουλειά μας..."
"Έλα τώρα, αν δεν ήταν γεμάτο το πορτοφόλι του, να στα ακουμπάει ντάγκα-ντάγκα, ποιο μάτι και ξεμάτιασμα μου λες."
"Έχεις επηρεαστεί από τη μπλόγκερ."
"Ναι, μπήκα στο πετσί του ρόλου. Από αύριο μόνο τσικουδιές με ελιές και παξιμάδι. Yeah!"
"Ντάκο εννοείς."
"Αυτό. Τσίπουρο, ντάκο κι επανάσταση στην πλατεία Εξαρχείων."
Γελούν. Η ηθοποιός αφήνει το κείμενο στο τραπέζι και συνεχίζει.
"Μολις γίνουν κυβέρνηση, θα τους δεις κυριλέ στα υπουργεία. Ψοφάνε όλοι για εξουσία."
"Καλά, δε νομίζω, η συγκεκριμένη είναι πολύ στα κάγκελα."
"Για την καρέκλα τα κάνουν. Άκου με που σου λέω."
"Σόρρυ αν στέκεσαι τόσο κριτικά απέναντί της, δε θα μπορέσεις να το βγάλεις."
"Θα το βγάλω, no worries."
"Παιδάκι μου, το πιστεύεις καθόλου το κείμενο;"
"Ούτε καν."
"Τότε πώς θα το παίξεις; Θα με τρελάνεις;"
"Είναι μόδα, πουλάνε οι μπλόγκερς και η φάση αγανάκτηση κι έτσι. Αυτό και μόνο μού αρκεί."
"Δίκιο έχεις. Άντε, το ξαναπάμε;"
"Το ξαναπάμε. ΟΚ. Να σου πω, δεν κατεβαίνουμε σε καμία πορεία να δούμε πώς είναι; Για το βίωμα, ξέρεις."
"Να κατέβεις εσύ, αγάπη μου, που θα την ενσαρκώσεις."
"Άστο, εντάξει. Πήγα πέρυσι στο Σύνταγμα στους αγανακτισμένους και φρίκαρα."
"Οι διαδηλώσεις είναι άλλο στυλ. Έχουν πιο τζέρτζελο. Δε θυμάσαι τον Φλεβάρη που ψηφίστηκε το δεύτερο μνημόνιο τι έγινε;"
"Άστο λέμε, να μου λείπει. Από πού το ξαναπάμε;"
"Από τα τσουτσέκια."
Δυο μέρες μετά στο τηλέφωνο.
"Τα έμαθες, έτσι;"
"Ναι ρε συ, είναι δυνατόν;"
"Είχε κατάθλιψη ή κάτι;"
"Μπα...Δεν είχε ακουστεί τίποτα τέτοιο, αλλά ποτέ δε ξέρεις."
"Κρίμα ρε συ, νέα κοπέλα."
"Στην αρχή έλεγα μπορεί να έγινε λάθος, ξέρεις, συνωνυμία, γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή έγραφε με ψευδώνυμο. Αλλά μετά μαθεύτηκε παντού. Τι να πεις..."
"Άφησε σημείωμα;"
"Όχι, αλλά το τελευταίο της  διήγημα ήταν για εργασιακό μπούλινγκ και λοιπά, οπότε όλοι λένε πως αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος."
"Κι εμείς τι κάνουμε τώρα; Θα το ανεβάσουμε;"
"Κοίτα, θα το ψάξω λίγο τι παίζει με τα πνευματικά δικαιώματα σε περίπτωση θανάτου και θα σου πω. Πάντως δε βλέπω το λόγο γιατί να μη το κάνουμε. Τόσες πρόβες, βρήκαμε χώρο, παραγωγή, μην πάνε χαμένα."
"Καλά λες. Άσε που τώρα θα ακουστεί ακόμα περισσότερο το όνομά της. Μη χάσουμε το momentum."


Ελαιώνας

Του πατέρα µου
Α΄

Ποιος είναι ο νικητής
µού είπε η κόρη µου
καθώς σχηµάτιζε καρπούς
στο σώµα της.
Ήθελε να γνωρίζει
ποιος είναι αυτός που κερδίζει
τις µάχες στις εύφορους εξόδους
των πρώτων
και των δεύτερων χρόνων της γέννας.

Ποιος δηλαδή
συνοµιλεί µε τη θεία βάσανο
του ατελούς θνητού;

Της είπα ότι µία είναι η µάχη
κι αυτή παντοτινά θα είναι
χαµένη και για µένα αλλά
και γι’ αυτήν.

Η διαφορά µεταξύ µας όµως
είναι ότι αυτή θα δει το νικητή
καθώς θα µε κουρσεύει
σε αφύτευτο ελαιώνα.

Β΄

Τι να τον κάνεις
τον καρπό
όταν δεν έχεις
δέντρα
να αυλακώσεις,
µονολογούσε
ο ποιητής
που ήξερε
τους επίγονους
του
Κωνσταντίνου Καρυωτάκη.
Και αυτός αφού κρέµασε
σ’ όλα τα λιόδεντρα
χάρτινα προσωπεία
µε τους ελεεινούς
σάτυρους της αµπέλου και της ελιάς,
έβαλε τη σφαίρα στη θαλάµη,

και τότε η µικρή κατάλαβε τους
ήχους της Μεγάλης Παρασκευής




ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΗΣ ΣΑΓΚΑΗΣ

Αχνό, μισοσχηματισμένο όμως
το σημάδι της διπλής ευτυχίας
κατευόδιο κι απαντοχή
το ιδεόγραμμα σύννεφο
τις αδικίες της ημέρας
θέλει να τις σκεπάσει
καθώς αιωρείται δήθεν αδιάφθορο
μαζί με τους χαρταετούς
των χαμένων παιδιών.

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Έσκυψε το κεφάλι
τίποτα δεν ήταν όπως πριν
τίποτα απολύτως
θυμήθηκε τότε την τελευταία μετάληψη
το πρώτο θρανίο
την τελευταία γυναίκα των χαδιών
τα θυμήθηκε όλα αυτά ένα ένα
με την αλλοπρόσαλλη σειρά των ανέμων
πίστεψε μάλιστα μια στιγμή
πως ήταν άνθρωπος ξανά.


1η δημοσίευση έντυπη θράκα (τευχος 7)




Το βιβλίο του Ευάγγελου Τζάνου «Αφανισμός» ήλθε πρόσφατα στα χέρια μου χάρις στον εκλεκτό και αγαπημένο φίλο μου και φίλο του συγγραφέα Μιχάλη Παπαδόπουλο.
Αξίζει επίσης, πριν μιλήσω για το βιβλίο, να αναφερθώ σε μια σύμπτωση, από αυτές που παρατηρώ με ενδιαφέρον, όταν για κάποιο λόγο εμφανίζονται σχεδόν ταυτόχρονα δύο γεγονότα, ως να ελκύονται το ένα από το άλλο. Η νουβέλα «Αφανισμός» έχει για ορίζοντά της τα γεγονότα που πλαισιώνουν την καταστροφή της Μήλου από τους Αθηναίους. Το βιβλίο ήλθε στα χέρια μου σε μια περίοδο που όλο και πιο έντονα απασχολούσε τη σκέψη μου ο «Διάλογος των Μήλιων και Αθηναίων». Είχα να καταπιαστώ με αυτό το κείμενο του Θουκυδίδη εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τα πρώτα χρόνια του διορισμού μου στην εκπαίδευση. Η αφορμή που με έστρεφε σε αυτό τώρα ίσως να ήταν, όπως πάντα, η Κύπρος – η πλάνη για το μέγεθός της και τη γεωπολιτική στρατηγική της σημασία έναντι άλλων γειτονικών κρατών στη διεθνή πολιτική σκακιέρα, ο ιδεαλισμός που οι αδύνατοι αναπτύσσουν προσπαθώντας να αντισταθμίσουν τη δυσχερή τους θέση, ο ρεαλισμός και στο άλλο άκρο η αλαζονεία της δύναμης, των ισχυρών. Αφορμή η Κύπρος αλλά εξίσου, αν όχι περισσότερο, όσα διαδραματίζονται στην παγκόσμια σκηνή. Η τυφλή βία, η αδικία, η σχετικότητα στην αντίληψη του δίκαιου και του άδικου ως προσωπικού συμφέροντος, όπως και τα αιώνια γενικώς ερωτήματα και διλήμματα.
Ας έρθουμε τώρα στο προκείμενο, όπως λέει και ο συγγραφέας του «Αφανισμού». «Η συμφιλίωση με την πλάνη των άλλων απαιτεί μακρόχρονη προσπάθεια.» Ο συγγραφέας καταφέρνει από την πρώτη κιόλας γραμμή με τρόπο ευθύβολο να αρπάξει τον αναγνώστη του. Τον ρίχνει αμέσως στο δίχτυ μιας κοινής εμπειρίας. Επειδή οι άνθρωποι ως άτομα ή ως ομάδες ή ως λαοί ή ως μέλη οργανωμένων κρατών έρχονται συχνά αντιμέτωποι με την πλάνη του άλλου ή των άλλων κι από την επιδεξιότητα ή την ικανότητα κατάλληλης απάντησης ή θα σωθούν ή θα αφανιστούν. Το δεύτερο κατόρθωμα αυτού του πρώτου κεφαλαίου είναι πως σπερματικά περιέχει προλογικά την κύρια ιδέα και τα θέματα που θα αναπτυχθούν στη συνέχεια. Το μότο του βιβλίου, απόσπασμα από τις Τρωάδες του Ευριπίδη, προτάσσει τον αξιακό κώδικα του συγγραφέα και συμπερασματικά την κύρια ιδέα στην οποία κατατείνει το έργο αλλά και ως άξονας κινεί τη συγγραφική σύλληψη και πρόθεση.
Η αφηγηματική φωνή ανήκει σε κάποιον Αθηναίο που ζει τον αφανισμό της δικής του πόλης, της Αθήνας, στα χρόνια του Αντίγονου Γονατά. Καταφεύγοντας στη μελέτη του παρελθόντος βρίσκει το χειρόγραφο ενός Αθηναίου ζευγίτη, του Ακταίου, που συμμετείχε στον πόλεμο και τον αφανισμό της Μήλου και ως έποικος εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο κατακτημένο νησί. Ήδη τοποθετείται στο κέντρο της νουβέλας η τραγική μοίρα, η ανθρώπινη περιπέτεια της ανόρθωσης και της πτώσης, έτσι όπως εναλλάσσονται οι περιπέτειες από τους αφηγητές μέσα στην τροχιά του χρόνου. Ως βέλος εκτινάσσεται η φωνή του Ευριπίδη και των Τρωάδων, περνάει τη σκυτάλη της αφήγησης στα πρόσωπα του έργου, συνεχίζοντας με την υπόμνηση της ιστορίας των Μήλιων και την αναφορά σε μια Αθήνα άλλοτε ισχυρή και παντοδύναμη και τώρα αφανισμένη. Με τη νηφαλιότητα που ευνοεί η παρέλευση εκατόν πενήντα τόσων χρόνων από τα γεγονότα, ο Αθηναίος αφηγητής ονομάζει την ενέργεια και το αποτέλεσμα της επιχείρησης της Αθήνας κατά των Μήλιων «Αφανισμό». «Πριν από σχεδόν ενάμιση αιώνα αρνήθηκαν (οι Μήλιοι) να υποταχτούν στην πλάνη της Αθήνας, για τη δήθεν παντοτινή υπεροχή της, και τότε εμείς οι Αθηναίοι τους αφανίσαμε.» ( σελ. 10). Στη συνέχεια παραδίνει τον αναγνώστη στην αφήγηση του Ακταίου μέσα από το χειρόγραφο. Τώρα ο αφανισμός δεν είναι αφανισμός αλλά η δίκαιη τιμωρία των ανυπότακτων Μήλιων. Ο Ακταίος δεν διστάζει να δηλώσει πως, ως ευνοούμενος του Αλκιβιάδη του γιου του Κλεινία, του δόθηκε κλήρος κι εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του ως έποικος στο νησί. Οι έποικοι έκαναν πατρίδα τους τη Μήλο και διατήρησαν ταυτόχρονα τους δεσμούς τους με την Αθήνα. Σε περιόδους ειρήνης ταξίδευαν στην Αθήνα, σε περιόδους πολέμου στρατεύονταν και πολεμούσαν με τον στρατό της μητρόπολης. Περιμένει τώρα χαρούμενος και περήφανος την επιστροφή του γιου του Ναυσίμαχου στο νησί μετά τη νίκη του Αθηναϊκού στόλου στις Αργινούσες. Ακολουθεί μια εξιστόρηση των γεγονότων της πολιορκίας της Μήλου και της καταστροφής της, όπως τα έζησε ο ίδιος ως στρατιώτης κι όπως τα αντιλαμβάνεται. Είναι μια αφήγηση αληθοφανής, πιστή στο κλίμα της εποχής του, πολύ κοντά στις ιδέες και τις αξίες της Αθηναϊκής ηγεμονίας την οποία υπηρέτησε ως στρατιώτης: Περηφάνια για την Αθήνα και τη δύναμή της. Ο αφανισμός δεν ήταν αφανισμός αλλά ανοικοδόμηση, και η πολιορκία δίκαιη τιμωρία των ανυπόταχτων. Ό,τι υπονομεύει τη ρητορεία του –κι ευτυχώς για τον συγγραφέα και τον αναγνώστη, γιατί τότε ποιο νόημα θα είχε να ακούμε τον απόηχο των επιχειρημάτων της υπεράσπισης της Αθηναϊκής ηγεμονίας– ό,τι λοιπόν υπονομεύει τη ρητορεία του Ακταίου είναι η ανάδυση σκέψεων κι επιθυμιών που είναι προσωπικές και χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση κι ανάγκη.
Υποδηλώνεται κάποιος θαυμασμός για την αντοχή των Μήλιων, που είναι και του συγγραφέα θαυμασμός, αλλά το πιο υπονομευτικό είναι το σχόλιο: «Τα παιδιά μας βρήκαν χώμα δίχως νωπά αίματα να παίξουν».
Για έναν αφοσιωμένο στρατιώτη της Αθηναϊκής ηγεμονίας είναι η μόνη έμμεση κριτική που θα ήταν πιστευτή και αληθοφανής και γι’ αυτό πιο συγκλονιστική.
Κατά τα άλλα, ο Ακταίος περιγράφει χωρίς μεγάλη ενόχληση το σύστημα της κληρουχίας ως μέσο επιβολής.
Μέσα στη μεγάλη εγκιβωτισμένη αφήγηση του χειρόγραφου, εγκιβωτίζονται άλλες ιστορίες:
  • Η Αύρα και η Αυγή. Αξίζει να προσέξουμε ακόμη και τα ονόματα των δύο αδελφών που διέφυγαν της σφαγής κι αιχμαλωσίας και ζουν ως φαντάσματα κι εφιάλτες της καταστροφής –καταστροφή της πατρίδας, των συμπατριωτών τους και προσωπική– αλλά επιζούν κι ως πνεύματα του άκρατου ιδεαλισμού των Μήλιων κι ως άγγελοι ελευθερίας.
  • Η εφιαλτική ιστορία των ανθρώπων που μεταμορφώνονται σε μαϊμούδες και στην οποία πυκνώνουν οι αναγωγές στη σημερινή πραγματικότητα.
  • Η ιστορία του ιδιοφυούς μουσικού Λίνου και ο αφανισμός του από τη δύναμη ή/και το φθόνο. Βλέπε Ηρακλής και Απόλλων.
Ο Ακταίος αγνοεί την παράκληση, την ικεσία της Αύρας να την αφήσει ελεύθερη. Η Ύβρις ακολουθείται νομοτελειακά από την Τίσιν.
Οι εγκιβωτισμένες ιστορίες πυκνώνουν ως βόμβα την ύλη μιας τραγικής μοίρας που υπακούει στον νόμο της εναλλαγής άνοδος - πτώση κι εκρήγνυται στο κεφάλι του Ακταίου. Ο Ακταίος πληροφορείται από την Αύρα πως ο γιος του ο Ναυσίμαχος, που επέστρεφε νικητής από τις Αργινούσες, έχει πνιγεί μαζί με άλλους καθώς το καράβι τους ναυάγησε.
Ακολουθεί η έξοδος - θρήνος του Ακταίου. Το συναισθηματικό ξέσπασμα περνά γοργά σε μια κινηματογραφική αφήγηση για τη σύντομη ζωή του Ναυσίμαχου, τα παιδικά του χρόνια, τον χαρακτήρα του με μια κάπως περίεργα ψύχραιμη απόσταση. Είναι το μνημείο που στήνει με την αφήγηση και τη γραφή ο πατέρας, το μόνο παντοτινό μνημείο κι αθάνατο. Μια ψύχραιμη αφήγηση συντηρεί ωστόσο ακλόνητη τη συνέπεια του στρατευμένου προς τις αξίες και την ιδεολογία της Αθηναϊκής ηγεμονίας, αυτά δηλαδή που πίστεψε και έκανε τα έκανε ζωή του και νόημα της ζωής του. Η περηφάνια για την πόλη του και τη δύναμή της, η πίστη του στις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές της δεν κλονίζεται ούτε στιγμή ακόμη κι όταν σαν αστροπελέκι πέφτει η είδηση της τραγικής του μοίρας, της τραγικής απώλειας του παιδιού του. «Πάνω απ’ όλα σήμερα η Αθήνα, μέσα στο πένθος της, γιορτάζει μια ακόμη νίκη. Ακόμη μια επιβεβαίωση της δύναμής της. Της παντοτινής.» Ιδού η πλάνη από την αρχή του βιβλίου ως το τέλος. «Άνθρωποι πάντα χάνονταν και θα συνεχίσουν να χάνονται, όμως η πόλη μας θα ζει – νικήτρια στον πόλεμο με τους Σπαρτιάτες, νικήτρια σε κάθε πόλεμο.»
«Ας γυρίσω, να γίνει ό,τι είναι να γίνει στο σπίτι.» Λίγες γραμμές πιο πάνω διαβάσαμε πως η προσωπική του δυστυχία δεν θα του αλλάξει τη γνώμη ούτε για την τύχη της Αύρας που σκοπεύει να την κυνηγήσει αργότερα. Η Αύρα θα έπρεπε τουλάχιστον τώρα να του καθρεφτίσει κάτι από την τραγική του μοίρα και την τωρινή του κατάσταση, αλλά δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ακόμη μια φορά, και μάλιστα σε μια τέτοια στιγμή, παραμένει τυφλός. Το χειρόγραφο τελειώνει εδώ.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο Αθηναίος αφηγητής μάς πληροφορεί πως δυο χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι κληρούχοι εκδιώχθηκαν από τη Μήλο και γύρισαν στην ταπεινωμένη από τους Σπαρτιάτες Αθήνα ως ξένοι και πρόσφυγες. Οι διασκορπισμένοι Μήλιοι επέστρεψαν στο νησί τους. «Κατά μια εκδοχή, ανάμεσα στους πρώτους που επαναπατρίστηκαν ήταν ο ποιητής Διαγόρας. Πρωτύτερα είχε πουληθεί ως δούλος στην Αίγινα.»
Το έργο κλείνει με μια ακόμη ανατροπή ανόδου - πτώσης κι αποκατάστασης του δικαίου με τελευταία λέξη την αποκατάσταση του ποιητή που από δούλος παίρνει πάλι τη θέση του. Ένα ιδιαίτερα ελπιδοφόρο τέλος και ανοικτό σε ενδιαφέρουσες ερμηνείες.
Ο «Αφανισμός» είναι αφορμή για αναγωγή στο παρόν. Σε πραγματικότητες του τόπου μας, της Ελλάδας και γενικότερα σε ό,τι συμβαίνει σήμερα και σαν πάντα στον κόσμο. Τα λογοτεχνικά βιβλία λειτουργούν διαφορετικά για τους αναγνώστες από τόπο σε τόπο, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και εμπειρίες. Νομίζω πως η πρόσληψή του στην Κύπρο θα διαφέρει σε κάποια σημεία από την πρόσληψή του στην Ελλάδα. Ο «Αφανισμός» γίνεται επίσης αφορμή για αναγωγή στο παρόν και στα όσα διαδραματίζονται στην παγκόσμια σκηνή.
Η γραφή είναι απλή και λιτή. Σε κάποια σημεία η έκφραση, το ύφος –ιδιαίτερα στους διαλόγους– λειτούργησε στη δική μου μνήμη θετικά για την ανάδυση παλαιότερης ιστορικής γνώσης, ιδεών, σκέψεων, εντυπώσεων από την Αρχαία Γραμματεία. Αυτό όμως το υφαντό διαρρηγνύεται κατά περίεργο κι αιφνίδιο τρόπο με εικόνες σημερινές και λογοτεχνικούς τρόπους σύγχρονους. Ίσως είναι ένα επιπλέον κέντρισμα κι ερέθισμα για την αναγωγή στο παρόν. «Το κυνήγι πρέπει να πήγε καλά. Πλάι του φανταστείτε ένα άγριο κριάρι – το μόνο που κατάφερε να σκοτώσει, γιατί όσο κι αν σέρφαρε στο διαδίκτυο δεν μπόρεσε να εντοπίσει άλλου είδους θήραμα κατάλληλο για την περίσταση.»
Άλλο παράδειγμα είναι το μότο του προτελευταίου κεφαλαίου: «Κι αυτή η τρελή επιμονή της άνοιξης/ Να κρέμεται στον τοίχο δίχως καρφί» (Λάμπρος Σπυριούνης).
Η πρόταξη των στίχων προετοιμάζει θρήνο και συναισθηματικό ξέσπασμα που όμως αναστέλλεται, ελέγχεται με τρόπο ανοίκειο, τουλάχιστον για μένα προσωπικά. Το πένθος δεν ολοκληρώνεται. Η κάθαρση δεν έρχεται, όπως τη γνωρίζουμε, και ο συγγραφέας μάς παραδίδει και πάλι στην αενάως επαναλαμβανόμενη άνοδο - πτώση, μας αφήνει μέσα στο ζόφο της Άτης /Πλάνης και της τραγικής μοίρας τού από σαν πάντα και σήμερα πλανεμένου ανθρώπου.


[Το παρόν κείμενο αναγνώστηκε στην παρουσίαση της νουβέλας Αφανισμός στο Κέντρο Λόγου και Τεχνών Τεχνοδρόμιο, στη Λεμεσό της Κύπρου, την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017.]



*Η Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1955. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1995 μέχρι το 2003 εργάστηκε με απόσπαση στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου ως συντονίστρια ειδικών προγραμμάτων στα Γυμνάσια καθώς και για την παραγωγή παιδαγωγικού υλικού. Από το 2003 μέχρι το 2011 εργάστηκε ως συντονίστρια σε προγράμματα για τη Ζώνη Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας των σχολείων της Φανερωμένης στην Παλιά Λευκωσία. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το έργο της «Ο Νώε στην πόλη», (εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2012). «Ο Νώε στην πόλη» έχει μεταφραστεί στα σέρβικα από τον Sasha Djordjevic και στα ιταλικά από τον Crescenzio Sangiglio. Στα σέρβικα έχει επίσης μεταφραστεί το έργο της «Ναρκοσυλλέκτρια», (εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014). Το βιβλίο «Ο Νώε στην πόλη» στη Σερβία τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης μετάφρασης ξένου βιβλίου. Εργογραφία: Ποίηση: «Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύχτες Γυμνές», (Λευκωσία 2002), «…σε έρωτα ή θάνατο θα πάμε…», (Λευκωσία 2005), «Το Μέσα Φόρεμα», (εκδόσεις Αφή, 2011), «Ο Νώε στην πόλη», (Πλανόδιον, 2012) και «Ναρκοσυλλέκτρια», (εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2014). Πεζά: «Χωρίς την Αριάδνη, στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση», (Γκοβόστης, Αθήνα, 2006) και «Φίλε μου, εγώ δεν είμαι σαν και σένα. Το γράμμα ενός μοναχικού παιδιού», (Λευκωσία, 2006).


1. Ελλέιπω

Ελλείπει ο βυθός από το μπλε της ενατένισης
Κι άκριες του αφρού από χιλιάδες κύματα

Από το φως που τρέμει μες την θάλαττα
η μαρμαρυγή
Κι απ’τη ζωή
ο ίσκιος μου.

Τι να ‘ναι αυτό που έρχεται σαν πλημμυρίδα και ξεσπά
και σχίζει τις νεφέλες ;

Σαν το γυαλί που σε κομμάτια μια γυναίκα
λίγο πιο έξω απ’τους πιο οικείους του θανάτου
σύντριψε
στο πίσω το κατώφλι του σπιτιού – το πιο πεπατημένο
τη μέρα της κηδείας.

Κι ο ήχος δεν σταμάτησε τον Θάνατο
Κι ο Θάνατος συνέχισε φεύγει
Και χρόνος δεν υπήρχε πια
Για άλλες δοξασίες

Ελλείπω.

Σαμάρωσα την πλάτη ενός ζώου
μέσα σε μία νύχτα που κάποιοι απ’τους ανθρώπους μακρυά
σοφά
έκαναν έρωτα.

Είναι σ’εκείνο το υποζύγιο
που χρωστώ
όλες τις χάρες της φυγής
και πάνω απ’όλα
τις ανάσες

Ελλείπω
δεν θα πει απουσιάζω
Θα πει πως εξετράπην της πορείας μου
και πως ψηλάφισα μιας άκρατης πνοής την κοντανάσα

Θα πει αδόκητα πως βρήκα
δρόμο
για να επιστρέψω.




2. Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους
που πάνε και γλυκαίνονται όλοι μαζί
τις νύχτες
στο κτήμα με τα σύκα.

Σκέφτηκα, αν θες, λοιπόν
πριν να ’ρθει εκείνη η ώρα για να γίνει το καρτέρι
-αν το θες
να μέναμε για λίγο
μόνοι.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Θα τους παραφυλάξουν με τα όπλα και τους ώμους τους σφιχτούς κοντά στα πρόσωπά τους
Οι άνθρωποι της γης.

Θα σταλαχθούν
θα μπερδευτούν, αίμα ζεστό
χώμα θερμό του Αυγούστου.

Σκέφτηκα, αν θες, λοιπόν
πως θα ‘ναι κρίμα αν έρθει ο Θάνατος
κι εμείς δεν έχουμε τον χρόνο βρει
-την πιο δεινή απ’τις δυνάμεις της ζωής-
να μείνουμε για λίγο
μόνοι.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Θα πάρουν την ζωή τους με τη βία πάνω στο ηδύτατο το ερέθισμά της
οι άνδρες εκείνοι του χωριού...
που βλέπεις να σηκώνουν τα ποτήρια το κρασί μέσα στο μεσημέρι
κι έτσι να στέκονται ανάμεσα στα μάτια μας
που με προσπάθεια και από μακρυά
κοιτάζονται.
Εκείνοι οι άνδρες είναι που απόψε δεν θα κοιμηθούν
και άξαφνα
και βίαια
θ’αποστερήσουν τις ανάσες
από τα νυχτοδιψασμένα χείλη των ζώων και του δάσους.

Απόψε θα σκοτώσουν τους αγριόχοιρους.

Σκέφτηκα το λοιπόν
Εμείς
τι θ’απογίνουμε Εμείς
αν όλη τη ζωή
κι όλα τα καλοκαίρια
προδίδουμε
έναν δικό μας Έρωτα ;

Σκέφτηκα Εμείς
τι θ’απογίνουμε Εμείς
μες στη Ζωή αν δεν βρούμε
τη στιγμή
να φέρουμε κοντά τα σώματά μας ;

Σκέφτηκα Εμείς
Γιατί τόσο φοβόμαστε
Γιατί τόσο διστάζουμε

Να δώσουμε ζωή ;








Σύντομο εργοβιογραφικό

Η Ελένη Βελέντζα γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1987. Κατάγεται από την Δροσιά Χαλκίδος όπου και μεγάλωσε. Είναι απόφοιτος της Νομικής Αθηνών και υποψήφια διδάκτωρ της Εγκληματολογίας του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν στο Βέλγιο. Η πρώτη της ποιητική συλλογή θα εκδοθεί τον ερχόμενο Οκτώβρη από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.



Του Πέτρου Γκολίτση

Χρήστος Κολτσίδας, Τα ορεινά, εκδ. Μελάνι, 2015.


«Τα λόγια τα διαφεντεύουν τα νερά
Τα σκυλιά συνεισφέρουν στην ομίχλη όταν ανασαίνουν
Τα μάτια γίνονται αστέρια σε νερολακκούβες»
(«Επιστροφή»)

Ο Χρήστος Κολτσίδας (Καρδίτσα, 1991), απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., στο πρώτο ποιητικό του βιβλίο, Τα ορεινά, όχι μόνο αποτίει φόρο τιμής στον Χρήστο Μπράβο (1948-1987) με τον τίτλο που επιλέγει, παραπέμποντας στο βιβλίο του Ορεινό καταφύγιο (1983), αλλά ουσιαστικά βαδίζει στους τόπους που επινόησε και καλλιέργησε με τον τόσο δικό του και χαρακτηριστικό του τρόπο ο σπουδαίος αυτός ποιητής μας.
Συγκεκριμένα, ο Κολτσίδας κινείται −σχηματίζοντας το διακριτό πρόσωπό του− μεταξύ του δημοτικού μοτίβου και ενός μοντερνισμού που εφάπτεται του εξπρεσιονισμού, «σαχτουρίζοντας», με το επιπρόσθετο όμως στοιχείο πως με την αυτo-αναφορικότητα και την στοχαστικότητά του, ο νεότερος μας ποιητής, εισάγει στοιχεία της αποδομητικής στροφής, ακολουθώντας το δρόμο που αμφισβητεί τα οντολογικά και επιστημονικά θεμέλια της φιλοσοφίας, της λογοτεχνικής θεωρίας και της κριτικής, τα οποία και οπλίζουν και σχηματίζουν την ποιητική του.
Πέρα από τα μότο των Ludwig Wittgenstein και Robert Frost που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου, ο νέος αυτός ποιητής μπολιάζει στα παραπάνω τη φορά της ποίησης του Wallace Stevens, τραβώντας μας το χαλί κάτω από τα πόδια −άσχετα αν εμείς εδώ και καιρό είμαστε ήδη κρεμασμένοι από το ταβάνι ή βρισκόμαστε κάπου αλλού− και μας καλεί στον δικό του προσεκτικά οριοθετημένο χώρο. Εμείς με τη σειρά μας, με χαρά, δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε, εφόσον φέρεται όχι μόνο ως κύριος των μέσων του και ως λάτρης της ποίησης, της φιλοσοφίας και ιδίως του εσωτερικά βιωμένου του χώρου −με τις παλλόμενες και φορτισμένες σιωπές του− αλλά και ως κάποιος που βιώνει επίσης από μέσα και με δικό του τρόπο τον «ήχο της αίσθησης», για τον οποίο και μίλησε ο Robert Frost. Χωρίς να εγκαταλείπεται επιπρόσθετα στον καθαρό ήχο της γλώσσας, κομίζει έναν σκεπτικισμό απέναντι στη γλώσσα, για να μας εναποθέσει τελικά σε ένα μετα-ποιημένο δημοτικό χώρο, εντός του οποίου αναζητά, κι εμείς μαζί του, αν όχι μια κρυψώνα, τουλάχιστον ένα χάνι για να ξαποστάσει από το ταξίδι του νοήματος, το οποίο και ολισθαίνει ή παραμένει από την ιδιοσυστασία του γλιστερό, στο διαρκές κατευόδιο που μας συμβαίνει.
Ας δούμε όμως ένα δείγμα. Το ποίημα «Ο καιρός στην επαρχία, 3»:

Καθώς σκύβω δίπλα στη φωτιά
μες στο καπνισμένο δωμάτιο
τα ρούχα των περαστικών που φαντάζομαι
μυρίζουν κρεμμύδι και βρεγμένο ξύλο

Είναι μια τρύπα που μέσα της ακινητοποιείται η σκόνη
και ξεχνιέμαι στον ουράνιο θόλο
Σαλεύει η μούχλα του τοίχου
Μόνο ο χειμώνας ταιριάζει σ’ αυτόν τον τόπο
και συντονίζομαι με το αντικείμενό μου
Φυλάω στα μάτια μου τον παλμό του

Νομίζω ότι βυθίζομαι και ότι
δεν υπάρχω.

Η νοηματική διασπορά και η συχνή −φαινομενικά τουλάχιστον− αοριστία των στίχων αυτού του τύπου της ποίησης που καλλιεργεί ο Κολτσίδας, επιμένει, εκφράζεται και εξαντλείται εντός του ίδιου του ποιήματος ως μονάδας. Ποιήματα που απαρτίζονται ή εκδηλώνονται μάλιστα ως ένα κρυπτικό τρίπτυχο ή πολύπτυχο που −αντί να αναπτυχθεί σε περισσότερα ποιήματα με παραπλήσια προβληματική ή αισθητική, ώστε «δια-ποιηματικά» να αρθρωθεί και να συγκρατηθεί το «νόημα»− αγκιστρώνεται από το αντικείμενο ή από μια παραποιημένη μνήμη ή αίσθηση για να μην χαθεί και να αρτιωθεί τελικά ως ένα αισθητικό-στοχαστικό κατόρθωμα.
Προτάσσοντας, για να προχωρήσουμε, την αναγνωστική απόλαυση, ο ποιητής μετεωρίζεται μεταξύ του προβλήματος της μεταφοράς και μιας ιδιότυπης γείωσης στον τόπο και στην ιστορία, φέροντας μια ανανέωση ή καλύτερα ανανεώνοντας μια «προβληματική», προσθέτοντας και αναμιγνύοντας στοιχεία που ήταν διάσπαρτα και περιμέναν μια νέα εκδοχή. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μνήμη-φαντασία και την πραγματικότητα, αγνοεί την ιστορικο-πολιτική συγκυρία και σκάβει στον ορεινό τόπο του για να βρει μια μορφή «τελειότητας» που εγκατοικεί όχι στον ήχο των λέξεων ή των εικόνων, αλλά στην άρμοση του νοήματος και του μη νοήματος, της μιας συλλαβής όπως αυτή δένει με την επόμενη, χτίζοντας ποιήματα-όγκους που αυτοαναιρούνται και που αυτο-υπονομεύουν τους όγκους που τα ίδια ορθώνουνε. «Προέχει ο τόπος ως τόπος / τα όντα ως όντα σιωπηλά» (ό.π., «2»), γράφει ενδεικτικά. Ή αλλού, συγκατοικεί με «βάναυσους ήχους» και με «το βάδισμα των ζώων στο ξύλινο πάτωμα».
Πρόκειται τελικά για ποιήματα ενός κλειστού νοητικού κυκλώματος που αυτο-αναφέρονται και αυτο-φωτίζονται. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Ορχηστρικό»: «Όλα ορθώνονται με σύνεση κι εγκράτεια τριγύρω», αφού προηγουμένως μας έχει δείξει, με τρόπο φιλοσοφικο-ποιητικό θα λέγαμε, πως «ο ήλιος ψυχώνει σκιές», «ο άνεμος [τον] βοηθάει» και στην «καρδιά του τοπίου» η «βλάστηση είναι ορεινή». Ή αρτιότερα στο ποίημα «6» (ό.π.), το οποίο και παραθέτουμε ολόκληρο:

Μήνα Δεκέμβρη
κ’ ήτανε ξέχιονα τα βουνά
πέρα ως πέρα
Ήρθαν καβάλα με τον ήλιο
αυτοί
και φλόγισαν τα σπίτια

Κι έπεσε νύχτα με σύννεφο κι ομίχλη
κι έσκουζε το μαύρο το σκυλί
σαν το ξεχασμένο το πουλί
που χτυπιέται στο πατάρι
Και μέχρι να ‘ρθει το πρωί
χιόνισε.

Ποίημα που δικαιολογεί επαρκώς την αρχική και κύρια τοποθέτησή μας στη σχέση του εν λόγω ποιητή με τον Χρήστο Μπράβο. Ο ποιητής, πέρα από την ειρωνεία και την κρυμμένη απελπισία που βλέπουμε στο τέλος του παραπάνω ποιήματος, με αυτού του τύπου την ανατροπή, ευελπιστεί ότι υπάρχει αλήθεια για να βιωθεί και φαντάζεται μαζί με ορισμένους φιλοσόφους πως γίνεται να λυθεί ο γρίφος του μυστηρίου της ζωής ή έστω γίνεται να κινηθεί στα όρια αυτού του «συνόλου» που μας αποκαλύπτεται και εντός του οποίου μετέχουμε. Και έτσι από Τα ορεινά, από ένα ορεινό δηλ. καταφύγιο, σε ένα οροπέδιο ή σε ένα ξέφωτο, αφήνει τα νερά της μνήμης και της βιωμένης «παράδοσης» να αναμιχθούν με τις τεχνικές της ποίησης και της φιλοσοφίας, ώστε στην χειρότερη των περιπτώσεων να καταστήσει την πραγματικότητα βιώσιμη και ίσως ανεκτή.
Κινούμενος προς την ανάκτηση μιας πρωταρχικής αίσθησης και μιας αναβλύζουσας καθαρότητας, με την ευγένεια και τη διακριτικότητά του, αποσύρει το πρόσωπό του (παρεμπιπτόντως δεν υπάρχει φωτογραφία του για την ώρα στο διαδίκτυο) για να δώσει χώρο στη φαντασία και να τη «στολίσει» με τα απομεινάρια μιας αίσθησης που έμμεσα παραπέμπει σε μια ποιητικά υπό διαμόρφωση συνείδηση, ως ένα work in progress που μεταθέτει τον όποιο οριστικό σχηματισμό του. Ώστε να φλερτάρει επίμονα με τις άκρες του «συνόλου» που σημειώσαμε.
Ακολουθώντας, με άλλα λόγια, έως τέλους την στρατηγική εμμονή του Wallace Stevens, «να δραπετεύσει από την πραγματικότητα μέσω μιας μεταφοράς», ο ποιητής παρασύρεται πιο βαθιά εντός της, καθότι κάθε κίνηση δραπέτευσης αυξάνει την ένταση των δεσμών, που επαυξάνουν με τη σειρά τους την ανάγκη μιας διαφυγής, για να συναντήσει τελικά και επαναληπτικά την προσπάθεια του Αμερικανού ποιητή να «οικοδομήσει ένα παρόν τελειούμενο μέσα στην ανίατη πενία της ζωής» και να ψηλαφίσει τα νέα διαρκώς μετατοπιζόμενα όρια της γυμνώσεώς του. Τα οποία και εξαρχής διατυπώνονται, εντός της καλλιτεχνικής αρτιότητας τους στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, «Οριοθέτηση του τοπίου» με το οποίο και κλείνουμε:

Χωράς να κινηθείς απ’ τη μιαν άκρη στην άλλη

Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο
Πλατάγιασμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού

Κι αν βγούμε βράδυ ως το βουνό
με κλαρίνο και λαούτο και φόβο για βοηθό−
έρχονται ζώα με στόμα κόκκινο που αχνίζει

Είναι ένας τόπος όμορφος
Τόπος ροής
τόπος κυνηγιού
τόπος μελισσοκόμων.


ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ



Και η πρώτη ημέρα εμφανίζεται αποφασισμένη , ζωηρή
Κρατώντας τη δική της πρωτότυπη επιγραφή:
«Το μαντήλι της νύχτας λύθηκε και στο καινούριο φώς κάθε είδους ελευθερία
είναι επιτρεπτή όχι μόνο στο έδαφος αλλά και στον αέρα».
Ο Κάρλ ήταν εκεί. « ‘Ήρθε η στιγμή να ξεφορτωθώ τη βαρύτητα» σκέφτεται
« Και να αναλάβω δράση. Θα μεταμορφωθώ σε αειθαλές πνεύμα
Και θα πετάξω πάνω από την πόλη με καλή διάθεση.
θα μπορούσα να διορθώσω –με δαιμόνιο τρόπο-μερικά προβλήματα
έστω και τα πιό μικρά ή θα έλυνα το γόρδιο δεσμό με άλλο τρόπο.
Η επιθυμία μου θα ήταν να μεσολαβήσω στη σύναψη ειρήνης
σε τοπικό ή και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τώρα καθώς ανυψώνομαι
Βλέπω το χορτάρι σε σμίκρυνση
Το στερέωμα σε αναστάτωση.
Και στις στέγες τα παιδιά τοποθετούν τα μικρά σύννεφα σε μικρά κουτιά.
Ενώ σε κάποια σταυροδρόμια μιλούν οι ρήτορες. Το αραιό αλλά πιστό ακροατήριο ρωτά
σε τι τελικά διαφέρουν τα μεγάλα προβλήματα από τα μικρά
εφ όσον και τα δύο προκαλούν την ίδια ανησυχία.”
Μερικοί έχουν κάποια απάντηση, άλλοι ακούν το
εσωτερικό κουδούνι και τρέχουν για την προσωπική τους καταξίωση.
Θα μπορούσα ίσως να γίνω ο απεσταλμένος της Διοίκησης και να καταγράψω
τα αιτήματα και τους φόβους σε αυτές τις σκονισμένες γειτονιές.


Από ψηλά, το ατέρμονο τραίνο μεταφοράς ενέργειας μοιάζει με σκοτεινό
μονοπάτι, κόβοντας στα δυό την πόλη. Και αλλού το πλήθος πυκνώνει σαν ρυάκι λάβας πού βουίζει, χωρίς να απειλεί.
Το βράδυ μάλλον θα εκραγεί στις αίθουσες χορού.


Ενώ παράξενη ησυχία στις όχθες τού ποταμού. Στη σκιά
Της αρχαίας σεκόγιας οι νέοι διαβάζουν φορώντας ανάποδα τις μπλούζες τους.
Εδώ δεν θα παρέμβαινα, μόνο θα πετούσα χαμηλότερα για να ρίξω μιά ματιά στους τίτλους.
Πολύ ψηλά υπάρχουν σημεία όπου συναντώ τους τέσσερις ανέμους
Και ελευθερώνομαι από το φορτίο του Άτλαντα πού έτσι κι αλλιώς
ανήκει στη μυθολογία.
Στο τέλος δε της πτήσης μου θα πρόσθετα χρώματα παντού
Φυτεύοντας πανσέδες και γαρύφαλλα, κυκλώνοντας με γιρλάντες τα κτίρια,
ιδίως αυτά που δίνουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η πτήση μου είναι πνευματική.
Νομίζω πως αγαπώ τη Γή, αν και οι συνεχείς αλλαγές της με αναστατώνουν.
Αλλά τι είναι αυτές οι ψυχρές σταγόνες;»
Πράγματι το βαρομετρικό χαμηλό και εχθρικά πουλιά κινούνται εναντίον του
Εγκαταλείπει προσωρινά τα σχέδια του και επιστρέφει άπρακτος στο σπίτι
σαν πληγωμένος spiderman.

Σκέφτεται πως θα ήταν ωραία να εμφανιστούν τώρα οι γείτονες
και να ακούσουν όλοι μαζί το έργο “Ο Γκασπάρ της νύχτας”.
Αλλά εδώ και καιρό το κουδούνι χτυπά μόνο στο μυαλό του
και με θλίψη διαπιστώνει πως η εποχή του Μουσείου πού άνοιγε όλες τις
πτέρυγές του μέρα και νύχτα μόνο γι αυτόν έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Κάθεται λοιπόν απέναντι από τον πίνακα και παρατηρεί
Την ασυνήθιστη κατάσταση της νύχτας πού περιέχει δύο ήλιους,
Δύο φεγγάρια και μερικά άστρα να αιωρούνται επάνω από
πολύχρωμους κύβους.

Η πόλη; Το δάσος; Το σπίτι των σκέψεων;
Αναρωτιέται καθώς τον τυλίγουν γαλάζιες κορδέλες ευτυχίας.
Είναι χωρίς αμφιβολία το δώρο του Σεπτέμβρη και τρέχει να ανοίξει.
Κάποιος χτυπάει το κουδούνι.






Η ΑΝΧΕΛΙΤΑ ΒΑΡΓΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΜΙΑ buleria.




Δεν ελπίζω πως θα φθάσω σήμερα στην κορυφή τού βουνού.
Μάλλον θα μείνω στους πρόποδες με τα λευκά κυκλάμινα
Καθώς λυγίζουν ελαφριά στον πρωινό αέρα
αποτυπώνονται στη σκέψη σαν «μελωδικό χαλί».
Και ούτε θα προσπαθήσω να διαβάσω την εφημερίδα
Έτσι κι αλλιώς είναι γραμμένη σε άγνωστη γλώσσα.
Ίσως ο αέρας να τη μεταφέρει στο μακρινό αναγνώστη
πού αδημονεί να την κατανοήσει.

Αλλά διακρίνω ξαφνικά το αισιόδοξο τραίνο. Σαν κινούμενο
σχέδιο σινικής αφήνει πίσω του τη χρυσή κοιλάδα
και τώρα μπαίνει στο σταθμό σαν χαρούμενο έντομο.
Θα δώ τις ήσυχες δροσερές κωμοπόλεις να ξυπνούν κάτω από
τους λόφους των αρχαίων ονομάτων , άγνωστα δέντρα και φυτά
θα εντυπωθούν στη μνήμη και στο τέλος της διαδρομής
πλούσιος σε αναμνήσεις θα γράψω το ημερολόγιο μου.
Και δεν θα αισθανθώ μοναξιά γιατί θα ανοίξω συζήτηση
με τους συνεπιβάτες. Θα μιλήσουμε για την αδημονία τής άφιξης
και την ομορφιά ή το άγχος τής μετάβασης από το γνωστό τόπο σε αυτόν
που νομίζουμε ως άγνωστο ή ελπίζουμε να παραμείνει άγνωστος.
Μέσα από τη συζήτηση και παρατηρώντας τον τρόπο που δένουν
το μαντήλι τους ή σταυρώνουν τα χέρια τους
θα έφθανα βαθιά στη σκέψη τους
και ίσως να διάβαζα και την καρδιά τους
σαν να ήταν διάφανη.
Και όταν φθάσω στον τερματικό σταθμό
ελπίζω να έχω μία σπουδαία συζήτηση με τους ακτήμονες
και ευτυχής θα άκουγα το αιχμηρό σαν κάκτο τραγούδι τους:

«Συχνά τρέχουμε άυπνοι έξω στη νύχτα
Σύννεφα σαν ανεμώνες η παπαρούνες καθώς και οι πικρές ιστορίες
του παρελθόντος τρέχουν μαζί μας
Κι ενώ θα θέλαμε να δούμε
κορδέλες γεμάτες ευχές να ξετυλίγονται στον ουρανό
το μόνο πού λάμπει είναι η πυκνή εναέρια κυκλοφορία
και το σκοινί τού λευκοντυμένου ακροβάτη.
Η ισορροπία του έχει τη χάρη αλλά και τη δυσκολία
του ουράνιου τόξου
Η αυτοσυγκέντρωσή του καθώς χαράσσει τον ουρανό,
Διεκδικώντας ένα κομμάτι του, μας συγκινεί.
Είναι ένας από τους δασκάλους μας.
Δάσκαλος είναι και ο Jitano που περπατά
στους αγρούς στο περιθώριο της νύχτας



Χρυσός σαν σκέψη ενώνεται με τα αρώματα,
τη νέα ανθοφορία.
Έχει προσθέσει ζωηρά χρώματα στην ενδυμασία των προγόνων του
και λάμψη στα μαλλιά του.
Εξασκείται σκληρά ώστε η φωνή του
να περάσει το σύνορο του μεγάλου ποταμού
και να απλωθεί στον ωκεανό.
Όταν κουραστεί μένει ακίνητος για να συνοψίσει τα φαινόμενα
σαν ειδώλιο σε φρέσκια τάφρο.»

Tο τραγούδι τους με συγκινεί , πρέπει
κι εγώ να διδαχτώ από τη σκέψη τους.
Ίσως τότε θα μπορέσω επιτέλους να σταθώ
εκεί όπου πάντα ονειρευόμουν και ανέβαλα για καιρό:
στο κέντρο των επιδιώξεών μου.
Και μόνο τότε η ιστορία μου, απελευθερωμένη
από την εποχή και τις προσταγές της
θα μπορεί να ακουστεί
και να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους της πλατείας.
Λένε «δεν αμφιβάλλουμε», απολαμβάνοντας το παγωτό
συνομιλώντας με τα δέντρα
που άλλα λένε και άλλα εννοούν.




ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΟΡΟΠΕΔΙΟ




δεν είχα άλλη επιλογή από το να είμαι αυθεντικός
Και το βιβλίο πού διάβασα τελευταία
με έκανε να σκεφτώ πως αξίζει
να ζεί κανείς για να το διαβάσει.
Αλλά ξεχνώ τον τίτλο.
Και το νόημα μερικές φορές μού διαφεύγει.
Μήπως όμως την αδυναμία αυτή
θα έπρεπε να τη θεωρήσω ένα μικρό θρίαμβο;
Και εάν άλλαζα την σειρά των κεφαλαίων
ίσως να εμφανιζόταν μία νέα τοιχογραφία.

Ας κατηφορίσουμε αυτό τον δρόμο τής προτείνω
δίνοντάς της το χέρι μου.
Στο τέρμα του θα δούμε τον φάρο.
Δεν βλέπω κανένα ίχνος τού χθεσινού εαυτού μου
που περπάτησε στον ίδιο αυτό δρόμο.
Σήμερα όλα φαντάζουν διαφορετικά
Κατάλαβα πως ζούμε «στην εποχή της πολικής αρκούδας
πού τρώει βατόμουρα και χτυπά τον φράκτη ελπίζοντας».
Και ο χρόνος δεν αρκεί για να κατανοήσω
τι συμβαίνει
τη στιγμή πού συμβαίνει
Είναι σαν να διασχίζεις τις χαράδρες με τα παλιά ορυχεία
ή την ομίχλη τής αυπνίας.

Ωστόσο ακόμα και σήμερα μπορείς να ακούσεις
τους γύρω λόφους να σε ρωτούν «θέλεις ένα μήλο;»
Και ένα είδος ευτυχίας λάμπει στη παλάμη σου
σαν πορσελάνινο ζωάκι.
Το σκοτάδι όμως καραδοκεί στους λόφους για να την κλέψει.
Και έχουμε χρόνο για να ανεβούμε στην πιο ψηλή
κορυφή και από εκεί να ευχαριστήσουμε τους φίλους μας.
Ή να ακούσουμε τα δέντρα να συγχαίρουν το ένα το άλλο.
Μόλις βγήκαν νικητές στη μάχη με τον σκληρό αέρα.

Θυμάσαι την εποχή πού είμασταν φλύαροι και ντροπαλοί
ιδίως στο δείπνο τού καλοκαιριού;
Τώρα είμαστε λιγομίλητοι και τολμηροί.
Και έχουμε όλο και λιγότερα μηνύματα να στείλουμε
στον κόσμο ή τον ουρανό.

Με πολλούς τρόπους πήγαμε εδώ και εκεί
Περνώντας από μια ρωγμή του χάρτη επιστρέφουμε εκεί όπου ανήκουμε.
Στην αρχαία αυλή η μέρα σβήνοντας

Απλώνει τους πεσσούς για όποιον θα ήθελε να παίξει. 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA