02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

Η Βάγια Κάλφα γράφει στο περιοδικό "Φρέαρ" για την πρώτη ποιητική συλλογή της Αντωνίνης Σμυρίλλη "Βλέπω ακόμα παιδικά" (Θράκα, 2017)

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Hans Magnus Enzensberger, Ποιήματα

Ο Πάνος Σαράκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών

“Αυγά Μαύρα” στο θέατρο Άρατος, γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)
εκδόσεις κέδρος



Ανέβηκα και καθάρισα τον ουρανό,
καλύτερα να μας βλέπουν οι άγγελοι
Καθώς κατέβαινα ξεσκόνισα :
ταβάνια
κουρτινόξυλα
παράθυρα
τοίχους.
Τσαπατσουλιές, λέει
Άρπαξε ένα πανί και πήρε
και τη φεγγαρόσκονη απ'τα τζάμια,


-


Απ'τις σκόνες των ποιητών
προτιμώ τη σκόνη του χώματος.
Την αφήνω να μαζεύεται
στο παράθυρο
στα έπιπλα
στα ποιήματά μου.
Θέλω να την αγγίζω.
Όπως παλιά, παιδί,
με το δάχτυλο να γράφω
ανορθόγραφες λέξεις.







Μόνοι με όλους


η σάρκα καλύπτει τα κόκκαλα
και βάζουνε κι ένα μυαλό
εκεί μέσα,
ενίοτε και μια ψυχή,
κι οι γυναίκες σπάνε
βάζα στους τοίχους
κι οι άντρες
μπεκρουλιάζουν
και κανείς δεν βρίσκει τον
άνθρωπό του
μα συνεχίζουν να
ψάχνουν
τα κορμιά τους σέρνοντας
από κρεβάτι σε κρεβάτι.
σάρκα καλύπτει
τα κόκκαλα κι η
σάρκα αναζητεί
κάτι παραπάνω από
σάρκα.

δεν υπάρχει ελπίδα
καμία:
είμαστε όλοι παγιδευμένοι
από την ίδια μοναχική
μοίρα.

κανείς δεν βρίσκει
τον άνθρωπό του.

οι χωματερές γεμίζουν
οι μάντρες γεμίζουν
τα τρελλάδικα γεμίζουν
τα νοσοκομεία γεμίζουν
τα νεκροταφεία γεμίζουν

άλλο δεν γεμίζει
τίποτα.





Σας χαιρετώ, πως είστε; 


τούτος ο φόβος μην είν’ αυτό που στ’ αλήθεια είναι:
νεκροί.
 
τουλάχιστον δεν είναι έξω στους δρόμους,
φροντίζουν να μένουν εντός, εκείνοι 
οι τρελοί με τα ωχρά πρόσωπα που 
στήνονται μονάχοι μπρος στις τηλεοράσεις τους,
οι ζωές τους κατάφορτες μ’ ένα κονσερβοποιημένο, κουτσουρεμένο γέλιο.

η ιδανική τους γειτονιά
με τα σταθμευμένα αυτοκίνητα
τους κηπίσκους με τα καταπράσινα γρασίδια
τα σπιτάκια
τις πορτούλες που ανοιγοκλείνουν
κατά τις βίζιτες των συγγενών 
την περίοδο των εορτών
οι πόρτες να κλείνουν
πίσω απ’ τους ψυχορραγούντες που αργοπεθαίνουν
πίσω απ’ τους νεκρούς που είν’ ακόμα ζωντανοί
στην ήσυχη τη μέτρια γειτονιά σας
των ελικόμορφων δρόμων
της αγωνίας
της σύγχυσης
του τρόμου
του φόβου
της άγνοιας.

ένα σκυλί κάθεται όρθιο πίσω από ‘να φράχτη.
  
ένας άνδρας σιωπηλός μπρος στο παράθυρο.







Ο χορός της ζωής 


η περιοχή ανάμεσα στην ψυχή και το μυαλό
επηρεάζεται ποικιλοτρόπως από την
εμπειρία—
κάποιοι χάνουν εντελώς το μυαλό και γίνονται ψυχή:
παράφρονες.
κάποιοι χάνουν εντελώς την ψυχή και γίνονται
μυαλό:
διανοούμενοι.
κάποιοι τα χάνουν και τα δυο και γίνονται:
αποδεκτοί.







Ευσταθία Ματζαρίδου
Η μοίρα

Το '70. Φθινόπωρο. Φόρεσε τα καλά της. Φίλησε το παιδί. Αποχαιρέτησε και τους άλλους. Πήρε το τρένο. Έφτασε στην πρωτεύουσα. Βγήκε φωτογραφία στην Ακρόπολη. Μαζί με άλλους. Σε ένα πανηγύρι, τράβηξε ένα λαχνό της μοίρας. Θα κάνεις τρία παιδιά, ο άντρας σου θα πεθάνει νέος κι εσύ θα ζήσεις ως τα ογδόντα τέσσερα. Της είπε ο λαχνός. Πήραν το λεωφορείο για Πάτρα. Το "Αχιλλέας" τους μετέφερε στο Μπρίντεζι. Το τρένο στο Μόναχο. Μετανάστευση. Το δεύτερο το παιδί το απέβαλε. Γέννησε ένα τρίτο. Ο άντρας της πέθανε νέος. Τώρα πια περιμένει να ζήσει ως τα ογδόντα τέσσερα.

α΄

Ενυπάρχω εν τη ύλη της σαφήνειας
και υπάρχω για να μαρτυρήσω.
Ένα δένδρο μακριά σ’ ένα φόντο δειλινού πάλλεται.
Τι θαυμαστό! Τι θαυμάσιο! Γύρω του αέρας
και κάπου μακριά
κάτι ευθείες από δένδρα και χρώματα του κόσμου.
Περπατώ στην λεωφόρο, γεμάτος αισιοδοξία
και μέθη για σένα που τυρρανικά υπακούεις
στην κλαυθμυρή γρηγοράδα του λόγου μου.
Το πρωί δεν προλαμβάνω
το ξύπνημά σου και τώρα που το φέρνω εικόνα
λίγο μένει η γεύση από το περπάτημά σου
και η οσμή του χώρου - μυρωδιά γιασεμιού.
Είναι καλύτερα που έφυγες τότε.
Θυμάμαι την ώρα και το σκηνικό αυτής της ώρας
που ντυμένη σ’ ένα πράσινο παλτό
άθλιο και αξιοπρεπές μαζί
με κοιτούσες και έκλαιγες.
Πώς είναι δυνατόν να κλαίνε οι άνθρωποι από ασχήμια!
Πάντα λέω ότι το σπίτι το ισόγειο
είναι αιτία και αιτιατόν
πολλών καταστροφών στην πόλη.
Υπαινιγμός για κάτι που φαίνεται εύκολο
και όμως δεν είναι παρά η δυσκολία στο να
υπάρχω εν τη ύλη της σαφήνειας.






β΄

Το φεγγάρι γυμνό γύρισε πίσω και κοίταξε τον άνδρα
που στεκόταν ψηλά στο παράθυρο.
Κρυφομιλούσε σκεφτικός
στην απέναντι όχθη σκεφτικός.
Κρίνα στην απέναντι πεταμένα.
Κράτα την πόρτα ανοιχτή
και το ασημένιο κάτω στο νερό, φαντάζει πιο ασημένιο
από την πλευρά του γεφυριού πιο ασημένιο πιο …………..
Οι δίπλες στην ύφανση, μη ξεγιελιέσαι
είναι από την ανυπομονησία που απλώνεται.
Στριφογύρισε το σώμα δυνατά.
Το φεγγάρι δεν είναι παρόν.
Τα ασημένια νερά της πόλης, έκλεψαν την παρουσία του.
Τώρα μονός θα μ’ αγκαλιάσεις και μόνος θ’ ανάβεις στο σώμα μου
ψηλά, γυμνός με τις παλάμες γεμάτες κύμινο και γιασεμιά.




γ΄

Είμαι βιαστική.
Δεν θα καθήσω.
Να! Είμαι εκεί στην γωνιά ορθή
κοιτώντας τη δύση του ήλιου.
Όταν ανοίξω την πόρτα, ο θόρυβος από τον όχλο που περνά
χαμηλά, στα βάθη αυτού του σπιτιού θα ρίξει μια ερώτηση
σαν ταχυδρομικό δέμα και θα φτάσει πριν από μένα
στον προορισμό του.
Έχω κατέβει τις σκάλες.
Οι ορδές θα με παρασύρουν και το φρένο της σύνεσής μου
θα προμεταΰστερα γεμίσει τις φλέβες μου με αίμα
κατάλληλο για επιβεβαίωση της προανάθεσης προτεραιότητας.








Κρίνο της κοιλάδας
ή Convallaria majalis η Ladder-to-heaven



Εσείς
στα πόδια μου
το κρίνο των αγρών

Εγώ
η σκάλα Σας
στη χώρα των θαυμάτων



IV

Ορχιδέα η γαλακτόχρους
ή Orchis lactea ή Spotted milky orchid



Αγόρια
αναπαύονται στα
χείλη μου λευκά

Όταν οι όρχεις Σας
εκρήγνυνται
στη ρίζα



Μεγάλη άγρια ίρις
ή Dietes grandiflora ή Fairy iris



Και με το μόνο Σας
φιλί
στο μάτι τ' ουρανού

Αφυπνισμένος
όφις
η μακρά μου στήλη



Αίνιγμα

Με πνίγει πλέον η θάλασσα των ανθρώπων
Άπατα νερά η μοναξιά ανάμεσά τους
Βδέλες που κολλούν στα χέρια σου
Η απόκοφη βουή τους.
Να κολυμπήσεις πώς;

Σαν τους γνωρίζεις
χαμογελούν
μα το λακάκι τους δακρύζει,
στάζει βραχνούς λυγμούς .

Σαν λιγάει ο χρόνος βυθίζεσαι
Στη πλάνη τους.
Λες πως μπορείς να τους κρατήσεις
Γελάστηκες.

Οι άνθρωποι ποτέ αιχμάλωτοι
Δεν έγιναν ακούσια
Μήτε υπέγραψαν συνθήκη την ψυχή τους.

Σαν φεύγουν πάλι ,χαμογελούν.
Αίνιγμα η αιτία.


Τα χέρια μας αδειανά,
Τόσο μάταια πλασμένα
Δεν μπόρεσαν ποτέ
να φέρουν πίσω
Στη ζωή
Όσα αγαπήσαμε.

Μεγάλο αίνιγμα οι άνθρωποι ,
Όπως και τα χαμόγελα
Όπως και η θάλασσα
Σε ξεβράζουν πάντα αδειανό
Στην αμμουδερή μοναξιά της
μνήμης σου.

Ίσως είναι λάθος του χρόνου
Να ξεθωριάζει καθετί φθαρτό
Που παλέβει
Να αντέξει το αναπόφευκτο
Σμίξιμο μαζί του .


Η Παναγιώτα Καλογεράκου είναι μαθήτρια της Β' λυκείου 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ, “ΒΕΝΟΥΣΜΠΕΡΓΚ”, εκδ “αντίποδες”

εκδόσεις αντίποδες 




Στην ακόμη χορταριασμένη ακροποταμιά της λήθης, λίγο πριν το όνειρο παύσει να μας δροσίζει με αστρική σκόνη, εκεί κοντά που σιγά σιγά η αιωνιότητα γίνεται το αξόδευτο και ανώφελο πλεονέκτημα των νικητών και ηττημένων νεκρών, η ματαιοδοξία με τα αιθεροβάμονα πέπλα της ποίησης χορεύει τις τελευταίες τις στιγμές τάζοντας μας την απροσδιόριστη μα τόσο πολυπόθητη αθανασία. Την αθανασία όμως διεκδικεί, για να την κατατροπώσει, ο έρωτας για τον οποίον κι αν έχουν γραφεί ποιήματα. Μήπως όλα τούτα δεν αξίζουν δυάρα; Μήπως οι δρόμοι είναι εντέλει μόνο δύο: της αγιοσύνης ή της απάτης; Κάπως έτσι συμπυκνώνω το βιβλίο του Δημήτρη Καρακίτσου. Με την γλαφυρή και μελιρέουσα γραφή του σε τέσσερα πεζά που εφορμούνται από αρχαία και θρησκευτικά θέματα ο συγγραφέας στήνει ένα σκηνικό γεμάτο πηγαία και αρχετυπικά ερωτήματα για την θνητή και τεθνεώσα μας υπόσταση.  
 
Στο εξώφυλλο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία από την εγκαταλελειμμένη Villa de Vecchi - την κατοικία φάντασμα των Ντε Βέκι στις όχθες της λίμνης Κόμο στην Ιταλία. Μια παρόμοια κατοικία είχε χτίσει ο κυβερνήτης του Μουσολίνι της ίδιας οικογενείας - ντε Βέκι - και στη Ρόδο και τώρα ερειπώνει σε μια πλαγιά του Προφήτη Ηλία.

Είναι κι αυτή ένα από τα μαγικά ενδιαιτήματα όπου καταφεύγει με τη φαντασία της η Ολβία Παπαηλίου για να ονειροπολεί. Φημισμένα ξενοδοχεία, βίλλες, ιδρύματα που συναντάς στα ποιήματά της όπου οι ένοικοι ζουν ξεχασμένοι από το χρόνο επαναλαμβάνοντας τις καθιερωμένες τελετουργικές συνήθειες μιας ουδέποτε εκπεσούσης αριστοκρατίας. 

Αυτή τη φορά η βίλλα ντε Βέκι μετατρέπεται στο ειδυλλιακό νοσοκομείο "Η Καλή Θέα" (Belle Vue μπορείτε να το φανταστείτε ίσως) και η ονειροπόληση περιλαμβάνει τον εθελούσιο εγκλεισμό της κυρίας Μ Γκ. (ποια να είναι άραγε) και την ιδιότυπη θεραπεία της από τον κύριο Τ. το γιατρό της.

Για τον αναγνώστη παραδίδονται οι επιστολές - ένα βιβλίο ίσως επιστολικό - μονόλογοι θεραπευτικοί, απολογισμός μιας θεραπείας, η αποκάλυψη των παλιών τραυμάτων και κυρίως η περιπέτεια της φαντασίας και της γραφής.

Η γραφή ποταμός της Ολβίας, περιπέτεια, θεραπεία, απόλαυση, εν κατακλείδι ανάκτηση της ύπαρξης.

Πόλυ Χατζημανωλάκη

Το Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός σε συνεργασία με την ομάδα ποίησης Σκάσε Αηδόνι σας προσκαλεί το Σάββατο 16 Ιουλίου 2016 στις 21:00 η ώρα στην ταράτσα του Εμπρός να παρακολουθήσετε και να πάρετε όσοι θέλετε μέρος στην πρώτη βραδιά ποίησης της ομάδας με θέμα «Αντιήρωας | μια Παγίδα». Η ποιητική ομάδα Σκάσε Αηδόνι συστάθηκε το καλοκαίρι του 2014 μετά από συνάντηση των μελών της στο Ποιητικό Εργαστήρι του Ιδρύματος Τάκη Σινόπουλου και αποτελείται από:

Άβερμπαχ Φραντζέσκα
Αθανασίου Μαρουσώ
Καπουλέα Κατερίνα
Κρητικοπούλου Σωτηρία
Λαζάρ Ηλέκτρα
Μαργαρώνη Δανάη
Μαρτίνης Χρίστος
Παπαντωνίου Χριστίνα

Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός
Ρήγα Παλαμήδη 2, Ψυρρή, Αθήνα
email : embrostheater0@gmail.com
Το βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ συμπληρώνοντας 3 χρόνια λειτουργίας αποχαιρετά το κοινό με μία εκδήλωση αφιερωμένη στη λογοτεχνία και ομιλητές προσωπικότητες των γραμμάτων και της επιστήμης που γνωρίσαμε και αγαπάμε...


Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016 στις 9:00μμ

το Αστικόν Καφενείο ΑΝΩ ΠΟΥΡΝΑΡΟΥΣΑ και το βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΣΤΑΤΗΣ

σας προσκαλούν στην εκδήλωση με τίτλο:

Από την 4η Ιουλίου στην Αιωνιότητα!

Aνοιχτή συζήτηση για το παρόν και το μέλλον της λογοτεχνίας με τους:

Αλέξανδρο Ίσαρη
(ποιητή, συγγραφέα, μεταφραστή και ζωγράφο)
Κώστα Καλημέρη
(κριτικό λογοτεχνίας)
Μαρία Καραμητσοπούλου
(ανθρωπολόγο)
Γιάννη Κιουρτσάκη
(συγγραφέα)
Γιώτα Κριτσέλη
(εκδότρια-εκδ. Κίχλη)
Πάτροκλο Λεβεντόπουλο
(ποιητή)
Γιώργο Μητά
(συγγραφέα)
Ελίνα Μουσταΐρα
(καθηγήτρια Συγκριτικού Δικαίου)
Γιάννη Μπασκόζο
(διευθυντή του «Αναγνώστη»)
Δημήτρη Μπαχάρα
(ιστορικό, εκδότη-εκδ. Ασίνη)
Κωνσταντίνο Πουλή
(συγγραφέα)
Μαρία Στεφανοπούλου
(συγγραφέα)
Θανάση Συλιβό
(εκδότη-εκδ. Μετρονόμος)
Κωνσταντίνα Τασοπούλου
(συγγραφέα, μουσικό)
Γεωργία Τσάκωνα
(εκδότρια-εκδ. Ηλίβατον)

Συμμετέχει ο ηθοποιός Μανώλης Μαυροματάκης

​​


Πρόσβαση από Αθήνα:
​​
Λεωφορεί
​o​
 20
​9 -
 Τρόλεϊ 
​2, 4, ​
11(
24ωρο): 
σ
τάση
«π
λατεία Πλαστήρα
»


---
Olivier Barbarant
ποιήματα
 (Μετάφραση: Άντυ Δημητριάδου)
----

Δοκιμές φωνής κόντρα στον άνεμο

Μπορεί να συμβεί σε ένα μπιστρό, στην αποβάθρα ενός σταθμού,
σχεδόν οπουδήποτε: φαίνεται τότε
πως το φως ξεχωρίζει στα δυο, ίσα που
διακρίνεις τους κόμπους της ύφανσης,
αφού όλα βαθαίνουν στην απουσία,
λείπει ένα σχεδόν τίποτα που όλα τα διαψεύδει, ακόμα κι αν δεν θες
να πιστέψεις στα φαντάσματα, να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αυτό επιμένει,
ό,τι μπορεί κάποιος να αγγίξει, δεν μοιάζει παρά με την αντικατάσταση
εκείνου που είναι ολοφάνερο ότι δεν θα δούμε ποτέ.


Elliott Erwitt

Μια ζωή

Θα  είχε τον χρόνο να ξεφυλλίζει αναμνήσεις; Βρισκόταν
μπροστά, μόλις και μετά βίας  στραμμένη στο παρελθόν`
θα υπήρχε τότε η μυρωδιά αχυρώνα  και κουζίνας στην αγροικία,
ψωμιά βουτηγμένα στο λάδι του καλοκαιριού των βουνών της Λυών,

χοροεσπερίδες, καφενεία στη Ντιζόν πνιγμένα στα τσιγάρα
βραδιές ανάγνωσης στο οικοτροφείο, ένα κρυφό φως κάτω από τα σεντόνια,
ένα θλιβερό ραντεβού στην Ελβετία, όταν μόνη και ανήλικη
είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να εγκαταλείψει – η  λευκή αυγή στην Καμπανία,

όλα τα χρώματα της γης που εξερεύνησε με μια γεύση εκδίκησης για ταξίδια,
ο θάνατος του αδελφού στο κάτω μέρος μιας χαράδρας, η συνηθισμένη θλίψη γι΄αυτούς που χάνονται:  γονείς, παλιοί φίλοι, ο σύζυγος

τόσο καταλαγιασμένη, ώστε είναι δύσκολο να φανερωθεί έστω για μια φορά, έπειτα τελευταία εικόνα
μακριά, ανάμεσα από ματόκλαδα ψημένα από  αλάτι και ήλιο, στο φόντο η θάλασσα να τρεμοπαίζει
πάντα, είμαι σίγουρος, η εικόνα ενός παιδιού.

Arthur Gerlach

Επιτάφιες ελεγείες
Απόσπασμα
( σελ. 9-18 )

Το τραγούδι της Porte Saint- Martin
Δωμάτια κενά
Πολυθρόνες, όπου κοιμούνται φαντάσματα
αναμνήσεις αναπαύονται

Δεν είναι δυνατόν να μην έχει τίποτα αλλάξει
Η κανάτα με το νερό ακόμα στο τραπέζι της κουζίνας
Εφημερίδες ανάκατες στην θήκη των περιοδικών
Όλα με κοιτούν με περιφρόνηση
Όλα συνωμοτούν για την διεκδίκηση της ανυπαρξίας σου
Της αναχώρησής σου που δεν μετράει τίποτα μπροστά
στην σκληρή απαξίωση των πραγμάτων

Μάταια προσπάθησα να γράψω για την μέρα που δεν έχει πια το δικαίωμα να ξαναγεννηθεί ούτε να απλώσει
το μπλάβο της  χέρι στην άκρη των στεγών
Για τις τζαμαρίες στα καφέ που δεν χρειάζονται πια, αφού η αντανάκλασή σου σταμάτησε να περνάει από εκεί
Κι όμως, τα δυο πέτρινα μαυροκίτρινα περάσματα που επιβλέπουν τις λεωφόρους,
δεν παύουν να παίζουν με τις κλειδαριές
και κάθε λεπτό διακόπτουν ή επιτρέπουν
πότε το τερατώδες γλίστρημα της κυκλοφορίας
πότε τη ρυθμική διασταύρωση της λάμψης των προβολέων
Κάθε κύμα ξεχύνει τον γνωστό βρυχηθμό των κινητήρων ή το στρίγκλισμα των φρένων

Στα μισά του δρόμου δύο βρώμικων αψίδων, το καπνοπωλείο ζει τη ζωή του
Πλήθη σχηματίζονται για να διαλυθούν αργότερα
Μπροστά στο άνοιγμα του μετρό, γίγαντες αφρικάνοι προσκαλούν τις γυναίκες να μπουν
σε ένα από τα πολλά κομμωτήρια που φυτρώνουν σχεδόν παντού τριγύρω

Μια νύχτα φανταχτερή από ροζ νέον καυχιέται για λέξεις παράλογες
Η κορυφή του Καντάλ, Η Μπότα της Ιταλίας, Το συμπόσιο του Βοσπόρου
Να πιστεύεις ότι το μόνο καταφύγιο
των δακρύων σου είναι μια ασυνάρτητη γεωγραφία

Ο αδιάφορος ουρανός όπου η νύχτα καίγεται
Το γρατσουνισμένο από αυτοκίνητα βράδυ
Κυλούν τα ίδια ξανά και ξανά
Ό, τι και να κάνω, το παρόν χωρίς εσένα σέρνεται.



Πρώτη δημοσίευση: 10/1/14 - 10:02 π.μ

---

Olivier Barbarant (1966-)

Απόφοιτος της École normale supérieure (Fontenay-Saint-Cloud), υφηγητής και διδάκτωρ Φιλολογίας. Ειδικός στο έργο του Louis Aragon, έχει επιμεληθεί την έκδοση των ποιητικών απάντων του στη συλλογή La Pléiade (εκδόσεις Gallimard). Είναι επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Europe και μέλος της Ακαδημίας Mallarmé. Ποιητής που εναλλάσσει βιβλία σε πεζό λόγο και βιβλία σε στίχους, έχει δημοσιεύσει όλα του τα έργα στον εκδοτικό οίκο Champ Vallon• μεταξύ άλλων Douze lettres d‘amour au soldat inconnu – Odes dérisoires et quelques autres un peu moins (που τιμήθηκε με το βραβείο Tristan Tzara) – Temps mort, journal imprécis - Essais de voix malgré le vent (βραβείο Ακαδημίας Mallarmé) – Je ne suis pas Victor Hugo. Η επόμενη ποιητική του συλλογή, Élégies étranglées, θα κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 2013.


Ποίηση που εμπιστεύεται την έλξη
Γεωργία Κολοβελώνη, “Μελάνι στον ουρανίσκο”, εκδόσεις Μελάνι, 2015

Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλία -με εξαίρεση το Βόλο- συγκροτείται σταθερά μια νεότερη ομάδα ποιητών οι οποίοι κοντά στους παλιότερους, τον Ηλία Κεφάλα, τον Κώστα Λάνταβο, το Σωτήρη Παστάκα, τον Βαγγέλη Κάσσο, παράγει σημαντική ποίηση, τέτοια που μας επιτρέπει ήδη να μιλάμε για τη διαμόρφωση μιας θεσσαλικής ποιητικής διάθεσης, για να μην πω θεσσαλικής γραφής ή σχολής. Να αναφέρω πρόχειρα (γιατί όλο και κάποια ή κάποιος θα διαφεύγει) την Τρικαλινή Ελένη Αλεξίου, τους Λαρισαίους με πρώτη τη Γλυκερία Μπασδέκη, το Στάθη Ιντζέ, το Θάνο Γώγο, τον Αντώνη Ψάλτη, το Γιώργο Σαράτση, τη Λίνα Φυτιλή που ζει στον Αλμυρό και τις δύο Καρδιτσιώτισες τη Δανάη Σιώζου και την Ελευθερία Κυρίτση. Διόλου ευκαταφρόνητη σοδειά ποιητών!... Νομίζω ότι από την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881 έως σήμερα, δεν είχαμε ποτέ μια τέτοια πλειάδα νέων ποιητών και σε αριθμό και σε ποιητική αξία. Και σ' αυτό έχει συντελέσει τα μέγιστα η συνεχής παρουσία του Ηλία Κεφάλα και του Κώστα Λάνταβου αλλά και η επιστροφή του Σωτήρη Παστάκα στον γενέθλιο τόπο οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λειτουργούν ως μέντορες ή καλύτερα ως εμψυχωτές στις ποιητικές προσπάθειες των νεότερων.
Στην ομάδα αυτή ανήκει και η Γεωργία Κολοβελώνη1. Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, “Μελάνι στον ουρανίσκο” που κυκλοφόρησε αρχές καλοκαιριού του 2015, έρχεται τρία χρόνια μετά τις "Ιστορίες με λυπημένη αρχή", (Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012) να επιβεβαιώσει με το έργο της ότι έχουμε να κάνουμε με μια ισχυρή ποιητική φωνή που εντάσσεται ακριβώς στο κλίμα αυτό της ακμής του θεσσαλικού ποιητικού λόγου.
***
H τιτλοφόρηση της συλλογής, “Μελάνι στον ουρανίσκο”, παραπέμπει σε μια “στοματική” φάση της γραφής. Αλλά ας αφήσουμε το Φρόυντ κι ας ανασύρουμε δύο οικείες σε όλους μας εμπειρίες.
Σκεφτείτε την εικόνα ενός παιδιού που αγωνίζεται να μάθει να γράφει· διαρκώς βάζει το μολύβι στο στόμα. Είναι καταφυγή στην αγωνία και την προσπάθεια να υποτάξει το αδέξιο ακόμα χέρι στους κανόνες μιας τέχνης που αργότερα θα γίνει το όχημα της σκέψης και του συναισθήματος. Το μολύβι στο στόμα είναι η πρωτόλεια σύλληψη της σκέψης μέσω της γραφής.
Σκεφτείτε οι πιο μεγάλοι που παιδεύτηκαν με το μάθημα της καλλιγραφίας με πένα, μελάνι και στυπόχαρτο, σκυμμένοι με άκρα προσοχή μη ξεφύγει η ουρά του κάθε γράμματος κάτω από το χαράκι. Θα θυμάστε τη γεύση της μελάνης όταν βάζαμε στα χείλη μας τα μουτζουρωμένα δάχτυλα. Για όσους δεν το δοκίμασαν κι αναρωτιούνται τι γεύση έχει το μελάνι, σπεύδω να πω ότι δεν εντάσσεται σε μια από τις τέσσερις βασικές γεύσεις: γλυκό, αλμυρό, ξινό, πικρό. Μάλλον είναι μια γεύση πέρα από αυτές, κάτι σαν τη γεύση ουμάμι2 που λέγεται ότι περιγράφει τη γεύση του μητρικού γάλακτος. Πάντως - ως μελανοφάγος – σας λέω ότι το μελάνι ανάλογα με τα υλικά παρασκευής του3 έχει διαφορετική γεύση.
Προφανώς η τιτλοφόρηση της ποιητικής συλλογής δεν έχει σχέση με τη γεύση καθεαυτή. Όμως ο ουρανίσκος, ο μικρός ουρανός του στόματος, είναι ο “πράκτορας του πνεύματος” 4 και εκτός από γεύσεις σχετίζεται με το λόγο και τις λέξεις:
ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν

χιλιάδες ανείπωτα λόγια.”

                                     Τ. Λειβαδίτης, “Πυλάδης” στα “Ποιήματα (1958-1964)”

Η Γεωργία Κολοβελώνη με τον παράδοξο τίτλο της λοιπόν συμφύρει σ' αυτόν την προσπάθεια της γραφής, την αγωνία της έμπνευσης να αποτυπωθούν στεριωμένα5 με το μελάνι στο χαρτί τα ανείπωτα λόγια και την επιδίωξη να μεταγράψει την ποιητική ιδέα και να την αποτυπώσει δίχως να βγει απ' το νοητό χαράκι του ποιητικού της κανόνα. Άλλωστε ο τίτλος υπενθυμίζει επίμονα ότι “Η Ποίηση ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη6”.
Ίσως κάποιες και κάποιοι να διατηρούν μια απλοϊκή εικόνα για τη διαδικασία της ποίησης. Να πιστεύουν δηλαδή ότι ο ποιητής καθοδηγημένος από την έμπνευση βάζει ποταμηδόν στο χαρτί τις λέξεις. Και μετά τελειώνει. Λάθος μέγα! Η έμπνευση το πολύ-πολύ να δώσει το έναυσμα (μια ιδέα ή μια εικόνα, ή απλώς μια λέξη, ή μια ασαφή διάθεση). Αυτό μόνον. Από κει και μετά αρχίζει η αγωνία της μορφοποίησης, το πλάσιμο της ιδέας και η ζύμωση με τις λέξεις που έχει ο ποιητής στον ουρανίσκο. Τότε ο ποιητής ανακαλύπτει πόσο ελλειμματικός είναι. Γιατί διαπιστώνει ότι του λείπουν οι λέξεις ή γιατί ότι δεν εξέρχονται οι χρειαζούμενες λέξεις από το “έρκος οδόντων”7.
Μια έλλειψη από την οποία ο ποιητής υποφέρει πιο βαριά απ' όσο οτιδήποτε άλλο είναι της γλώσσας. Κατά καιρούς φτάνει στο σημείο να τη μισεί κυριολεκτικά, να μαίνεται εναντίον της και να την καταριέται —ή πολύ περισσότερο να αναθεματίζει τον εαυτό του για το ότι γεννήθηκε για τη δουλειά του με ένα τέτοιο ελεεινό εργαλείο. [...] Για ένα πράγμα όμως ζηλεύει ο ποιητής τον μουσικό ιδιαίτερα βαθιά και κάθε ημέρα: για τo ότι ο μουσικός έχει τη γλώσσα του μόνο για τον εαυτό του, μόνο για τη μουσική! Ενώ ο συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί για την καλλιτεχνική δημιουργία του την ίδια γλώσσα με την οποία διεκπεραιώνει κανείς δουλειές ή διδάσκει σε σχολείο ή τηλεγραφεί ή κάνει δίκες. Πόσο φτωχός είναι ο ποιητής! Δεν έχει κανένα δικό του όργανο για την τέχνη του, δεν έχει δικό του σπίτι, δεν έχει δικό του κήπο, δεν έχει δικό του παράθυρο για να βλέπει από εκεί το φεγγάρι. Τα πάντα πρέπει να τα μοιράζεται με την καθημερινότητα! Όταν λέει τη λέξη «καρδιά» και εννοεί μ' αυτό ό,τι πιο ζωντανό και πιο παλλόμενο υπάρχει στον άνθρωπο, η λέξη σημαίνει ταυτόχρονα κι έναν από τους μυς του σώματος. Όταν λέει τη λέξη «δύναμη», πρέπει να κάνει αγώνα με μηχανικούς και ηλεκτρολόγους για την έννοια της λέξης, που εκείνοι την αντιλαμβάνονται αλλιώς. Όταν μιλάει για «μακαριότητα», διεισδύει στην έκφραση του αυτή κάτι από θεολογία. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ούτε μία και μόνη λέξη που να μην αλληθωρίζει προς μια άλλη πλευρά, που να μη θυμίζει το ίδιο κιόλας λεπτό ξένες, ενοχλητικές, εχθρικές παραστάσεις, που να μην περιέχει συντμήσεις, που να μη θρυμματίζεται επάνω στον ίδιο τον εαυτό της σαν σε στενούς τοίχους, απ’ όπου έρχεται σαν πνιγμένος αντίλαλος μια φωνή που στην ουσία δεν αντήχησε”. 8
Ο “ελλειματικός” ποιητής λοιπόν με το μολύβι στο χέρι, στο στόμα, στο χαρτί παιδεύεται να μεταγράψει σε καίριες λέξεις τη φωνή του. Αν δεν τα καταφέρει στην ουσία η φωνή του είναι σαν να μην αντήχησε9. Γι' αυτό αγωνιά για το φορτίο της κάθε μίας λέξης, εκείνης που θα δώσει την ουσία. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο. “Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..” που έλεγε ο Τάκης Παπατσώνης 10.
***
Αφήνοντας τα σημαινόμενα της τιτλοφόρησης και, πριν περάσω στα ποιήματα της συλλογής, θα κάνω μια μικρή αναφορά στο μότο που επιλέγει η ποιήτρια: τρεις στίχοι από ποίημα της συλλογής “Υπό ξένην σημαία”του ναυτικού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου που συνεχίζει την παράδοση του Καββαδία. Τονίζω το “ναυτικού” διότι οι στίχοι που επιλέγονται υπονοούν και το ταξίδι μιας διχασμένης ζωής ανάμεσα στο σώμα και στην γραφή, ένα ποιητικό μοτίβο που τριβελίζει και τα ποιήματα της συλλογής της Γεωργίας Κολοβελώνη. Ως παλιός μαρκόνης, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έστειλε το μήνυμα και ανταποκρίθηκε η ποιήτρια επιβεβαιώνοντας την εκλεκτική της συγγένεια με τους μεταπολεμικούς ποιητές της Α και της Β μεταπολεμικής γενιάς:
λίγο αν φυσήξει κόβεται ξανά στη μέση η ζωή μου
μισή αληθινή μέσα σ' αυτά τα δάχτυλα
κι άλλη μισή από μελάνι και χαρτί”11
***
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” απαρτίζεται από 32 ποιήματα τα οποία οργανώνονται σε δύο διακριτούς θεματικούς πόλους: στον ένα τα “ποιήματα ποιητικής”, στον άλλο τα “ποιήματα της απώλειας”.
Τα ποιήματα ποιητικής καταλαμβάνουν το ένα τρίτο περίπου της συλλογής. Πρόκειται για αυτοαναφορικά ποιήματα, από αυτά που κατατάσσουμε στα λεγόμενα “Ποιήματα για την ποίηση”12. Η ποιήτρια δοκιμάζει ποιητικά την ποίησή της, αναμετριέται με λόγο κρυπτικό ή αποκαλυπτικό με τη γραφή της κι έτσι το ποίημα που προκύπτει “μιλά” για τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αυτοαναφορικότητα δεν είναι δείγμα έλλειψης θεματολογίας, είναι προσπάθεια διαρκούς αυτοπροσδιορισμού και ποιητικού αυτοελέγχου από την οποία περνά σχεδόν υποχρεωτικά ένας ποιητής. Είναι μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον εαυτό του και με το “υλικό ” του. Θεματοποιεί το πλαίσιο της τέχνης του. Αισθητοποιεί τους κανόνες της τέχνης του. Επαναπροσδιορίζει ποιητικά τη σχέση της ποίησης με την πραγματικότητα, τη σχέση του με το πλέγμα των λέξεων και του νοήματος, διερευνά τη γένεση του ποιήματος, στοχάζεται για τα αποτελέσματα της ποίησης, νοηματοδοτεί τη θέση της ποίησης και του ποιητή στον κόσμο. (Είναι χαρακτηριστικό πόσα ποιήματα ποιητικής περιλαμβάνει το corpus των ποιημάτων του Καβάφη, του Καρυωτάκη, και των νεότερων ποιητών της Α και Β και Γ μεταπολεμικής γενιάς· σε πολλές περιπτώσεις αυτά τα ποιήματα ανέρχονται ακόμα και στο 100% των ποιημάτων μιας συλλογής).
Έτσι τα ποιήματα ποιητικής γίνονται ένας ασφαλής ερμηνευτικός οδηγός για την γραφή. Το έδειξε άλλωστε ο Αλεξανδρινός γραμματικός εκείνος ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη (215 -145 π.Χ.) ο οποίος με την ερμηνευτική του αρχή “Ὅμηρον ἐξ Ὁμήρου σαφηνίζειν”, έδειξε πόσο το ίδιο το έργο των ποιητών διευκολύνει την ερμηνεία.
Ας παρακολουθήσουμε την ωρίμανση της ποιητικής της όπως μας την αποκαλύπτει η Γεωργία Κολοβελώνη.
Αρχίζει με την εκμάθηση της γραφής στην παιδική ηλικία, στον έρωτα ως γονιμοποιό στοιχείο της ποιητικής έκφρασης, επικεντρώνεται στον έρωτα για το κείμενο-σώμα, παρακολουθεί τη γέννηση του ποιήματος ως φυσική γέννα και τέλος αναλογίζεται τη θέση της ποιητικής συνείδησης στον κόσμο καθώς νιώθει σαν μια διχασμένη και αδικαίωτη ύπαρξη.
Συγκεκριμένα:
Το ποίημα “Πατριδογνωσία” (σελ. 19) Ήδη από την παιδική ηλικία η ποιήτρια παίζει με “κάτι μαύρα σημαδάκια στο χαρτί/ που όταν μεγάλωσα έσταζαν/ αντί μελάνι /αίμα”. Η επαφή με τη γραφή σταδιακά μετατρέπεται σε όργανο προσωπικού πάθους.
Στο ποίημα “Δεκέμβρης” (σελ. 23) και μάλιστα σε συνδυασμό με το ποίημα “Την ώρα που”” (σελ. 22) αναφέρεται στο ερωτικό σκίρτημα· ο έρωτας γίνεται η αφορμή που “μέσα της χιονίζει λέξεις”.
Στο ποίημα “Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση” (σελ 24) έκπληκτη αναρωτιέται “θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;” Και επιστρέφει πάλι πίσω στο ερωτικό κείμενο -σώμα: “τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι”.
Πλέον στο ποίημα “Ισορροπία” (σελ. 25) η γραφή (και η ανάγνωση) ορίζεται ως αναζήτηση : “έψαχνα /τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας/ φωνημάτων”. Αλλά ετούτη η πράξη είναι επικίνδυνη: “ένα μαύρο ζωγράφιζε/ σήμα κινδύνου/ σε στήθος λευκό” και η ποιήτρια “έκοψε στα δύο/ τη μέρα”. Ωστόσο η επιθυμία της ποίησης είναι ισχυρή “τρεφότανε από τη σάρκα της”.
Το ποίημα “Η άλλη εγώ” (σελ. 26) η ποίηση ανιχνεύεται παραμυθιακά ως μεταμόρφωση, δραπέτευση και ερωτική συνάντηση: “ξυπνάει η ωραία κοιμωμένη”, “δραπετεύει σε ξέφωτα με λέξεις” και “αφήνει ίχνη κόκκινα/ στο μήλο του Αδάμ/ το κάνει ζουμερό κεράσι/ να θυμάται το πρωί/ το φιλί του”.
Στο ποίημα “Η ωδίνη” (σελ. 27) -από τα πλέον δυνατά κείμενα της συλλογής-περιγράφει την διαδικασία εκκόλαψης του ποιήματος ως γέννα. Ένα εξαιρετικό κείμενο υψηλής ποιητικής και γυναικείας ευαισθησίας. Εδώ τα ποιήματα ορίζονται ως “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”.
Το ποίημα “Δεμένη κόκκινη κλωστή” (σελ. 33) αναφέρεται στη μαγεία της αφήγησης, όπου ο αφηγητής χάνεται στην ίδια την αφήγησή του “τον είδαν να βαδίζει σε αρχαία χωριά/ με μια δεμένη κόκκινη κλωστή/ στον ίσκιο του”.
Το ποίημα “Παραδοχή” (σελ. 40) αφορά τον προβληματισμό για τη θέση του ποιητή στον κόσμο μας. Η αδικαίωτη ύπαρξη του ποιητή σε ένα κόσμο ανυπεράσπιστο “δεν είναι η ποίηση που επιτάσσει τη φυγή/ μήτε η ζωή που κρύβεις μες στις λέξεις/ είναι που θέλεις να 'σαι ποιητής/ σε κόσμο ανυπεράσπιστο/ που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου”.
Στο ποίημα “Άνυδρο τοπίο” (σελ. 42) - του οποίου οι δύο τελευταίοι στίχοι δίνουν και τον τίτλο στη συλλογή- ενώ από τη μια η ποιήτρια κυριεύεται από διάθεση διάλυσης και σήψης, δεν παύει να να επιθυμεί την ποιητική έκφραση: “κάτι μέρες τέτοιες/ θέλω να κλείσω τον κόσμο όλο σε μια λέξη” έστω κι αν αδυνατεί να το πετύχει.
Στο ποίημα “Το ρήμα γράφω” -τελευταίο της συλλογής- η Κολοβελώνη συνοψίζει την ποιητική της ιδεολογία. Γράφω: ρήμα χαμαιλέοντας, ρήμα κοινωνικό, απρόβλεπτο, ρήμα κομήτης και ζογκλέρ, ρήμα γυμνό, ρήμα σαρκοβόρο.
Συμπέρασμα: Η μετατροπή των λέξεων σε ποιητική γραφή είναι για την Κολοβελώνη μια σωματική διεργασία. Το κείμενο (αυτό που κείται ξαπλωμένο μπροστά της) ή το έργο (αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα του όργου, της επίπονης αναζήτησης της ποιητικής ηδονής) είναι εντέλει μια ερωτική διεργασία η οποία επίπονα “σκίζει” τον ποιητή στα δυο: στον καθ' ημέρα άνθρωπο και στον άλλο που στοχάζεται ποιητικά και τελικά γεννά το ποίημα παράγοντας μια “επένδυση για ένα αβέβαιο μέλλον”. Γιατί η ποίηση είναι πράξη ερωτική και ταυτόχρονα πράξη απόγνωσης. Ο διχασμός αυτός πάντως είναι χαρακτηριστικό της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας κι αποτελεί βαρύ ψυχολογικό φορτίο. Όπως και το ερώτημα “Γιατί γράφω;” είναι πιεστικό και αβάσταχτο. Ωστόσο δε γίνεται αλλιώς. Ο ποιητής είναι ταγμένος από τη φύση του να αναρωτιέται και να αγωνίζεται να βρει την ολοένα διαφεύγουσα απάντηση. Άλλωστε «Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε»13.
***“
Τα “ποιήματα της απώλειας” είναι κείμενα-σπουδές πάνω σε μια αίσθηση: την αίσθηση των χαμένων αγαπημένων προσώπων, του χαμένου καιρού, του θανάτου και της αργής σήψης.14
Ενδεικτικά αναφέρω:
απώλεια του αγαπημένου προσώπου:
οι φίλοι όλοι έχουν φύγει” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
πάντα κάποιος στο τέλος μένει μόνος” (Δείπνο, σελ. 13)
το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί/ σε αθώα αντικείμενα” (Οδηγίες πλεύσεως για γιορτινές ημέρες, σελ. 18), 

“τη νύχτα που σαλπάρησες/ για άλλες θάλασσες/ φορούσα, θυμάμαι, μια γαλάζια ανάμνηση στον κρόταφο/ που έσταζε σιωπή” (Επικήδειος λουλουδιών, σελ 34)
απώλεια του χρόνου:
κι εμείς οι τελευταίοι/ έπρεπε να περιμένουμε/ αδικαίωτοι/ τον άλλο αιώνα” (Δικαιοσύνη, σελ. 31)
εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό” (Μεγάλη οθόνη, σελ. 11)
είναι πια καιρός/ να ετοιμαστώ/ για τη δική μου αναχώρηση” (Εκεί, σελ.16)
απώλεια από θάνατο και από την αργή σήψη:
οι νεκροί μου ζουν / στη φορμόλη”, “συναρμολογούμε κάθε πρωί ελλείψεις” (Σχεδόν ζωή, σελ. 12)
θα είμαστε ήδη νεκροί”, “ξένοι / που πουλάνε στιγμές στο δρεπάνι του χρόνου” (Ενύπνιο, σελ 14)
κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ' αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
να πεθαίνεις”, “να φεύγεις ξέροντας/ πως σε κανέναν ποτέ/ δεν έχεις λείψει” (Χορός ματαιοτήτων, σελ. 39)
Όμως η αίσθηση της απώλειας όπως καταγράφεται στην ποίηση της Κολοβελώνη γίνεται τελικά μαθητεία στη ζωή: “αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι”, “συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια”, “τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια”, μαθαίνεις πως “τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής”, “με κάθε αντίο μαθαίνεις”... κι έτσι κερδίζεται η ποιητική αυτάρκεια.
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου με το κεφάλι ψηλά

και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.”15

***
Τελικά ίσως αναρωτηθεί κάποιος πως επιτυγχάνεται εκείνη η αναγκαία ισορροπία που προσδίδει ενότητα σε ένα έργο. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη είναι απλό. Το ποιητικό υλικό της γεφύρωσης προκύπτει από επαναλαμβανόμενα ποιητικά μοτίβα που διαχέονται σε όλο το σώμα της συλλογής και αποτελούν τις ψηφίδες του προσωπικού ποιητικού της κόσμου. Άλλωστε αυτά υπήρχαν σε ένα βαθμό και στην προηγούμενη συλλογή της:
Το μοτίβο του ταξιδιού
υπήρξα πάντα εραστής μιας άλλης διάστασης” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
ήθελα πάντα να φεύγω/ κάθε βράδυ κι ένα ταξίδι” (Η επιστροφή της Πηνελόπης, σελ. 37)
ταξιδεύω σε μια κουκίδα/ κι ετοιμάζομαι να γεννηθώ στο φως” (Περίπατος, σελ 21)
τι κάνουμε εδώ/ ταξιδιώτες με ακυρωμένο εισιτήριο”. (Frogner Park, σελ. 38)
Το μοτίβο της σήψης και της θλίψης
η σήψη απλώνεται στην πόλη” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
κάτι σάπιο αναπαύεται μέσα μου” (Το ρήμα γράφω, σελ 43)

“απλώνει τη θλίψη του σε δέκα δάχτυλα” (Ένας άνθρωπος, σελ 32)
το οικόσιτο ζώο μου/ η θλίψη” (Οικόσιτο ζώο, σελ. 28)
Το μοτίβο του διχασμού ή της διαίρεσης, αμφιθυμία του ποιητή, καθώς και την αδυναμία του να υπάρξει εν όλω, δίχως μια διαρκή απειλή διαμελισμού
και η ζωή θρυμματίζεται/ κόκκαλο άδειο που σπάει/ στα δύο” (Ανακομιδή, σελ. 17)
έζησα σε κέλυφος αυγού, χωρίς αμνιακό υγρό/ δίχως ομφάλιο λώρο/ έτσι δεν έμαθα ποτέ τη σημασία / του ρήματος κόβω” (Πατριδογνωσία, σελ.19)
Το μοτίβο του θανάτου,
δεν έχω μάτια/ και δεν μπορώ να δω πότε θα έρθει η σειρά μου” (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20)
κι ο θάνατος με βγάζει στο σφυρί” (Άνυδρο τοπίο, σελ 42)
κι ο θάνατος δεν είναι / παρά μια υπόσχεση επιστροφής/ σ' αυτό που κάποτε υπήρξαμε” (Υπόσχεση επιστροφής, σελ. 15)
ό,τι απόμεινε/ από χορό σκουληκιών/ κρανίο άκρα κορμός” (Ανακομιδή, σελ17)
Το μοτίβο του έρωτα
αψηφώ τη βαρύτητα των φαινομένων/ εμπιστεύομαι μόνο την έλξη” (Περίπατος, σελ 21)
Την ώρα που έτριζε η σιωπή/ στην ξύλινη σκάλα του ισογείου/ εκείνη έψαχνε μια νέα πληγή” (Την ώρα που, σελ. 22)
τις φλέβες των χεριών σου θέλω/ να τις λατρέψω όλο το καλοκαίρι” (Τρία ερωτηματικά και μια σχεδόν απάντηση, σελ 24)
Το μοτίβο του ονείρου

“μοναδική μου ιδιοκτησία τα όνειρα/ τα ταξιδεύω σε ιστιοφόρα εποχής/ από ένα ξεχασμένο αιώνα”. (Μέσα είμαι θάλασσα, σελ. 20) 
“διαπλέω κοραλλιογενείς υφάλους/ μοναξιάς”, “ναυαγώ / στο πορτοκαλί μου πορτατίφ”, “κι ανασαίνω / ωκύαλους ψιθυρισμούς/ να με καλούνε/ στον υγρό σου τάφο”. (Ωκύαλοι ψιθυρισμοί, σελ 35)

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για το ποίημα “Όνειρα” (σελ. 41) που βασίζεται σε τέσσερα συμβολικά όνειρα απαιτώντας προκλητικά την ψυχαναλυτική ερμηνεία. Όμως μπορούμε να τα διαβάσουμε στο πλαίσιο των ποιημάτων ποιητικής και ως σαμανικά όνειρα : η ποιητική ψυχή ξεκολλά από το σώμα και περιπλανιέται σε ένα είδος ονειρικού ταξιδιού.
... ...
Συνοψίζοντας:
Η συλλογή “Μελάνι στον ουρανίσκο” είναι ένα δεύτερο σημαντικό βήμα στην ποιητική ωρίμανση της Γεωργίας Κολοβελώνη. Αν με την πρώτη της συλλογή έδωσε υποσχέσεις ότι είναι μια πολύ καλή ποιήτρια, τώρα το επιβεβαιώνει. Είναι μια πάρα πολύ καλή ποιήτρια.
Προσπάθησα αναλυτικά – αν και δεν συνηθίζεται στις παρουσιάσεις - να ανιχνεύσω τα συστατικά στοιχεία του ποιητικού της κόσμου με ένα στόχο: να ανοίξω μαζί της μια συζήτηση για την ποίησή της και να συμβάλλω και στην δική της ποιητική αυτογνωσία και αναζήτηση. Γιατί η κριτική παρουσίαση ενός έργου δεν απευθύνεται μόνο στον αναγνώστη, αλλά και στον ίδιο τον ποιητή που αναζητά το “ανείπωτο”.
Γιατί κατά πως έγραψε ο Τίτος Πατρίκιος με τρόπο αντιστικτικό16
Δεν μένουν πολλά

για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας 
ανείπωτος.

Μένουν πολλά 
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.”

ΘΩΜΑΣ ΨύΡΡΑΣ,
Λάρισα 15 Οκτωβρίου 2015





ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Η Γεωργία Κολοβελώνη γεννήθηκε στα Τρίκαλα, όπου και ζει. Είναι πτυχιούχος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος Μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών. Εργάζεται ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά και έχουν δημοσιευθεί σε Γαλλική ανθολογία ποίησης. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ιστορίες με λυπημένη αρχή", Νέος Αστρολάβος /Ευθύνη 2012 και "Μελάνι στον ουρανίσκο", εκδ. Μελάνι 2015.
2 Τη γεύση "ουμάμι" μελέτησε το 1908 ο Γιαπωνέζος χημικός Κικουνάε Ικέντα, και έχει σχέση με την παρουσία γλουταμινικού οξέως το οποίο υπάρχει στα όστρακα, στα μανιτάρια, στις ώριμες τομάτες και στο μητρικό γάλα. Για περισσότερα δες: Yamaguchi S. (1998). «Basic properties of umami and its effects on food flavor». Food Reviews International 14 (2&3): 139–176. και στο Agostini C, Carratu B, Riva E, Sanzini E (August 2000). «Free amino acid content in standard infant formulas: comparison with human milk». Journal of the American College of Nutrition 19 (4): 434–438.

3 Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έφτιαχναν μαύρη μελάνι με βάση την αιθάλη (το φούμο), και πορφυρή από φυτικά εκχυλίσματα. Οι Κινέζοι παρήγαγαν αιθάλη με καύση σησαμέλαιου (σινική μελάνη). Ο Βιτρούβιος στο “Περί Αρχιτεκτονικής” περιγράφει μια συνταγή από φούμο πίσσας με συνδετικό υλικό το αραβικό κόμμι ή την ψαρόκολλα. Οι καλόγεροι το Μεσαίωνα χρησιμοποιούσαν και το μελάνι από σουπιές και καλαμάρια που στέγνωνε πολύ αργά γι’ αυτό πασπάλιζαν το γραπτό με στάχτη ελιάς. Το λεγόμενο “γαλλικό” μελάνι γινόταν από τις κηκίδες των φύλλων της βελανιδιάς που προκαλούνται από το έντομο dryοphanta quercus fοlii, ή από τις κηκίδες των φύλλων του πουρναριού που δίνει ωραίο κόκκινο χρώμα. Και είναι ανεξίτηλα. 

4 Δες Πλάτων Δρακούλης, “Ο ουρανίσκος και η τροφή” στα “Στοιχεία Βιονομίας” εκδόσεις Ιδιοθέατρον, 2007

5 “Η μοίρα του καθενός μας είναι το «γραφτό» μας, «ό,τι γράφει δεν ξεγράφει». Η «μοίρα» μας δεν είναι λόγια που «πετούν» και χάνονται αλλά «γράμματα» που μένουν και δεν αλλάζουν” στο Α.Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, 2005.



6 Η ακριβής ρήση του Μπόρχες ήταν: “Η Ποίηση θυμάται ότι ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη. ”
 
7 Δες Ιλιάδα Δ 360.

8 H. Hesse, “Γλώσσα”, εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος (κείμενο του 1917) 
 
9 Τίτος Πατρίκιος, “Ο Πειρασμό της Νοσταλγίας”, εκδ. Κίχλη : «Πώς να πει κανείς αυτό που θέλει όταν δεν κατορθώνει να βρει τις λέξεις που χρειάζονται; Μερικές φορές καταφεύγει σε χειρονομίες, σε σχήματα με τα δάχτυλα, σε κινήσεις του σώματος, σε μορφασμούς, σε μουγκρητά και σε άλλος ήχους… Κανένα νόημα δεν βγαίνει. Χρειάζονται οι λέξεις και μόνο οι λέξεις». 

10 Τ. Παπατσώνης, “Το απροσδόκητο θέμα”, από την Ανθολογία Αποστολίδη, 11η έκδ., Τα Νέα Ελληνικά, σελ. 1007):
Σήμερα, ύστερ’ από τα τόσα σκολιά μονοπάτια,

τις τόσες περιδιάβασες, τα τόσα περιπλανήματα,
έρχεται στην επιφάνεια το μεγάλο, το απροσδόκητο θέμα!..
Δεν θέλω με τούτο να ισχυριστώ
πως δεν συνάντησα βιολέττα ώσαμε τώρα
ή πως δεν άνθισε μπροστά μου τριανταφυλλιά –
απ’ τις ολοκκόκινες εκείνες, με τα πελώρια, τα φλογώδη,
τ’ αρωματισμένα ρόδα τού Μαγιού – αλλά είναι εν τούτοις
απροσδόκητο, είναι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη,
που τού αντριεύει τους μυκηθμούς το λυώσιμο των χιονιών
στη μέση τής μεγάλης περιδιάβασης τής ζωής
ν’ αποκαλύφτεται εμπρός σου, κατά τα βουνά,
σε ύψος πολύ, ένα οροπέδιο τής αιθρίας!
Με θέα όλες τις λίμνες από κει πάνου –
ατάραχους δίσκους ασημένιους, με ατμούς προς το θεό
των δρυμών και τής ανοίξεως!.. Ένα οροπέδιο τής γαλήνης,
με την χλωρίδα των Άλπεων, με τα πλούτια
τού κήπου – ακόμα και τού θερμοκηπίου –
να διατρυπούν τα χιόνια• μια βλάστηση ολωσδιόλου
χρωμάτων τής ανάπαψης – εκείνα τα μαβιά
η εκείνα τα ωραία τα κίτρινα – με την απόλυτη προσφορά
τής βεβαιότητας πως τ’ άγγιξες πια το ύψος,
πως ψαύεις τον μεγάλον ουρανό!..

Κάτι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη… και όμως –

τί ασαφείς οι έννοιες, τί ατυχείς, τί μισερές οι παρομοιώσεις! –
αντίθετο αλλά και τρισόμοιο προς την ουσία τού καταρράχτη,
προς τον παιάνα τού καταρράχτη!.. Όσο για ορμή, όσο για βουή,
όσο για δύναμη πρώτου στοιχείου, όσο για λαμποκόπημα
στο ζέοντα ήλιο ή όσο για το άφρισμα τής δροσιάς,
το θέμα το απροσδόκητο που ανάβλυσε μεμιάς
είναι το θέμα τής ο υ σ ί α ς τού καταρράχτη!
Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..


11 Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, “Υπό ξένην σημαία”, Ποιήματα 1967-1987, εκδ. Ύψιλον, 1991

12 Ο Γ.Π. Σαββίδης ήταν ο πρώτος που μελέτησε τα ποιήματα ποιητικής στο καβαφικό έργο. Κατά το Σαββίδη ποιήματα ποιητικής είναι αυτά “που έχουν, άμεσα είτε έμμεσα, ως αντικείμενό τους την ποιητική πράξη και γενικότερα την καλλιτεχνική δημιουργία: τις προϋποθέσεις της, τις ατομικές ή κοινωνικές συνθήκες της, και τις συνέπειές της” στο ΓΠ Σαββίδης, Μικρά Καβαφικά, Αθήνα, Ερμής 1985, σ. 283.
Δες επίσης τον τόμο “Ποίηση για την ποίηση” Ανθολόγηση Αντώνης Φωστιέρης και Θανάσης Θ. Νιάρχος, Καστανιώτης 2006.

13 Από ομιλία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου με θέμα “Τι είναι ποίηση...” στην εκδήλωση του περιοδικού «Γράμματα καὶ Τέχνες» στις 8-12-1997 (περ. «Γράμματα και Τέχνες», τχ. 83, Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998.

14 Η αίσθηση της απώλειας αποτελεί κοινό θεματικό τόπο στην παγκόσμια ποίηση. Στην περίπτωση της Κολοβελώνη εύκολα ανιχνεύονται οι επιρροές από το Ρίτσο (π.χ. Μεγάλη οθόνη σ.11), από την Κική Δημουλά (Το ρήμα γράφω, σ 43) αλλά κυρίως από τον Τίτο Πατρίκιο και τον Αλέξη Ασλάνογλου.

15 Jorge Luis Borges, Η στιγμή σου σ΄ένα ποίημα...

16 Τίτος Πατρίκιος, “Η άλλη εκδοχή” από τη συλλογή “Η ηδονή των παρατάσεων”.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA