Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

ΑΚΊΝΗΤΟΣ ΤΡΟΧΌΣ

Ό,τι ησυχάζει με τη μέρα,
σέρνεται πίσω απ’ αυτόν τον ακίνητο τροχό,
καταπίνει τον γαλάζιο ουρανό
γαλάζια σπλάχνα, κατακτημένα
Δένει τις σαΐτες του παρελθόντος
στα πόδια των βρεφών,
ενώνοντάς τα με τις αρχαίες αναθυμιάσεις
Μέσα απ’ τις καμάρες
ακούγονται τ’ αγρίμια
Τα μάτια του μακραίωνου κατοίκου
προγκίζουν τα πνεύματά μας
Στις καλύβες κουκουλωνόμαστε,
συμπυκνωμένοι στο βαθύ
αναγώγιμο σύμπαν
Μικραίνουν οι καλοκαιρινές μέρες
Σκυλιά ανένταχτα,
μαζεύουμε τα τρελαμένα μας σάλια
Ούτε η μοναξιά δεν καταδέχεται να τρυπώσει στα ρούχα μας
Βρέχει ανθούς
στην πολιτεία των τεράτων
Η πέτρα της γης ιδρώνει
αδειάζει το χωνί των ψυχών
Κι όσο ενυδατώνονται οι κήποι
η συλλογική γραμμούλα μας τείνει να ισιώσει
και ποιος να γλιτώσει τώρα τον χρόνο
απ’ αυτήν την ταπείνωση;


1η δημοσίευση, έντυπη θράκα, τεύχος 3-4

Πώς μπορεί να διηγηθεί κανείς τα πραγματικά γεγονότα;

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ δεν θυμάμαι την πρώτη γυναίκα με την οποία αυνανίστηκα, ξαναθυμάμαι όμως, συχνά, τον πρώτο αυτό αυνανισμό, που ήταν μια από τις πιο αυθεντικές εμπειρίες, καθότι ατύχημα, αν και όχι.
     Η επιθυμία δεν είχε ακόμα όνομα, κι αυτό που οδήγησε το χέρι μου στο πουλί μου, δεν είχε πλαίσιο και προηγούμενο· δεν είχε ιστορία. Ήταν τόσο ακαθόριστο που η σκέψη ερχόταν κι έφευγε και η παλάμη κινούνταν χωρίς να γνωρίζει τον σκοπό. Οι μύες έχουν μνήμη, κι ακόμα δεν είχε εγγραφεί τίτοτα, η μνήμη ήταν κενή.
     Θυμάμαι ακόμα πως ένιωσα ότι πρέπει να συγκρατήσω τα χύσια μου, αφού νόμιζα ότι ήταν ούρα. Αυτό δεν έγινε, και δεν συγκρατήθηκαν ποτέ έκτοτε. Δεν χρησιμοποιώ κάποιο μαντιλάκι, χαρτοπετσέτα ή οτιδήποτε άλλο. Δεν ένιωσα ντροπή, αλλά ένιωσα ότι θα έπρεπε να νιώσω ντροπή, μα τη γυναίκα αυτή, δεν τη θυμάμαι.
     Γιατί τότε ξαναθυμάμαι αυτή την πρώτη φορά και την ντροπή που έπρεπε, αλλά δεν κατάφερα να νιώσω; Ίσως επειδή είμαι σε θέση να θυμάμαι τη δεύτερη γυναίκα με την οποία αυνανίστηκα και ίσως πιστεύω πως αυτή ήταν και η πρώτη. Με εκείνη, τη δεύτερη, ήταν τα ίδια αισθήματα, πλέον ξέροντας τι κάνω και τι σκοπό έχω· όλα μού είχαν φανερωθεί.
     Λοιπόν, μπορεί κάλλιστα να ήταν και η πρώτη, κι αυτό θα εξηγούσε και θα εξαφάνιζε το κενό, αλλά μπορεί κι όχι. Ίσως να μη μάθω ποτέ, το σίγουρο είναι πως αυτή τη γυναίκα εγώ δεν τη θυμάμαι.

Ὄνο νό Κομάτσι
ἡ Ἰδιοφυής
(16 ΤΆΝΚΑ)
[Μετάφραση ἀπό τ᾽ ἀγγλικά: Σοφία Γιοβάνογλου]

«σέ σένα»






1.
Κοιτάζοντας τό φῶς τοῦ φεγγαριοῦ
πῶς χύνεται
ἀνάμεσα σ᾽ αὐτά τά δέντρα
γεμίζει ἡ καρδιά μου ὡς τά χεῖλη
μέ φθινόπωρο.


[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]


2.

Ἡ νύχτα ἡ φθινοπωρινή
εἶναι μακριά μόνο κατ᾽ ὄνομα-
δέν ἔχουμε
παρά μονάχα κοιταχτεῖ
καί εἶναι ἤδη χαραυγή.


[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

3.

Δέν σηκωνόμαστε
οὖτε γιά νερό
ἀφότου τό φεγγάρι ἀνατείλει.
Κυλιόμαστε ᾽δῶ πέρα
λάμποντας.


[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani] 

4.

Θά ὑπάρχει ἄραγε ἀκόμη
αὐτό τό ἁπαλό ρόζ χνούδι
στό τόξο
τοῦ λευκοῦ σου στέρνου
ὅταν ἐγώ στό σπίτι θά κοιμᾶμαι;


[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

5.

Σήμερα τό πρωΐ
καί τά χωνάκια μου ἀκόμα
κρύβονται,
νά μή δείξουν
τά μαλλιά τους
μπερδεμένα ἀπ᾽ τόν ὕπνο.


[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]


6.

Ἀκούω πώς ὑπάρχει
ὁ ἀνθός τῆς λησμονιᾶς∙
ἴσως νά βροῦμε σπόρους του
σ᾽ αὐτή τήν ἄσπρη διασπορά
τῶν ἄστρων.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

7.

Ὑποχωρῶντας σέ μιά ἀγάπη
δίχως ὅρια
κοντά του θά βρεθῶ τό βράδυ,
ἀφοῦ ὁ κόσμος
δέν τούς κατακρίνει
αὐτούς πού ἀκροβατοῦν
στά μονοπάτια τῶν ὀνείρων.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῆς Helen Craig McCullough]

 8.

Κι᾽ ἄν ἔρχομαι σέ σένα ἀσταμάτητα
μέσ᾽ ἀπ᾽ τά μονοπάτια τῶν ὀνείρων
ὅλες μαζί οἱ συνευρέσεις μας αὐτές
δέν πιάνουν μιά
μπροστά σέ μιά μόνη ματιά
πού μοῦ χαρίζεται στόν ξύπνιο κόσμο.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῆς Helen Craig McCullough]

9.

Μιά νύχτα σάν κι᾽ αὐτή
πού οὖτε τό φεγγάρι δέν φωτίζει
τόν δρόμο σου σέ μένα
ξυπνῶ, τό πάθος μου φουντώνει
τό στῆθος μου μιά πυρκαγιά πού μαίνεται
μιά φλόγα πού ἐκρήγνυται
ἐνόσω ἐντός μου ἡ καρδιά μου καίει.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Earl Miner]


10.

Ὅταν ὁ πόθος μου
ἀνάβει καί φουντώνει
φορῶ τό νυχτικό μου
ἀνάποδα
-ἀπό τή σκούρα του πλευρά,
σάν τόν τραχύ φλοιό τῆς νύχτας.1

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

11.

Βαθαίνει ἡ νύχτα
μέ τό κάλεσμα τοῦ ἐλαφιοῦ
κι᾽ ἐγώ ἀκούω
τή μονόπλευρή μου ἀγάπη.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

   12.

Ὁ δύτης δέν ἐγκαταλείπει
τήν ἀκτή πού᾽ναι γεμάτη φύκια.
Κι᾽ ἐσύ θ᾽ ἀφήσεις τό κορμί
πού περιμένει ὅπως ὁ θαλασσινός ἀφρός
νά τον μαζέψουν τά δικά σου χέρια;

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

  13.

Νόμιζα ὅτι θά ᾽κοβα
γιά μένα
τόν ἀνθό τῆς λησμονιᾶς
τόν βρῆκα ὅμως
ἀνοιγμένο στήν καρδιά του.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]



14.

Ἄραγε τό καταλαβαίνει
ὅτι δέν εἶμαι φύκι
πού λυγιέται στήν ἀκτή,
γιά νά ᾽ρχεται
ὁ φυκοσυλλέκτης
ὅσο συχνά τοῦ κάνει κέφι;

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τoῦ Kenneth Rexroth]

15.

Ἀφότου λησμονήθηκε
τό σῶμα αὐτό
ἀπό τόν ἕνα πού ὑποσχέθηκε
πώς θά ᾽ρθει,
ἡ μία καί μοναδική μου σκέψη ἀπορεῖ
ἀκόμα κι᾽ ἄν αὐτό ὑπάρχει.

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τῶν Jane Hirshfield καί Mariko Aratani]

16.

Αὐτό πού χάνεται
χωρίς κανένα ἴχνος
εἶναι τό ἄνθος
τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς
στόν κόσμο τοῦτο!

[ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τoῦ Arthur Waley]










ΜΙΚΡΌΒΙΟΓΡΑΦΙΚΌ ΤῆΣ ὌΝΟ ΝΌΚΟΜΆΤΣΙ

Ἡ Ὄνο νό Κομάτσι ἔζησε στήν Ἰαπωνία τόν 9ο αἰῶνα (μεταξύ 825 και 900 μ.Χ.), κατά τήν περίοδο Χεϊάν (794-1185 μ.Χ.). Ὑπῆρξε κυρία τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς καί ἠθοποιός.
Εἶναι ἡ μοναδική γυναίκα ἀνάμεσα στούς Ροκασσέν, τούς 6 ποιητές πού ἀναφέρονται ὡς «οἱ ἕξι ἰδιοφυΐες τῆς ποίησης» στήν εἰσαγωγή τῆς Κοκινσοῦ ἤ Συλλογῆς Ἀπό Τό Παρελθόν Καί Τό Σήμερα τοῦ 10ου αἰῶνα. Τη Συλλογή αὐτή ἐπιμελήθηκε ὁ Κί νό Τσουραγιούκι1, γιά τόν ὁποῖο ἡ ποίηση «φέρνει ἁρμονία στίς σχέσεις μεταξύ ἀνδρῶν καί γυναικῶν καί ἡρεμεῖ τίς καρδιές τῶν ἄγριων πολεμιστῶν».
Τά ποιήματα τῆς Ὄνο νό Κομάτσι, πέραν ὅλων τῶν ἄλλων ἀρετῶν τους2 , ὅπως, για παράδειγμα, ἡ εὐφυής χρήση λέξεων μέ διττά νοήματα καί λέξεων συναφῶν, ξεχωρίζουν γιά τό βαθύ ἐρωτικό τους αἴσθημα3. Ἡ θρυλούμενη ἀνά τούς αἰῶνες καλλονή της κατέστησε τή λέξη «κομάτσι» συνώνυμη τῆς ὀμορφιᾶς στή σημερινή Ἰαπωνία.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ

Ἄν καί ἡ μεταφορά τοῦ ποιητικοῦ λόγου ἀπό μία γλῶσσα ἐνδιάμεση ἐνέχει μεγάλους κινδύνους, ἡ συναισθηματική μου διέγερση ἀπό τήν αὔρα πού τά «τάνκα» τῆς Κομάτσι ἀπέπνεαν, ἀκόμη καί στ᾽ ἀγγλικά, μέ ἔκανε νά παρακάμψω τούς φόβους μου. Προσπάθησα, λοιπόν, νά τά ἀποδώσω στά ἑλληνικά, ὅπως τά αἰσθανόμουν, εὐελπιστῶντας, παράλληλα, κάτι ἀπό τήν αὔρα τους αὐτήν νά μεταφέρω καί στόν ἀναγνώστη.
Τά ποιήματα τῆς Ὄνο νό Κομάτσι ἀνήκουν στά τάνκα ἤ γουάκα που προηγήθηκαν τῶν χαϊκοῦ1 . Ἡ φόρμα τῶν 5-7-5-7-7 συλλαβικῶν ἑνοτήτων —κατανεμημένων σέ 5 σειρές— τῆς ποίησης τῶν τάνκα ἤ γουάκα δέν ἦταν δυνατόν νά τηρηθεῖ, ἐφ᾽ ὅσον οἱ συλλαβικές αὐτές ἑνότητες δέν ἀντιστοιχοῦν ἐπακριβῶς στίς συλλαβές, ὅπως εμεῖς τίς ἐννοοῦμε σήμερα. Δέν ὑπῆρχε, ἄλλωστε, οὖτε στίς ἀγγλικές μεταφράσεις πού ἀκολουθήθηκαν.
Εὐχαριστῶ θερμά ὅλους ὅσους μοῦ ἔδωσαν τήν πολύτιμη βοήθειά τους, γιά νά πραγματοποιηθεῖ ἡ δημοσίευση αὐτή.



  1. Σύμφωνα μέ παλαιά ἰαπωνική παράδοση, ἄν φοροῦσες τό νυχτικό σου ἀνάποδα, μποροῦσες νά ὀνειρευτεῖς τόν ἐραστή σου.



1 Βλ. Yumiko Hulvey, S. (2006). Female Waka Poets: Love poetry in the Kokinshû. Simply Haiku, Autumn 2006, Τόμος 4, τεῦχος 3.
2 Βλ. Yumiko Hulvey 2006, ὅπ. παρ.

3 Βλ. Ἰωαννίδου, Ι. Ε., Ἔξαρχου, Σ. Γ. (1998). Κλασική Ἰαπωνική Ποίηση -7ος π.Χ. αἰ. ἔως σήμερα. Ἀθήνα: Καστανιώτης, σσ. 23 ἑπ.
Η ΜΑΓΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ Η ΛΥΡΑ: Για το βιβλίο «Μετασχηματισμοί Γ’» του Κώστα Λιννού (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)


εκδόσεις Γαβριηλίδης



«Είμαστε η μυθολογία της φύσης»
(Λεύκιου Αποσπάσματα)

Αιγαιοπελαγίτικες πέτρες, απαστράπτουσες στον ήλιο φυλλωσιές, θάλασσα. Η ποίηση του Λιννού έρχεται από μακριά, από τα βάθη της ελληνικής γλώσσας, από τα βάθη της ίδιας της ύπαρξης. Και αυτό γίνεται με έναν τρόπο φυσικό, τόσο απλό και αυτονόητο σαν την ίδια την αναπνοή. Ο ίδιος ο ποιητής στο πρώτο ποίημα της συλλογής καταφέρνει σε τρεις μόνο στίχους να ορίσει την ύπαρξή του μέσα από τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας:

Η Ομορφιά μού πήρε τη φωνή
Μόνο λέξεις γραμμένες,
Αυτές είναι το σώμα και το αίμα μου
(Πρελούδιο)

Ο ποιητής μας δεν χρειάζεται να μιλήσει για πράγματα μεγάλα και επιβλητικά, προτιμά σε κάθε εικόνα, σε κάθε ποίημα να πιαστεί από ένα θρύψαλο, όπως έκανε πάντοτε η λυρική ποίηση: το χέρι και ο ψίθυρος του σκοπευτή, ένα γέλιο όπου η απεραντοσύνη λάμπει, μια παλάμη που σηκώνει καρπούς, ένα χέρι που σκαλίζει τις στάχτες, μια κουπαστή όπου ακουμπά ο ταξιδιώτης. Γιατί αυτά τα θρύψαλα είναι ψηφίδες της πραγματικότητας και των ονείρων που συγκροτούν μια στάση απέναντι στη ζωή και στο θάνατο, όλα τα άλλα είναι ιδεολογήματα και κούφια λόγια. Είναι χαρακτηριστικό πώς η Ιδέα, η πλατωνική Ιδέα καταφέρνει μέσα από την καλλιτεχνική πράξη και την ύλη που αυτή χρησιμοποιεί να γίνει ξανά Ιδέα, χωρίς να μείνει ένα θραύσμα, ένα ασήμαντο απείκασμα μέσα στον αισθητό κόσμο. Γράφει ο ποιητής σε ένα από τα «Τέσσερα μικρά Οράματα»:

Η Ιδέα κάνει σκιά. Κι αυτήν τη σκιά εμείς τη ζωγραφίζουμε ή τη χαράσσουμε σε πέτρα. Για να την ξανακάνουμε Ιδέα.
(Του Χαράκτη)

Ο ποιητής αναζητά την αρχή των πραγμάτων, όχι με την έννοια της χρονικής αρχής ή του αιτίου, αλλά με την έννοια του πυρήνα, της αλήθειας που κρύβεται κάτω από περιτυλίγματα και ψιμύθια. Και για να βρει την αρχή πιάνει την κλωστή από τον τόπο, δηλαδή από τη γη αλλά και από το μύθο. Έτσι τον βλέπουμε να μας περιδιαβαίνει σε σπασμένα αγάλματα, σε αρχαίους ναούς, σε συντρίμμια επιγραφών, σε αρχαία μονοπάτια, σε εγκαταλελειμμένα νεκροταφεία για να μας οδηγήσει τελικά στα νησιά του Αιγαίου, στις λεμονιές και τις πορτοκαλιές, στα αγκάθια, στα γιασεμιά και στα έλατα, αλλά και να μας κάνει να παρατηρήσουμε προσεκτικά τους αόρατους φίλους μας: χελώνες, γερακίνες, κουνούπια, τζιτζίκια, χρυσόψαρα, λαγούς, φίδια και μεταξοσκώληκες. Διότι το παρελθόν, έστω στα συντρίμμια του, έστω μονάχα μέσα από τις αντανακλάσεις του φωτός πάνω στις πέτρες, είναι πάντα παρόν, διότι το παρόν των έμβιων όντων είναι παρελθόν και μέλλον. Η αρχαιότητα λοιπόν, η ιστορία ακόμη κι όταν μπλέκεται με αφηρημένες έννοιες δε χάνει τη σάρκα της, μένει στα μέτρα τα ανθρώπινα, ανοίγει τα μάτια μας να δούμε όχι άψυχα νοήματα, αλλά τα ίχνη των ανθρώπων στο χώμα. Γράφει ο ποιητής:
Όταν φυσάει κοιτάμε τα μάτια των αγαλμάτων
Εκεί μέσα κοιμάται το τραγούδι της γης
Κι ονειρεύεται τα άστρα που θα πέσουν τις επόμενες νύχτες.
(Το τραγούδι της γης)

Ύστερα ο μύθος έρχεται μέσα στις εικόνες και παίρνει μια περίεργη μορφή, γιατί δεν πρόκειται για ποίηση αφηγηματική, αλλά ο μύθος, η ιστορία υπάρχει, συγκροτεί το νόημά της μέσα σε κάθε εικόνα. Μπορούμε να φανταστούμε μέσα από τα μικρά, τα ελάχιστα που μαθαίνουμε για κάθε ανθρώπινη φιγούρα ποιος πόνος κρύβεται, ποιο παρελθόν και τι απέγινε εντέλει αυτή η ψυχή, ο ποιητής μας αποκαλύπτει όσα πρέπει και μας αφήνει σε μια ελευθερία ονείρου και φαντασίας να πλάσουμε τα υπόλοιπα. Χαρακτηριστικό το ποίημα «Αν», όπου σε β’ ενικό πρόσωπο ο ποιητής απευθύνεται σε ένα τρίτο πρόσωπο, δίνοντάς του τους όρους που πλάθουν την αγάπη:

Αν κατάφερες στη θέση της καρδιάς της να βάλεις έναν χαρταετό
Αν μπόρεσες να γίνεις αέρας για να τον κάνεις να πετά ψηλά
..
Τότε ίσως να την αγάπησες

Πού να κατέληξε αυτή η ιστορία αγάπης; Αρκεί η φαντασία μας ή η εμπειρία μας να τη συμπληρώσει, όπως και σε τόσα άλλα ποιήματα. Αυτό το ανοιχτό, αλλά και τόσο πλήρες πεδίο συγκροτεί έναν ιδιαίτερο τρόπο όλης της συλλογής.
Πολλά ποιήματα λειτουργούν σχεδόν σαν μουσικά θέματα συμφωνικών έργων που ξετυλίγονται αργά αργά με προσοχή και σύνεση και καθώς απλώνονται φτιάχνουν εικόνες, τόπους, ανθρώπους, ουρανό και θάλασσα, μυρωδιές, αγγίγματα, όλες οι αισθήσεις δουλεύουν σκληρά και απολαμβάνουν το μόχθο τους. Οι μορφές θυμίζουν πια στην ολότητά τους γλυπτά της Αναγέννησης και βυζαντινά τέμπλα, άλλοτε στρέφεται η προσοχή εξολοκλήρου πάνω τους και άλλοτε ενώνονται αρμονικά με το περιβάλλον τους και σβήνουν. Μορφές υπερβατικές που ολοκληρώνουν την κάθαρση της ψυχής μας λίγο λίγο. Αυτή είναι η κάθαρση από τον κυνισμό της εποχής και τη σκληρότητα των όχλων, για να λάμψει η αλήθεια του ανθρώπου που πιστεύει στην καλοσύνη και νοηματοδοτεί έτσι τη ζωή του. Αυτοί είναι εντέλει οι «Μετασχηματισμοί», η αλλαγή της συνείδησης που ο ποιητής έχει οραματιστεί μέχρι τέλους:

Όπως μια Ιδέα σ’ εγκυμοσύνη, βιασμένη και σπασμένη στο ξύλο
Κοιτάζει τον ορίζοντα την αυγή
Και καταφέρνει να ψελλίσει προτού την πνίξει ο λυγμός

«…Παράδεισος…»
(Το μεγάλο όνειρο)

Νομίζω τελικά πως η ποίηση του Λιννού πασχίζει να μας ελευθερώσει απ’ τα δεσμά μας, που είναι πάντα δεσμά του χρόνου – γιατί είμαστε θνητά πλάσματα – και του χώρου – γιατί λανθασμένα τείνουμε να συνδέουμε τη ζωή μας και τις επιλογές μας μόνο με τις γεωγραφικές μας συντεταγμένες. Στον κόσμο του ποιητή ο χρόνος ανοίγεται μέσω της γλώσσας, η γλώσσα τιμά την ιστορία της, την παράδοσή της και δοκιμάζει με τόλμη τη μουσικότητα, το σημαίνουν και το σημαινόμενο, με λίγα λόγια το μέλλον της, ενώ ο χώρος είναι εκεί όπου έστω για λίγο «η πλάση συγκατανεύει και λες νά, η πατρίδα».
Χώρος, χρόνος, έννοιες που στην ποίηση εξαϋλώνονται και γίνονται πιο υποφερτές. Γιατί μπορώ να φανταστώ εκείνη την Καρπαθιώτισσα κόρη που «δροσοπελαγίζεται» σε ένα από τα ποιήματα του Λιννού, να παίζει και να γελά με τις αρχαίες γειτονοπούλες της που ανασταίνονται και αναπνέουν ξανά αχόρταγα με τη βοήθεια της μαγικής δύναμης των ποιημάτων…

εκδόσεις Μελάνι 



ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ


Εύρημα βυθού η αφή
Δάχτυλα μύστες τσακίζουν το βαμβάκι
Εκφέρονται ερωτήσεις
Από τα φθαρμένα σώματα
Ακούγεται η λύση
Τα γόνατα οι κνήμες
Μισός μηρός η πλάτη ολόκληρη
Και ένα σεντόνι νωπές αποσυνθέσεις
Ο διαμελισμός του θαύματος
Υπόσχεση αγάπης




ΙΦΙΓΕΝΕΙΕΣ

Στην εκδρομή λερώθηκε στους λόφους
Το λευκό φόρεμα
Μικρό κορίτσι
Δεμένο τα χέρια του κουνούσε
Ως το λαιμό οι μηροί του
Αμαρτίες γονέων φούσκωναν τον άνεμο
Με το παιδί πανί
Σύννεφο βρεγμένο στη μαύρη θάλασσα
Γλίτωσε την ομορφιά
Μόνοι έμειναν οι εραστές


Επανένωση

Τυχαία βρεθήκαμε ύστερα από χρόνια
βγήκαμε για καφέ
είπαμε τα νέα μας
και ύστερα πάλι απ’ την αρχή
σαν να ’μασταν μόνοι χαμένοι σε νησί
σαν παιδαρέλια στην Εδέμ
με τα ρούχα μας όμως

Γυμνοί δεν γινόταν πια
να προχωρήσουμε στην αμαρτία




Ο θρόνος του αίματος

Ξάφνου το μαχαίρι
κι είναι ένα θαύμα η πληγή
Κόκκινος χρυσός
νερό στην έρημο του δέρματος
στην αδιάκοπη συνέχεια της επιδερμίδας
το αίμα κυλούσε
και θα κυλούσε ακόμα
αν εκεί επάνω δεν καθόταν
σαν στο θρόνο της μια μύγα




Ο καλλιτέχνης

Ωραία δουλεύει
ζυμώνοντας χώμα με λίγη κοπριά
και σιγά σιγά φτιάχνει κήπο
Είναι καλός- δείχνει
τι μπορεί να γίνει
σε αυτούς που με τίποτα δεν θέλουν
να λερώσουν τα χέρια τους





ΟΙ ΝΕΟΣΣΟΙ

Ο νους καθηλωμένος παρακολουθεί
της καρδιάς τα πτηνά σκιρτήματα.
Πούπουλα σχιζοφρενή διαρρηγνύουν ασυγκράτητα
τον ζουρλομανδύα που λέγεται εύρυθμη φτερούγα,
οι τρόφιμοι ανακτούν το προαύλιο.
Πούπουλα σχιζοφρενή στροβιλίζονται
οι πτώσεις τους επίδοξο ύψος
οι κορυφώσεις ενδεχόμενα τέλματα
πούπουλα σχιζοφρενή σε πλήρη απορρύθμιση.
Ο σχηματισμός τους πιστός στην επαύριο
του πιο αναπάντεχου μαξιλαροπόλεμου.

1η δημοσίευση, έντυπη θράκα , τεύχος 3-4
εκδόσεις θράκα






Ο

το σώμα που κειτόταν στις πέτρες γεμάτο πληγές
θυμάται;
το χώμα να υγραίνεται να κυλά νερό
ανάμεσα στις πέτρες, φλέβες μικρές,
ρυάκια μεγαλύτερα στο τέλος
η αύρα της θάλασσας δεν ήταν παραίσθηση
το νερό που ανακούφιζε το σώμα
καθώς το αλάτι άνοιγε τις πληγές ακόμη περισσότερο
η φύση που διώχνεις απ’ την πόρτα
κι αυτή ξαναμπαίνει απ’ το παράθυρο
η άνωση
που δεν μπορείς ν’ αντισταθείς.
θυμάμαι; το Κύμα
που ένας Θεός ξέρει πώς βρέθηκε πάνω στο βουνό
που μόνο ένας Θεός ξέρει πώς βρέθηκε απ’ το βουνό
σ’ έναν παράξενο χώρο. νόμιζα
νεκροτομείο. ήταν τελικά
γέφυρα πλοίου
θυμάσαι
σαν όνειρο.
σαν. όνειρο.


ρ

ο Ήλιος
η θάλασσα ήρεμη, μια υποψία αύρας, δυο υποψίες γλάρων
ο ουρανός ασημένιος, χωρίς ασήμι, φιλόξενος
πίσω απ’ το τζάμι της γέφυρας
το μειδίαμα για το απρόσμενο του θαύματος
και για το θαύμα
η στιγμή που έρχεται και παρέρχεται
ο Ήλιος
κάπως ταλαιπωρημένος, με το ύφος όμως εκείνο
το καθησυχαστικό
του αθάνατου


Νικόλας Ευαντινός, 
Δεν έχει αλλού πορτοκαλιές. Είναι μία

Μια ώριμη γυναίκα, με ύφος κοριτσιού και κινήσεις κοπελιάς αγάπησε κάποια πορτοκαλιά. Είχε φυτρώσει σε χώμα εχθρικό για τέτοια οπωροφόρα, όμως φάνταζε υγιέστατη και πανίσχυρη με το καταπράσινο φύλλωμά της και τους μεγάλους, ζουμερούς καρπούς της. Η γυναίκα συχνά, μα χωρίς πρόγραμμα, κρατώντας νερό στην στάμνα της, πήγαινε στην πορτοκαλιά. Αφού έχυνε το νερό στον κορμό της, τον χαίδευε και της ψιθύριζε: «εγώ σε βρήκα..είσαι δικιά μου..». Έπειτα καθόταν στην ρίζα της, έκλεινε τα βλέφαρα, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και έπεφτε σε μια βαθιά ονειροπόληση.Ήταν τότε που συνέβαινε το εξής παράδοξο: η γυναίκα ένιωθε πως είχε ρίζα σε χώμα εχθρικό, πώς το σώμα της ήταν κορμός πανέμορφος για να ξαποσταίνεις και πως τα χέρια της ήταν κλαδιά όπου γαλάζια και κόκκινα πουλιά είχαν στήσει τις φωλιές τους. Εκείνη την στιγμή, στο αποκορύφωμα αυτής της μεταμόρφωσης ερχόταν πάντα εκείνος.

Μύριζε τσιγάρο και ιδρώτα εφηβικό. Στο κούτελο είχε την έπαρση της άγνοιας, στα χείλη την τρικυμιά του παιχνιδιού, στα μάτια μια χαρμολύπη αεικίνητη. Κρατούσε τσεκούρι και βάδιζε σταθερά, μα ανυπόμονα. Ανήμπορη στην ακινησία της και ριζωμένη βαθιά στο εχθρικό της χώμα τον έβλεπε να έρχεται καταπάνω της. Εκείνος με μανία σήκωνε το τσεκούρι του πλάγια στον αέρα, λύγιζε τα γόνατα και χτυπούσε το κέντρο του κορμού της. Ήταν ο ξυλοκόπος που σκόρπαγε τον τρόπο. Με το πρώτο χτύπημα η γυναίκα έσερνε απ’ τα σωθικά της μια βαθιά κραυγή και ξυπνούσε. Η ονειροπόληση τότε τελείωνε ξαφνικά και σωτήρια. Σηκώνονταν, άφηνε ένα βαθύ αναστεναγμό, έπαιρνε την στάμνα της και με ένα αινιγματικό μειδίαμα φορεμένο στο στόμα, άφηνε πίσω της την πορτοκαλιά και αποχωρούσε. Αυτό το περιστατικό με αυτήν την σειρά γεγονότων, συνέβαινε κάθε φορά που η ώριμη γυναίκα με το ύφος κοριτσιού και τις κινήσεις κοπελιάς πήγαινε να συναντήσει την αγαπημένη της πορτοκαλιά.

Μια από τις πολλές τα πράγματα άλλαξαν. Η γυναίκα αφού χάιδεψε τον κορμό και ψιθύρισε «εγώ σε βρήκα, είσαι δικιά μου..», έκατσε στην ρίζα της και άρχισε την ονειροπόληση. Ένιωσε πάλι το σώμα της να είναι κορμός, τα χέρια της να είναι κλαδιά που φώλιαζαν γαλάζια και κόκκινα πουλιά. Όμως το χώμα όπου ένιωθε να έχει ριζώσει δεν το αισθάνονταν πια εχθρικό. Όταν ήρθε εκείνος ο αλήτης με το τσεκούρι τρόμαξε. Περίμενε το χτύπημά του και προετοίμαζε την αντίδρασή της: την κραυγή που θα την έβγαζε από την ονειροπόληση και θα την έσωζε. Όμως εκείνος άλλαξε στάση. Άφησε κάτω το τσεκούρι, δίπλωσε με μαεστρία τα μανίκια του πουκαμίσου ως τους αγκώνες, σηκώθηκε στις μύτες και έκοψε από τα κλαδιά της ένα πορτοκάλι. Το ξεφλούδισε, το έφαγε κι έπειτα χάιδεψε τον κορμό της λέγοντας: «δεν ξέρω αν εγώ σε βρήκα …πάντως σε ευχαριστώ..». Για πρώτη φορά η γυναίκα αισθάνθηκε ένα ερωτικό τρέμουλο σε όλο της το κορμί. Δεν χρειαζόταν να βγάλει κραυγή, δεν χρειαζόταν να ξυπνήσει. Ένιωθε πως ανήκε κάπου. Ήταν πλέον απαραίτητη, για αυτόν τον αλλόκοτο ξυλοκόπο με την έπαρση της άγνοιας στο κούτελο, την τρικυμιά του παιχνιδιού στα χείλη, την αεικίνητη χαρμολύπη στα μάτια. Αποφάσισε λοιπόν να μην ξυπνήσει ποτέ ξανά.

Έμεινε για πάντα εκεί, αφήνοντάς του την στάμνα της, βοηθώντας τον άγαρμπο ξυλοκόπο, να γίνει τρυγητής και γητευτής της. Όπως κάθε ώριμη ιδέα, με ύφος κοριτσιού και κινήσεις κοπελιάς οφείλει να κάνει για τον ποιητή της. Όταν το χώμα γίνει φιλόξενο. Πάντα στηρίζοντας την πλάτη, σαν να ξαποσταίνει, στην ρίζα του αληθινού δέντρου –που ό,τι κι αν λένε υπάρχει στα αλήθεια. 




Οι ποιητές να μη γράφουν 

ν'ανεβαίνουν σε φορτοεκφορτωτές 
ντάλα μεσημέρι

να μυρίζει πετρέλαιο 
και σαπούνι ξεραμένο 
τα χέρια τους

να τρίβουν τα γόνατά τους
με τσιγαρόχαρτο εξωτερικού

να φοράν παπούτσια κλειστά
που δε μπαίνει μέσα θάλασσα

να μη γράφουν 
πως άφησες τη καρδιά σου
να χτυπάει από μόνη της 



Κηπουρός . 


Έμειναν λουλούδια 
στο τοίχο απάνω
που επιμένω

νύχτα ξανά

άρχισα με τα νύχια μου 
να ξύνω την υγρασία
στο τοίχο απάνω 
που επιμένω

μέρα ξανά

δε κινώ πια διόλου 
από 'δω
μέχρι 

να πιάσω το χέρι σου
όταν ποτίζεις τα λουλούδια

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA