Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ, “Η ΕΝΔΟΞΗ ΠΕΤΡΑ”,
εκδ. “μικρή άρκτος”, 2014


Πιστός στην ποιητική του “πηγή” ο Σταμάτης Πολενάκης δημοσιεύει, πάνω από δέκα χρόνια πια, τα γεμάτα ιστορικό και υπαρξιακό “βάρος” ποιήματά του. Βουτηγμένα μέσα στα γεγονότα κυρίως του Ισπανικού και Ελληνικού εμφυλίου, των δύο παγκοσμίων πολέμων, αλλά και της ιστορίας της Ε.Σ.Σ.Δ., ενδεδυμένα άλλοτε με το προσωπικό δράμα απλών ανθρώπων, άλλοτε με την υπόμνηση στιγμών (φανταστικών ή πραγματικών) ανθρώπων της τέχνης, μα ταυτοχρόνως φιλτραρισμένα από την τωρινή έμπλεη απορροιών ματιά του ιδίου του ποιητή, τα ποιήματα του Πολενάκη μας εκπέμπουν τα αναπάντητα και τραγικά ερωτήματα για την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας. Θα τολμήσω να υποστηρίξω οτι ο Πολενάκης μοιάζει με έναν ποιητής “της ήττας” όπως λέγαμε για τους ποιητές που έζησαν και δημοσίευσαν μετά τον εμφύλιο. Όμως ο Πολενάκης δεν είναι ποιητής μόνο της ελληνικής εμφυλιακής ήττας, ούτε μιας ήττας με δεδομένα πολιτικά και ιδεολογικά “θέσφατα”. Η ήττα του Πολενάκη δεν περιορίζεται, δεν περικλείει, αντιθέτως ανοίγεται στο διηνεκές και άχρονο, και μας αγκαλιάζει ζεστά, ως η ανθρώπινη αγάπη που προέρχεται από την βεβαιότητα του ματαίου. Είναι η ήττα ενός παγκόσμιου ονείρου κατακρεουργημένο από όλες τις “πολιτικές πλευρές”, από όλες τις “φιλοσοφικές λύσεις”. Βλέπουμε, έτσι, στα ποιήματα του Πολενάκη , ενίοτε, μια πιθανότητα διαφυγής στο θείο ή ένθεο στοιχείο του κόσμου. Γράφει κάπου σ' ένα ποίημα : “ Ίσως κάπου μακριά, υπάρχει, Τέσα, / η απάντηση στο μεγάλο αίνιγμα / αλλά δεν προορίζεται για μας τους θνητούς. ”
[...] Ήταν Μέγα Σάββατο, δυο ώρες να ξημερώσει· εις το μικρό προαύλι μιας κατοικίας χαμηλής, εις την άκρην και ανάμερα του χωριού, η Μαρία εβοηθούσε τον άνδρα της να φορτώσει το άλογό του με λάδι από το ύστερο άλεσμα εκείνης της καρποφορίας.
- Μην ανησυχείς αν νυκτώσω, της είπεν· έχω πολλά πράγματα να τελειώσω εις την πόλιν.
- Μη λησμονήσεις τον καλόν άνθρωπον, όπου σ' εκύνησε τόσον εφέτος, μην έχομε πάλι βάσανα.
- Να μην ανακατώνεσαι εις τες δουλειές μου· σου το είπα εκατό φορές.
Και με τούτο ο Πέτρος εκίνησε το άλογο φορτωμένο και κατέβη προφυλακτικά το λιθόστρωτο μονοπάτι, που μέσ' από το χωριό έβγαινε εις τον δημόσιον δρόμον. [...]

 

Το διήγημα περιγράφει τη ζωή και το κοινωνικό πλαίσιο μιας παραλιακής συνοικίας της Ελλάδας. Ο φτωχός μπάρμπα Πέτρος μοχθεί καθημερινά στις ελιές και δύσκολα τα βγάζει πέρα. Οι εργάτες είναι απλήρωτοι από καιρό και επαναστατούν. Ο κεχαγιάς Γκέλης τους βάζει το μαχαίρι στο λαιμό. Ο Στρατής βοηθάει τον πατέρα του, αλλά ο Αργύρης δεν κρατιέται και αντιστέκεται στην εκμετάλλευση. Όλοι όμως τον αποπαίρνουν και τον αποκαλούν ακαμάτη και ανίκανο.

Είναι από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας. Θεωρείται εφάμιλλο της «Αγριόπαπιας» του Ίψεν. Η δύναμη του λόγου και η συγκυρία των εικόνων του είναι μοναδική και παραμένει σύγχρονη μέχρι τις ημέρες μας. 






Δημοσθένη Βουτυράς, Ο Λαγκάς 

απόσπασμα:
Οι ειδήσεις για τις μάχες ήτανε καλές. Ο ταξίαρχος Σμολένσκης έκανε θαύματα και προχωρούσε σιγά. Ζητούσε τοπομαχικά. Ο κόσμος βρισκότανε σε έξαψη: αν ήτανε δυνατό, να τ’ αρπάζανε και να του τα πήγαιναν…

Το βράδυ μια φήμη κυκλοφόρησε. Αυτή έλεγε πως κάποιος ταξίαρχος, λησμονώντας το αρχαίο ρητό, εγύρισε τα οπίσθια στον εχθρό.

Άξαφνα έγινε μια έλλειψη ειδήσεων που γέμισε ανησυχία τον κόσμο. Τρέχανε, ρωτούσαν ο ένας τον άλλον, πολιορκούσανε το τηλεγραφείο. Τίποτε, καμιά είδηση…

‒ Θα κουραστήκανε οι Τούρκοι με τις επιθέσεις! λέγανε μερικοί.

Αλλ’ οι περισσότεροι ήτανε σκυθρωποί πολύ, πολύ. Στο νου τους κάτι γύριζε, που δεν τολμούσανε να το πούνε, βγαλμένο απ’ την ξαφνικιά σιωπή.

Ο Λαγκάς γύριζε πάνω κάτω νευρικός. Όλα τον στενοχωρούσαν. Ο Χιμέρας είχε φύγει και αυτός, με άλλους πολλούς, για την Ήπειρο.

Το Μεγάλο Σάββατο, καμιά είδηση ακόμα.

Πήγε στον Πειραιά. Σ’ αυτήν την πόλη υπήρχε μια νάρκη, μια ησυχία. Οι θόρυβοι εκείνοι είχανε χαθεί. Όσους είδε, όλοι ήτανε σκυθρωποί. Βρήκε ένα γνωστό του και πήγανε στο καφενείο. Ήταν έρημο. Ο καφετζής μόνος ξαναδιάβαζε μια περασμένη εφημερίδα.

Ζητήσανε καφέ.

Δεν τον είχανε τελειώσει, όταν ένας θόρυβος φοβερός ακούστηκε και πυροβολισμοί. Πεταχτήκανε. Ένας όμιλος ανθρώπων φάνηκε να περνά τρέχοντας σαν πρόβατα φοβισμένα.

‒ Τούρκοι, Τούρκοι! φωνάζανε.

Ο Λαγκάς κοίταζε να βρει ένα όπλο. Ο καφετζής όρμησε σ’ ένα μικρό γκρα που είχε κρεμασμένο μ’ ένα περίστροφο στον τοίχο. Ο φίλος του έπιασε μια καρέκλα.

Του Λαγκά δεν του φάνηκε και αδύνατο να βρεθούνε Τούρκοι εκεί. Τολμηροί Τούρκοι μέσα σ’ ένα πλοίο μπορούσαν…

Πλήθος πυροβολισμών εβούιζε. Στο νου του φανήκανε στρατιώτες με φεσάκια να ορμούνε στην πόλη και πολλοί Έλληνες να προσπαθούνε να τους σταματήσουνε. Γινότανε μάχη!

Βγήκαν έξω. Ο καφετζής ήταν ένας παλικαράς καθώς φαινότανε. Ο Λαγκάς κρατούσε το περίστροφό του. Ο φίλος του Λαγκά ακολουθούσε άοπλος. Φοβερός θόρυβος γινότανε! Κλάματα, φωνές, ξεφωνητά ανακατωμένα με χιλιάδες πυροβολισμούς.

Ο Λαγκάς είδε το φίλο του να μαζεύει πέτρες.

Ξαφνικά ένα πλήθος όρμησε από ένα δρόμο.

‒ Τι τρέχει, μωρέ; Τι φεύγετε; τους φώναξε ο καφετζής άγριος.

‒ Μωρέ, πιάσαμε τον Ετέμ! Σαράντα χιλιάδες σκοτωμένοι Τούρκοι στη Λάρισα.

‒ Ζήτω! φώναξε ο καφετζής κι άδειασε το γκρα του στον αέρα.

Ο Λαγκάς ρώτησε έναν άλλο. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς βρεθήκανε οι Τούρκοι στη Λάρισα.

‒ Σχέδιο ήτανε, του είπε αυτός που ρωτούσε, ένας νέος με κόκκινο και στρογγυλό πρόσωπο.

Μπορούσε! Ο Λαγκάς δεν είχε τόσο δυνατούς τους Έλληνες να κάνουν σχέδια στον πόλεμο, παρά μόνο σε τραπέζια καφενείων. Αλλά να που τα έκαναν κι εκεί! Πιάσανε τον Τούρκο στη φάκα. Τον τινάξανε ψηλά με τους υπονόμους. Για μια στιγμή λυπήθηκε την κατεστραμμένη πόλη. Αλλά γιατί…

Απορίες τού έμειναν ακόμα, αλλά τις άφησε έτσι κι ακολούθησε το πλήθος που ζητωκραύγαζε.

Είχε μέρες να δει διαδήλωση.

Φανήκανε πάλι μεγάλες σημαίες και χιλιάδες κόσμος πίσω. Πού βρεθήκανε τόσες χιλιάδες; ρωτούσαν όλοι.

Το πλήθος με βήμα στρατού τροπαιοφόρου κατέβαινε προς τη θάλασσα. Από άλλους δρόμους, δρομίσκους, πολλοί τρέχανε, ερχόντουσαν να ενωθούν.

Μια βουή έβγαινε άγρια, θριαμβευτική και μεμιάς πάλι, καθώς έπεφτε, άρχιζε δυνατότερη. Ενθουσιαζόντουσαν απ’ τη φωνή τους. Όλοι φανταζόντουσαν πως μπαίνουν στην Πόλη.

‒ Ούτε στιγμή δε μένω!

‒ Μπα! Εγώ είμαι έτοιμος.

‒ Μωρέ, δε θα μείνει κανείς!

Θα τρέχανε όλοι να θερίσουν ό,τι άλλοι έσπειραν, αλλά και αυτό δύσκολο! Θα τρώγανε ό,τι άλλοι θα θερίζανε!

Και σαν κύμα πλημμύρας που παίρνει τον κατήφορο όλο θόρυβο, τα νιάτα και η παλικαριά, με στριμμένα μουστάκια σαν ουρά σκύλου παλικαρά, έπαιρναν τον κατήφορο προς τη θάλασσα.

Πάλι φανήκαν οι βραχνές φωνές και οι χοντρές κοιλιές, πάλι τα αγριωπά μούτρα και τα αγκαλιάσματα τα παλικαρίστικα. Αλλά σε λίγο μια είδηση, κακιά σα στρίγκλα, έτρεχε μέσα στο πλήθος και έλεγε τι συμβαίνει:

‒ Ο ελληνικός στρατός νικήθηκε!

Όσο αυτό γινότανε γνωστό, τόσο η διαδήλωση λιγόστευε. Οι άνθρωποι χανόντουσαν σα να εξατμιζόντουσαν. Ξαφνικά και οι σημαίες χαθήκανε σα να τις κατάπιε η γη.

Και οι άπιστοι πεισθήκανε τότε!

Μετά την τόση ταραχή, ήρθε μια ησυχία γεμάτη θάνατο. Οι δρόμοι ρημώσανε. Ο Πειραιάς έμοιαζε με πόλη που στους δρόμους της γύριζε ο θάνατος.

Το σκοτάδι έπεφτε. Νύχτα γεμάτη φόβους, λύπη, πένθος!

Πενθούσανε και το θάνατο ενός ονείρου.

 ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

    Κατά εξάδας μας παρέλαβαν
    της Μακρονήσου οι εκατόνταρχοι.
    Κατά εξάδας γίνουνται όλα εδώ.
    Κατά εξάδας κι οι στιγμές του χρόνου αγκομαχάνε…
    Μας επλαισίωσαν οι ατσαλάκωτοι βασανιστές μας
    πάνοπλοι
    κι εδώ
    σ’ αυτό το πλάτωμα μας έφεραν
    να μελετήσουμε τα πάθη σου Χριστέ μου.
    Άπνοη εσπέρα του Απριλιού
    Γιομάτη απ’ αναμνήσεις αρωμάτων…..

    *******************

    Το τρισανέμι καταλάγιασε
    και σιγανά στην ηρεμία μας
    μπορούμε τα δικά μας να μιλήσουμε
    ενώ οι τυφλοί βασανιστές
    κι οι μαύροι αρχιερείς σου
    κορδώθηκαν εκεί
    να περιπαίξουν
    το μεγάλο, τον ανείπωτο πόνο πασών των γενεών
    και της βραδιάς τη θλίψη…
    Απλά θα σου ιστορήσουμε
    σ’ αυτή την ησυχία
    μαρτύρια που δεν έτυχε ποτέ σου  να γνωρίσεις…
    Το Γολγοθά σου, όπως θυμάσαι, ανέβηκες
    για μια φορά μονάχα
    και βρέθηκαν κοντά σου άνθρωποι
    που θέλησαν να σηκώσουνε
    το φοβερό Σταυρό σου.
    Κοίταξε, ολόγυρα σου αυτές τις φαλακρές κορφές!
    Η κάθε μια ανηφόρα
    κι ένας Γολγοθάς
    και το καθένα πλάτωμα
    κι ένας Κρανίου τόπος.

     ******************

    Σε σταύρωσαν για μια φορά
    Μονάχα,  ω Αφελφέ μου.
    Κι όταν εδίψασες αργά το δειλινό
    να δροσιστείς σου δώσαν λίγο ξύδι…
    Αλάτι μοναχό δε σε ταΐσανε
    και δε σου δείξανε ύστερα το πέλαγο
    τη δίψα σου να σβήσεις…
    Κι όταν ελίγωσες κοντά στο ηλιοβασίλεμα
    λίγη σπλαχνιάν οι άσπλαχνοι τη βρήκαν
    να λοχίσουνε
    την τρυφερή καρδιά σου….

    *******************

    Κι όταν εζύγωσε η υπέρτατη στιγμή
    μπόρεσες το «Τετέλεσται» να σιγοψυθιρίσεις
    Είχες φωνή και φρόνησιν ακόμα…
    Δε σου’ κοψεν ο τρόμος τη λαλιά
    Και δεν εκτύπησεν η τρέλα μας η αλλόκοτη
    που ξέρει να πονάει και να γνωρίζει…
    Δε σου ‘τυχαν οι πόρνοι κι οι δειλοί
    Την αρετή και την αντρειά να σου διδάξουν!  

    *********************

    Ω  Αδελφέ
    Οι Αρχιερείς δε λείπουνε ποτέ
    απ’  τα μαρτύρια των Ανθρώπων!

    *********************

    Έτσι ήταν πάντα, ω Αδελφέ, οι Αρχιερείς
    Δεν ξέχασες που Αρχιερείς δικάσανε και σένα…
    Αρχιερείς δικάζουν πάντοτε, συνάδελφε,
    την ευτυχία ν’ ασφαλίζουν των Καισάρων!

    *********************

    Μα ήρθανε τώρα άλλοι καιροί!
    Το τέλος των Καισάρων έφτασε αδυσώπητο
    Κι  είναι γι’ αυτό
    σκληρότεροι οι Πιλάτοι σήμερα
    Κι οι Αρχιερείς
    πολύ σκληρότεροι οι δικοί σου.
    Σκληρότεροι όμως γίναμε κι εμείς
    Και την Ανάσταση που ετάξαμε
    θα φέρουμε στ’ αδέλφια μας τα κακομοιριασμένοι!
    Και πιο σκληροί από Σένανε
    γι ‘ Αρχιερείς και Καίσαρες
    Θα κάνουμε Παράδεισο τη γη μας που πατούμε……

Χαρίλαος Νικολαΐδης
Πήτερ Παν 

Οι χαρούμενες σκέψεις μας
καταπατήθηκαν,

θα χρειαστεί  
να δοκιμάσουμε πάλι.

Ας συμφωνήσουμε λοιπόν:

Ζούμε στην χώρα του
ίσως-μερικές-φορές-με-λίγη-τύχη.

Αντέχεις να πετάς;


Stanley Kubrick

Προδότης ήλιος

Βροχή αλύπητη
σκληρή μουσική
μάτια που φίλησε
άγρια νύχτα
αιώνας άστεγος φυσάει.

Πόρτες κλειστές
δωμάτια άδεια
χέρια που λύγισε
δήμιος πόνος
αγέρι πόθων ξεψυχάει.

Κάθε πρωί
βουβή προσευχή
κραυγές στη γη
ανθρώπων φρίκη

προδότης ήλιος κυβερνάει. 



Σταμάτης Πάρχας, Οθόνες (μικρές Εκδόσεις, 2015)



AGUIRRE, Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
(από το φιλμ του Werner Herzog)

η οργή του Θεού αγκαλιά με μικρούς πηθίκους σαν
ποντίκια
που τρώνε τα μικρά τους, να μη μεγαλώσουν
και γίνουν κι αυτά ξανθοί διάβολοι με χειροπέδες
κουτσός ξανθός διάβολος η οργή θεού. 


Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ο τρίτος άνθρωπος κυνήγησε τις κάργιες από τα παρά-
θυρα
(και μας κλαίνε άραγε ακόμα οι φίλοι μας;)
νανουρίζει τις ανταύγες που φωτογραφίζεις
ο τρίτος άνθρωπος
αντικρίζει γελαστές κούκλες στις βιτρίνες
αποπλανώ τα ινδάλματα των βρεφών
σαν τρίτος θα γελώ, αγαπούλα μου, στη λύπη σου
(και μας κλαίνε άραγε ακόμα οι φίλοι μας;)
σαν τρίτος θα γελώ, αγαπούλα μου, στη λύπη σου.
 

(Luca)

μόνο σαν επικίνδυνη σκιά
σαν ψίθυρος βροχής
χωρίς λόγια
χαιρετίσματα από το Περού, από την Μόσχα
χαιρετίσματα από την Κίνα
δεν σε πιστεύω
χαιρετίσματα από το Παρίσι
δεν σε πιστεύω

χαιρετίσματα απ' το Τορίνο
Monterroso Augusto, τρία μικροδιηγήματα (μτφ: Στάθης Ιντζές)


Ο Γάιδαρος και η Φλογέρα

Πεταμένη στην εξοχή εδώ και πολύ καιρό, ήταν μια Φλογέρα που κανείς δεν την έπαιζε, μέχρι που μια μέρα ένας Γάιδαρος που περνούσε από εκεί, τη ξαναφύσηξε δυνατά κάνοντάς τη να παράξει τον πιο γλυκό ήχο της ζωής τους, δηλαδή, της ζωής του Γαϊδάρου και της Φλογέρας.
Ανίκανοι να αντιληφθούν τι είχε συμβεί, μιας και η λογική δεν ήταν το δυνατό τους σημείο -αν και οι δυο τους πίστευαν στη λογική-, χώρισαν γρήγορα, ντροπιασμένοι από το καλό που ο ένας ή ο άλλος είχε κάνει κατά τη διάρκεια της θλιβερής ύπαρξής του.


Η Μύγα που ονειρευόταν πως ήταν Αετός

Υπήρχε κάποτε μια Μύγα, που κάθε νύχτα ονειρευόταν πως ήταν Αετός και πετούσε πάνω από τις Άλπεις και τις Άνδεις.

Τις πρώτες στιγμές, αυτό, την έκανε τρελή από ευτυχία˙ αλλά με το πέρασμα της ώρας τής προκαλούσε μια αίσθηση δυστυχίας, καθώς έφερε πολύ μεγάλα φτερά, πολύ βαρύ κορμό, πολύ σκληρό ράμφος και πολύ δυνατά νύχια, δηλαδή, ότι όλη αυτή η στυβαρή εμφάνιση της απαγόρευε να διασχίσει με άνεση νόστιμες τούρτες ή ανθρώπινα απορρίμματα, όπως και να υποφέρει συνειδητά χτυπώντας το κεφάλι της πάνω στα τζάμια ενός δωματίου.

Αλλά όταν επέστρεφε στο σώμα της, μετάνιωνε μ’ όλη της την ψυχή που δεν ήταν Αετός για να πετάει ψηλά στα βουνά, και ένιωθε πολύ δυστυχισμένη που ήταν μια Μύγα, και γι’ αυτό πετούσε τόσο, και ήταν τόσο ανήσυχη, και έκανε τόσες βόλτες, μέχρι που αργά, κατά τη νύχτα, ξανάβαζε τους κροτάφους της στο προσκέφαλό της.


Ο Κεραυνός που έπεσε δυο φορές στο ίδιο μέρος

Υπήρξε μια φορά ένας Κεραυνός που έπεσε δυο φορές στο ίδιο μέρος, αλλά διαπίστωσε ότι ήδη την πρώτη φορά είχε κάνει αρκετή ζημιά, που πια δεν ήταν απαραίτητος, και μελαγχόλησε πολύ.

*

Ο Augusto Monterroso  (1921–2003) υπήρξε συγγραφέας από την Ονδούρα που απέκτησε υπηκοότητα Γουτεμαλανού, γνωστός για τα σύντομα διηγήματά του.






  Μια περιπλάνηση σε έναν πολυδαίδαλο και πολύβουο κόσμο 


«Τα όρια της γλώσσας μου, 
σημαίνουνε τα όρια του κόσμου μου» 
Ludwig Wittgenstein 

Ι 

Υπάρχουν πολλές γλώσσες, πολλές εκφραστικές δυνατότητες για να μιλήσει κανείς, να συνομιλήσει με τους άλλους και να διατυπώσει τον δικό του μονόλογο, τη δική του μοναδική αλήθεια, μέσα στη συλλογική παγκόσμια αλήθεια. Μια από αυτές τις γλωσσικές/εκφραστικές δυνατότητες, χωρίς καμιάν αμφιβολία, είναι και η σιωπή. Ως γλώσσα, ως κώδικας ομιλίας επομένως, η σιωπή, θα πρέπει συμβατικά να δεχθούμε πως διαθέτει το δικό της «αλφάβητο», τη δική της «γραμματική» και το δικό της «συντακτικό». Και αν προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο, θα πρέπει επίσης να δεχθούμε πως διαθέτει και την δική της ιδιότυπη φιλολογία. Την Φιλολογία της Σιωπής! Μια κατ’ επίφαση «φιλολογία», βέβαια, συγκροτημένη μέσα σε διαφορετικούς νοητικούς και επικοινωνιακούς χώρους. Όμως, εδώ τώρα, δεν θα μας απασχολήσουν αυτές οι παράμετροι. Αυτό για το οποίο θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε, είναι η ίδια η σιωπή. Η σιωπή στις διάφορες εκφάνσεις της, μέσα από τις οποίες θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τις προσφερόμενες από αυτήν δυνατότητες έκφρασης και «ομιλίας». Λόγος για τη σιωπή λοιπόν. Για μιαν «άλλη» ομιλία. Για έναν άλλο τρόπο ανθρώπινης επικοινωνίας. Για έναν μοναδικό διάλογο με το σύμπαν. 

II

Σιωπή: μια πολυσήμαντη λεκτική γέφυρα, που κρέμεται αόρατη στο χάος, ανάμεσα στον «πομπό» και τον «δέκτη». Ανάμεσα σε σας και σε μένα. Η σιωπή είναι ο φορέας ενός καθημερινού, παγκόσμιου μηνύματος. Είναι η κατορθωτή εκείνη σιωπηρή συνεννόηση μέσα σε έναν κόσμο που συγκλονίζεται διαρκώς κι ακαταπαύστως από ηχηρά, θορυβώδη μηνύματα. Μηνύματα που έναν στόχο έχουν μονάχα: να ακυρώσουν την όποια ανθρώπινη επικοινωνία. Να ματαιώσουν εντέλει την ίδια την ποίηση της ζωής. Αλλά, αυτό όπως θα δούμε, δεν θα συμβεί ποτέ. 
                 «Εν αρχή ην ο λόγος…», αλλά, πριν και μετά τον λόγο, η σιωπή. Ο «άλλος λόγος». Επομένως: εν αρχή, και εντέλει ην, η σιωπή. Η γλώσσα του άναρθρου. Η πιο πλήρης άφωνη συνομιλία. Η μοναδική εκείνη «γλώσσα» για να ρηθεί το άρρητο. Να συλληφθεί το μηδέν. Να ορισθεί αλλιώς, και να περιορισθεί στα ανθρώπινα μέτρα, το άπαν. 
                  Αλλά τι είναι στ’ αλήθεια η σιωπή. Τι μπορεί να είναι, και τι να μην είναι, σιωπή; Υπάρχει άραγε λόγος να ορίσουμε και να προσδι- ορίσουμε τη σιωπή; Ξεκινώντας από το τελευταίο ρητορικό ερώτημα, πιστεύω πως ναι, υπάρχει και λόγος και ανάγκη να προσδιορίσουμε τη σιωπή. Κυρίως όμως να γνωρίσουμε, μέσα στα όρια μας ασφαλώς, την βαθύτερη αλήθεια της έννοιας σιωπή. 
                      Θα κάνουμε την αρχή της γνωριμίας μας, προσεγγίζοντας την μέσα από λεξικολογικούς ορισμούς. Ιδού λοιπόν! Σιωπή: 
                      1) η έλλειψη κάθε θορύβου, ησυχία, γαλήνη, σιγή, 2) το σιωπάν, το να μην ομιλεί τις, η σιγή, 3) η διακοπή ή η παύση της ομιλίας (της λαλιάς), 4) το να μην απαντά τις εις σταλείσα επιστολή, 5) το να είναι τις σιγηλός, σιωπηλός (η σιωπηλότις).
                Και ας δούμε τώρα, την σιωπή, μέσα από επιγραμματικούς αφορισμούς και αποφθέγματα:

«Χρη σιγάν ή κρείσσονα σιγής λέγειν». (Πρέπει να σιωπάς ή να λες λόγια ανώτερα από τη σιωπή.) (Πυθαγόρας)

***

«Ουδέν σιωπής εστί χρησιμότερον». (Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωφέλιμο από τη σιωπή.)
 (Μένανδρος)

***

 «Το να σιωπάς, τι μάθημα! Τι έννοια πιο άμεση της διάρκειας».
 Paul Valery

***

 «Για τα πράγματα που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να σωπαίνεις».
 Ludwig Wittgenstein

 ***

 «Πρέπει να μπορούμε να σιωπούμε σε όλες τις γλώσσες του κόσμου».
 V. V. Gogh
 ***

 «Αν το Α είναι η επιτυχία, τότε ο μαθηματικός τύπος είναι: Α=Χ+Υ+Ζ, όπου Χ ίσον δουλειά, Υ ίσον παιχνίδι και Ζ ίσον να κρατάς το στόμα κλειστό».
 Albert Einstein

Και κλείνουμε αυτή την παράθεση ορισμών και αποφθεγμάτων με τρεις χαρακτηριστικές παροιμιώδεις διατυπώσεις της λαϊκής σοφίας:

«Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα».

«Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι».

«Ο λόγος είναι αργυρός και η σιωπή χρυσός».

         Δεν ξέρω αν όλοι αυτοί οι ορισμοί απαντούν ικανοποιητικά στο ερώτημα που τέθηκε, το βέβαιο όμως είναι πως μας εισάγουν με τον καλύτερο τρόπο στο ζητούμενο και ταυτόχρονα μας βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε τούτο, πως: ναι, πρέπει να σωπαίνεις ή να λες ανώτερα πράγματα από τη σιωπή. Αφού ο λόγος είναι αργυρός και η η σιωπή χρυσός.
Πόση σημασία, αλήθεια, και πόση βαρύτητα δίνεται -ή πρέπει να δίνεται-στη σιωπή, κάθε φορά που έρχεται η στιγμή να μιλήσουμε ή να μη μιλήσουμε. Η σιωπή, την κατάλληλη στιγμή, λοιπόν. Ο λόγος, τότε ακριβώς που πρέπει. Όταν κρίνεται πως είναι καλύτερος της σιωπής. Μέσα από αυτή τη διπλή ανάγκη του ανθρώπου, να εκφραστεί και να επικοινωνήσει με τους άλλους, γεννήθηκε -επινοήθηκε καλύτερα-, η γλώσσα. Και μπορούμε ίσως να υποθέσουμε πως η πρώτη, πρωτόγονη εκφραστική δυνατότητα, θα ήταν εκείνη που πρόσφερε το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Οι χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών, οι γκριμάτσες, το βλέμμα και τα νεύματα.
          Το ίδιο ενδεχομένως θα μπορούσαμε να πούμε και για την πρώτη «καλλιτεχνική» έκφραση του ανθρώπου στα πρώτα στάδια της ιστορίας του. Κι αυτή δε θα ήταν άλλη από την πράξη του χορού. Αφού το ίδιο το ανθρώπινο σώμα προσφερόταν ως ένα γλωσσικό όργανο, μέσω του οποίου μπορούσε σε στιγμές ανάπαυλας, να εξωτερικεύσει άμεσα και καίρια τα συναισθήματα του. Ταυτόχρονα όμως ήταν και ένας τρόπος να «δηλώσει», για πρώτη φορά ίσως, την δύναμη και την υπεροχή του, απέναντι στα άλλα όντα του ζωικού βασιλείου, με τα οποία είχε μια καθημερινή συγκρουσιακή σχέση, ζωής και θανάτου.
     Κάτω από τις ίδιες ανάγκες έκφρασης και επικοινωνίας, αλλά σε διαφορετικές συνθήκες ασφαλώς, φαίνεται πως γεννήθηκαν όλες οι μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας, πριν ακόμη ο άνθρωπος αναπτύξει τη γλωσσική, φωνητική επικοινωνία, και ασφαλώς πολύ πριν να επινοήσει τη γραφή. Η ποίηση, η μουσική, η ζωγραφική, όλες οι υψηλές δημιουργικές δραστηριότητες του ανθρώπου, που δίνουν διέξοδο στην καλλιτεχνική ανθρώπινη φύση, οι ίδιες αυτές διατηρούν έναν ανοιχτό και διαρκή «διάλογο» μεταξύ τους, για να προεκτείνουν σιωπηλά την ανθρώπινη επικοινωνία σε ανώτερες νοητικές κλίμακες. Αξίζει εδώ να μνημονεύσουμε την περίφημη ρήση του Σιμωνίδη του Κείου περί ζωγραφικής και ποίησης, όπως την διέσωσε ο Πλούταρχος: «Ο Σιμωνίδης την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν προσαγορεύει, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλέουσαν». Ένας ορισμός που πέρασε σε όλη τη δυτική φιλολογία ως μείζον θέμα διαλόγου, μέσω της αναδιατύπωσης του Οράτιου: «Ut pictura poesis» (όπως η ζωγραφική, έτσι και η ποίηση).
    Από την ιστορία της μουσικής, και για την σχέση της με τη σιωπή, μπορούμε επίσης να αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικές φράσεις που παρουσιάζουν ανάλογο ενδιαφέρον. Η πρώτη είναι του Claude Debussy: «Μουσική είναι η σιωπή ανάμεσα στις νότες». Και η δεύτερη, της Clara Shuman: «Η μουσική εκφράζει αυτά που θα ήταν καλύτερα να αποσιωπηθούν».
     Συνεχίζοντας την περιπλάνηση μας αυτή, θα σταθούμε σε μια καλλιτεχνική έκφραση σιωπής (ιδιαίτερα προσφιλή στα παιδιά), την παντομίμα, την αποθέωση της σιωπηλής θεατρικότητας. Η μίμηση και η απομίμηση της λεκτικής γλώσσας, που κατέληξε να γίνει μια «άλλη» ιδιότυπη γλώσσα. Η ομιλούσα σιωπή.
      Τη γλώσσα της παντομίμας θα τη ξαναβρούμε ακόμη πιο αποκαλυπτική, και με νέα διάσταση, στον κλασικό χορό. Μόνο που εκεί έχουμε μια μορφή «μεταγλώττισης» ή «μετάφρασης» της μουσικής σε κίνηση χορευτική. Έναν υπέροχο, «ζωντανό» διάλογο ανάμεσα σε δύο τέχνες, με τη διαμεσολάβηση της σιωπής και του σώματος επάνω στο σανίδι. Εκεί που ο άνθρωπος αποκτά φτερά, γίνεται γήινο πουλί που πετάει με τη βοήθεια της μουσικής και της χορογραφίας σε άλλους πρωτόγνωρους ουρανούς.
      Στοιχεία αυτής της «σιωπηλής έκφρασης», βέβαια, θα βρούμε και στην κατεξοχήν διαλογική τέχνη με τις πανάρχαιες ρίζες, το θέατρο. Πολλές φορές, τόσο ο συγγραφέας (υπαινισσόμενος) όσο και ο σκηνοθέτης (διδάσκοντας τους ηθοποιούς), επιλέγουν τις κινήσεις, τη γλώσσα της σιωπής δηλαδή, για να τονίσουν με χιούμορ ή με δραματικότητα, κάποια στοιχεία της υπόθεσης του έργου, αλλά και να «φωτίσουν» την ψυχοσύνθεση των προσώπων, άρα τους ίδιους τους ανθρώπινους χαρακτήρες. Λύσεις πρωτόγονες, θεατρικές, που προσδίδουν στο έργο δύναμη, εκφραστικότητα και αληθοφάνεια.
      Τα ίδια περίπου θα μπορούσαμε να πούμε πως ισχύουν και για τον κινηματογράφο, την πιο καθολική καλλιτεχνική έκφραση και δημιουργία αυτή την μεγάλη επανάσταση του 20ου αιώνα στον χώρο του θεάματος και της κινούμενης εικόνας. Πρέπει όμως να τονίσουμε την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα αυτής της τέχνης. Όλα σε αυτήν μεγεθύνονται, σχεδιάζονται και πραγματώνονται, εκτός χρόνου, μέσα από άλλες πολύμορφες διαδικασίες, καθοριστικός παράγοντας των οποίων (εκτός της καλλιτεχνικής παραγωγής) είναι η επιστήμη και η τεχνολογία. Δεν πρέπει να λησμονούμε ακόμη πως η ιστορία του κινηματογράφου διακρίνεται σε δυο μεγάλες περιόδους: την περίοδο του βωβού και την περίοδο του ομιλούντος κινηματογράφου. Αλλά και στην εποχή της ασπρόμαυρης και της εποχής της έγχρωμης εικόνας.
        Ο χωρίς ήχο (μουσική και διαλόγο) κινηματογράφος (ο βωβός), που καλύπτει τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της «7ης τέχνης» (1894- 1929), αποθεώθηκε κυριολεκτικά και μεταφορικά, από μεγάλους δημιουργούς και καλλιτέχνες όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Μπάστερ Κίτον, το δίδυμο Χοντρός-Λιγνός και άλλοι πολλοί, οι οποίοι προσφέρουν ακόμη και στα παιδιά και τους μεγάλους της εποχής μας, την ίδια μεγάλη απόλαυση, όπως στα χρόνια της δόξας του.
       Προέκταση ή μια άλλη εκδοχή της βουβής κινούμενης εικόνας, υπήρξε και η τέχνη των cartoons, στην «φιλολογία» της οποίας ξεχωριστή θέση κατέχουν οι ανεπανάληπτες δημιουργίες «χωρίς λόγια». Όλα, ή σχεδόν όλα, τα έλεγε η εικόνα. Αλλάζοντας τώρα το διερευνητικό μας πεδίο, θα εστιάσουμε σε μια άλλη πολύ σημαντική λειτουργία της σιωπής, σε έναν «κώδικα» ουσιαστικής επικοινωνίας με ειδικές κοινωνικές προεκτάσεις, δηλαδή στη νοηματική γλώσσα. Μια γλώσσα που «μιλιέται» με χαρακτηριστικές κινήσεις των χεριών και ταυτόχρονη «άφωνη» κίνηση των χειλιών.         Ασφαλώς δεν είναι λίγες οι φορές όπου, η νοηματική, γίνεται όργανο επικοινωνίας και συνεννόησης, και για εμάς τους «άλλους», τους προνομιούχους της ζωής, που συχνά μιλάμε χωρίς να μιλάμε. Προσφεύγουμε σε αυτή τη γλώσσα συνεννόησης, μέσα στο πλήθος ή σε χώρους που πραγματοποιούνται κάποια σημαντικά γεγονότα, όπου η σιωπηλή παρακολούθηση είναι επιβεβλημένη. Πολύ συχνά ωστόσο «η σιωπηλή συνεννόηση» θριαμβεύει σε χώρους «σκοτεινούς», ανάμεσα σε συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων που κινούνται στα όρια της νομιμότητας.
     Είναι όμως γεγονός πως οι άνθρωποι στην καθημερινότητα τους, συνειδητά ή ασυνείδητα, υποκαθιστούν ενίοτε τη φωνητική ομιλία με τη βουβή, τη σιωπηλή γλώσσα (των χεριών, του νεύματος και της γκριμάτσας), σε σημείο μάλιστα που κανείς θα μπορούσε να μιλήσει για επικοινωνία «κωφάλαλων». Για μια καθημερινότητα της παντομίμας. Δεν χρειάζεται νομίζω να αναφέρω παραδείγματα, αφού όλοι μας, λίγο ως πολύ, είμαστε μέρος και αυτής της «βουβής» πραγματικότητας.
        Εάν αυτά συμβαίνουν με τους ανθρώπους κατά περίσταση ή κατ’ επιλογή, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα άλλα όντα του ζωικού βασιλείου, είτε τα άγρια είτε τα ήρεμα όπως λέγονται. Αυτά έχουν για «γλώσσα» τους, την ίδια τη σιωπή τους! Μέσω αυτής (και μέσω του ισχυρότατου ενστίκτου που διαθέτουν) έρχονται σε επικοινωνία με τα άλλα ζώα και με τον άνθρωπο. Μια σιωπή που γίνεται ακόμη πιο εύγλωττη όταν συνοδεύεται από γρυλίσματα, υλακές και βρυχηθμούς. Και αυτή την γλώσσα της σιωπή τους, εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να τη γνωρίζουμε, και πολύ συχνά να τη μεταχειριζόμαστε ανάλογα, αφού δεν συνυπάρχουμε απλώς με αυτά, αλλά συμβιώνουμε συχνότατα (με τα οικόσιτα) κάτω από την ίδια στέγη.
       Αλλά, ο κόσμος μας ανάμεσα στα «έμβια όντα», εκτός από εκείνα που ανήκουν στο βασίλειο των ζώων, περιλαμβάνει και τα έμβια που ανήκουν στο φυτικό βασίλειο. Και όχι μόνον αυτά. Υπάρχουν και τα λεγόμενα «άβια όντα», αυτά δηλαδή που δεν έχουν ζωή, που είναι άψυχα αντικείμενα. Τα φυτά λοιπόν, που αποτελούν μια τεράστια πολύμορφη ομάδα ζωής του πλανήτη μας, που εμφανίστηκαν μάλιστα πολύ πριν από τα πρώτα ζώα και από τον άνθρωπο φυσικά, διαθέτουν κι αυτά τη δική τους ξεχωριστή γλώσσα. Την κατεξοχήν γλώσσα της σιωπής.
       Θα χρειαζόμασταν σελίδες επί σελίδων και πάλι δεν θα ήταν αρκετές για να περιγράψουμε τις στοιχειώδεις λειτουργίες αυτής της μεγάλης, της καθολικής σιωπής των φυτών. Μια σιωπή, και ένα «σύμπαν», που οι ειδικοί επιστήμονες δεν κατόρθωσαν ακόμη να αποκωδικοποιήσουν, ώστε να εισχωρήσουν στον γεμάτο μυστήρια κόσμο τους. Μοιραία λοιπόν, κι εμείς εδώ, θα περιοριστούμε σε αφελείς, ενδεχομένως, γενικότητες, όπως οι παρακάτω.
    Τα μοναχικά δέντρα των λόφων, και τα δέντρα των δασών. Τα δέντρα της αυλής, και τα οπωροφόρα των κάμπων. Οι πόες, τα λουλούδια, τα χόρτα. Κι ακόμη, τα βρύα, τα φύκια κι ένα άλλο άπειρο πλήθος φυτών της στεριάς και της θάλασσας, έχουν τη δική τους γλώσσα. Την δική τους σιωπή! Συνομιλούν μεταξύ τους, κάποτε και με τον άνθρωπο. Αλλά οπωσδήποτε, συνδιαλέγονται με τον Θεό και το σύμπαν. Η σιωπή τους φτιαγμένη από χλωροφύλλη και οξυγόνο. Σιωπή που δηλώνεται με χρώματα και αρώματα. Με την πνοή του ανέμου και τη διαρκή «εν στάση» κίνησή τους.

***

Από την ιδιότυπη ετούτη περιπλάνησή μας, ασφαλώς, δε θα μπορούσε να λείπει και η αναφορά σε δύο ακόμη σύμβολα ή κήρυκες της σιωπής.Και αναφέρομαι στην «άβια» πέτρα και το «έμψυχο» άγαλμα. Πέτρα: όλη η ουσία και όλο το περιεχόμενο της σιωπής. Η πιο συμπυκνωμένη σιωπηλή μαρτυρία του κόσμου μας. Μια σύνοψη ιστορίας και θρύλου, κλεισμένη στην «σκληρή τρυφερότητα» της πέτρας. Πρώτη ύλη και, ταυτόχρονα, αυθύπαρκτο έργο τέχνης της φύσης. Ποίημα σιωπής και κραυγή της αρχέγονης ύλης. Η πέτρα της υπομονής και των δακρύων. Και τώρα το άγαλμα. Αυτή η πελεκημένη πέτρα, το σμιλεμένο ως τα όριά του μάρμαρο. Όραμα μαζί και στοχασμός. Η εκλεπτυσμένη σιωπή της ανθρώπινης αγωνίας από πέτρα, χαλκό ή μπρούτζο. Η πιο περίτεχνη κατορθωτή σιωπή του ανθρώπου. Γιατί;

«Γιατί τα αγάλματα δεν είναι στο Μουσείο… τα αγάλματα είμαστε εμείς»
Και επειδή:
Όταν τελειώνουν οι λέξεις, λέει
μένουν τα χέρια, η σιωπή τους.
Μένει εκείνο το άναρθρο βλέμμα
λίγο πριν ή λίγο μετά το ανεπανόρθωτο.
Τότε εσύ, αλλάζεις όνομα και πρόσωπο, λέει.
 Θυμίζεις τα αγάλματα.

 ΙΙΙ 

       Μέχρι τώρα, και με βάση όλα αυτά που ήδη εκθέσαμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι: με τη σιωπή, ή μέσω της σιωπής, έχει κανείς την δυνατότητα να εκφραστεί πιο καίρια και με μεγαλύτερη σαφήνεια, για όλα εκείνα που δυσκολεύεται ή αδυνατεί να πεί με τα λόγια, με τον φωνητικό γλωσσικό κώδικα. Κάποτε επιλέγουμε εμείς τη σιωπή κι άλλοτε μας επιλέγει αυτή. Όποιο από τα δύο όμως κι αν συμβαίνει, και σε όποια ψυχική και διανοητική κατάσταση κι αν βρισκόμαστε, ο «άγνωστος εαυτός», η «βαθύτερη ύπαρξή» μας, κατορθώνει σε κάθε περίσταση να «μιλήσει», στέλνοντας στους εκάστοτε αποδέκτες το μήνυμα, την αλήθεια του. Η σιωπή είναι μέρος της ύπαρξης και του κόσμου μας. Μαζί με την τέχνη αποτελούν τις δύο οικουμενικές γλώσσες του ανθρώπου. Και οι δύο συνιστούν μια πραγματικότητα μέσα στις άλλες πραγματικότητες.
       Και αυτό γίνεται φανερό στον καθένα μας, καθημερινά, στους δρόμους και στην αγορά, στη θάλασσα ή στο βουνό. Γίνεται φανερό στα μουσεία, στους χώρους των μεγάλων Μνημείων του ανθρώπινου πολιτισμού (όπου γης). Οι άνθρωποι από όλα τα μέρη του κόσμου που κινούνται στους παραπάνω χώρους, μπορούν να εκφράζονται, να συνεννοούνται, να ερωτεύονται και, συχνά, να συν-δημιουργούν, μέσω αυτών των δύο δυνατοτήτων. Της τέχνης και της σιωπής. μέσω της όρασης (και ενόρασης), της χειρονομίας, της ακοής, της αφής και της συγκατάνευσης. Με τρόπο απλό, μοναδικό και αλάθητο.

***
 
          Με τη σιωπή, τέλος, ταυτίστηκαν, έγιναν σύμβολο και «μύθος», μερικά από τα πιο φωτεινά μυαλά που γέννησε η ανθρωπότητα. Ενδεικτικά και μόνον θα παραθέσουμε τα παρακάτω ονόματα χωρίς περαιτέρω στοιχεία: Ηράκλειτος, Σωκράτης, Πυθαγόρας, Ρεμπό, Χέλντερλιν, Μπετόβεν, Νίτσε, Βαν Γκογκ, Μαγιακόφσκι και Κάφκα.
       Καθένας από αυτούς έδωσε με το «παράδειγμά» του και με την ιδιαιτερότητά του, ένα ξεχωριστό περιεχόμενο στη σιωπή. Δηλαδή, η «σιωπή» τους έγινε κατά κάποιον τρόπο προέκταση ή μέρος του έργου τους. Εξάλλου, η ίδια η φύση του καλλιτεχνικού έργου, ο ίδιος ο στοχασμός, αλλά και η στιγμή της δημιουργίας, εμπεριέχουν και προϋποθέτουν την σιωπή. Αποτελεί μια, κατά κάποιον τρόπο, «αναγκαία συνθήκη» για όλες αυτές τις περιπτώσεις. Γιατί «σωπαίνω» π.χ. για τον ποιητή, θα πει: εξακολουθώ να μιλώ και χωρίς λέξεις. «Εκεί που σταματάει ο λόγος του ποιητή, αρχίζει να φέγγει ένα μεγάλο φως», λέει ο Τζωρτζ Στάινερ.
          Συνοψίζοντας:
          Συνοψίζοντας, η σιωπή είναι μια μουσική συμφωνία σε Σι μείζονα, όπου αναπτύσσεται σ΄ έναν χώρο νοητό μεν αλλά τόσο οικείο δε. Η σιωπή μπορεί να είναι καταφυγή ή χώρος δράσης. Σημείο εκκίνησης κι όχι τερματισμού. Σύμφωνα με τη Σούζαν Σόνταγκ «Η σιωπή, είναι η έσχατη, ενός άλλου κόσμου χειρονομία του καλλιτέχνη». ( Σούζαν Σόντακ)
          Κι εδώ ακριβώς, είναι η στιγμή που πρέπει, η Σιωπή, να πάρει η θέση της. Τη θέση του γράφοντος. Να γίνει αυτή, ο λόγος! Το νόημα του κόσμου. Αυτή η Δέσποινα των καταστάσεων και των εξαίσιων λογισμών. Έφτασε, ήρθε! Έγινε! ΣΙΩΠΗ λοιπόν. «Χρη σιγάν ή κρείσσονα σιγής λέγειν».

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, Ο γελωτοποιός και αλήθεια του, Καστανιώτης, Αθήνα 1991.
2. George Steiner, Η σιωπή και ο ποιητής, Έρασμος, Αθήνα 1997.
3. George Steiner, Η σιωπή των βιβλίων, μετ. Σοφία Διονυσοπούλου, Ολκός, 2009.
4. Σούζαν Σόντακ, Η αισθητική της σιωπής, ΤΡΑΜ, Εγνατία, 1979.
5. Αββάς Ντινουάρ, Η τέχνη της σιωπής, μετ. Τούλα Τολιά, Καστανιώτης, Αθήνα 2007.
6. Guido Ceronetti, Η σιωπή του σώματος, μετ. Irene Maradei, Ροές, 1987.
7. Στιούαρτ Σιμ: «Το Μανιφέστο της Σιωπής» (Εdinburgh University Ρress)
8. Γιώργος Σεφέρης, «Κίχλη», 1947.
9. Χρήστος Τουμανίδης, «Μεταλλαγή», από τη συλλογή Αστάθμητα, 1978

ΣΤΙΓΜΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ι

Θέα Παρθενώνα, Λυκαβηττό
σκαρφαλώνεις στην πλάτη μου
να βλέπουμε μαζί
τα χρόνια πως φεύγουν
λίγα χιλιόμετρα πίσω μου
η χαρά
η χαρά μου

ΙΙ

Το φως υποχωρεί
τεχνητό φως η νύχτα
περιφέρομαι στο κέντρο
της πόλης
κι εσύ βαθιά στη θάλασσα
της καρδιάς μου

ΙΙΙ

Ζω συνεχώς στο χαμόγελο
σπάνια γελάω
αναπαράγω σιωπηλά τη θλίψη
ξεγελώ τ’ αδιάκριτα βλέμματα
αναγνωρίζω εύκολα τα πρόσωπα
που ζουν και όσα φεύγουν 


Σαν βρισκόντουσαν
Έστρεφε την σκιά της
στην αγκαλιά του.
*
O ουρανός του
καθρεφτιζόταν μέσα
στη λιμνούλα της.


Φιλιά στη γη, Ελένη Κοσμά- εκδ Πόλις








Στη στήλη «Βιβλίο της εβδομάδας» παρουσιάζουμε αυτή τη φορά το βιβλίο Φιλιά στη γη της Ελένης Κοσμά που κυκλοφόρησε αρχές Απρίλη του 2016 από τις εκδόσεις Πόλις. Είναι το πρώτο ποιητικό βιβλίο της Κοσμά. Σε αυτό εξελίσσεται ένα ποίημα χωρισμένο σε ενότητες. Κάθε ενότητα ξεκινά με ένα χαϊκού που έχει τη θέση ενός “τίτλου”, το οποίο στη συνέχεια αναπτύσσεται ως σονέτο ή οκτάβα ή τετράστιχο. Οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν και είναι συναρμοσμένοι πάνω στο μετρικό τους πρωτότυπο χωρίς ωστόσο το μετρικό μοντέλο να τους σφίγγει. Πρόκειται για ένα παιχνίδι και μία άσκηση ύφους πάνω στο μοτίβο της απώλειας του έρωτα (ή μήπως και πάνω στο θέμα γραφής-ανάγνωσης;) με μια οπτική παρμένη από τη φύση και τη μεταφυσική, κάτι που επιβεβαιώνουν και οι προμετωπίδες του Δάντη και του Σολωμού. 
Alfred Stieglitz
 
Πηνελόπη Ζαρδούκα
Πρόποση
 
(Για τον φίλο μου το Γιάννη)

Ή κάτι καλύτερο θα είναι η ζωή
Ένα ποτήρι δροσερό κερασμένο στο μπαλκόνι
Των καθημερινών ηρώων
Αυτών που, ζώντας για χρόνια πλάι σε ένα – αντί-
Πόθησαν να περάσουν τα σκιερά περιθώρια
Ν’ ανηφορίσουν σκάλες και στίχους λυρικής ποίησης
Έπη και παιάνες και εξάμετρους δακτυλικούς
Για να νικήσουν τις Λερναίες Ύδρες της ζωής τους
Βγήκαν απ’ τις γκροτέσκες κάμαρες του μυαλού
Σταμάτησαν να πουλάνε χλιαρό το νερό των ονείρων
Και αναμετρήθηκαν με τη μάχη των μαχών τους
Νικητές
Στεφανωμένοι με το πιο ταπεινό κλαδί
Ανεβασμένοι ένα απόγευμα στο βάθρο
Του τόσο δα μπαλκονιού τους
Σηκώνω και γω το ποτήρι μου
Για όλους εσάς που από καιρό
Η ώρα των ανδραγαθημάτων σας
Δείχνει τον πιο μακρινό της δρόμο
Και σεις ακόμα πιο χαμογελαστοί
Φοράτε τα κυριακάτικα ρούχα σας
Για να κηδέψετε τη χθόνια θλίψη



Πέμπτο στάσιμο

Κρύβει ο καπνός τις αλήθειες
ο πετεινός μένει βουβός
προς πουθενά δεν φυσά ο αέρας
οι φλόγες στο χώμα σιγούν.
Αν εσύ μιλάς άλλη γλώσσα
τι πιστεύω δεν μπορώ να σου πω
ξέρω όμως πώς είν' ο πόνος
δεν μπορώ ν' αρνηθώ ν' αγαπώ.



Φίλιππου Τσαλαχούρη
Κατά Μάρκον Πάθη, opus 94
Στάσιμα: Γιώργος Κ. Ψάλτης

Πρώτη παγκόσμια εκτέλεση
Κυριακή των Βαΐων 24 Απριλίου 2016, 8:30 μ.μ.
Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138

Γενική είσοδος 5€, προπώληση εισιτηρίων από 19 Απριλίου, πληροφορίες 2103453111

Στα πλαίσια των Ελληνικών Μουσικών Γιορτών 2016, θα παρουσιαστεί το ορατόριο του Φιλίππου Τσαλαχούρη "Κατά Μάρκον Πάθη" opus 94.
Το έργο, που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο 2015, βασίζεται στο Ευαγγέλιο του Μάρκου και διηγείται τις τελευταίες ώρες του Ιησού, από τη σύλληψη στη Γεθσημανή μέχρι τη Σταύρωση. Η δομή της διήγησης αρθρώνεται -όπως είναι η καθιερωμένη δομή των Παθών από τον 17ο αιώνα- με εμβόλιμα ποιητικά στάσιμα που έγραψε ο ποιητής Γιώργος Ψάλτης.
Η θρησκευτική μουσική, αποτελεί τα τελευταία χρόνια, την κυρία συνθετική παραγωγή του Φιλίππου Τσαλαχούρη. Έχουν προηγηθεί έργα όπως "Οι Επτά Λόγοι του Χριστού επάνω στο Σταύρο", το Stabat Mater, οι "Προσευχές για βιολοντσέλο και καμπάνες" κ.α.
Τα "Κατά Μάρκον Πάθη" είναι η δεύτερη συνεργασία του συνθέτη Φιλίππου Τσαλαχούρη με τον ποιητή Γιώργο Ψάλτη. Έχει προηγηθεί το Λειτουργικό Δράμα "Η Ώρα του Μυστικού Δείπνου" που παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη τον Μάρτιο του 2012.
Συμμετέχουν πέντε σολίστ, δύο χορωδίες και οργανικό σύνολο.
Η διάρκεια του έργου είναι 80'.
Διευθύνει ο συνθέτης.
Αναλυτικά οι συντελεστές:
Άγγελος Χονδρογιάννης, βαρύτονος
Βασίλης Ασημακόπουλος, μπάσος
Νίκος Ζιάζιαρης, βαρύτονος
Λήδα Δημητριάδη, σοπράνο
Ευγενία Καλοφώνου, μεσόφωνος
Μικτή Χορωδία Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, διδασκαλία Δημήτρης Μπουζάνης
Γυναικείο Φωνητικό Σύνολο Δήμου Κορινθίων Opus Femina, διδασκαλία Φάλια Παπαγιαννοπούλου

Κουαρτέτο εγχόρδων:
Θεανώ Παπαδάκη, βιολί
Νεφέλη Αλεξούδη, βιολί
Κατερίνα Κόρδη, βιόλα
Λυδία Παναγιωταρέα, βιολοντσέλο

Κλαρινέτο: Γιώργος Σκορδίλης
Πιάνο: Αλέξης Ντιαμάντ
Όργανο: Δημήτρης Μπουζάνης
Κρουστά: Δάφνη Ανδρεάδη
Μουσική Διεύθυνση: Φίλιππος Τσαλαχούρης




 
Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος
ΠΟΙΗΣΗ
ISBN 978-618-5155-14-8
σελίδες 48
διαστάσεις 21 Χ 14 εκ.
τιμή 9 ευρώ

Το εξώφυλλο φιλοτέχνησε
ο ζωγράφος Χρήστος Μαρκίδης

Το «κοινωνικό πρόβλημα», αποτελεί τη λύδια λίθο στα ποιήματα που συνθέτουν τον «Κούκο». Με αξιόπιστο στίχο, η ποιήτρια, επιχειρεί τη μνημόνευση και καταγραφή των ασθενειών μιας ένοχης εποχής χωρίς να μπορεί να αδιαφορήσει για την ελαττωματική πραγματικότητα της κοινωνίας. Η συνήθης λυρική φύση της ποίησης, εδώ μετακινείται προς τη δραματική έκφραση, μια κατάσταση την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου δείχνει να χειρίζεται με άνεση λόγω της αντίληψης περί δραματουργίας με την οποία την έχει διαποτίσει η ιδιότητα της ηθοποιού και θεατρικού συγγραφέα. Με αφετηρία πάντοτε την κοινωνική εμπειρία και την αισθητική της ελευθεριότητας αξιοποιεί την υπερρεαλιστική γλώσσα και της προσδίδει την οικεία μορφή μιας ποιητικής διαλέκτου, με θαυμαστή ωριμότητα –καρπός, αναμφίβολα, επίμοχθης και μακρόχρονης αφανούς προεργασίας.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

Βιογραφικό:
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη (1972). Ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (παιδαγωγικό), ενώ παράλληλα φοίτησε σε σχολή δημοσιογραφίας. Πολύ σύντομα πέρασε την πόρτα του θεάτρου και αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική Σχολή «ΙΑΣΜΟΣ», Βασίλης Διαμαντόπουλος. Στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor Method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα «ΣΕΙΡΙΟΣ» και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια.Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι «Το ραβδί των καλικαντζάρων» (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ).Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ και ΑΤΑΪΝΤΕ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Θεατρικά της ιδίας «Σείριος», Πώς ένα παιδί ανακαλύπτει τα δικαιώματά του «Κακτολούλουδο», Το νεκροταφείο των λουλουδιών «Θα το ονομάσουμε πρόγραμμα», Ένα αντιφασιστικό στιγμιότυπο για αυτούς που θα γεννηθούν μετά.

Γιατί γράφουμε αλήθεια; Είναι άραγε η επιθυμία τής δημιουργίας κάτι που φέρουμε φύσει  ή κάτι που αποκτούμε θέσει στην πορεία; Απειροστές οι προσπάθειες να απαντήσω πρωτίστως στον εαυτό μου κι ακολούθως, σε όλους όσοι από το οικείο μου περιβάλλον με έβλεπαν από παιδί να απομονώνομαι, αποζητώντας με μανία την ευταξία των λέξεων.

Μεγαλώνοντας και μελετώντας, κατάλαβα πως οι συγγραφείς χωρίζονται σε τρεις κύριες κατηγορίες: στους πραγματικούς, στους πλασματικούς και στους  κομπορρήμονες.

Οι πρώτοι, αυθεντικοί και χωρίς ίχνος φληναφήματος στη γραφή τους, θα ‘λεγε κανείς, πως είναι γεννημένοι για να υπηρετούν την τέχνη της συγγραφής∙ εκείνοι που το απλό καθημερινό το μετουσιώνουν σε κάτι ανώτερο και θεϊκό. Είναι οι άνθρωποι που ζουν απόλυτα την πραγματικότητα τής εποχής τους και αγωνίζονται ψυχή τε και σώματι για την αλήθεια∙ και του πόνου και της χαράς. Γι’ αυτούς οι λέξεις είναι τα ενδιάμεσα γεφύρια, η ύλη που πραγματώνει το πνεύμα της εσώτερης σκέψης. Γράφουν γιατί δεν μπορούν και δεν θέλουν να κάνουν αλλιώς. Γράφουν γιατί υπηρετούν την ελευθερία και συνάμα την αναγκαιότητα του λειτουργήματος τους.

Οι δεύτεροι, κάτι σαν απομιμητές των πρώτων, γράφουν όχι γιατί θα έλειπε ή θα προσέφερε κάτι σε κάποιον η γραφή τους αλλά γιατί επιζητούν γράφοντας να δημιουργήσουν έναν κόσμο πιο ανεκτό και πιο όμορφο από τον εξωτερικό μα πρωτίστως ομορφότερο από τον εσώκοσμό τους. Είναι άνθρωποι μπερδεμένοι, ανήμποροι να ισορροπήσουν τη θλίψη και το γέλιο και άρα, μόνο φαινομενικά τούς ενδιαφέρει η αποκατάσταση της χαμένης ομορφιάς. Εντοπίζει κανείς στο λόγο τους μια νοσταλγία ή μια πολεμικότητα ίσως αστήρικτη, λέξεις πομπώδεις και απουσία λογικού ειρμού. Γράφουν γιατί είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουν την πραγματικότητα που κόβει βόλτες στο στενό του εγωισμού τους.

Οι τελευταίοι, δεν ενδιαφέρονται καν να παρέχουν στον αναγνώστη τους κάτι όμορφο και λογικά συνεχές∙ άνθρωποι στραμμένοι διαρκώς στον εαυτό τους που έχουν θέσει ως απώτερο στόχο τους την είσπραξη φιλοφρονήσεων και κολακειών. Τους εντοπίζει κανείς ανάμεσα σε αυλικούς και παρακμιακούς. Άνθρωποι που υπηρετούν με δουλικότητα το εγώ τους και θέτουν την τέχνη στην υπηρεσία τους. Ανιχνεύει κανείς στα γραπτά τους πάθη, λαγνεία και οργή ενώ τα λεκτικά πυροτεχνήματα που χρησιμοποιούν συχνά έρχονται σε πλήρη εναρμόνιση με την έλλειψη νοήματος που προβάλλουν. Γράφουν γιατί πεινούν και διψούν για θαυμασμό και ετεροκαθορισμό.

Τι είναι όμως αυτό που ωθεί έναν πραγματικό συγγραφέα να βγει από τη σιωπή του και να διαμοιράσει το μέσα του; Τι είναι αυτό που τον κάνει να διαφέρει ουσιαστικά από τους άλλους δύο; Μια πρώτη απάντηση θα ήταν η παροντικότητά του τόσο σε αναφόρα ως προς το μέλλον όσο και ως προς το παρελθόν. Στην ουσία, ο συγγραφέας λειτουργεί σαν ένα ισοζύγιο ανάμεσα στη χρονικότητα που του έχει παραδοθεί και σε αυτή που πρέπει ο ίδιος να παραδώσει. Η πραγματική συγγραφή -ως εργαλείο τού συγγραφέα- συνοψίζει τα κοινά χαρακτηριστικά της τριφασικής πραγματικότητας και φτάνει στο σημείο να μην υπόκειται σε καμία συγκεκριμένη χρονική ιστορικότητα, ενώ τα έργα της μπορούν να βρουν εφαρμογή σε κάθε ιστορικό παρόν.

Ο συγγραφέας, το λοιπόν, είναι αφενός ένα εμπράγματο υποκείμενο εφόσον ενσαρκώνει έναν άνθρωπο, αφετέρου όμως, την ώρα ακριβώς που συγγράφει μετατρέπεται σε αχρονική καθολικότητα. Και κάπου εδώ μπαίνει ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα στην όλη διαδικασία της συγγραφής: τι είναι αυτό που επιτρέπει και που δίνει νομιμοποίηση στον συγγραφέα να μιλήσει σαν να είναι ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μαζί; Πώς ένας και μόνον άνθρωπος μπορεί να ενδυθεί χιλιάδες προσωπεία λειτουργώντας κατ’ εξοχήν ως  καθρέφτης της πραγματικότητας;

Για να μπορέσει κανείς να ενσαρκώσει με τις λέξεις του και να δώσει φωνή στα στόματα και στις ψυχές των υπολοίπων (που παραμένουν σε σιωπή) προέχει πρωτίστως να είναι σε απαρέγκλιτη επικοινωνία με τον εαυτό του. Πώς επιτυγχάνεται ωστόσο αυτή η επικοινωνία και με ποιο τρόπο η αυτούσια επικοινωνία του καλλιτέχνη επικοινωνεί με την εξωτερικότητα που τον περιβάλλει;

Αν προσεγγίσουμε -λογικώ τω τρόπω- τη διαδικασία της συγγραφής, ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που εγκιβωτίζει μέσα του σκέψεις, ιδέες, τοπία και επιθυμίες -όπως ακριβώς «Ο Σκεπτόμενος» του Ντε Κίρικο- πάντοτε σε συνάρτηση με μια εξωτερική πραγματικότητα.

Γιατί δεν είναι όμως όλοι οι άνθρωποι ικανοί να μετατρέψουν το δυνάμει σε ενεργεία; Τι είναι αυτό το παραπάνω που ενεργοποιείται και ενεργοποιεί το χέρι του συγγραφέα; Είναι μήπως κάποια αίσθηση ενδότερου χρέους, κάποια ανάγκη προσφοράς προς τον πλησίον ή άραγε να είχε δίκιο η πλατωνική Διοτίμα  πως κάποιοι άνθρωποι αποσκοπώντας στην αθανασία γεννούνε άυλα κι αθάνατα παιδιά; Ίσως, εν τέλει, να είναι ένα κράμα όλων αυτών.

Το σίγουρο είναι πως ο συγγραφέας οφείλει να είναι απαλλαγμένος από τον φόβο της κριτικής και την κατάρα τής φιλαρέσκειας. Να είναι, δίχως άλλο, ικανός να ξεσκαρτάρει τα άχυρα από το χρυσάφι στο μέσα του ορυχείο και προπαντός μα προπαντός : «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαραλλέος» να μπορεί να διαμοιράζει τα ιμάτια της ψυχής του σε όλους τους εκφραστικά ανένδυτους.

Βεατρίκη Σαΐας-Μαγρίζου, Το βραχιόλι της φωτιάς, Εκδ. Καστανιώτη, 2006


από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Το δραματικό οδοιπορικό μιας εβραϊκής οικογένειας στις ζοφερές στιγμές του εικοστού αιώνα. Το χρονικό μιας κοινωνίας που συντρίβεται και αναφύεται μέσα από τα ερείπιά της. Η θυελλώδης ιστορία του μικρού Ιωσήφ, όπως την καταγράφει ένα νυχτερινό παραμύθι: Θεσσαλονίκη, 1917. Οι φλόγες ζώνουν την εβραϊκή συνοικία. Η μπενούτα με τα παιδιά της βρίσκονται στο σπίτι. Ένας Τσιγγάνος, ο Αγγελής, τους διασω΄ζει την τελευταία στιγμή. Τους μεταφέρει στον καταυλισμό του, μακριά απ' τον όλεθρο. Μεγάλο μέρος της πόλης καταστρέφεται. Ένα πολύτιμο κόσμημα σώζεται. Ένα κειμήλιο που συνδέει ανθρώπους και γεγονότα. Εβραίους και Τσιγγάνους. Δυο λαούς με διαφορετική κοσμοαντίληψη αλλά με πεπρωμένο κοινό. Πόλεμος, ναζιστική θηριωδία, Άουσβιτς. Οι σκληρές σελίδες του Ολοκαυτώματος. Η οδύσσεια ενός βραχιολιού.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ, “ ΑΡΛΕΚΙΝΟΣ ”, εκδόσεις “ ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ ”, 2015


Έχοντας ως τα τώρα παρακολουθήσει βήμα βήμα την γραφή του Γιώργου Λίλλη, θα έλεγα εξαρχής οτι με τον “Αρλεκίνο” του πραγματοποιεί την αποφασιστική στροφή. Μέχρι πρότινος θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ποιήματα οργής, για ποιήματα σκληρά, για ποιήματα τρυφερά, για ποιήματα ερωτικά, για μια γραφή που εκρεμμούσε ανάμεσα στην γη και στον ουρανό. Τώρα όμως με την τελευταία του συλλογή ο Λίλλης αποφασίζει να γράψει έναν ύμνο ρομαντικό. Με τις ρομαντικές ιδέες που πάντα διαπερνούσαν και εξακολουθούν να διαπερνούν την Ευρωπαϊκή τέχνη. Ίσως αυτό να φαίνεται παράδοξο, διότι στην τελευταία του συλλογή, ο λόγος του είναι λιτός και άπεφθος, αλλά το αίτημα που διατρανώνεται μέσα στο κείμενο είναι σαφώς και ηρωικά ρομαντικό. Κι εδώ είναι το παιγνιώδες του τίτλου της συλλογής. Ένας αρλεκίνος, μία δηλαδή φιγούρα που κατάγεται από τους δούλους και που παίζει κωμικό ρόλο (σαν να μας εφιστά την προσοχή ο Λίλλης για το πως αντιμετωπίζεται ποια ο ποιητής στους καιρούς μας), υψώνει ρομαντική σημαία σε εποχές που, όπως ο ίδιος ο ποιητής γράφει: “ Οι δρόμοι έπαψαν να έχουν προορισμό / μοιάζουν με φίδια νεκρά. ”. Ο ποιητής ενδύεται τον αρλεκίνο, διότι έτσι γνωρίζει πως ίσως καλύτερα, πως ίσως πιο “ανώδυνα” στα μάτια των αναγνωστών, θα εκφράσει τις ιδέες του. Το ένδυμα του όμως είναι αποκριάτικο (ως εδώ να σχολιάζει τους καιρούς, ή το ευκαιριακά προσποιητό των στην τέχνη περιφερόμενων), έτσι όπως ακριβώς γράφει ο ποιητής στο τελευταίο ποίημα της συλλογής : “ Στην αποκριά αυτή / σε προσκαλώ στην ομορφία του τριαντάφυλλου... ”. Η ομορφιά, ο ουρανός, η διαφυγή, ο έρωτας, αυτά είναι τα στοιχήματα του ποιητή και με ήρεμο, διόλου άστοχο και πομπώδη, λόγο τα εκφράζει στην, μάλλον, σημαντικότερη ως τα τώρα συλλογή του.
Henri Cartier-Bresson
Νάνσυ Αγγελή , Πού είναι το σπίτι;

Είναι απόγευμα και περπατώ αργά. Βρίσκομαι στον επαρχιακό δρόμο πάνω απ’ το ποτάμι και βαδίζω κατά μήκος των χαμηλών σπιτιών που εκτείνονται σε ευθεία γραμμή ως εκεί που φτάνει το μάτι. Ο ήλιος είναι γλυκός, ο αέρας ελαφρύς, αν και δεν ξέρω να πω με σιγουριά αν είναι άνοιξη ή χειμώνας, Δευτέρα ή Τρίτη, ή μέχρι πού φτάνει πραγματικά το μάτι... Προσπερνώ τσιμεντένιες αυλές, κλειστές αυλόπορτες, πράσινα κάγκελα, μαδημένα γιασεμιά. Την προσοχή μου μονοπωλούν πράγματα άνευ σημασίας, παρατημένα εργαλεία, φύλλα στην άκρη του χωμάτινου μονοπατιού, ένα εκκρεμές, ξεχαρβαλλωμένα ελλενίτ... τίποτα αξιόλογο, ενδείξεις μόνο ανθρώπινης δραστηριότητας, η οποία αυτή τη στιγμή που περπατώ μοιάζει απολύτως απούσα. Δεν είναι η πρώτη φορά που περνώ από δω, γνωρίζω το μέρος, όχι όμως όπως λέμε σαν την παλάμη του χεριού μου. Θεωρητικά, ξέρω πού βρίσκομαι ή πού τελειώνει ο δρόμος κι έτσι συνεχίζω να περπατώ σχετικά ανέμελα, αν και η τόση ησυχία, στα όρια της εγκατάλειψης, αρχίζει σιγά σιγά να με ανησυχεί. Δεν αφήνω τον εαυτό μου να πανικοβληθεί πάντως, δεν πρόκειται παρά για έναν απλό περίπατο λέω μέσα μου. Εν μέρει το να περπατώ έτσι μοιάζει να είναι η μόνη λογική επιλογή, η μοναδική λύση. Πρέπει να φτάσω στο τέλος του δρόμου κι ύστερα θα μπορώ να δω το σπίτι από μακριά. Έτσι έχουν τα πράγματα. Αν θέλω να βρω το σπίτι, πρέπει να βρω το τέλος του δρόμου. 

   Αυτή η σκέψη, που μοιάζει με αξιώμα, ξεκαθαρίζει τα πράγματα μέσα μου και συνεχίζω όσο ο δρόμος συνεχίζει.  Προσπαθώ να μην δείχνω αγχωμένη, έχω μια περίεργη αίσθηση πως κάποιος με παρατηρεί κρυφά από κάπου κι είναι σαν να περνώ κάποιου είδους δοκιμασία της οποίας τον τελικό στόχο δεν γνωρίζω. Δεν τολμώ να βάλω τα χέρια στις τσέπες γιατί αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως υπερβολική σιγουριά, οι μηχανισμοί της τύχης που με έφεραν σ’ αυτή τη θέση είναι μάλλον ανώτεροι από μένα και θα ήταν ανώφελο να τους προκαλέσω. Το γεγονός πως ο δρόμος δεν φαίνεται να εγκυμονεί ιδιαίτερους κινδύνους, μπορεί να είναι παραπλανητικό. Τίποτα αντικειμενικά επικίνδυνο δεν υπάρχει γύρω μου, κι όμως μια αόριστη αίσθηση επικινδυνότητας πλανιέται κατά κάποιο τρόπο. Σαν να προσπαθεί κανείς να μαντέψει την άγρια ζωή που κρύβεται πίσω από την γαλήνια επιφάνεια, στον σκοτεινό βυθό μιας λίμνης. Ή σαν να παρατηρεί κάποιος ένα σουρεαλιστικό τοπίο. Κάπου υπάρχει κάποιο λάθος. Κάτι βρίσκεται σε λάθος θέση, κάτι που μοιάζει ρεαλιστικό είναι ψεύτικο. Ένα λάθος δέντρο, μια αντιστρόφως ανάλογη απόσταση, ένας φαινομενικά εύκολος γρίφος... Ή η παντελλής έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας.  
   Όση ώρα περπατώ σ’ αυτόν τον εξοχικό δρόμο που γνωρίζω και με ξενίζει ταυτόχρονα, σαν πίνακας πολύ ρεαλιστικός για να είναι αληθινός, έχω χρόνο να σκεφτώ διάφορα πράγματα. Οι σκέψεις που έρχονται στο νου μου είναι στην αρχή αθώες, αλλά σιγά σιγά μοιάζουν να περιπλέκονται, αν έχει ψύχρα ή όχι, τί έφαγα χτες, αν πλήρωσα τη δόση του γυμναστηρίου,  πού είναι το τέλος του δρόμου, θα φτάσω ποτέ, γιατί περπατώ, ποιό είναι το νόημα; Κι ύστερα, σαν τα υπαρξιακά ερωτήματα να λύνονταν μόνο μέσα από την εμπειρία, προσηλώνομαι στις πέτρες, το χώμα, το δρόμο, τα βήματα μου... 

Δεν ξέρω  πόση ώρα έχει περάσει, μα μοιάζει σαν να περπατώ αιώνες. Κάποια στιγμή φτάνω στο τέλος του δρόμου, αλλά αυτό που βλέπω από μακριά δεν είναι το σπίτι που ξέρω. Είναι ένα άλλο σπίτι, το οποίο βλέπω για πρώτη φορά στη ζωή μου και στο σημείο αυτό η αίσθηση του παράλογου που με καταδίωκε ως τώρα κορυφώνεται σαν μεγάλο ολόγιομο φεγγάρι που εμφανίζεται στο μέσο ενός γαλάζιου ουρανού. Αλλά ο ήλιος συνεχίζει να είναι γλυκός, ο αέρας ελαφρύς. Έτσι μου’ ρχεται να φωνάξω με όλη μου τη δύναμη «Πού είναι το σπίτι; Πού είναι το σπίτι;», αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν γίνεται γιατί υποτίθεται ότι αυτό είναι το σπίτι. Στέκομαι εκεί και νιώθω ένα πρωτόγνωρο φόβο να με τυλίγει όσο όλες οι αισθήσεις μου μοιάζουν να με προδίδουν. Συγκεντρώνω το βλέμμα μου στην εικόνα του ξένου σπιτιού, που είναι το δικό μου, και δεν μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου. Κάπου αλλού το δικό μου σπίτι θα μοιάζει ξένο σε κάποιον που το κοιτάζει από μακριά όπως εγώ.  
Alfred Stieglitz

ΠΟΙΗΣΗ, ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ ΜΕΣΟ-ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

της Κωνσταντίνας Κοντοπούλου
   
Τι νέο ξημερώνει για τη λογοτεχνία μετά τη σειρά τρομοκρατικών χτυπημάτων μετά την 11η Σεπτεμβρίου; Ποιός είναι ο ρόλος της στην κάθαρση και την ψυχολογία του αναγνώστη και του πολίτη που βιώνει την αλλαγή σε μια Δύση που διαρκώς απειλείται; Υπάρχει άραγε χώρος η χρόνος για λογοτεχνία κι αν ναι, υπό ποιες συνθήκες και οπτικές;
   Η ταυτότητα της εποχής αυτής ως μιας μεσοτρομοκρατικής εποχής είναι  αδιαμφισβήτητη.  Αν θεωρήσει κάνεις πως το μεταίχμιο στο χαρακτηρισμό της ως τέτοια προέκυψε με το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου και σε συνδυασμό με όσα ακολούθησαν και ακολουθούν, μπορεί κάνεις να οικειοποιηθεί την ιδέα της “μεσοτρομοκρατικής” ως επίθετο που χαρακτηρίζει την εποχή που βιώνουμε. Στη σκιά αυτού του κλίματος άνθισε κι μια νέα λογοτεχνική οπτική, εκείνη της ανάγκης για λογοτεχνία που αφορά το τραύμα της δίνης αυτής. Μπορεί κάνεις να κατανοήσει βαθύτερα το νόημα μιας τέτοιας ενεργείας καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που η λογοτεχνία έχει υπάρξει σημαντικός αρωγός κατά τη διάρκεια η μετά από κάποια πολεμική επιχείρηση η δυσάρεστο γεγονός που θα άλλαζε την πορεία της ιστορίας σε μεγάλο βαθμό και ως συνέπεια θα άλλαζε ένα μέρος της ιστορίας  όπως την ήξερε ο κόσμος πριν. Στην Ελλάδα και Κύπρο όπου περισσότερο η εσωτερική τρομοκρατία δέσποζε για δεκαετίες, η σκιά της εποχής αυτής ήρθε αργοπορημένα το 2015, σε μια εποχή που πλέον η Ευρώπη έγινε το επίκεντρο μιας επικείμενης δυσπλασίας με αβέβαιη εξέλιξη από την πλευρά της διεθνούς τρομοκρατίας.
   Η σημασία της “ίασης” ή καλυτέρα της “κάθαρσης” των μετατρομοκρατικων τραυμάτων μέσα από την ποίηση είναι μια ιδιαίτερη διαδικασία που απαιτεί πολύ προσεκτική ανάλυση εξαιτίας της διαφορετικότητας της. Η ποίηση αυτή σχετίζεται με το υπαρξιακό τραύμα σε τέτοιο βαθμό, ώστε μπορεί πια να συγκριθεί με θεωρίες τραύματος που αφορούν και την ψυχολογία. Έτσι ξημερώνει μια νέα εποχή κατά την οποία το έργο της λογοτεχνίας γίνεται πιο δύσκολο αφού πλεον στόχο έχει ακόμη και την κάθαρση από ένα νέο καθημερινό φαινόμενο. Η αβεβαιότητα και η φύση της απώλειας περιπλέκονται με την πολιτική σ' ένα παιχνίδι οράματος και τέρψης που δεν έχει ξαναβρεθεί στην ανθρωπινή ιστορία και δεν μπορεί τελικά να έχει κάποια σύγκριση με την ποίηση εποχών μεσοπολέμου, παγκοσμίων πολέμων και μεταπολεμικών εμπειριών. Γι αυτό και σε πολλά βιβλία θεωρητικών στην παγκόσμια λογοτεχνία το τραύμα αυτό έχει ονομαστεί ιστορικό, ένα γεγονός που αδιαμφισβήτητα πιστοποιείται από την ιδία την ιστορική πραγματικότητα στη σύγχρονη της εκδοχή. Ο Baudrillard το τοποθετεί στο αρχείο της προσωπικής του θεωρητικής προσέγγισης ως ένα συμβολικό γεγονός το όποιο άλλαξε την πορεία της Ιστορίας όπως μέχρι τότε την ξέραμε. Μπορεί όμως η λογοτεχνία σ' έναν κόσμο όπου τα τραύματα πολλαπλασιάζονται να γίνει αρωγός στο να καταπραΰνει τους διαρκείς φόβους ενός απλού ανθρώπου καθώς περπατά στο δρόμο μιας πλέον ακόμη και Ευρωπαϊκής πόλης; Μπορεί τελικά να πιστοποιήσει πως η δύναμη της ποίησης αφορά “ ενθύμια φρίκης” (  Καρούζος 1979)   Τι όμως κάνει τον πόνο τόσο διάχυτο πλεον ακόμη και σε όσους δε βιώνουν τα γεγονότα στην “απόσταση βολής” τους ; Τα γεγονότα μαθαίνονται και το ότι μαθαίνονται τόσο γρήγορα είναι ζήτημα εικόνας.Η εικόνα μεταφέρει μαζί με την εμφάνιση των δεδομένων και των περιστατικών, το αίσθημα και την ατμόσφαιρα του γεγονότος που προβάλλεται. Κουβαλά όλες εκείνες τις ιστορίες των ανθρώπων που ποτέ δε γνωρίσαμε και αποτελούν ένα κομμάτι της Ιστορίας. Αυτό δρα οντολογικά ως έναυσμα για ένα είδος παγκοσμιοποιημενης ταύτισης με τον πόνο των άλλων ενώ ταυτόχρονα θέτει γεγονότα και καταστάσεις ως γενικές σταθερές παγιώνοντας τον κίνδυνο που αφορά όλα τα κράτη, όλα τα ταξίδια και όλα τα μέσα μεταφοράς. “Απ' όλες αυτές τις ανατροπές, κρατάμε προ πάντων την όψη των εικόνων. Πρέπει να κρατήσουμε το δέος που προκαλούν αυτές οι εικόνες και την σαγήνη τους, γιατί αυτές αποτελούν, είτε το θέλουμε είτε όχι, την πρωταρχική σκηνή μας. Τα γεγονότα της Νέας Υόρκης, έχοντας ταυτόχρονα εξωθήσει στα άκρα την παγκόσμια κατάσταση πραγμάτων, εξώθησαν στα άκρα και την σχέση της εικόνας με την πραγματικότητα.” ( Baudrillard, Το Πνεύμα της Τρομοκρατίας, 2002). Η φύση λοιπόν της εικόνας δρα καθοριστικά στον τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας μας.
   Ταυτόχρονα το γεγονός ότι καθένας θα μπορούσε να είναι θύμα η μάρτυρας πανομοιότυπων γεγονότων επιτείνει την παγκόσμια μελαγχολία θέτοντας την ως ένα όπως θα χαρακτήριζα “σύμπτωμα της ψυχοπαθολογίας της εποχής” που οριστικοποιείται από τη ροη της εικόνας. Μάλιστα η επιρροή της εικόνας ακόμα και πριν την εξάπλωση του φαινόμενου στην Ευρώπη είχε επηρεάσει και ευρωπαίους ποιητές όπως  η μεγάλη ποιήτρια πολωνικής καταγωγής  Wislawa Szymborskaπου επιχείρησε στο ποίημά της "Φωτογραφία από την 11η Σεπτεμβρίου" που γράφτηκε το 2005, να γράψει για την εικόνα της μέρας που άλλαξε τον κόσμο.   Παραθέτω ένα απόσπασμα του ποιήματος

“They jumped from the burning floors—
one, two, a few more,
higher, lower.

The photograph halted them in life,
and now keeps them  
above the earth toward the earth.

Each is still complete,
with a particular face
and blood well hidden.”
 
Ο βραβευμένος με Pulitzer Galway Kinnell με στόχο την κάθαρση μέσω απεικόνισης στο ποίημά του «Όταν οι Πύργοι Έπεσαν," (που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Α Yorker, τον Σεπτέμβριο του '02) περιγράφει μέσω λογοτεχνικών μεταφορών, έντονες εικόνες που παραπέμπουν σ' ένα κλίμα απελπισίας και μυστικισμού που θυμίζει ταινίες τρόμου. Από το πρωτότυπο κείμενο, το χαρακτηριστικό αυτό απόσπασμα δίνει μια αίσθηση του ποιήματος

 “Some with torn clothing, some bloodied
some limping at top speed like children
in a three-legged race, some half dragged,
some intact in neat suits and dresses,
they swarm, in silence, up the avenues,
many dusted to a ghostly whiteness,
with eyes rubbed red as the eyes of a Zahoris,
who can see the dead under the ground.”

Οι περιγραφές είναι αρκετά δυνατές με έντονες εικόνες που ακόμα κι αν δεν τις βίωσε κάνεις, μπορεί να τις οραματιστεί. Οι οντολογικοί συλλογισμοί ωστόσο βγαίνουν στο προσκήνιο με μερικούς ποιητές που επικαλούνται τη μοίρα όπως ο Ιρλανδός Seamus Heaney ο όποιος προσαρμόζοντας ένα από τα ποιήματα του Οράτιου, συνδέει τον τρόπο που η μοίρα αυθυπαραβάλλεται ανάμεσα στις εποχές μετατρέποντας την Ιστορία σ' ένα φαύλο κύκλο γεμάτο αθώα θύματα. Το ποίημα με τον τίτλο “ Το καθετί μπορεί να συμβεί” (Anything can happen)  θέτει λοιπόν ως δεδομένο ότι ακόμη και κάτω από έναν καταγάλανο ουρανό, όλα μπορούν να συμβούν. Ο τρόπος γραφής είναι αποσπασματικός και απλός χωρίς όμως να χάνει σε ρυθμό. Η απουσία ρημάτων τονίζει την απελπισία του ποιητή καθώς η στροφή περιέχει προτάσεις που στέκονται σαν “εκπνοές” στο λόγο.

“Across a clear blue sky. It shook the earth
And the clogged underearth, the River Styx,
The winding streams, the Atlantic shore itself.
Anything can happen, the tallest towers”

Ο Ατλαντικός στέκει σαν σύμβολο προστασίας του Αμερικανικού ονείρου το όποιο όμως απειλείται. Ο τίτλος του ποιήματος το όποιο είναι ένα ιδιαίτερο είδος μετάφρασης-προσαρμογής και περιλαμβάνει μελέτη της κλασικής φιλολογίας του Οράτιου είναι ένα ποίημα που μέσα στη διαχρονικότητα του, σήμερα δεκαπέντε χρόνια μετά από την έναρξη μιας νέας εποχής για τη Δύση, δρα σαν παραοικονομία των γεγονότων που  βιώνουμε σήμερα.
   Το ερώτημα ωστόσο παραμένει. Υπάρχει κάθαρση στη μεσοτρομοκρατική εποχή μέσω της ποίησης; Είναι ικανή μια μορφή τέχνης τελικά να σκορπίσει μακριά το φόβο ενός πολίτη που περπατά αμέριμνος ; Το ερώτημα είναι αρκετά δύσκολο να απαντηθεί δεδομένων των σημερινών συνθηκών. Το σίγουρο όμως είναι ότι η λογοτεχνία αποκτά ένα νέο παγκόσμιο σκοπό, εκείνον της μετά-τρομοκρατικής κάθαρσης και επανακτά τον οντολογικό της ρόλο με μια νέα μορφή υπαρξισμού.
 
---

Καρούζος Νίκος , “Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος” από την ποιητική συλλογή «Δυνατότητες και χρήση της ομιλίας» , 1979

Baudrillard, Jean, “Το πνεύμα της τρομοκρατίας”, Le Monde, 2001 σε μετάφραση Πάρη Μπουρλάκη, Εκδόσεις Κριτική, 2002, 38.

Szymborska Wislawa http://www.poetryfoundationorg/poem/178603
Heaney Seamus, https://www.poets.org/poetsorg/poem/anything-can-happen
Galway Kinnell, http://www.newyorker.com/magazine/2002/09/16/when-the-towers-fell
 
---
 
Βιογραφικό

Η Κωνσταντίνα Κοντοπούλου είναι γεννημένη το 1987 και είναι φοιτήτρια  και υποψήφια διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολής. Διδάσκει ως βοηθητικό προσωπικό σε τμήμα της σχολής της ενώ έχει διδάξει στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση και έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές σε Ψυχολογία και Αγγλική Φιλολογία. Ποιήματα και κείμενα της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά.
 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA