πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Στο Άκη Παραφέλα και την "παρασημαντική" (Εκδόσεις Θράκαα, 2018) το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση, του περιοδικού "ο αναγνώστης".
H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για την "Ηλεκτρογραφία" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Ζ. Δ. Αϊναλή στο "Στίγμα Λόγου".
πολύτιμος υποστηρικτής του Ulysses Shelter
Η Μάνια Μεζίτη γράφει για τη "Διώρυγα μεταφύ νεφών" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου.
«Μόνη μου ευχή είναι να δω
Το Μακρινό Άρντεν ξανά»
My only wish is to see
Far Arden again

Jim Morrison




ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΑΡΝΤΕΝ, FAR ARDEN

Εκείνη τη χρονιά
Είχαμε μια έντονη επίσκεψη
ενέργειας

ΣΗΜΑΤΑ

Όσο το σκοτάδι της νύχτας του ασυρμάτου κρατούσε
και είχε τον έλεγχο, και κλυδωνιζόμασταν στον ιστό του
παραλυμένοι από ρεύμα στατικό, και θωπευμένοι από φόβο
σερνόμασταν για πολύ καιρό απ΄ τον πάτο
από έναν ύπνο βαθύ, και αφυπνιστήκαμε
στο λυκόφως από ανήσυχους φύλακες-κηπουρούς
και οδηγηθήκαμε με τη βία μέσα απ’ τη μουσκεμένη
ζούγκλα στη σαύρα κορυφή, που βλέπει από ψηλά
Τη θάλασσα…

*

Μια απέραντη λαμπερή ακτή και ένα δροσερό
κόσμημα φεγγάρι. Ζευγάρια γυμνά
κατεβαίνουν την ήσυχη πλευρά του με τρεχαλητά και
εμείς γελάμε σαν τρυφερά τρελά παιδιά,
μακάριοι μέσα στη ζεστασιά του βαμβακερού μυαλού
ενός βρέφους.

Μουσική και φωνές γύρω μας παντού.

Επίλεξε, Ψιθυρίζουν
Οι αρχαίοι εκείνοι,
Η ώρα έφτασε και πάλι
Επίλεξε τώρα, Ψιθυρίζουν
Κάτω απ΄ τη σελήνη
Πλάι σε μια αρχαία λίμνη

Είσελθε πάλι μέσα στο γλυκό δάσος
Είσελθε μέσα στο καυτό όνειρο, έλα μαζί μας.
Τα πάντα είναι σπασμένα
και χορεύουν

(Επί του Όρους Μουσική
Βιολιά)


**

Πάγωμα του χρόνου σε μια λίμνη
Ένα Μαχαίρι έχει κλαπεί
Ο θάνατος του φιδιού

Αναγνωρίζω την ανέφικτη θάλασσα
όταν τα σκυλιά γαβγίζουν

Είμαι ένα του θανάτου πουλί
ένα Πονηρό νυχτοπούλι


***

Γιατί το μυαλό μου γυρίζει όλο γύρω από εσένα
Γιατί οι πλανήτες αναρωτιούνται πώς
Θα ήταν να είσαι εσύ
Όλες οι όμορφες τρελές υποσχέσεις σου ήταν λόγια
Πουλιά, ατέρμονα σε πτήση
Ο σκύλος σου είναι ακόμα χαμένος στα παγωμένα δάση
αν όχι θα έτρεχε πίσω σε εσένα
Μα πώς να τρέξει σε εσένα
Με πνευμόνια άρρωστα που στάζουν αίμα στο χιόνι
Ακόμα οσμίζεται πύλες και αναζητά
Σε ξένους τη μυρωδιά σου
την οποία θυμάται πολύ καλά

Υπάρχει μια σελήνη στο παράθυρό σου;
Είναι η τρέλα που γελά;
Μπορείς ακόμα να τρέξεις κάτω στην ακτή
σε κρεβάτι στρωμένο με πέτρες δίχως αυτόν;




Χειμερινή Φωτογράφιση
η αγάπη μας κινδυνεύει
Χειμερινή Φωτογράφιση
η αγάπη μας κινδυνεύει
Όλη νύχτα ξαγρυπνώ, μιλάω καπνίζω
Μετρώ τους νεκρούς και το ξημέρωμα περιμένω
(Θα ‘ρθουν ξανά ονόματα και πρόσωπα ζεστά
Τελειώνει το ασημένιο δάσος ποτέ;)


****

Ήταν μόνο ένας άνδρας και
η αφοσίωσή του έφτανε μέχρι τον ύστατο
βαθμό. Καημένε που παριστάνεις τον στρατιώτη,
γύρισε σπίτι. Η σκοτεινή στο Λος Άντζελες
βραδιά θολώνει με υγρασία την Εκκλησία
που πηγαίναμε και μου λείπει
το αγόρι μου. Τι ανοησία το χακί –
Τι είναι κι αυτό με το χρώμα το χακί; Όταν
βλέπω τηλεόραση και κοιτάζω
τα ελικόπτερα να περιφέρουν την
βίαιη και υποβλητική τους παρουσία
πάνω απ’ τα πεδία και τους κωμικούς τοίχους
μπορώ μόνο να χαμογελώ και να φτιάχνω φαγητό
κι ο νους μου πάει σε εκείνο το παιδί που
μια μέρα δικό του θα σε κάνει.

Τελειώνοντας, αγαπούλα, άσε
με να στο ξαναπώ: το σπίτι σου είναι ακόμα
εδώ, απαραβίαστο και σίγουρο
και χαμογελώ πλατιά κάθε που στο
υπενθυμίζω. Κι αυτό στο αφιερώνω στην
επέτειο της πρώτης μας
νύχτας μαζί. Το ξέρω ότι με αγαπάς
που μιλώ έτσι. Ελπίζω
κανένας να μη δει το μήνυμα αυτό
γραμμένο στη γαλήνη της μοναξιάς
ένα μακρινό χαλαρό απόγευμα καλοκαιριού
Με όλη μου την αγάπη




Ο Τζιμ Μόρισον (Jim Morrison, πλήρες όνομα James Douglas Morrison) γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου το 1943 στην Μελβούρνη, Φλόριδα και πέθανε στις 3 Ιουλίου το 1971 στο Παρίσι, Γαλλία, 27 χρονών. Τραγουδιστής και μέλος του αμερικάνικου συγκροτήματος «The Doors» γράφει από μικρό παιδί. Μέχρι το καλοκαίρι του 1971 είχε γράψει πάνω από 1600 σελίδες με ποιήματα, αφορισμούς, στίχους τραγουδιών, συλλογισμούς, ιστορίες, ή σχέδια για θεατρικά έργα, και σενάρια για ταινίες. Συχνά έγραφε σε πρόχειρα τετράδια τα ποιήματά του, σε πληθώρα παραλλαγών και συνδυασμών σε διάφορες συλλογές, άλλα με τίτλους και άλλα άτιτλα, και καμιά φορά τύπωνε μια συλλογή σε λίγα αντίτυπα που τα μοίραζε σε φίλους του.
Τύπωσε ο ίδιος το 1969 δύο ολιγοσέλιδα βιβλία που τα αφιέρωνε στην σύντροφό του Πάμελα Σούζαν Κούρσον (Pamela Courson) με τίτλο «Οι Κύριοι / Σημειώσεις για την Όραση» («The Lords / Notes on Vision») και «Τα Νέα Πλάσματα» («The New Creatures»).
Την επόμενη χρονιά εκδόθηκαν σε έναν τόμο. Αυτά ήταν τα μόνα ποιήματά του που εκδόθηκαν όσο ζούσε, αφού τα «Μία Αμερικανική Προσευχή» («An American Prayer»), «Ερημιά» («Wilderness»), και «Η Αμερικανική Νύχτα» («The American Night») εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο Μόρισον έχει δύο φορές ηχογραφηθεί να απαγγέλλει ποιήματά του, την μία φορά τον Μάρτιο του 1969 στο Λος Άντζελες και την άλλη στα 27α γενέθλιά του, στις 8 Δεκεμβρίου 1970 (πρόκειται για τα «Lost Paris Tapes»). Αρκετά από τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.
Μετά το θάνατό του, τo 1989 συγκεντρώνονται τα χαμένα χειρόγραφά του, αποτυπώνονται πιστά και εκδίδονται σε έναν τόμο «The Lost Writings of Jim Morrison, Wilderness», Volume 1, Vintage Books, Random House, New York, December 1989. Το 1991 εκδίδεται και δεύτερος τόμος «The American Night: The Writings of Jim Morrison», Volume II (Vintage Books, 1990). Και οι δυο τόμοι με την επιμέλεια των Columbus B. Courson, Pearl Marie Courson, Frank Lisciandro, Katherine Lisciandro.
Τα περιεχόμενα του πρώτου τόμου «Wilderness», 1989, είναι: Prologue: Self-Interview/Poems 1966-1971/Ode to LA while thinking of Brian Jones, Deceased/ Far Arden / Jamaica / Dry Water / The Village Tapes- Poems Recorded December 7, 1970 / As I look Back / Afterword ( σύνολο 212 σελίδες)
Η συλλογή –ενότητα με τίτλο «Far Arden» καλύπτει 14 σελίδες. Εδώ αποδίδονται στα ελληνικά η πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, έβδομη, και η τελευταία (δέκατη τέταρτη) σελίδα της συλλογής Far Arden (pages 135,136,138,141,148 από τον αμερικάνικο τόμο όπως βρίσκεται σκαναρισμένος στο διαδίκτυο).

Στο τέλος του προλόγου του στη συλλογή «Wilderness», Πρόλογος : Συνέντευξη εις εαυτόν, (Prologue: Self Interview) ο Μόρισον γράφει:
«Άκου, η πραγματική ποίηση δε λέει κάτι, απλά γεννά τις πιθανότητες. Ανοίγει όλες τις πόρτες. Μπορείς να περάσεις από όποια σου ταιριάζει.
… και γι’ αυτό η ποίηση μού αρέσει τόσο πολύ - γιατί είναι τόσο αιώνια. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, μπορούν να θυμούνται λέξεις και συνδυασμούς λέξεων. Τίποτα άλλο δε θα γλυτώσει από ένα ολοκαύτωμα παρά η ποίηση και τα τραγούδια. Κανένας δεν μπορεί να θυμάται ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Κανένας δεν μπορεί να περιγράψει μια ταινία, ένα γλυπτό, έναν πίνακα, όμως όσο υπάρχουν ανθρώπινα όντα, τα τραγούδια και η ποίηση θα συνεχίζουν.
Αν η ποίησή μου στοχεύει να καταφέρει κάτι, είναι να βγάλει τους ανθρώπους από τους περιορισμένους τρόπους με τους οποίους βλέπουν και αισθάνονται.
Τζιμ Μόρισον
Λος Άντζελες, 1969-71»

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Prologue: Self Interview
[…] Listen, real poetry doesn't say anything, it just ticks off the possibilities. Opens all doors. You can walk through any one that suits you .
... and that's why poetry appeals to me so much - because it's so eternal. As long as there are people, they can remember words and combinations of words. Nothing else can survive a holocaust but poetry and songs. No one can remember an entire novel. No one can describe a film, a piece of sculpture, a painting, but so long as there are human beings, songs and poetry can continue.
If my poetry aims to achieve anything, it's to deliver people from the limited ways in which they see and feel.
Jim Morrison
Los Angeles, 1969-71

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------
FAR ARDEN


In that year
We had an intense visitation
of energy

SIGNALS

When radio dark night existed
& assumed control, & we rocked in its web
consumed by static, & stroked w/fear
we were drawn down long from
a deep sleep, & awaken’d
at dayfall by worried guardeners
& made to be led thru dew wet
jungle to the swift summit, o’er looking
The sea…


(page 135)

*

A vast radiant beach & a cool
jewelled moon. Couples naked
race down by its quiet side &
we laugh like soft mad children,
smug in the wooly cotton brains
of infancy.

The music & voices are all around us.

Choose, They croon
The ancient ones
The time has come again
Choose now, They croon
Beneath the moon
Beside an ancient lake

Enter again the sweet forest
Enter the hot dream, come w/us.
Everything is broken up
& dances

(Mt Music
Violin)


(page 136)

**

Frozen moment by a lake
A Knife has been stolen
The death of the snake

I know the impossible sea
when the dogs bark
I am a death bird
Naughty night bird

(page 138)

* * *

Why does my mind circle around you
Why do planets wonder what it
Would be like to be you

All your soft wild promises were words
Birds, endlessly in flight

Your dog is still lost in the frozen woods
or he would run to you
How can he run to you
Lunging w/blooded sickness on the snow
He’s still sniffing gates & searching
Strangers for your smell
which he remembers very well

Is there a moon in your window
Is madness laughing
Can you still run down beach
rocks bed below w/out him?


Winter Photography
our love’s in jeopardy
Winter Photography
our love’s in jeopardy
Sit up all night, talking smoking
Count the dead & wait for morning
(Will warm names & faces come again
Does the silver forest end?)


(page 141)

****

He was only a man & his
dedication extended to the last
degree. Poor pretentious soldier,
come home. The dark Los Angeles
evening is steaming the Church
that we attended & I miss
my boy. Stupid in green –
What the color green? When
I watch the T.V. & I see
helicopters swirling their
brutal & bountiful sensation
over the fields & the comic walls
I can only smile & fix a meal
& think about the child who
will one day own you.

In conclusion, darling, let
me repeat: your home is still
here, inviolate & certain
and I open the wide smile of
my remembrance. This to you
on the anniversary of our first
night. I know you love me
to talk this way. I hope
no one sees this message
written in the calm lonely
far out languid summer afternoon
W/ my total love

(page 148)




Ακάθιστος Ύμνος

Ο Θεός θολός μέσα στο θάλαμο του
σημάδευε το φως με τη σφεντόνα
μετρούσε με τις παλάμες του την απόσταση
από το κομοδίνο μέχρι το κρεβάτι
και από το ορεκτικό μέχρι το κυρίως πιάτο
από τη συννεφιά των συνδαιτυμόνων
μέχρι τη χαρά των συντρόφων
έφτιαχνε λεκέδες στο τραπεζομάντηλο
καθώς δοκίμαζε να εκσφενδονίσει τη σούπα
στη χοάνη του στόματος Του
βρίσκοντας χάρτες στο τραπεζομάντηλο

και οι λεκέδες μίκραιναν τις αποστάσεις των πιάτων
και οι αποστάσεις των πιάτων Του θύμιζαν την παλάμη Του
και η παλάμη Του δεν έφτανε το κρασί
ούτε με τη σφεντόνα
και το έχυνε
για να ταράξει τις θάλασσες
και στα πεσμένα ψίχουλα
σχημάτιζε το Υιό Του

πάνω στο γραφείο
δίπλα στη φωτογραφία


Ο νόμος της βαρύτητας

Μόλις ίδια πρόσωπα
φυτρώσουν σε διαφορετικά μοτίβα
ονείρων
εντοπίζεται στο χάρτη
το σημείο υπέρβασης της βαρύτητας

ακόμα κι αν εν μέσω
φθινοπώρου
τα φύλλα έχουν βαλθεί
να χωρέσουν όλα
στην περίμετρο του δέντρου
πιάνοντας κάθε φορά
ξεχωριστό στασίδι

γιατί οι αγαπημένοι δεν γνωρίζουν
την πτώση μέσα από το βάρος
αλλά μέσα από άδειασμα
της κάνουλας της μέρας
στις αποστάσεις
από το κρεβάτι
όπου το φως απλώνει
την αρίδα του



Πλήθη
 
Καθένας εμπορεύεται ένα μύθο.
Προσφέρονται! Υπάρχει ζήτηση.
Όμως εσύ δεν έχεις να πουλήσεις.
Βλέπεις, σου λείπει εκείνη η μαεστρία...
Όσο κι αν θέλουν να εξαπατηθούν εναγωνίως,
Εσύ αδίκως ήρθες στο παζάρι.



Πρόμαχοι
 
Σκληρή, μα έτσι σκυταλοδρομεί
η Ιστορία.
Φθίνουν οι ήχοι των αποχαιρετισμών.
Κάτω απ' τα τσίνορα
πλέει ανονείρευτα
το τσούρμο των ανοίκειων νεκρών.



Έγινα εν τέλει
 
Έγινα εν τέλει μηρυκαστικό
Αναμασώ τα ίδια και τα ίδια
Από τα πόδια φτάνουν στο λαιμό
Και σε θανάσιμο εναγκαλισμό
Με ζώνουν γύρω οι στίχοι μου σα φίδια.


A Bibliography of the King’s Book, or Eikon Basilike' (1989)

 Σταμάτης Γκαβέτας
Η ΚΛΟΠΗ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ

Βρισκόμουν στην κρεβατοκάμαρα, όταν άκουσα κάτι να σπάει από το σαλόνι. Τρέχω και τι να δω; Μια πέτρα είχε σπάσει το τζάμι. Κοιτάω μέσα από την καινούργια ιδιότητα του παραθύρου μου και τον είδα… Αυτή τη φορά θα σε πιάσω τσιπιρίκο σκέφτηκα, φόρεσα τα μποτίνια μου κι άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες…
Βλέπω έναν ηλικιωμένο που, ομολογουμένως, έμοιαζε πολύ με τον παππού μου, που έχει κερδίσει με το σπαθί του την θέση για τον Αϊ-Γιάννη εδώ και χρόνια. Στην αγκαλιά του κρατάει ένα μωρό και όσο εγώ κατεβαίνω τα σκαλιά αυτός ανεβαίνει μετρώντας τα φωναχτά, μαζί και το μωρό… Τον βλέπω, φθάνει στην πόρτα μου και το μωρό είναι σε ηλικία όσα και τα σκαλιά που μέτρησαν, δηλαδή παιδί… Αν θέλουν κάτι είναι η σύντροφός μου μέσα.
Με το που ανοίγω την αυλόπορτα κομπάρσοι πετάγονται από το πουθενά, λες και το έσκασαν από κάποιο θίασο, μ’ ένα σωρό κλωστές στα μέλη τους, μερικοί μπερδεύονται σ’ αυτές και πέφτουν κάτω… Περίεργα πράματα συμβαίνουν σήμερα είπα – τι άλλο μπορούσα να πω. Κατεβαίνω από το φρούριο του Καράμπαμπα,  που όταν το κοιτάς από κάτω φαντάζει χαρτονένιο – μπορεί να είναι κιόλας, ξέρω κι εγώ; Σα να είδα την κοψιά του να στρίβει προς τα τρένα… Χωρίς να είμαι σίγουρος κίνησα κατά εκεί, έτσι κι αλλιώς η ζωή είναι μια τύχη, από ποια γωνία θα φανεί ποτέ δεν ξέρεις…  che la vie λοιπόν!
 Μπαίνω στο σταθμό, ο πίνακας δρομολογίων έλειπε και το τρένο περίμενε το σφύριγμα, μια ανάσα για να φύγει ή και μία πριν να φύγει… Ο σταθμάρχης έψαχνε να βρει τη σφυρίχτρα του, ώσπου φάντης μπαστούνης από το πουθενά εμφανίζεται ο μικρός σκαλιστρούπης κρατώντας την μαζί με τον πίνακα δρομολογίων. Κερατάααααα, φωνάζει ο χοντρός σταθμάρχης χτυπώντας το καπέλο του κάτω και ξεκινάει το κυνηγητό. Το θεώρησα άδικο από μέρους μου δυο μεγάλοι να κυνηγάν έναν μικρό κι έτσι παραιτήθηκα από την προσπάθειά μου να τον πιάσω – έτσι κι αλλιώς είχε αρκετούς μπελάδες…
Κίνησα προς τη γέφυρα, η παραλία μετατράπηκε σε μια απέραντη σκακιέρα. Το ρολόι μου, που τόσο καιρό έσπαζαν τα γρανάζια του τικ-τακ βοηθώντας το χρόνο να δραπετεύσει, σταμάτησαν χωρίς λόγο. Αυτή η κυκλοθυμία του ρολογιού μου πάντα με απασχολούσε αλλά δεν είναι του παρόντος. Πόσες κωφάλαλες στιγμές χωράνε αυτή την ώρα; Προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ τον χρόνο μα μοιάζει αδύνατο… 
Ο ήχος από τα πέταλα ενός αλόγου έριξε την κορώνα της σιωπής. Ένας έφιππος αξιωματικός περνά και με χαιρετάει στρατιωτικά. Ανταποδίδω το χαιρετισμό και τον ρωτάω ποιος είναι και πού πάει. – «Μαρδοχαίος Φριζής Αξιωματικός του ελληνικού στρατού και οδεύω προς το μέτωπο». Ο τρόπος που μου το είπε ήταν απόλυτος δε σήκωνε αμφισβήτηση αλλά ποιο μέτωπο; Αυτό στην Αλβανία; Γιατί άλλο δεν ξέρω… Ένας άλλος ήχος, αυτή τη φορά από κάποιο πνευστό, μου τράβηξε την προσοχή. Ερχόταν από το σημείο της παραλίας που λέγεται Στρογγυλό.
Πλησιάζω βλέποντας μια μπάντα να προβάρει εμβατήρια. Όλοι οι μουσικοί της φοράνε μάσκες λευκές και δε μπορώ να δω τα πρόσωπά τους. Ο διευθυντής ορχήστρας κοντός πολύ, με την πλάτη γυρισμένη σ’ εμένα χτυπάει το ραβδάκι στο αναλόγιό του και τους καλεί να παίξουν μουσική. Αποφασίζω να τον διακόψω και ρωτάω: – «Με συγχωρείται κύριε πού βρίσκομαι;» Τότε αυτός γυρίζει στερεώνει καλά το μονόκλ στο ένα του μάτι με κόβει από πάνω ως κάτω και με ρωτάει: – «Πώς βρέθηκες εδώ»; Του απάντησα πως δεν ξέρω και αυτός μου είπε: – «Είσαι πίσω από το σχήμα θα κοίταξες μέσα από κάποιο σπασμένο τζάμι προφανώς…». Έτσι ήταν, ο κοντός διευθυντής ορχήστρας είχε δίκιο. – «Εσείς ποιος είστε»; – «Δε με γνωρίζεις; Εσύ με είπες μια φορά Μέγα Εκτελωνιστή μα εγώ σου λέω» εκείνη τη στιγμή βάζει το χέρι του μέσα από το σακάκι παίρνει μια λοξή ματιά στον ουρανό γεμάτη στόμφο σαν άλλος Ναπολέων Βοναπάρτης και μου λέει «πως είμαι ο Μαιτρ του Φάλτσου». Τα  αποκαλυπτήρια είχανε γίνει. Όλοι οι μουσικοί πέταξαν τις μάσκες που φορούσαν και με –ω τι;–  έκπληξη διαπίστωσα πως όλοι είχανε το πρόσωπο του διευθυντή ορχήστρας… Με μια κίνηση του χεριού του τους δείχνει και μου λέει: – «Από εδώ οι Εαυτούληδες»! Τι να πω ότι χάρηκα για τη γνωριμία; Απέμεινα για άλλη μια φορά χαύνος. Πιο πέρα υπήρχε ένα κιάλι χρυσό από αυτά που είχανε οι ναυτικοί παλιά, θέλησα να κοιτάξω απέναντι την Κάνηθο. Δυο παλιάτσοι σ’ ένα σπίτι φτιάχνανε το πρόσωπο κάποιου, αλλού η μύτη, αλλού το στόμα, αλλού τα μάτια, στο τέλος το πετύχανε… Μετά κοίταξα προς τι γέφυρα και είδα γόνδολες να φορτώνουν κάτι ανθρώπους περίεργα ντυμένους. – «Τι κάνουν εκεί;» ρώτησα. – «Δεν είναι για σένα» μου αποκρίθηκε.
Μα καλά τι είδους κιάλι είναι αυτό αναρωτήθηκα, αλλά δεν ρώτησα γιατί δεν ήθελα άλλες περίεργες απαντήσεις μου έφταναν αυτές που είχα… Από μακριά διέκρινα ένα ξυλοπόδαρο με κάτασπρη φάτσα, κωνικό καπέλο και μαύρη κάπα να κατευθύνεται με τεράστια απειλητικά βήματα προς το μέρος μου. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε ο Μαιτρ του Φάλτσου με προειδοποίησε πως είναι ώρα να φύγω. – «Κοίτα το πουλάκι», είπε, δείχνοντάς μου μια φωτογραφική μηχανή από αυτές τις παλιές με το τρίποδο που ο φωτογράφος μπαίνει κάτω από ένα σεντόνι. Άκουσα το κλακ του κλείστρου και μια λάμψη δυνατή –φλας–  με τύφλωσε για μερικά δεύτερα.
 Όταν κατάφερα και πάλι να δω κανονικά, δεν υπήρχε τίποτα απολύτως μπροστά μου από αυτά που είχα ζήσει. Πήρα το δρόμο της επιστροφής που δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτόν που είχα περάσει πριν από λίγη ώρα. Ανεβαίνω τις σκάλες ψάχνω για τα κλειδιά, μα στη βιασύνη μου επάνω δεν πρέπει να τα είχα πάρει. Ανοίγει ο τσιπιρίκος που κυνηγούσα το πρωί –μπα– ντυμένος τα καλά του κυριακάτικα ρούχα, παπούτσια γυαλισμένα, σένιος στην πένα. – «Άντε μπαμπά, πού είσαι ,θα σχολάσει η εκκλησία, πάλι άργησες…».
Η ταινία βασισμένη στο ανέκδοτο σενάριο αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Ιούλιο του 2018

Ένα ανέκδοτο σενάριο του διάσημου σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν θα γυριστεί ταινία και αναμένεται να βγει στις οθόνες τον Ιούλιο του 2018, με αφορμή τα 100 χρόνια από την γέννησή του (14 Ιουλίου 1918).

Τα «Εξήντα τέσσερα λεπτά με την Ρεβέκκα» είναι η ιστορία μίας καθηγήτριας κωφάλαλων παιδιών η οποία πηγαίνει τα βράδια σε κλαμπ ανταλλαγής συντρόφων, ψάχνοντας να βρει κάποιον για άγριες σεξουαλικές επαφές.

Γυρίζουμε πίσω στον απόηχο της γαλλικής επανάστασης, το 1968. Τότε ο σουηδός σκηνοθέτης είχε συλλάβει το πορτρέτο μίας γυναίκας έτοιμης για καινούργιες εμπειρίες, απελευθερωμένη, ακραία. Ο Μπέργκμαν σχεδίαζε με το σενάριο αυτό να κάνει μία συλλογική ταινία με την συμμετοχή των Φελίνι και Κουροσάβα!!!... δυστυχώς τα σχέδια αυτά έμειναν στο συρτάρι για δεκάδες χρόνια. Ευτυχώς όμως, ποτέ δεν είναι αργά. Το ίδρυμα Μπέργκμαν που έχει τα δικαιώματα όλων των σεναρίων του διάσημου σκηνοθέτη-σεναριογράφου το ανακάλυψε και βρήκε τελικά!

«Σε όλες τις ταινίες του Μπέργκμαν οι γυναίκες είναι δυνατές, χειραφετημένες, εδώ όμως σε αυτό το σενάριο πάει ακόμα πιο μακριά», λέει η γνωστή σουηδέζα σκηνοθέτης Σουζάν Όστεν, η οποία θα μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το σενάριο του διάσημου συμπατριώτη της.

Η ανακάλυψη αυτού του σεναρίου μπορεί να συγκριθεί με εκείνη «ενός ανέκδοτου χειρόγραφου του Χεμινγουέι, ή ενός άγνωστου πίνακα του Πικάσσο», λέει ο διευθυντής του ιδρύματος Μπέργκμαν, Γιαν Χόλμπεργκ. «Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 ο Μπέργκμαν ήταν στην κορυφή της καριέρας του, δεν υπάρχει κανένα άλλο ανέκδοτο έργο του εκείνης της περιόδου, πρόκειται για κάτι εντελώς καινούργιο», προσθέτει.

Την χαρά όμως της ανακάλυψης του ανέκδοτου σεναρίου διαδέχθηκε η απορία όλων των θαυμαστών του μετρ του παγκόσμιου κινηματογράφου, όταν ανακοινώθηκε το όνομα του σκηνοθέτη. Πρόκειται για την Σουζάν Όστεν, δηλωμένη εχθρός του Μπέργκμαν η οποία για χρόνια τον κατηγορούσε ότι χρησιμοποιούσε την εξουσία του για να κλείνει τον δρόμο σε άλλους καλλιτέχνες.

Ωστόσο, η 72χρονη καλλιτέχνης, συγγραφέας πολλών θεατρικών έργων και ταινιών, στις οποίες αντανακλάται ο θαυμασμός της για τις χειραφετημένες γυναίκες, παθιάστηκε με το ανέκδοτο σενάριο λέγοντας μάλιστα ότι σε αυτό ο Μπέργκμαν αποδεικνύεται αυτό ακριβώς που ήταν, ένας πραγματικός φεμινιστής.

Η είδηση ότι θα γυρισθεί αυτή η ταινία έχει δημιουργήσει ήδη αναστάτωση σε όλους τους σινεφίλ ανά τον κόσμο, και όχι μόνο στους θαυμαστές και των δύο καλλιτεχνών. Φυσικό άλλωστε, η Όστεν παρότι κρατάει κρυφά τα χαρτιά της για τις λεπτομέρειες της ταινίας, αφήνει να εννοηθεί ότι θα προκαλέσει σοκ, χωρίς φυσικά να χρειάζεται να ζητήσει την άδεια τού σεναριογράφου, διάσημου σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.« Δεν θα μου επέτρεπε ποτέ να γυρίσω ταινία ένα σενάριό του, θα είχαμε «πιαστεί στα χέρια». Θα έλεγε:«τι ντροπή, πως θα μπορούσε αυτή η ιερά πόρνη να το κάνει αυτό;», μονολογεί η Όστεν.
Πάνος Ιωαννίδης
Συγγρού και Πτολεμαίων γωνιά

Μία στροφή συνήθως φτάνει
για να βρεθείς με τον ξεχασμένο εαυτό σου.
Σε περιμένει παρέα με τις μάσκες που ζέσταναν
τη μοναξιά σου σε περασμένες εποχές.
Ανάμεσα στα κτίρια κρύβονται λέξεις
σινιάλα υπόγειων διαδρομών που γελάνε το άπειρο.
Μούσες που ξέχασαν να αγαπηθούν. Οι δρόμοι
γεμίζουν κάθε φορά που βρέχει
από στιγμές που δεν πρόλαβες να διαβάσεις. Σημάδια
που ο καιρός δεν μπορεί να σβήσει.
Απόμακροι καπετάνιοι σου γνέφουν
από τα πλεούμενα μπαλκόνια.
Μα εσύ ζητάς τον Ραμον Μερκαντέρ να σου ξηγήσει
τι πήγε στραβά.
Ραγισμένοι καθρέπτες που μάτωσαν
τα κάδρα οι ζωές μας.
Παναγιώτης Δημητριάδης
πικροδάφνη (6/8/’45)

ο κηπουρός δεν δίστασε
ξεκοίλιασε το κίτρινο λουλούδι
φυτεύοντας ένα σπάνιο πορφυρό μανιτάρι
καημό είχε να το δει σαν μεγάλωνε

δίπλα, μια παλιά φωτογραφία
μαρτυρούσε το χαμόγελό της
στο βάθος πικροδάφνες
αγόρευαν την ομορφιά της
άσπρα, μωβ και κόκκινα ρόδα
ξεγύμνωναν το κορμί της
εκείνη, παρέμεινε στις στάχτες
μόνο το νήριον ξαναφύτρωσε
θεραπευτικό, μα τοξικό φυτό
σκέτο δηλητήριο αν το καπνίσεις

την αγαπάς ακόμα;
το κωφό βλέμμα
στέρησε την απάντηση

ρίγος με χάραξε, Όχι!
‘η αυτοχειρία είναι των αδύναμων
δειλών κι επαίσχυντων
εκείνων των μικροπρεπών
που σκιάζονται στον ήλιο
το βλέμμα μην τολμώντας
ν’ αγκιστρώσουν πουθενά’
θυμήθηκα τα λόγια του δασκάλου

φίλε, μ’ ακούς, κοιμάσαι;

μόνο το νήριον ξαναφύτρωσε
από το κάρβουνό της
με πράσινο χρώμα των ματιών
και ρόδα σαν τα στήθη
μες στην τρέλα το ’κοψε
και το ’πιε

πώς δοξάζεις Έρωτα
με στεφάνια νηριίνης
αν και πολλοί σε γνώρισαν
μόνο νεκροί σε πίστεψαν


σε πολέμους κι έρωτες επιτρέπεται ο θάνατος
παρακαλώ λοιπόν
όπως σκοτώνετε ελεύθερα

αλληγορία ενός λεπτού


ήμουν εγώ
ο τυφλός θεατής
στο ασύμμετρο σώμα
που λείπει

ήμουν εγώ που ψιθύρισα
με φάλτσο φερέφωνο
στον κωφό ακροατή
λέξεις δίχως κόκκαλα
που έκρυψα
με περίσσια τέχνη
κάτω απ’ τη γλώσσα


δεν ήμουν εγώ
αλλά ό,τι χώρεσε η σιωπή
σε μια λέξη
 Μαριάννα Πλιάκου
98.7% CHIMPS

Γεννήθηκα σε μία βιολογική διασταύρωση. Απ’ αυτές που όλοι κι όλα πέφτουν με δύναμη στο ίδιο σημείο. Κι κάπου εκεί, στο σημείο αυτό, προέκυψα. Πέστε με χάμπιλις – ερέκτους – νεάντερνταλ - σάπιενς. Σάπιενς. Προσαρμόστηκα στο περιβάλλον, έφτιαξα εργαλεία, χρησιμοποίησα τη φωτιά.  Κι νόμισα τον εαυτό μου μοναδικό.

     Είπα, μόνο εγώ έχω συνείδηση.

               Λάθος.
               (πουλιά, θηλαστικά, χταπόδια έχουν)

     Είπα, μόνο εγώ έχω γλώσσα.

               Λάθος.
               (δελφίνια, φάλαινες αλλάζουν φωνητική συμπεριφορά)

     Είπα, μόνο εγώ φτιάχνω εργαλεία.

               Λάθος.
               (χιμπαντζήδες, βίδρες, κοράκια χρησιμοποιούν πέτρες και ξύλα)

Έφτιαξα πόλεμο.  Μηχανές που σκοτώνουν. Είπα, εγώ δίνω ζωή κι εγώ την παίρνω. Είπα, εγώ μόνο μπορώ να το κάνω. Μα θυμήθηκα ξανά το χιμπαντζή. Και είπα, δική του, κι όχι του Θεού, εικόνα κι ομοίωση.

Κι έφτιαξα Λέξεις. Δραστικές, αντιδραστικές, αισθητικές, διαισθητικές, διαχρονικές, διαμορφωτικές, μεταμορφωτικές (συνεχίστε ελεύθερα). Κάποιες, ακόμα, ζωντανές. Κάποιες, ταριχευμένες στα μουσεία.

Αλλά, πάντα, Λέξεις.
                                 Από, προς, κι για το 1.3% που (μας) απομένει.

Σοφία Κολιοπούλου, Ψυχανθή (Καρπός, 2014)

Καθαρή συμμαχία

«Καθαρή συμμαχία» το σλόγκαν στο σκουπιδιάρικο·
ο τίτλος για την παλιά διαφθορά.

Περιπολικά στους δρόμους,
να περιφρουρούν την τάξη,

Ενώ τινάζουμε τα μυαλά μας
στον αέρα

για τα απροστάτευτα,
κορμί,
ψυχή

και πνεύμα.


Νοερά

Την ηδονή μου γυρεψα χθες βράδυ
ακολούθημα... το κλάμα γοερό

νοερά το μήνυσα στη μάνα
που κάθε μέρα στο τηλέφωνο
λέω πως είμαι καλά.
Willy Ronis

Έφυγες...

Εντάξει. Δεν κλαίω άλλο.
Μεγάλωσα πια για τα δάκρυα και τις φασαρίες.
Mε κούρασαν κιόλας τα ποιήματα που δεν έγραψα,
οι τόποι που δεν είδα με στοιχειώνουν ήδη,
και τα φιλιά που δεν πήρα μου έκαψαν τα χείλη.

Θα κλειστώ στο κλουβί της σκόνης.
Ήσυχα.
Θα σύρω το σώμα μου,
την μόνη αλήθεια μου,
και θα δεχτώ ένα σημάδι στο λαιμό.

Στηλώνω τα μάτια μου στον δεσμοφύλακα.
Κύριε, εκτελεστή αγαπημένε
κοίταξε με μέσα στην υπέρτατη εξαθλίωση
και γέλα τώρα που μπορείς,
αν σου βαστάει.

Μα θαρρώ πως ξόδεψα ήδη πολύ χρόνο
να γράφω αυτό το ποίημα για σένα.
Έφτασε το Φθινόπωρο.
Η εποχή των αποχωρήσεων και των νέων αρχών
και τα σημάδια μου ξεθώριασαν πια.

ΦΩΛΙΑ ΑΧΙΝΩΝ

Μουσικοθεατρικό αναλόγιο
βασισμένο στο ποιητικό έργο Cabaret Voltaire
του Αχιλλέα Κατσαρού και σύνθεση του Κώστα Ρεκλείτη

Η «Φωλιά αχινών» ξεκινά να ζωντανεύει επί σκηνής τον Νοέμβριο του 2016, φιλοξενείται για 4 παραστάσεις στο Θέατρο Εμπρός, Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή
στις 20, 27 Νοεμβρίου και 4, 11 Δεκεμβρίου.

Το έργο:

Βρισκόμαστε στο 1916.
Στο περίφημο Cabaret Voltaire ο Hugo Ball διαβάζει το μανιφέστο του, μιλώντας πλέον ανοιχτά για ελεύθερη έκφραση, πάνω στα αποκαΐδια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
Εκατό χρόνια μετά.2016.
Ξεχασμένοι στο καταφύγιο ενός παλιού καμπαρέ,o μαέστρος και η χορεύτρια, Madame Le Rois, ξαναγνωρίζονται, ερωτεύονται από την αρχή και ξαναχάνονται. Εκτοξεύοντας το προσωπικό τους ντανταϊστικό μανιφέστο, μέσα από τους ήχους ενός πιάνου κι ενός βιολοντσέλου, υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να φτιάχνουν τις δικές τους λέξεις. Έξω μαίνεται ο παγκόσμιος πόλεμος της ισοπέδωσης, που θα τους αφήσει άκληρους από τραγούδια, λόγια, ήχους και τελικά θα τους εξοντώσει.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Γιάννης Φίλιας
Μουσική σύνθεση: Κώστας Ρεκλείτης
Ερμηνεία: Κωνσταντίνα Χαρατσάρη – Γιάννης Φίλιας
Μουσικοί επί σκηνής: Παναγιώτης Κραμπής πιάνο - Λίνα Τριανταφύλλου βιολοντσέλο
Ποίηση: Cabaret Voltaire του Αχιλλέα Κατσαρού


Θέατρο Εμπρός, Ρήγα Παλαμήδου 2, Ψυρρή

Διάρκεια παραστάσεων: 20 Νοεμβρίου ως 11 Δεκεμβρίου 2016
Ημέρα και ώρα παράστασης: Κυριακή 18.00μ.μ., διάρκεια 1 ώρα

Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά.






Μαυρομιχάλη 59, Αθήνα

To Frumel στηρίζοντας τους Έλληνες καλλιτέχνες, 
φιλοξενεί τις δημιουργίες του Δημήτρη Ψωμοδότη από 19-24 Δεκεμβρίου
 και τα έργα του ζωγράφου Δημήτρη Παπαστάμου 27-31 Δεκεμβρίου.

 ***

Δημήτρης Ψωμοδότης
1960. Αθήνα

 Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ο Δημήτρης Ψωμοδότης άρχισε τις σπουδές του στο «επιμορφωτικό κέντρο καλών τεχνών» με δάσκαλο τον Κώστα Ηλιάδη ζωγράφο γλύπτη, κατασκευαστή και συντηρητή έργων τέχνης, όπου αριστεύει στο ελεύθερο σχέδιο και στη σύνθεση. Συνεχίζει τις σπουδές του στο εργαστήριο του Αιγύπτιου γλύπτη ξύλου Φοάτ Ιμπραήμ. Ενδιαφέρεται για την πλαστική μορφή, σε συνδυασμό με τις δυνατότητες που προσφέρει το ξύλο και τις μορφολογικές του διακυμάνσεις.

Η σταδιακά ανοδική πορεία του ξεκινάει από τα πρώτα παραστατικά έργα της περιόδου των σπουδών του. Στη συνέχεια της πορείας του, συνεχίζει μέσα σε ένα ατελείωτο φάσμα αναζητήσεων, με βάση άλλοτε ανθρωποκεντρικές και άλλοτε εξπρεσιονιστικές φόρμες.   Αποτυπώνει τον διάλογο ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό του κόσμο, δουλεύοντας με το χρώμα, το μάρμαρο, την πέτρα το ξύλο και τον μπρούντζο. Η αρχαία Ελληνική και η βυζαντινή τέχνη αποτελούν επίσης, πηγή της έμπνευσής του. Από το 1985 ως σήμερα, διατηρεί εργαστήριο στην Αθήνα που φιλοτεχνεί αλλά και παρουσιάζει τη δουλειά του. ‘Εργα του υπάρχουν σε πολλές ιδιωτικές συλλογές.

Εκθέσεις :
Eκθεσιακό κέντρο Μητροπόλεςως 1985 ατομική
Gallery El –Greco 1985 ατομική  Gallery Βασιλείου Σάμος 1992
Οικία Σταύρακα Πάτμος 1995
Saint Paul Πειραιάς ατομική 1996
Gallery Nicopolis club ατομική 1997
Κέντρο Τέχνης ατομική 2000
Κέντρο Τέχνης ομαδική 2002
Aερινό Σέριφος ατομική 2003
Χρώμα Αθήνα ατομική 2004
Κέντρο Τέχνης ομαδική 2004
Κέντρο Τέχνης ομαδική 2005
Πολυχώρος Pulsar ομαδική 2006
Μετρό Σύνταγμα Ροές ομαδική 2007
Πνευματικό κέντρο Δήμου Αθηναίων ομαδική 2007
Πνευματικό κέντρο Δήμου Tαύρου ομαδική 2007
Πνευματικό κέντρο Δήμου Αθηναίων ομαδική 2008
Πνευματικό κέντρο Δήμου Αθηναίων (4ο διαμέρισμα ) ομαδική 2008
RENDEZ-VOUS DES ARTS –πρώην ανατολικός αερολιμένας 2008
Πνευματικό κέντρο Πάρκο Ελευθερίας Αθήνα 2009
Πνευματικό κέντρο Πάρκο Ελευθερίας Αθήνα 2010
Πρεσβεία Αιγύπτου ομαδική έκθεση 2012

***

Δημήτρης Παπαστάμου: έργα του ζωγράφου μπορείτε να δείτε στη σελίδα του στο facebook

 

Αύριο
...
Σερνόταν μέσα στους ήχους των χοίρων,
πίσω από το παλιό σχολείο της πόλης,
εκεί που η νύχτα πιο θεόρατη παγώνει τα παιδιά.
Στο τέλος της, ξάπλωσε καταγής
και προσποιήθηκε πως ήταν νεκρή.
Τίποτα, κανένα αποτέλεσμα.
Μόνιμα γαντζωμένη στην κάθε ανάσα της η θλίψη,
δεν εγκατέλειπε τα γεμάτα με πολύχρωμα χάπια σωθικά της.
Αύριο, μια σφαίρα στο κεφάλι, μια κρεμάλα
ή ένας γκρεμός ίσως…


Γλώσσα φωτιάς
..
Θεά των νερών και της θάλασσας
ιχθυόμορφος δαίμων για άλλους,
άλλοτε ως ψάρι με γυναικείο κεφάλι
άλλοτε αιχμή ενός αλμυρού ποιήματος,
είδα ξαπλωμένα ψάρια να πεθαίνουν
κάτω από τον ήλιο στην παραλία,
καταγής ψόφια έξω από τα κύματα
και όπως όρθια πάνω σε κήτος
και άλλοτε καθιστή σ’ αυτό
κολύμπαγα στη θάλασσα
τα ζωντάνεψα
με ένα μουσικό κυματισμό
και ήρθανε
και κολυμπάνε δίπλα μου.
Τόση δύναμη έχω.
Και εσύ,
αν ακούσεις τις φωνές μας
μέσα από τη θάλασσα
Αν σιγοκαίει γλώσσα φωτιάς μέσα σου,
πιάσε ένα άσπρο βότσαλο
φίλησε το τρυφερά
σημάδεψε τη φέτα του φεγγαριού
και φώναξε μαζί μας:
«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»
Και όπως σαν φύλο θα πέφτει το βότσαλο
ξεμάτωσε τη λογική
και βούτηξε στο ποίημα.


Ερωτικόν Πανσελήνου

Ερωτική η ησυχία
σώπα μη μιλάς
τόσο μικροί οι κόκκοι της άμμου
στην παραλία με πανσέληνο
και οι λέξεις άμμος περίσσια
λίπος στου πιάτου την άκρη
του χορτασμένου
και εσύ τόσο επίμονα
να θέλεις να ουρλιάξεις
είναι
που το κρύσταλλο της σιγής
σε τρομάζει
είναι
που στο βάθος
από όλες τις πλευρές
η σιγή τρέχει,
γελά και τραγουδά
και τα λόγια κενά πέφτουν
σε ένα ποτήρι θάλασσα
και πνίγονται,
σώπα μη μιλάς
γλύψε αλμύρα,
φίλα,
χάιδεψε,
κάψε,
σκιάξε τα λόγια να πετάξουν
ώσπου να σωριαστούν καταγής
ανίκανα μέσα στους κόκκους της άμμου
μέσα στα δάχτυλά σου
που φιλώ.


Το πέπλο

Στα σεντόνια ένα σπαθί πεντακάθαρο,
ένα κατσίκι από μπρούντζο, ένα ντουφέκι κουρασμένο,
δίπλα στο κρεβάτι και στο τζάκι μες τις γαλάζιες φλόγες
να βρέχει αμμουδερή η απουσία.
Για δες τα δάχτυλά μου πως στεφανώνουν τα στήθη σου,
πως με σαντάλια βουλιάζω στην άμμο τρέχοντας κοντά σου,
πως η νύχτα χύνει δάκρυα
και λάσπη γεμίζει την καρδιά μου.
Ένας ολυμπιονίκης εγώ,
γίνομαι συνέχεια με τον δικό σου τρόπο,
τοξοβόλος ανάμεσα στα μπούτια σου,
άλλο να μη κάνω,
παρά να ροκανίζω το πέπλο κάθε νύχτας.


 Javier García Ceüino
Η αντίστιξη της ευστυχίας

«Λυπάμαι πολύ», είπε εκείνος με φωνή πολύ θλιμμένη, «έχω να σου πω κάποια άσχημα νέα. Αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να το γνωρίζεις: ‘‘Δεν είμαι ο πατέρας σου’’».
«Φανταστικά!», απάντησε εκείνη, «αυτό διευκολύνει πολύ τα πράγματα. Συγκεκριμένα σήμερα θα σου ζητούσα να με παντρευτείς».

Ander Petersen
Heüén Perrero
Όμορφα συναισθήματα

«Και τότε η πριγκίπισσα και ο πρίγκιπας…»
Ο δολοφόνος περίμενε τη γιαγιά να τελειώσει το παραμύθι.


Edmundo Kulino
Πανέμορφη

Η μαμά, νεκρή, ήταν πραγματικά όμορφη. Σε καλύτερες εποχές της είχα υποσχεθεί την πιο λαμπρή κηδεία. Τώρα, η έλλειψη χρημάτων δεν θα άλλαζε εκείνη την υπόσχεση. Καθάρισα το αίμα απ’ το μαχαίρι και έτρεξα να ληστέψω το φαρμακείο της γωνίας.







Έκαναν
πως δεν με ήξεραν
Άσχημα πρόσωπα, λερά,
μπροστά στα μάτια
των καλεσμένων.

Έμεινα
να τους κοιτάζω,
με το σκυλί μου
παραδίπλα,
Μαρία της σιωπής
Στα πρώτα μου λημέρια.

Κι ύστερα μου είπαν
όλοι μαζί,
με μια φωνή,
ένα στόμα,
Φύγε τώρα, 
Πήγαινε να βρεις 
Κανένα νονό
Να βαφτίσουμε 
τον πατέρα σου


Vivian Maier

Δημήτρης Τσινικοπουλος, 
Ο άνθρωπος αυτο-αντίγραφο

    Ήταν βράδυ γύρω στις 10, όταν ο συγγραφέας Αναγνώστου απελπισμένος, έκλεισε το τελευταίο ντουλάπι της τεράστιας βιβλιοθήκης του αφού για πολλοστή φορά είχε ξεσκονίσει όλα τα συρτάρια και τα ντουλάπια της. Το διαμέρισμά του ήταν μικρό. Αλλά τα βιβλία του και τα χαρτιά και τα περιοδικά και οι σημειώσεις, ατελείωτα. Υπήρχε, βέβαια, μια σχετική τάξη στο γραφείο του. Συνήθως εύρισκε ό,τι ήθελε και ό,τι έψαχνε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πολλές φορές όμως, λόγω της στενότητας του χώρου, βιβλία και περιοδικά και σημειωματάρια, και εφημερίδες και αποσπάσματα, μπαίναν κάπου πιο πρόχειρα για να βρεθούν πιο εύκολα. Αλλά αυτό το πρόχειρο ήταν η παγίδα. Τον τελευταίο καιρό ξεχνούσε ασήμαντες λεπτομέρειες αλλά και σημαντικές κινήσεις του, που τον μπλόκαραν. Ξεχνούσε εύκολα που έβαζε πράγματα και αντικείμενα. Ήταν εβδομηντάρης, και ο φόβος του Αλτσχάιμερ, τού έσφιγγε σαν μέγγενη την καρδιά. Λες, έλεγε και ξανάλεγε, λες, να μ’ επισκεφθεί ο απαίσιος αυτός γερμανός με το παράξενο όνομα και να εγκατασταθεί μέσα μου για τα καλά; Και τότε τι θα κάνω; Πως θα ζήσω;
    Αυτό είχε πάθει και μ’ ένα τελευταίο άρθρο που έγραψε για να το δώσει να δημοσιευθεί σε μια ημερήσια εφημερίδα. Πού το είχε βάλει; Έψαχνε εδώ και ώρες στα συρτάρια και στα ντουλάπια του. Άδικος κόπος. Το χειρόγραφο που έπρεπε κατεπειγόντως να δακτυλογραφηθεί, είχε κάνει φτερά. Λες και είχε ανοίξει η γη και το κατάπιε. Κοίταξε και κάτω από τον καναπέ που καθότανε, τράβηξε κομοδίνα, τράβηξε χαλιά … πήγε στην κουζίνα, στην κρεβατοκάμαρα, έβαλε τα πιο απίθανα μέρη ο νους του, αλλά το χειρόγραφο άφαντο, βάλθηκε να τον τρελάνει …
    Η αγωνία και η απελπισία ήταν ζωγραφισμένη στο βλέμμα του. Υπάρχει και αύριο μέρα συλλογίστηκε, κάποια στιγμή. Αύριο το πρωί με το φως της ημέρας, θα ξαναψάξω καλύτερα.
    Άνοιξε το ψυγείο πήρε λίγο κασέρι και ζαμπόν, έφτιαξε ένα πρόχειρο σάντουιτς, και με μια μπύρα Kaiser βολεύτηκε για βραδινό. Άνοιξε μετά την τηλεόραση ν’ ακούσει τις βραδινές ειδήσεις. Σιγά – σιγά, χωρίς να το καταλάβει, τον πήρε ο ύπνος. Αποκοιμήθηκε εκεί στον καναπέ με τα ρούχα. Κάτι που του συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό. Να κοιμάται με τα ρούχα στον καναπέ.
    Το πρωί σα ξύπνησε, ένιωθε πιασμένος. Τον πονούσε ο σβέρκος και η πλάτη όλη από τον άβολο ύπνο. Μέσα, η λιτή κρεβατοκάμαρα πάντα τον περίμενε. Αλλά αυτός σπάνια κοιμότανε εκεί. Ο ύπνος τον έπιανε στον καναπέ, βλέποντας τηλεόραση ή διαβάζοντας. Απόφευγε, όμως, συνήθως, το διάβασμα το βράδυ, γιατί κουραζότανε εύκολα τα μάτια του. Ήταν κι αυτό ένα άλλο πρόβλημα της ηλικίας του μαζί με την μνήμη που ξεθωριασμένη, εξασθένιζε μέρα με τη μέρα. Εξασθένιζε βέβαια, στα μικρά και στ’ ασήμαντα. Σε άλλα, τα ενδιαφέροντά του τα πνευματικά, δεν εξασθένιζε καθόλου. Η μνήμη του δούλευε ρολόι, στη διαπασών. Όλες οι γνώσεις που ’χε αποκομίσει χρόνια τώρα που μελετούσε συστηματικά, λες κι ήτανε μεθοδικά ταξινομημένες στα συρτάρια του μυαλού του. Ανέσυρε ό,τι ήθελε απ’ εκεί με μεγάλη ευχέρεια.
    Η μνήμη του ήτανε εκπληκτική σε θέματα φιλοσοφίας, ιστορίας και λογοτεχνίας, όπου χρόνια καταγινότανε. Θυμότανε άφθονες λεπτομέρειες για πρόσωπα και πράγματα και γεγονότα. Αυτό το οξύμωρο και αντιφατικό, τού να θυμάται ως και λεπτομέρειες σε ό,τι διάβαζε και τον ενδιέφερε, να θυμάται γεγονότα της προσωπικής του ζωής στα περασμένα χρόνια, αλλά να μη θυμάται που άφησε το κασκόλ του προχθές, τα κλειδιά του τις προάλλες, και το χειρόγραφό του, αυτό τον προβλημάτιζε.
    Είχε ρωτήσει έναν φίλο του νευρολόγο – ψυχίατρο γι’ αυτό το φαινόμενο, μήπως κάτι κακό του συνέβαινε, αλλ’ αυτός τον καθησύχασε. Ήταν κάτι που συνέβαινε με το χρόνο σ’ όλους τους ανθρώπους. Καθώς μεγαλώνουμε – του εξήγησε –, τα νευρικά κύτταρα γερνούν και ατροφούν. Οι περισσότεροι παρουσιάζουν διαταραχές μνήμης. Το κλειδί βρίσκεται στους νευροδιαβιβαστές. Στο Αλτσχάιμερ, παρατηρείται μείωση των επιπέδων του νευροδιαβιβαστή που συνδέεται με την μνήμη. Ιδιαίτερα στους πνευματικούς ανθρώπους, ο εγκέφαλος έχει την τάση ν’ αποφορτίζεται από τις ασήμαντες, καθημερινές λεπτομέρειες, και να επικεντρώνεται στα ουσιώδη ζητήματα που τον απασχολούν. Έτσι αποδίδει καλύτερα. "Απ’ τη στιγμή που δεν έχεις πρόβλημα υπέρτασης και δεν είσαι διαβητικός, να μη φοβάσαι…" του είπε.

    Η απάντηση αυτή καθησύχασε κάπως τον Αναγνώστου. Αλλά το πρόβλημά του να ξεχνάει, που έβαζε αντικείμενα άμεσης χρήσης, και ιδιαίτερα τα χειρόγραφά του, τού προκαλούσε εκνευρισμό, ανησυχία και στενοχώρια. Τον αποπροσανατόλιζε τελείως.

    Σηκώθηκε, έφτιαξε καφέ, ήπιε μερικές γουλιές, κι άρχισε απ’ την αρχή να ξεσκονίζει συρτάρια, ερμάρια και ντουλάπια. Κοιτούσε και στα ψηλά ράφια της βιβλιοθήκης, μήπως εκεί ήταν ξεχασμένο κάπου το περιζήτητο χειρόγραφο. Πολύ τον δυσκόλευαν οι διπλές σειρές των βιβλίων που βρισκότανε σε αρκετά ράφια. Κάποια βιβλία πέφταν καθώς έψαχνε κι έπρεπε να τα ξαναβάλει στη θέση τους. Άλλο πρόβλημα κι αυτό μαζί με το πρώτο … Έφαγε τρεις ώρες να ψάχνει. Και στην κουζίνα έψαξε ξανά, μήπως το άφησε με την αφηρημάδα του, κάπου, ως και στην τουαλέτα, γιατί και εκεί συνήθιζε να διαβάζει και να έχει κανά-δυο ράφια με βιβλία και περιοδικά. Του κάκου. Η ώρα περνούσε, κόντευε να μεσημεριάσει, και το χειρόγραφο δε βρισκότανε. Τον έπιασε πανικός, πείσμα και απόγνωση. Κάποια στιγμή ένιωσε ιδρώτα στο σβέρκο του. Τι θα κάνω τώρα; μονολόγησε.

Ξαφνικά του ήρθε η ιδέα και πήρε την απόφαση … Αντί να χάνει άλλο πολύτιμο χρόνο ψάχνοντας με αβέβαια αποτελέσματα, πήρε την μεγάλη απόφαση να καθίσει να το ξαναγράψει. Ναι, να το ξαναγράψει! Έτσι κι αλλιώς το τι θα ’γραφε, το είχε περίπου στο μυαλό του, αφού ήδη το είχε γράψει πριν από λίγες μέρες. Βέβαια, έπρεπε να στρωθεί στη δουλειά, ν’ ανοίξει πάλι κανά-δυο βιβλία, να συνταιριάξει και να συναρμολογήσει τη σκέψη του … Αυτό ήτανε σχετικά εύκολο. Θα το ’γραφε όμως, τόσο καλά όσο το πρώτο που το ’γραψε σε συνθήκες νηφαλιότητας, ηρεμίας, γαλήνης και στοχασμού; Θα το ’γραφε, έτσι καλά, με τρόπο γλαφυρό και εμπεριστατωμένο και τη δεύτερη φορά; Αυτό ήταν κάτι που τον βασάνιζε ...

    Όλα αυτά κλωθογύριζαν στο μυαλό του. Αναθεμάτιζε την ατυχία του, και την ασθενή του μνήμη, αλλά, κατάλαβε, πως όσο καθυστερούσε, τόσο το άγχος του και όλη η ψυχική του κατάσταση χειροτέρευαν. Αυτό το άρθρο έπρεπε πάση θυσία μέχρι το βράδυ να δοθεί στην εφημερίδα, σκέφτηκε, γιατί αλλιώς, το θέμα χάνει την επικαιρότητα και το ενδιαφέρον του. Ύστερα, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τον διευθυντή της εφημερίδας, ούτε να εξηγήσει την ατυχία του και τι του συνέβαινε προσωπικά.
    Κάθισε στο γραφείο του, συγκεντρώθηκε, κατέβασε το τηλέφωνο για να μην τον ενοχλήσει κανείς, και επί τρεις ώρες σχεδόν δεν σήκωσε κεφάλι. Γύρω στις δύο το μεσημέρι το είχε τελειώσει το καταραμένο άρθρο. Το είχε γράψει απ’ την αρχή όλο. Και, έπρεπε, να βιαστεί να το δώσει έξω να το δακτυλογραφήσουν στο κομπιούτερ και να σταλεί με e-mail το κείμενο στην εφημερίδα μέχρι το απόγευμα στις 7. Το ξανακοίταξε μια, δυο φορές, έκανε κάποιες μικροδιορθώσεις και, χωρίς καθυστέρηση, έριξε μια καμπαρντίνα επάνω του και πετάχτηκε στο απέναντι φωτοτυπείο για τα περαιτέρω. Το βράδυ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διευθυντή της εφημερίδας, ο οποίος εξέφρασε την ικανοποίησή του και του υποσχέθηκε ότι θα δημοσιεύσει το άρθρο του την μεθεπόμενη μέρα.
    Μια λάμψη ικανοποίησης φώτισε το πρόσωπο του Αναγνώστου. Μετά απ’ αυτήν την ένταση, αποφάσισε το βράδυ να πάει στο γνωστό του μπαράκι για να πιει ένα ποτό και να χαλαρώσει. Αυτή τη φορά έβαλε μέσα στην τσάντα του προσεχτικά το δακτυλογραφημένο κείμενο, για να το βάλει στο ντοσιέ του, όταν θα επέστρεφε …

    Είχαν περάσει δύο μήνες από τότε. Ο Αναγνώστου συνέχιζε τη ρουτινιασμένη ζωή του. Να διαβάζει, να γράφει, ν’ ακούει λίγη μουσική και να βλέπει λίγη τηλεόραση – ιδίως τις ειδήσεις τα βράδια – όταν δεν έβγαινε έξω για κανένα ποτό με κάποιο φίλο. Τα πρωινά έκανε τις συνηθισμένες μικρές βόλτες του, σε μοναχικά μέρη, ιδιαίτερα σε μικρά άλση της πόλης για κάποια σωματική άσκηση. Η μία μέρα σχεδόν αντέγραφε την άλλη …
    Ήτανε συνήθως πνιγμένος στη σκόνη και στα βιβλία, στα περιοδικά και στα χαρτιά του και στ ’αποκόμματα απ’ τις εφημερίδες, όπου κρατούσε αρχείο. Αυτή ήτανε όλη η ζωή του τα τελευταία χρόνια από τότε που βγήκε στη σύνταξη και χήρεψε.
    Ένα πρωινό, καθώς έπινε τον καφέ του, ανέσυρε ένα χοντρό βιβλίο απ’ την βιβλιοθήκη του. Ήτανε το βιβλίο του Τολστόι "Πόλεμος και Ειρήνη", που το είχε αφήσει κάποια στιγμή διαβάζοντας, στη μέση. Σπάνια κατόρθωνε να διαβάσει ως το τέλος, ένα μεγάλο μυθιστόρημα. Πολλές φορές ή βαριότανε ή το ξεχνούσε μισοτελειωμένο. Καθώς το άνοιξε έπεσε από μέσα ένα χειρόγραφο δικό του. Πήρε και το κοίταξε με περιέργεια. Δεν άργησε ν’ ανακαλύψει ότι ήταν το χαμένο χειρόγραφο, εκείνο που τον είχε αναστατώσει τόσο, εκείνο το χειρόγραφο που το έψαχνε μανιωδώς, αλλά δε θυμόταν που το είχε βάλει κι αναγκάστηκε να ξαναγράψει το θέμα απ’ την αρχή. Ώστε, εδώ, σ’ είχα βάλει … μονολόγησε. Εδώ ήσουνα πουλάκι μου, και σ’ έψαχνα παντού, αλλά δε θυμόμουνα που σ’ είχα βάλει. Το κοίταξε με έκπληξη και συγκίνηση μαζί. Έκανε μια να το σχίσει, αφού του ήτανε άχρηστο πια, μα τη τελευταία στιγμή το μετάνιωσε. Θα το βάλλω στο καινούργιο ντοσιέ, σκέφτηκε. Μαζί με τ’ άλλα γραφτά μου έστω και χειρόγραφο. Έτσι, για να θυμάμαι το τι τράβηξα, και ότι το ξανάγραψα.
    Μια εωσφορική περιέργεια όμως, τον έσπρωξε να κάνει κάτι άλλο, πριν το ταξινομήσει. Άραγε, ποιο ήταν πιο καλό κείμενο; Αυτό που πρωτοέγραψε και το ανακάλυψε ξεχασμένο τώρα δα, ή το δεύτερο, που δημοσιεύτηκε; Και σε τι διέφεραν το ένα απ’ τ’ άλλο;
    Πήρε το χειρόγραφο και το έβαλε δίπλα στο δακτυλογραφημένο. Άρχισε σιγά-σιγά να διαβάζει και να συγκρίνει. Αυτό που έβλεπε δεν το πίστευε. Δεν πίστευε  στα μάτια του … Το δεύτερο κείμενο, το δακτυλογραφημένο, ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με το πρώτο, αντίγραφο του πρώτου, σχεδόν, λέξη προς λέξη. Ο τρόπος που άρχιζε, ο τρόπος που τελείωνε, η ανάπτυξη, η επιχειρηματολογία, οι παράγραφοι, σε μερικές περιπτώσεις και τα σημεία στίξης, ως και το κόμμα και η άνω τελεία, ήταν όλα τα ίδια και στα δύο κείμενα! Σαν να τα είχε υπαγορεύσει κάποιος, και δύο άνθρωποι άκουγαν και έγραφαν το ίδιο κείμενο. Αν είναι δυνατόν! αναφώνησε συνεπαρμένος …
    Μα πως; Πως συμβαίνει, ν’ αντιγράφω έτσι τον εαυτό μου, τη στιγμή που δε θυμάμαι άλλα πράγματα; Ένας πόλεμος ξέσπασε μέσα του, μια οργή, μια θλίψη αλλά και μια άφατη χαρά… Η μνήμη του λειτουργούσε, λειτουργούσε μ’ έναν τρόπο επιλεκτικό, ανεξήγητο, γι αυτόν.
    Πήρε στο τηλέφωνο αμέσως το γιατρό του και του εξιστόρησε τι του συνέβη.
    "Αγαπητέ μου, – του απάντησε ο γιατρός –, είσαι αυτός που είσαι. Σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο, επιχειρηματολογείς με τον ίδιο τρόπο, γράφεις, ομιλείς με τον ίδιο τρόπο. Κι εγώ αν ξεχνούσα κάτι που έγραψα, θα ’γραφα ίσως ένα κείμενο με τον ίδιο τρόπο περίπου. Εσύ όμως είσαι ιδιοφυία, ένας sui generis άνθρωπος, μιας και κατόρθωσες να ξαναγράψεις ένα κείμενο, μετά από κάποιες μέρες, με τον ίδιο τρόπο, με τις ίδιες σκέψεις, τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες λέξεις όπως λες, ως και τα σημεία στίξης, στα ίδια σημεία. Είσαι ένας άνθρωπος που αντιγράφει τον εαυτό του, ένας άνθρωπος αυτο-αντίγραφο. Λειτουργείς σαν τα αυτo-αντιγραφόμενα μόρια του DNA … Μήπως όμως, όλοι κατά κάποιο τρόπο, το ίδιο δεν είμαστε; Δεν επαναλαμβάνουμε τον εαυτό μας, δεν κάνουμε τις ίδιες κινήσεις, τις ίδιες γκριμάτσες, δεν λέμε τα ίδια λόγια, δεν κάνουμε τα ίδια και τα ίδια λάθη, δεν επαναλαμβάνουμε τον εαυτό μας σ’ όλη μας τη ζωή; Υπάρχει ένας γενετικός ντετερμινισμός. Άσχετα με ποιοι παράγοντες τον διαμόρφωσαν, τελικά, ο κάθε άνθρωπος, είναι αντίγραφο του εαυτού του. Κι αν ξαναγεννιότανε, ίσως να ’κανε τις ίδιες επιλογές και να είχε τον ίδιο τρόπο ζωής. Ίσως, οι περισσότεροι άντρες να παντρευότανε την ίδια γυναίκα ή τον ίδιο τύπο ή χαρακτήρα γυναίκας. Και το ίδιο και οι γυναίκες, θ’ αναζητούσαν τον ίδιο τύπο άντρα κατά βάθος, κι ας διέφεραν εξωτερικά, μεταξύ τους. Μην το ψάχνεις, λοιπόν, του είπε γελώντας. Και να θυμάσαι μια λαϊκή παροιμία – πρόσθεσε – "Αν στο παζάρι πουλούσαν μυαλά, ο καθένας θ’ αγόραζε τα δικά του τα μυαλά!"

    Ο Αναγνώστου, έμεινε αποσβολωμένος, με το τηλέφωνο στο χέρι, κοιτάζοντας τα δεκάδες βιβλία του, τα χειρόγραφα, τα περιοδικά, τις εφημερίδες, τις σημειώσεις. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε, πως αν ξαναζούσε, μάλλον την ίδια ζωή θα ’κανε. Τις ίδιες προτιμήσεις θα είχε, τα ίδια πάθη, τις ίδιες αρετές, τις ίδιες αδυναμίες, τις ίδιες εμμονές. Θα του ήταν αδύνατο να ξεπεράσει τον εαυτό του ανακαλύπτοντας άλλες, άγνωστες δυνατότητες, και προοπτικές στη ζωή του. Όλη η ζωή του, θα ’τανε ένα αυτο-αντίγραφο της προηγούμενης , σαν το πανομοιότυπο χειρόγραφο που έχασε και ξαναβρήκε.

από το βιβλίο "Ο άνθρωπος της σκιάς"
Fylatos Publishing, 2016
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA