Ανακοινώθηκαν οι Μικρές Λίστες των λογοτεχνικών βραβείων του "αναγνώστη": Τρεις υποψηφιότητες για τη "Θράκα"

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Bertolt Brecht, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Οι αυτοκτονικές τάσεις στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)

Το «Κέντρο Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών» 
διοργανώνει το
5ο Φεστιβάλ Αφήγησης της Αθήνας 
την Παρασκευή 25, το Σάββατο 26 και την Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2016, 
στο «Σπίτι των Παραμυθιών - Το Μουσείο Αλλιώς», ένα χώρο για την αφήγηση και το παραμύθι.

Η θεματική του φετινού Φεστιβάλ είναι
«Απ’ τη γραφή στο λόγο»
και συμμετέχουν συγγραφείς βιβλίων για παιδιά, συγγραφείς λογοτεχνίας για ενήλικες, πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς, όλοι όσοι έχουν μια ιστορία κρυφή και κρυμμένη στο συρτάρι τους και θέλουν να την μοιραστούν με το κοινό, μικρούς και μεγάλους.

Σ’ έναν χώρο που σχετίζεται άμεσα με την αφήγηση, οι συμμετέχοντες συγγραφείς ξεχνούν χειρόγραφα και σημειώσεις και αφηγούνται, οι ίδιοι τις ιστορίες τους ή οι αφηγητές που επέλεξαν να συνεργαστούν μαζί τους. Περιμένουν όσους αγαπούν τα παραμύθια και τα βιβλία για να παρουσιάσουν για πρώτη φορά ιστορίες που μπορεί να γεννήθηκαν για το χαρτί, παρουσιάζονται όμως για πρώτη φορά με τον προφορικό λόγο..

Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ χωρίζεται σε αφηγήσεις για παιδιά και αφηγήσεις για εφήβους και ενήλικες με ποικίλες θεματικές που καλύπτουν κάθε γούστο.

Οι μικροί φίλοι του Φεστιβάλ θα έχουν την ευκαιρία να προσεγγίσουν το βιβλίο και τη φιλαναγνωσία μ’ έναν τρόπο αλλιώτικο: ακούγοντας. Οι συμμετέχοντες συγγραφείς θα περιμένουν με χαρά τις εντυπώσεις και τα σχόλιά τους, που ίσως δώσουν στα κείμενά τους νέα πνοή. Επίσης, ειδικά για τα παιδιά,  το Σάββατο το βράδυ και την Κυριακή το πρωί έχει προγραμματιστεί παράσταση αφήγησης με αγαπημένες ιστορίες συγγραφέων παιδικών και εφηβικών βιβλίων που θα εμψυχώσουν εργαστήρια δημιουργικής γραφής ή θα συμμετέχουν με ομιλίες στο Φεστιβάλ.


Οι ενήλικες επισκέπτες του Φεστιβάλ θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν ιστορίες πολλών και διαφορετικών ειδών, να συζητήσουν με τους δημιουργούς τους, να παρακολουθήσουν παραστάσεις αφήγησης ιστοριών από τη λογοτεχνία και να κάνουν τα πρώτα δικά τους βήματα στο γραπτό λόγο συμμετέχοντας στα δύο εργαστήρια δημιουργικής γραφής που θα πραγματοποιηθούν στη διάρκεια
του Φεστιβάλ.

Εκτός από τις αφηγηματικές συμμετοχές των συγγραφέων στη διάρκεια του τριημέρου θα πραγματοποιηθούν παραστάσεις αφήγησης από τους Εύη Γεροκώστα, Ηλία Γιαννικόπουλο, Αγγελική Γκόγκου, Ασπα Παπαδοπούλου και Βιολέτα Σολιδάκη, δύο τρίωρα εργαστήρια δημιουργικής γραφής για ενήλικες με τον Μάνο Κοντολέων, τη Μαρία Αγγελίδου και την Ελένη Σβορώνου καθώς και ομιλίες με θέματα «Αφήγηση και συγγραφή – Γραπτός και προφορικός λόγος» από τους Κωστή Γκιμοσούλη, Γιώργο Ευγενικό, Βαγγέλη Ηλιόπουλο.

Οι συγγραφείς που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ είναι οι:
Γεωργία Αγγελή, Μαρία Αγγελίδου, Ερίκα Αθανασίου, Δέσποινα Αθανασιάδου, Βανδώρος Γεράσιμος, Μαρικέλλυ Γκίκα, Κωστής Γκιμοσούλης, Άννα Δενδρινού, Βησσαρία Ζορμπά, Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Αγγελική Γ. Θάνου, Αικατερίνη Καντούρη, Αλκιβιάδης Κούσης, Φλώρα Κολιαράκη, Μάνος Κοντολέων, Πέννη Λάμπρου, Αγγελική Λάλου, Διονύσης Λεϊμονής, Μαρία Μουζάκη-Χιονάτου, Αντωνία Μπατζαλή, Μάρω Παππά, Αναστάσιος Πινακουλάκης, Αγγελική Σαρακινού, Κωνσταντίνα Σόγια, Βιολέτα Σολιδάκη, Κωνσταντίνα Τασσοπούλου, Γεωργία Φρουτζιάλα, Γαβριήλ Χατζημιχαήλ.

και οι συνεργάτες των συγγραφέων είναι:

Αφήγηση: Σμαράγδα Αποστολάτου, Τζένη Διαμαντοπούλου, Καλλιόπη Λιαδή, Ειρήνη Νικολακοπούλου, Άννα Ουζουνίδου, Βασιλική Τσουράπη.

Μουσική - Ηχητικά: Νίκος Αρμενιάκος, Γιώργος Βασιλάκης, Χριστίνα Δαλαμάγκα, Αγγελικη Ζαφειράκη, Αντρέας Κατερινόπουλος, Ελένη Κοκκίνου, Χρήστος Ραμμόπουλος, Σοφοκλής Σκούλτσος.

Οπτικοποίηση: Θάνος Παπαδογιάννης.

Πελαγία Φυτοπούλου
Γατοτροφή

Πάει καιρός που δε σε βλέπω
Στον ύπνο μου
Πια
Κι ας σφίγγω τα μάτια μου
Προσπαθώ
Δυνατά
Να έρθεις
Προσπαθώ
Δεν κοιμούμαι
Μην με μαλώνεις
Στην Τροία
Κράταγα κοντάρι
Προσπαθώ
Να το βγάλω
Απ’ τον οισοφάγο
Ανοίγω την πόρτα
Σε ονειρεύομαι
Γυρίζω πίσω
Στο σπίτι της μάνας
Βράδυ
Να περάσεις
Σαν τη γάτα της
Να περάσεις
Δε σε βλέπω
Θα ’ρθεις
Το ξέρω
Κι ας είσαι γάτα
Ο λόγος
Είναι λόγος
Ναι η γάτα της μάνας είσαι
Που έρχεσαι όποτε θέλεις
Σε αγαπάει
Ίσως να σε γέννησε
Σε γέννησε
Σίγουρα σου μοιάζει
Γάτα ε γάτα
Μπαίνεις βγαίνεις
Η μάνα σε αγαπά
Αργά το βράδυ
Σε αγαπά περισσότερο
Η πόρτα κλείνει
Το ξέρεις

Γάτα
Τώρα έχεις την εξουσία
Και καμιά διάθεση
Να μου δώσεις μερίδιο
Εκείνη σε αγαπά
Αγάπη
Λέει
Και
Ελευθερία
Λέει

Και μπες βγες
Σε
Αγάπησα
Κι εγώ
Ελευθερία
Και πάλι η μάνα
Λέει
Η πόρτα
Θα μείνει ανοιχτή
Τα μάτια των νεκρών
Λέει
Και σε μέρη δικά σας
Μεταφέρουν ραβασάκια
Λέει
Για την αντίσταση
Λέει
Και μπες βγες
Σε αγάπησα
Κανείς δεν προσέχει μια γάτα
Δε συμβαίνει το ίδιο
Μ’ ένα κορίτσι
Που τραγουδάει
Και μπες βγες
Προσπαθώ
Να σε ονειρευτώ
Πάει καιρός
Αχ , ζητάς πολλά από ένα κορίτσι




Βαρύτητα

Το πιάτο μου γεμάτο
φρεσκοκομμένα δαμάσκηνα.

Μα εγώ προτιμώ στον λαιμό σου
αυτό το κίτρινο μήλο του φθινοπώρου.

Το περιμένω να πέσει
να κοπεί στα δύο
να μας χορτάσει.


~~


 Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης
Χοιροστάσιο

Σήμερα ξημέρωσε ἄλλος οὐρανός: ὁ ποιητὴς ἦταν ἄρρωστος βαριά. Ἀπὸ νωρίς, τὴν ὥρα ποὺ τὸ φῶς πλούτιζε σιγὰ σιγὰ τὴν πολιτεία, κόσμος μαζεύτηκε στὸ σπίτι γιὰ τὸ κατευόδιο. Κι ὅταν ὁ ῥόγχος τοῦ θανάτου ἔριχνε τὴ σκιὰ του, τρεῖς παπάδες μὲ τὸ δισκοπότηρο στὸ χέρι καὶ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα ἐμφανίστηκαν νὰ σπρώχνουν τὸν κόσμο, βρίζοντας, γιὰ νὰ μποῦν γρήγορα στὸ δωμάτιo, μπᾶς καὶ προλάβουν τὸν ποιητὴ νὰ μεταλάβουν. 
     Ἄξαφνα, ἀκούστηκε ἀπ’ τὸ ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ μιὰ βραχνιασμένη λύρα νὰ οὐρλιάζῃ, καλῶντας τους ναρθοῦν κοντά της γιὰ νὰ τοὺς ταΐσῃ. Τότε, μία παράτα σαρκόσιτων ῥοβόλησε, ἀνυπόμονα, κάτω ἀπ’ τὴ γῆ καὶ γιόμισε ὅλα τὰ δώματα τοῦ ὑπογείου. Ἀλλοῦ σφάζαν ἀρνιὰ καὶ βόδια καὶ τὰ πρόσφεραν ὠμὰ κι ἀλλοῦ χαρίζανε κρασί, τυρὶ καὶ μέλι. 
     Μέχρι τὰ χνῶτα τους νὰ μυρίσουν ζῷο, εἶχαν μπουζουριάσει, φιλήδονα, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους· στὸ τέλος πρήστηκαν.
     Κατὰ τ’ ἀπομεσήμερο, μέσα σὲ μία ἀτμοσφαῖρα ζεστὴ ποὺ μύριζε ψοφίμι κι αἷμα, ἄρχισαν νὰ στριφογυρίζουνε κάτω ἀπ’ τὴν ἀντάρα τῶν συναναστροφῶν δίχως νὰ μποροῦν νὰ σιωπήσουνε γιὰ μιὰ στιγμή. Μὴν ἔχοντας καὶ τίποτα ἄλλο γιὰ νὰ κάνουν, κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἄναψαν κερὶ γιατὶ φοβόντουσαν μήπως τοὺς καταλάβει ὁ νεκρός, ἄλλοι φλυαροῦσαν, ἢ ρωτοῦσε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο· μὰ κανεὶς δὲν ἄκουγε κανέναν. Καὶ τοῦτο συνεχίστηκε γιὰ πολλὴ ὥρα ἀκόμα μέχρι ποὺ ὅλοι ἀποκοιμήθηκαν, πιά, σὲ ἕνα ἀπέραντο ἄδειο. 
     Κάποια φορὰ οἱ παπάδες τελειῶσαν τὴ μεταλαβιὰ καὶ θυμωμένοι ποὺ εἴχανε ἀργήσει τὰ φιλοδωρήματα, κράξαν τοὺς συγγενεῖς τοῦ ποιητῆ ναρθοῦνε πάνω γιὰ νὰ πληρωθοῦν. Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ τραβολογήματα καὶ παρακάλια ἀνέβηκαν κι οἱ ὑπόλοιποι κι ἀνήσυχοι ὅπως ἦταν, κάνανε σύναξη στὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ γιὰ νὰ μετρήσουνε, ἐπιδεικτικά, τὸ βάρος τους καὶ τὸ εἶναι τους!

από το βιβλίο "ΔΕΣΜΩΤΕΣ"
ISBN: 978-618-82241-1-7 

Μια νέα έκδοση των απάντων του Ουίλιαμ Σαίξπηρ θα αναφέρει, για πρώτη φορά, τον Κρίστοφερ Μάρλοου ως συνδημιουργό τριών θεατρικών έργων του Βάρδου, ρίχνοντας νέο φως στους δεσμούς μεταξύ των δύο μεγάλων δραματουργών, μετά από πολλούς αιώνες εικασιών και θεωριών συνωμοσίας.

Στα άπαντα του Σαίξπηρ που θα παρουσιαστούν εντός των επόμενων εβδομάδων (σε πολλούς τόμους) από τον εκδοτικό οίκο Oxford University Press θα αναφέρεται ότι ο Μάρλοου συμμετείχε στη συγγραφή των τριών μερών του ιστορικού έργου "Ερρίκος Στ΄".

"Ο Σαίξπηρ μπήκε στον κόσμο των Μαζικών Δεδομένων και υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα που πλέον είμαστε σε θέση να τα απαντήσουμε με μεγαλύτερη σιγουριά" είπε ο Γκάρι Τέιλορ, ένας από τους διευθυντές έκδοσης του έργου.

Ατελείωτες εικασίες έχουν διατυπωθεί ανά τους αιώνες για το αν ο Σαίξπηρ έγραψε πράγματι όλα τα έργα που του αποδίδονται. Μια θεωρία, που επανερχόταν επίμονα, ανέφερε ότι συγγραφέας τους ήταν ο Μάρλοου, όμως οι ειδικοί απέρριπταν μέχρι τώρα αυτήν την ιδέα.

Ο Τέιλορ, που είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντας, είπε στο πρακτορείο Ρόιτερς ότι οι πανεπιστημιακοί γνώριζαν εδώ και πάρα πολλά χρόνια ότι ο Σαίξπηρ συνεργάστηκε με άλλους συγγραφείς σε ορισμένα από τα έργα του. Η υποψία ότι συνεργάστηκε με τον Μάρλοου στα τρία έργα του "Ερρίκου Στ'" είχε διατυπωθεί και παλαιότερα, όμως μέχρι σήμερα δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθεί.

Όπως εξήγησε ο Τέιλορ, οι ειδικοί χρησιμοποίησαν βάσεις δεδομένων με θεατρικά έργα και άλλα κείμενα της ελισαβετιανής περιόδου, όχι μόνο του Σαίξπηρ και του Μάρλοου αλλά και πολλών άλλων σύγχρονών τους συγγραφέων, για να εντοπίσουν χαρακτηριστικές λέξεις ή φράσεις. "Αυτού του είδους τα Μαζικά Δεδομένα δεν ήταν διαθέσιμα μέχρι πρόσφατα", είπε.

Οι πανεπιστημιακοί που εργάστηκαν για την έκδοση του New Oxford Shakespeare και άλλοι ειδικοί που ανέλυσαν τα δεδομένα των πρώτων, είναι βέβαιοι ότι ο Μάρλοου έγραψε ορισμένα μέρη των έργων "Ερρίκος Στ΄".

"Υπάρχουν αποσπάσματα που είναι μετά βεβαιότητας γραμμένα από τον Σαίξπηρ και αποσπάσματα που σαφέστατα γραμμένα από τον Μάρλοου", συνέχισε ο Τέιλορ διευκρινίζοντας ότι οι περισσότεροι από τους γνωστούς και αγαπητούς στίχους ανήκουν στον Μεγάλο Βάρδο.

Τα άπαντα περιλαμβάνουν 44 έργα, από τα οποία τα 17 πιστεύεται ότι έχουν γραφτεί σε συνεργασία με άλλους. Η προηγούμενη έκδοση των απάντων του Σαίξπηρ από τον ίδιο εκδότη, του 1986, περιλάμβανε 39 έργα από τα οποία τα οκτώ θεωρούνταν "συλλογικά".

Ο Τέιλορ εξήγησε ότι η συνεργασία μεταξύ θεατρικών συγγραφέων ήταν κάτι το απολύτως φυσιολογικό κατά την ελισαβετιανή περίοδο και δεν υπάρχουν υπόνοιες για κάποιο "μυστικό" ή κάποια "συνωμοσία" όσον αφορά τη συνεργασία του Σαίξπηρ με τον Μάρλοου.

Ο συγγραφέας του "Εβραίου της Μάλτας", του "Δόκτορα Φάουστους" και του "Εδουάρδου Β'" έχει περάσει στη λαϊκή κουλτούρα ως ο μεγάλος αντίπαλος του Σαίξπηρ όμως αυτό, κατά τον Τέιλορ, είναι καθαρή εικασία. "Μπορεί να αγαπούσαν ο ένας τον άλλον, μπορεί να μισούσαν ο ένας τον άλλο. Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Οι αντίπαλοι μπορούν να συνεργάζονται", κατέληξε.
Αλέξανδρος Αραμπατζής
Τρία ποιήματα


1.-

Στο τρένο νιώθει την τσίκνα της ανθρώπινης σάρκας - μια κλωστή
αδιόρατη δένει τα χέρια του μ΄ ασημένιες παγίδες- ένα έντομο δίπλα του κάνει
βρούτσου βρούτσου και κατακερματίζει τις λεπτεπίλεπτες ίνες της σκέψης του-
στο τζάμι αντιφεγγίζει το μπακιρένιο χρώμα μιας φούστας – η ασπρομάλλα γιαγιά
κεντάει τις αναμνήσεις της σε μια μωρουδιακή ζακέτα – το βλοσυρό καπέλο του ελεγκτή εστιάζει στις κόρες των ματιών του – μυρμηγκιάζει στην αφή του  η υπερβατική ανατριχίλα από τον σμαραγδένιο της ύπαρξης μαρασμό--
τι άλλο να περιμένει; -στο μικρό ταξιδιωτικό του σακίδιο ενεδρεύει η απαράμιλλη ματαιότητα-
το φως βουλιάζει μαλακά κάτω από τα βλέφαρά του- άγνωστα τρένα πηγαινοέρχονται με άγνωστους και ξυλιασμένους επιβάτες- μήπως τελικά  ο πιο μακρινός προορισμός της ζωής είναι η ανθρώπινη καρδιά;


Robert Frank

2.-    

Τα πέντε δάχτυλα του ενός χεριού
Είναι εκατομμύρια σήματα και χειρονομίες
Είναι εκατομμύρια κρυφοί σχηματισμοί
Που δένουν την κίνηση με το νόημα
Και την ζωή με την άρνηση και την κατάφαση
Τα πέντε δάχτυλα του ενός χεριού
Είναι ένα πανέρι με παράδοξες αλχημείες
Όταν αυτές τις βαφτίζουν με λαθραία ονόματα
Όπως λ.χ. νύχι, δέρμα, γραμμή της ζωής
Μοχλοί μοιρασμένοι στην δράση και στην αδράνεια
Κλειδωμένοι ιδανικά σ΄ ένα εωσφορικό κουτί
Π΄ ανοίγει γεμίζει και κλείνει στην στιγμή
Και ξανανοίγει για ν΄ αδειάσει στην στιγμή
Εκατομμύρια πόθους και πάθη που ψηλαφήσανε
Τ΄ άγρυπνα μάτια της σολιψιστικής μου παλάμης

Alfred Stieglitz


3.-

Δεν μας ξαφνιάζουν πια οι καλοί άγγελοι
΄Εχουν ρίξει τόσες σπαθιές μπρος στα μάτια μας
Που κάθε τους μάχη την πιστέψαμε  δική μας
Και  στην κάθε τους μάχη όλοι λαβωθήκαμε
Αλλά  ακόμα και σήμερα ακριβώς δεν ξέρουμε 
Τι ρόλο παίξαμε εμείς
΄Η παίζουμε ακόμη σ΄ αυτήν την αιματοχυσία
Εκτός από το να τρέχουμε δηλαδή να  φτυαρίζουμε
Σωρούς από κόκαλα  θνητών   κι  αποτελειωμένα  ιδανικά
Και να ταίζουμε  μ΄  αυτά κι άλλα τέτοια πολλά
Της  φρικαλέας κόλασης τα  βρώμικα καζάνια


 Ζαχαρίας Στουφής
7 μηνύματα που δεν σου έστειλα

ΟΧΙ ΕΣΥ
Όχι, δεν έχεις τρελαθεί.
Εγώ είμαι που έρχομαι κάθε βράδυ όταν κοιμάσαι
και σου κάνω τις δουλειές του σπιτιού.
Που σου κρατάω το χέρι μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι
και δεν αφήνω τα όνειρα να σε τρομάζουν,
εγώ που ...
και οι σειρήνες των ασθενοφόρων κάθε πρωί
είναι που μαζεύουν τα κομμάτια μου από τον δρόμο σου.
Όχι, εσύ δεν έχεις τρελαθεί,
είναι που εγώ βρικολακιάζω
σε έναν θάνατο που δεν μου προσφέρεις.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Τόσο πολύ σε θαυμάζω
που όταν σκέφτομαι ότι με σκέφτεσαι,
κυριεύει το πρόσωπο μου
το πιο αλλόκοτο χαμόγελο.
Μια φωτογραφία με αυτή την έκφραση
θα βάλω στον τάφο μου,
νομίζοντας πως θα σε πάρω μαζί μου
ή τουλάχιστον, ένα βράδυ,
θα σταματήσω να σε θαυμάζω
και θα 'ρθω να σε γαμήσω σαν ζώο,
νομίζοντας πως σε κάνω δική μου.

ΤΟ ΧΕΡΙ
Για να καταφέρω να αποκοιμηθώ,
φαντάζομαι πως είσαι δίπλα μου
και αυθόρμητα λέει σου κρατάω το χέρι.
Μα πάντα κάτι συμβαίνει
και γυρίζεις πλευρό ή δεν σε βολεύει
ή πάλι γίνεσαι πολύ μικρή
σαν την κόρη που δεν θα κάνουμε
και σε χάνω μέσα στα σεντόνια.
Μα πάντα, λέει, σου κρατάω το χέρι
και όταν καταφέρω να αποκοιμηθώ,
μετά από λίγο ξυπνάω
και μένω άγρυπνος μέχρι το πρωί.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ
Δουλεύουμε για ώρες στο κομπιούτερ
και χωρίς να το καταλάβουμε
μας παίρνει ο ύπνος στον καναπέ.
Ξυπνάμε σχεδόν αγκαλιά, αργοπορημένοι,
δεν έχουμε δει κανένα όνειρο,
αποφεύγουμε να κοιταχτούμε, ταραγμένοι.
Τώρα πια το ξέρουμε καλά
δεν είμαστε φίλοι.

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ
Εσώρουχα σκισμένα στο πάτωμα,
παπούτσια εξαφανισμένα και ότι υπήρχε
πάνω στο τραπέζι από το φαγητό,
θρύψαλα. Μα ποιος να μας φέρει νερό…
Κολλημένοι οι λαιμοί από τα υγρά
και η γεύση του τσιγάρου πρωτόγνωρη.
Ξεραμένα υγρά και αίματα
ξύνοντας ασυνείδητα απ το σώμα μας,
με το πιο ηλίθιο χαμόγελο
κοιτάμε το κενό.

ΓΙΑΤΙ;
Που βρίσκεις την δύναμη
τόσο καιρό να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις;
Που βρίσκω την δύναμη να είμαι άνετος
χωρίς να γίνομαι ο αδίστακτος βιαστής σου;
Και όταν χωριζόμαστε αναρωτιέμαι:
Γιατί απόψε λάμπει η πόλη
και τραγουδούν οι εξατμίσεις;
Γιατί η άσφαλτος ανθίζει
σαν περιβόλι;

ΠΑΡΑΜΥΘΗ
Εσύ θα είσαι για πάντα η αιώνια νεράιδα
που θα δουλεύει στις λαϊκές
πουλώντας μαγικά ραβδάκια
κι εγώ θα μένω μαγεμένος πρίγκιπας
που θα σου κοάζω ασταμάτητα απ το βάλτο.
Και θα ξέρουμε καλά και οι δύο
ότι τα παραμύθια έχουν τελειώσει
και ακόμα πιο καλά θα ξέρουμε αγάπη μου
ότι ποτέ-ποτέ δεν θα ξαναρχίσουν.

Δημήτρης Μανουήλ
Τέσσερα ποιήματα

Ο βασιλιάς είναι κουτός

Τον φώναξαν να βοηθήσει.
Ήτανε βασιλιάς – καταπώς ένιωθε.
Όταν αντίκρισε την μαύρη γη
και τα κορμιά που έχυναν το δέρμα τους
στο χώμα,
με μια του διάφανη κίνηση
πέταξε στέμμα και χλαμύδα.
«Θα βοηθήσω ως απλός εργάτης.
Δεν μπορώ ως κάτι άλλο.
Κανένας δεν μπορεί.»
Βούτηξε τα χέρια
ως τους αγκώνες
μέσα στην πίσσα
και σφήνωσε εκεί.
Οι ακόλουθοι μιμήθηκαν
την ξαφνική σπουδή του.
Η μαύρη γη
ακόμη ανέκφραστη.
Τα εργατικά κορμιά
γύρισαν ευγενώς από την άλλη.

Ήτανε βασιλιάς – καταπώς γνώριζαν.



 Υπουργείο Δημόσιας Τάξης

Κάθε συμφιλίωση
είναι μια παγίδα
που υπονομεύει
τα χέρια σου,
ξεφλουδίζει τις γροθιές σου
αφήνοντας τζούφιες
παλάμες απλωμένες,
για να μασάνε
οι χειραψίες και
να χωνεύουν τα φιλικά
χτυπήματα στην πλάτη

Κάθε συμφιλίωση
κραδαίνει υποτιμητικά
ένα φάκελο
με τα στοιχεία σου
διαγραμμένα
και ένα νουμεράκι
από πάνω,
για να μην νομίζεις
δηλαδή ότι σε ξέχασαν,
κι ας σου έκοψαν
το πρόσωπο

Όσοι κι αν παίζουν
monopoly,
εσύ, που κοιτάς,
πάντα θα χάνεις
και θ’ απορείς
πώς σε βάλανε φυλακή,
εσύ μια φιλική επίσκεψη
τους έκανες
για μια φιλική κουβεντούλα,
τι φταις ο δύσμοιρος που ξέχασες
τους κακούς σου τρόπους.


Τα χρόνια της Ωγυγίας  

Έμενε στην άκρη του Φθινοπώρου,
σ’ ένα ξεχασμένο απ’ τον Αύγουστο κοχύλι.
Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τα σύννεφα,
μισό ερωτηματικό πριν το ζητούμενο.
Ξεκρέμαστος πλανήτης και αδέξιος.

Περπατούσε στις σελίδες του Μέλλοντος,
διασχίζοντας τη στεγνή του διώρυγα.
Σφύριζαν τα γράμματα και φεύγαν’,
από τον φάρο πέφταν’ τα πουλιά.
Ξυπνούσε με το κύμα πανωσέντονο.

Η παλιά πατρίδα
ήταν ένα στρογγυλό κομμάτι γης
που χανόταν μακριά
μέρα τη μέρα
κι οι συγγενείς
κλειδωμένοι στο ύπαιθρο
έσπαγαν πόδια και χέρια
στατικοί.
Έτσι, τ’ αποφάσισε
και το ‘σκασε κάποτε.

Καθώς κλείνει τα μάτια
και θυμάται τη νεροποντή,
ξέρει πόση απόσταση
μπορείς να διανύσεις
χωρίς να πας πουθενά
και πόσο αλλιώτικος μοιάζει ο κόσμος
μόλις διανύσεις τόση απόσταση.


 21 γραμμάρια

Ένα κοπάδι αστέρια
καταδύθηκε
στον βαθύ της πυρετό.

Διέσχισε τα δωμάτια
πίσω από τα μάτια
πεταρίζοντας.

Οι οπλές άφησαν
μια γούβα στα χείλη,
ένα χνάρι μακαριότητας.

Ήταν απλή.
Το πρόσωπο, τα πόδια
έφεγγαν αθώα.

Ένα κοπάδι αστέρια
αναδύθηκε
απ’ τον βαθύ της ύπνο.



«Το όνειρο»
Ελένη Χρ. Γούλα

Έπαιρνε λαχεία κάθε βδομάδα. Ο λαχειοπώλης την ήξερε με το όνομά της. Κάθε μέρα σχεδόν περνούσε απ’ το μαγαζί. Κουβεντιάζανε κιόλας. Λογαριάζανε τα κέρδη και φανταζόντουσαν μαζί τις επενδύσεις
Εκείνη τη Δευτέρα μπήκε ολόχαρος. Την αγκάλιασε.
¬–Είκοσι εκατομμύρια! Ακόμη είχαμε τις δραχμές.
Ψάχνει για το λαχείο. Μέσα στο συρτάρι του μαγαζιού, εκεί που είχε τα χρήματα. Το κλειδί στη μικρή του τρυπούλα. Μόνο μερικά χαρτονομίσματα!
–Θα είναι στο σπίτι…
Τρέχει, Είκοσι εκατομμύρια, ιλιγγιώδες ποσόν. Πόσα πράγματα θα έκανε, πόσο θα άλλαζε η ζωή τους. Τα είχε τόσες φορές υπολογίσει, τα είχε ονειρευτεί και να τώρα, επιτέλους!
Πότε ανέβηκε τις σκάλες, πότε ανακάτωσε τα συρτάρια. Έψαχνε σαν τρελή. Είχε τρελαθεί. Οι σφυγμοί της στο κόκκινο.
–Δε μπορεί γαμώτο να χάθηκε το λαχείο! Το μόνο λαχείο που κέρδισε τόσα χρόνια! Δε μπορεί γαμώτο!
Ποιοι ήταν κείνη τη μέρα στο μαγαζί; Ποιος άλλος ήξερε για το λαχείο, το κλειδί, τον αριθμό; Μία υπάλληλο είχε. Την ίδια όλα τα χρόνια, από μικρό κοριτσάκι.
–Μάγδα, σώσε με. Σε παρακαλώ, ψάξε!
Ψάξανε όλοι. Και ο αδερφός της και ο άντρας της και η μάνα της…
Το λαχείο δε βρέθηκε κι εκείνη δεν έμαθε ποτέ τι είχε απογίνει.
Μπορεί να πλύθηκε στο πλυντήριο, μπορεί να το πέταξε μαζί με άχρηστα χαρτιά κατά λάθος, μπορεί να της έπεσε καθώς έκανε κάποια κίνηση. Κάπου –κάπως, να παράπεσε.

Δεκαπέντε χρόνια. Τόσα έχουν περάσει από τότε και άλλο όνειρο τόσο ολοφάνερο δεν είχε ξαναδεί.
–Όλο το μπάνιο είχε γεμίσει σκατά. Βγαίνανε από παντού, ανεβαίνανε και σκεπάζανε τα πλακάκια, τη μπανιέρα, το νιπτήρα. Στεκόμουνα στην πόρτα και τα κοίταζα πανικόβλητη, όταν ξαφνικά, χωρίς καμιά αιτία, χωρίς να μπει κανείς στο μπάνιο, χωρίς τίποτα να μεσολαβήσει, το δάπεδο άρχισε να καθαρίζει! Το σιφόνι με κάποιο μαγικό τρόπο, ρούφηξε όλη τη βρωμιά, το μπάνιο έγινε μεμιάς λαμπίκο!

Ολοφάνερο! Αν ονειρευτείς σκατά, λεφτά θα λάβεις.

Παπαδίτσας Δ. Π., 
Χαμηλοφώνως     


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το
      φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
      τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
      τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
      ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
      και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
      θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
      στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει
      τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
      του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
      απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
      μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
      από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

Ποίηση,1, Στιγμή 1985 

     
   Για το «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα
(εκδ. Νεφέλη, 2013 )

    «Άδεια καρέκλα δεν υπάρχει. Πάντα κάποιον πρέπει να σηκώσεις για να κάτσεις».

    Με αυτό το απόφθεγμα του Λουί Αλτουσέρ ξεκινά ο Γιάννης Τσίρμπας τη νουβέλα του «Η Βικτώρια δεν υπάρχει», κι εγώ θα χρησιμοποιήσω μια φράση του ίδιου στοχαστή προκειμένου να αρθρώσω τους πρώτους υπαινιγμούς σχετικά με την προσωπική μου ανάγνωση του βιβλίου. «Ιδεολογία είναι η αναπαράσταση της φαντασιακής σχέσης των ατόμων με τις πραγματικές συνθήκες της ύπαρξής τους» έγραφε κάπου ο Αλτουσέρ, όπως η μνήμη, θα προσέθετα σε μια ενδο-υποκειμενική αναγωγή, είναι η αναπαράσταση της φαντασιακής σχέσης του ατόμου με τον εαυτό του. Μια αναπαράσταση που δεν μπορεί παρά να είναι ουτοπική, όπως ουτοπική είναι κάθε μορφή νοσταλγίας, ιδιαίτερα όταν αντιπαραβάλει μια παρούσα δυστοπική συνθήκη σε ένα όραμα μιας παρελθούσης ευτοπίας που δεν υπήρξε ποτέ. Σαν κι εκείνη του βασικού πρωταγωνιστή του βιβλίου.

    Ο Τσίρμπας χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για τις ιστορίες του, που εκφέρονται από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους, ιστορίες που πλέκουν το άχρονο ιστορικό της βίας και της εξαθλίωσης ως εγγενή ανθρώπινη συνθήκη. Με αυτόν τον τρόπο, εξαφανίζεται ως υπονοούμενος συγγραφέας πίσω από τις αφηγήσεις τους,  βάζοντας τον κεντρικό του χαρακτήρα να επιδίδεται σε μια παραληρηματική πολλές φορές εξομολόγηση, την οποία απευθύνει σε έναν σιωπηλό, σχεδόν βουβό ακροατή, συνεπιβάτη του στο τρένο, επιδεικνύοντας έτσι αξιοθαύμαστη δεξιότητα στην αναπαραγωγή των εκάστοτε ιδιολέκτων των προσώπων του με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας.

«Ένα ολόκληρο μέρος της νεότερης λογοτεχνίας διασχίζεται από λιγότερο ή περισσότερο συγκεκριμένα κομμάτια του ονείρου μιας λογοτεχνικής γλώσσας που θα αντάμωνε τη φυσικότητα των κοινωνικών γλωσσών», μας λέει ο Barthes συνοψίζοντας τη μπαχτινική θεωρία περί πολυγλωσσιμού. Και προσθέτει: «Υπάρχει ένα αδιέξοδο της γραφής, που είναι το αδιέξοδο της ίδιας της κοινωνίας: οι σημερινοί συγγραφείς το νιώθουν: γι’ αυτούς, η αναζήτηση ενός μη ύφους ή ενός ύφους προφορικού, ενός βαθμού μηδέν, ή ενός καθομιλούμενου βαθμού της γραφής, είναι τελικά η προϊδέαση μιας απόλυτα ομογενούς κατάστασης της κοινωνίας. Οι περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει “γλώσσα” καθολική έξω από μια συγκεκριμένη καθολικότητα. Όπως η σύγχρονη τέχνη στο σύνολό της, έτσι και η λογοτεχνική γραφή κουβαλάει ταυτόχρονα την αλλοτρίωση της Ιστορίας και το όνειρο της Ιστορίας […]  Η γραφή, ενώ νιώθει ακατάπαυστα ένοχη για την ίδια της τη μοναξιά, δεν παύει ωστόσο να είναι και φαντασία άπληστη για μια ευτυχία των λέξεων, σπεύδει προς μια γλώσσα ονειρεμένη που η φρεσκάδα της  θα εικονίζει την τελειότητα ενός νέου κόσμου αδαμικής αγνότητας όπου η γλώσσα δεν θα είναι πια αλλοτριωμένη. Ο πολλαπλασιασμός των γραφών θεσπίζει μια νέα λογοτεχνία εφόσον αυτή δεν επινοεί τη γλώσσα της παρά για να είναι ένα πρόταγμα: η λογοτεχνία γίνεται η ουτοπία της γλώσσας».

Ο Μπένγιαμιν, από την άλλη, θα χρησιμοποιήσει τον όρο «μαγεία» για να χαρακτηρίσει τις «αδιαμεσολάβητες ποιότητες της γλώσσας» και θα επισημάνει: «Για να γράψει κανείς πολιτικά χωρίς να βεβηλώσει τη γλώσσα, πρέπει να στοχεύει προς το άφατο, δηλαδή σε ένα σιωπηρό βασίλειο, όπου υπάρχει άμεση αντιστοιχία ανάμεσα στη γλώσσα και την κινούσα δράση».

    Στη συγκεκριμένη περίπτωση, φορέας της ουτοπικής προοπτικής της διάφανης γλώσσας του Τσίρμπα που αναπαράγεται στην ίδια την πλοκή, σαφώς υπονοούμενη ήδη από τον τίτλο, είναι η περιοχή του ναυαγίου των νεανικών, εδεμικών οραμάτων των χαρακτήρων, ενώ εκφράζεται πολύ εύγλωττα σε ενδοδιηγητικό επίπεδο από τον διάλογο των δύο πρωταγωνιστών της δεσπόζουσας ιστορίας:

-    «Επικαλούμαι τη θητεία μου σε δικηγορικό γραφείο και τους ελέγχους τίτλων που έχω κάνει», μαρτυρά ο συνομιλητής του πρωταγωνιστή μας. «Περιοχή Βικτώρια δεν έχω δει γραμμένη, του λέω. Γραπτώς, σε έγγραφο. Κυψέλη, για παράδειγμα, έχω δει. Προτείνω ότι ουσιαστικά η Βικτώρια ανήκει στην Κυψέλη. Και ότι “μένω στη Βικτώρια” τυπικά αφορά μόνο όσους κατοικούν πάνω στην πλατεία και ότι οι υπόλοιποι, τυπικά πάντα, μένουν ας πούμε στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης. Ή μήπως των Πατησίων; Τυπικά πάντα. Κουνάει έντονα τα χέρια του».

-     «Ρε φίλε, πας καλά; Υπάρχει και παραϋπάρχει η Βικτώρια! Ποια Κυψέλη μου τσαμπουνάς. Βικτώρια! Βικτώρια σίτι λέμε! Εμείς εκεί μεγαλώσαμε κι εκεί μένουμε».

    «Η πόλη αναδύεται ως ουτοπία της ανθρώπινης κατάστασης», επισημαίνει ο Στέφανος Ροζάνης, «και συγχρόνως ως η ουτοπία της συλλογής και της συντήρησης μορφών του παρελθόντος. Μορφών μιας γλώσσας που διατηρεί τη μυθικότητά της ενάντια στον εξορθολογισμό της κατασκευής, ενάντια στην εργαλειακή εξυπηρέτηση των υλικών αναγκών, ενάντια στην οργάνωση και εξημέρωση του φυσικού, ενάντια στην τάξη και τη συστηματοποίηση της βιοτικής του ανθρώπου της πόλης. Η πόλη είναι η ουτοπία της φαντασμαγορίας της και μόνο έτσι εδραιώνεται ως αλληγορία ή συμβολισμός του ζην […] Η πόλη δεν δύναται παρά να είναι η φαντασμαγορία της ανθρώπινης κατάστασης, μιας και πηγάζει από αυτή τη φαντασμαγορία ως αναγκαία συνθήκη και ως επιστέγασμα των ονείρων και των επιθυμιών, ήτοι των ουτοπικών ειδώλων που συγκροτούν την ανθρώπινη λαχτάρα για μια καλύτερη ζωή, την ανθρώπινη ελπίδα για ένα μέλλον όπου η ευτοπία θα είναι το κυρίαρχο περιβάλλον, η μεγάλη αλληγορία του ανθρώπινου βίου».

    Στον βασικό δραματικό ιστό της νουβέλας του Τσίρμπα πολύ περισσότερο, αλλά και στις υπόλοιπες ιστορίες, αυτή η ανθρώπινη λαχτάρα προτάσσεται ως επείγουσα και σωματικοποιημένη, εγείροντας ως βασικό διακύβευμα των σημαινομένων του κειμένου θεμελιώδεις πολιτικές έννοιες της ανθρώπινης εγκόσμιας αλληγορίας, όπως το δίκαιο και η ηθική.

    Όπως επισημαίνει ο Eagleton, η ηθική κατά τον Αριστοτέλη είναι η επιστήμη της ανθρώπινης επιθυμίας, αφού η επιθυμία είναι το κίνητρο όλων των πράξεών μας. Για την κλασική ηθική, οι ηθικές αξίες βρίσκονται στον κόσμο και όχι στο μυαλό μας. Υπό αυτή την έννοια, η ηθική μοιάζει με το νόημα, το οποίο βρίσκεται πρωτίστως μέσα στην Ιστορία και δεν αποτελεί μια διανοητική κατασκευή. Έτσι, η ηθική σχετίζεται με την απόλαυση και την πλησμονή της ζωής, και για την κλασική σκέψη η ηθική και η πολιτική είναι δύσκολο να διαχωριστούν. Επιπλέον, το να μπορούμε να μιλάμε για μια οικουμενικότητα της ηθικής το οφείλουμε στο σώμα. Το υλικό σώμα είναι αυτό που μοιραζόμαστε με το υπόλοιπο ανθρώπινο είδος, τόσο στο χώρο όσο και στον χρόνο. Υποστηρίζοντας πως η ηθική είναι βασικά μια βιολογική υπόθεση, ο Alasdair MacIntyre επισημαίνει: «Η ανθρώπινη ταυτότητα είναι πρωταρχικά, έστω κι αν δεν είναι αποκλειστικά, σωματική, και συνεπώς ζωική ταυτότητα». Κατ’ αυτή την έννοια, το θνητό, πάσχον, εύθραυστο, εκστατικό, γεμάτο ανάγκες, εξαρτήσεις και επιθυμίες σώμα είναι εκείνο που παρέχει τη βάση όλου του ηθικού στοχασμού.

    Στη βάση αυτού του συλλογισμού, τα ερωτήματα περί ηθικής που εγείρονται από τις σελίδες του βιβλίου εδράζονται κυρίως στη δράση του κεντρικού χαρακτήρα, ο οποίος, καταφεύγοντας σε κάθε είδους σοφιστείες περί αυτοσυντήρησης, φαίνεται να βλέπει οποιαδήποτε έννοια περί παραδοσιακής ηθικής ως λιπόψυχο κονφορμισμό , οδηγούμενος από μια ενσυναίσθηση του ανθρωπίνως καλού ως ήσσονα αυτεξουσιότητα. Η εμπειρία του Κακού αποκαλύπτεται έτσι στη συνείδηση ως η μοναδικότητά της απέναντι στο Είναι, ενώ η γοητεία της αντικανονικότητας μοιάζει να συντηρεί την καθολική ισχύ του κανόνα.

Η ηθική, όπως και η αξιοπρέπεια, μοιάζει να μας λέει ο Τσίρμπας, είναι για όσους διαθέτουν τα εχέγγυα να έχουν αυτή την πολυτέλεια. Και ο ηθικός στοχασμός ξαναφέρνει το σώμα πίσω στο λόγο μας. Ο Νίτσε υποστήριζε ότι οι ρίζες της δικαιοσύνης, της σύνεσης, της γενναιότητας και της μετριοπάθειας, στην ουσία το όλο φαινόμενο της ηθικής είναι πρωτίστως ζωικό, και η ηθική μπορεί να ιδωθεί μόνο ως ένας τρόπος διερεύνησης της σωματικής εμπειρίας.

Εκείνης που για τους ήρωες του βιβλίου συνοψίζεται κυρίως στον πόνο, στην οδύνη, στην έλλειψη, στην απώλεια, στην αντεστραμμένη επιθυμία. Κλείνοντας, παραθέτω ένα απόφθεγμα που Ζαρατούστρα που θα μπορούσε να αποτελεί το ηθικό σημαινόμενο ολόκληρου του βιβλίου: «Η ανθρωπινότητα είναι μια προκατάληψη από την οποία [ευτυχώς λέει εκείνος] εμείς τα ζώα δεν υποφέρουμε».

                                                                   Ειρήνη Σταματοπούλου

-----------------------------------------


[1] Ρολάν Μπαρτ, Ο βαθμός μηδέν της γραφής, μτφρ. Κατερίνα Παπαϊακώβου, Αθήνα: εκδ. Ράππα, 1987, σσ. 77, 80-81.
[1] Winfried Menningaus, Joshua Gunn, Μύθος και μαγεία στη σκέψη του Βάλτερ Μπένγιαμιν, πρόλογος: Στέφανος Ροζάνης, μτφρ: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα: Ύψιλον, 2008, σσ. 67-68.
[1] Στέφανος Ροζάνης, Για το πνεύμα της ουτοπίας, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2003, κεφ. IV.
[1] Βλέπε: Terry Eagleton, Μετά τη θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2003, σσ. 186, 195, 202, 222. 
Προδημοσίευση  ανέκδοτης  ποιητικής συλλογής ©Mαρία Πανούτσου

Ω! ευλογημένη γυναίκα εσύ..
ΔΟΚΙΜΕΣ

Προδημοσίευση  ανέκδοτης  ποιητικής συλλογής ©Mαρία Πανούτσου

Από την συλλογή
ΕΡΗΜΗ ΠΟΛΗ
Love songs
















Let us go then, you and I, 
When the evening is spread out against the sky 
Like a patient etherized upon a table; 













Η περίπτωση

Δεν είναι ηδονή αυτό, πόσο λίγο της μοιάζει
Άγνωστη μου γίνεται αυτή η λέξη
Γεμάτη από νεκρά λουλούδια και ρούχα φορεμένα

Η δική μου περίπτωση είναι ένα θέμα
Ένα θέμα άγνωστο και νέο, ένα νέο πρόσωπο
Μια απένραντη ανάσα ένας άλλος άνθρωπος
Που ποτέ δεν σκέφτηκα, που ποτέ δεν θέλησα

Όλα αλλάζουν στο πρόσωπό του και η μαγεία εγκαθείσταται
Αλχημεία δεν πίστευα οτι θα εύρισκα σε μια συνάντηαη
Ό τι ο κόσμος με τις αρχές του, θα φανερωνόταν μέσα σ’ αυτήν την περίπτωση

Πόσο οι λέξεις έχασαν το σφρίγος τους και μαδημένες αποχωρούν
Αφήνοντας την θέση τους σε μια τέλεια απορεία
Σαν μαργαρίτες από καιρό σε ένα βαζο
Πως φτάσαμε ο ένας να γίνεται δύο;








Συνομιλία

Προφητικός ο λόγος σου/
Όταν το κορμί ήταν όλο φως/
Τώρα ξεχειλισμένος δηλητήριο/
φτάνει σε μένα/












άτιτλο

Δεν θέλω να βοηθηθώ
Ας φτάσω και εγώ μαζί σου/ όσο πιο βαθειά γίνεται
Ας φτάσω γρήγορα/ στον αντίποδα της χαράς
Τώρα καταλαβαίνω/ και ενώνομαι










άτιτλο

Μια εκδίκηση καραδοκεί την αγάπη μου/
την έπλασε θεός για να με ξεγελά
κι είπε: για δες, μπορεις και εσύ να καταστρέφεις/
και όμως, εσύ/ με έμαθες το καλό μόνο/ μόνο καλό

τώρα που άλλαξε η εποχή
και όλα ομορφαίνουν
καθησυχάζω τους ανθρώπους
και επιμένω στον ποιητικό μου λόγο








………..
Όσο εσύ γεύεσαι τον έρωτα/
Εγώ ματώνω τα δάχτυλα μου, με την γραφή








----
Ηδονή, τίποτα παραπάνω
Η πράξη που μπουκώνει
Που στεγνώνει
Αλαλιασμένο σε αφήνει
Και αχόρταγα σε περιγράφει









----
Ω ευλογημένη γραφή!
Βοήθα να πέσω βαθειά, πολύ βαθειά









--
Ενώνομαι με όσους αγάπησα πολύ







-
Κρυφά στο φως θα απαγγείλω τον έρωτα μου







--
Βηματίζω αργά
Τρέμω, τρέμω, τρέμω
Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω, καταλαβαίνω
Ευγνωμονώ, ευγνωμονώ, ευγνωμονώ







--
Μια νύχτα είμαι πια
Ας πορευτώ μ αυτή την γλυκειά λύπη









--
Σε σας που με διαβάζετε
Γνωστά ονόματα δεν θα βρείτε στα γραπτά μου
Μόνο τις μνήμες μου θα αφηγηθώ
Και τα όνειρά μου
Θα σας θωπεύουν μέχρι τέλος









εκδ. Γαβριηλίδης



Ø [Το Πέμπτο Σφυρί]


Το ιερό κρύβεται στο νέο
Η μόνη μυθική εποχή είναι το μέλλον

Διόνυσε περήφανη ευφυΐα
Χτυπάς το πέμπτο σφυρί
το πιο ανήσυχο

Στο τέλος της λάμψης στην αρχή της ζωής

Λέει ο δυνάμει τυφλός
Στον ήδη τυφλό

Εγώ που δεν γνώριζα τίποτα τη σταμάτησα
Εγώ με τη σοφία μου μόνο

Σαν τα λόγια μοιράρηδων
Που καλούν κουτσούς δαίμονες

Βίος-Θάνατος-Βίος
Πόσες άνοιξες έχεις βιώσει

107 βήματα
Οργή και μελαγχολία
Αδέσμευτη κοσμογονία

Ένας χρυσός κύκλος

Και μέσα του μια θάλασσα με πολλά ονόματα
Που δεν θα ’πρεπε να ’χει κανένα

Κρύβονται αετός και φίδι
Στα τέσσερα σημεία

Ανήκουν στους Κύριους της Αναπνοής

Και η εμπειρία της ζωής
Απρόσιτη





[Θέλω να σε φιλήσω εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος]


Ενθουσιασμένη σε ανακάλυψα
Ανάμεσα σε ψυχές νεκρών να παιχνιδίζουν γύρω σου

Κι ένιωσα τη γλώσσα σου στο αίμα μου

Όλοι μιλούσαν γι’αυτό το πλεονέκτημα
που θα μου αποκαλύψεις

Πες μου λοιπόν από πού βγαίνουν τόσοι νεκροί

Δεν είναι συναίσθημα η μελαγχολία μικρή
Είναι τρόπος να υπάρχεις

Όπως όταν ξεκουράζεις το πρόσωπο στα γόνατα σου
Και κοιτάς έξω σαν να ακούς το κύμα
Από εκείνη τη θάλασσα που απαρνηθήκαμε

Κι αν πάλι βρίσκεις ερωτεύσιμες τις πλάνες
Πόσο λες να μας πονέσει η ελπίδα

Αν πρέπει να ταχτώ
Θα ταχτώ στη φαντασία

Εδώ που είμαι βρέχει
Κι εσύ είσαι πολύ όμορφη στη φωτογραφία

Φέρεις την Kίνηση
Τη μανία του πανικού

Μα τον εξεγερμένο έρωτά μας
Απειλεί η αγάπη ακόμα

Δεν ξέρουμε να λέμε σ’ αγαπώ
Χωρίς αλάτι στα χείλη

Θα ζήσουμε ανάμεσα σε δύο καθρέφτες

Tι έχει πάει τόσο λάθος μαζί σου
Για να μου αρέσεις τόσο πολύ

Θέλω να σε φιλήσω
Εκεί που ο θάνατος μοιάζει πιο εύκολος




[ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά]


Όσα έχουμε υποφέρει
Τα υποφέραμε μετά την ύπνωση

Στον πόνο των συνεχόμενων ορίων

Εκεί που δεν υπάρχουν νύχια στους τοίχους
Δεν υπάρχουν κανόνες

Τους έχουμε καταργήσει όλους

Και όσα χάσαμε στην αναμονή
Τα ακούμε τώρα σε μια γλώσσα που δεν λέει να αρθρωθεί

Χαϊδεύουμε ήδη το γρασίδι που θα φυτρώνει
Πάνω από εμάς και τις πολιτείες μας

Ξεστράτισαν οι ενοχές μας
Και οι τύψεις έχουν πάρει πλέον το μέρος μας

Γνωρίζουμε πού κρύβεται η σκιά της θάλασσας

Και είπαμε
Νερό ας γίνουμε
Νερό χωρίς μνήμη

Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά

Απαγορευμένα παιχνίδια
Όπως το σκοτάδι σε φωτεινές εποχές

Τα χαλάσαμε τα βλέμματά μας
Τα χαρίσαμε τα πιο όμορφα απογεύματά μας

Με τις μισοφορεμένες μάσκες που γνωριστήκαμε

Δεν έχει πιο μακριά από εδώ

Φταίει το λέρωμα της άμμου
Και η δυσκολία των κυμάτων

Αναμένουμε το πέρασμα στην ύλη
Με περίεργα αρώματα

Συντρόφευσέ μας τώρα φωτιά

Αναζητούμε τη μέρα
Ονομάζοντας το πιθανό
Και απαντώντας στο απίθανο

Είναι το πάθος της άρνησης
Στην απληστία της πτήσης

Τάξη και κραδασμοί
Στην κυμαινόμενη ιεραρχία τους

Στην κοιλάδα του κενού
Ζώντας τη μνήμη μες στο χρόνο

Συναντηθήκαμε σε μια παραλογή του παράλογου
Με όποιον είναι στον κόσμο
Μα όχι αυτού του κόσμου

Γυρεύουμε ακόμα το θεό
Που σκοντάφτει στα πόδια μας

Ξένοι της μνήμης
Πρόσωπα που κατοικούν μέσα σου
Και ποτέ δεν γνώρισες

Φέρνουμε τις ευχές του πάθους
Όπως μυρίζουν τα νυχτολούλουδα τις νύχτες του Σεπτέμβρη

Η ζέστη μας κάλεσε στη δροσιά
Κι εμείς την αγνοήσαμε
Συντρόφευσέ μας τώρα φωτιά
Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA