Η Κωνσταντίνα Θεοφανοπούλου γράφει στο culturenow.gr για το "Χασέπ" (Θράκα) του Αρτέμη Μαυρομμάτη
Για το μυθιστόρημα "Ο τελευταίος αριθμός" (Θρακα) του Βάιου Κουτριντζε, από τον μετρ της επιστημονικής φαντασίας στη Λάρισα Θανάση Μάργαρη, στη Larissanet.
Η Χρύσα Φάντη γράφει στη bookpress.gr για το «Μια τρυφερή καρδιά στο βάθος – Και άλλες ιστορίες» (εκδ. Θράκα, 2018) της Χαράς Νικολακοπούλου
Η Διώνη Δημητριάδου γράφει για το "Ο φάρος του Σόρενσον" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Χουλιαρά.
Ο Γιώργος Θεοχάρης γράφει στην εφ. "Η Αυγή" για την νεοελληνική ποίηση και περιλαμβάνει το "Οι ακαδημαϊκές σημειώσεις του Ίαν Μάρκεζιτς" (Θράκα) του Πέτρου Σκυθιώτη και το "Ματς Πόιντ" (Θράκα) του Κωνσταντίνου Μελισσά
Ο Αριστοτέλης Σαΐνης προτείνει στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ανάμεσα σε άλλα βιβλία, το "Μελανά όπως τα μούρα" της Αρετής Καράμπελα
Το nakasbookhouse.gr ξεχωρίζει 3 βιβλία των Εκδόσεων Θράκα για τη χρονιά που πέρασε
Ο Πέτρος Γκολίτσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλα ποιητικά βιβλία το "Match Point" του Κωνσταντίνου Μελισσά
 Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης
Χοιροστάσιο

Σήμερα ξημέρωσε ἄλλος οὐρανός: ὁ ποιητὴς ἦταν ἄρρωστος βαριά. Ἀπὸ νωρίς, τὴν ὥρα ποὺ τὸ φῶς πλούτιζε σιγὰ σιγὰ τὴν πολιτεία, κόσμος μαζεύτηκε στὸ σπίτι γιὰ τὸ κατευόδιο. Κι ὅταν ὁ ῥόγχος τοῦ θανάτου ἔριχνε τὴ σκιὰ του, τρεῖς παπάδες μὲ τὸ δισκοπότηρο στὸ χέρι καὶ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα ἐμφανίστηκαν νὰ σπρώχνουν τὸν κόσμο, βρίζοντας, γιὰ νὰ μποῦν γρήγορα στὸ δωμάτιo, μπᾶς καὶ προλάβουν τὸν ποιητὴ νὰ μεταλάβουν. 
     Ἄξαφνα, ἀκούστηκε ἀπ’ τὸ ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ μιὰ βραχνιασμένη λύρα νὰ οὐρλιάζῃ, καλῶντας τους ναρθοῦν κοντά της γιὰ νὰ τοὺς ταΐσῃ. Τότε, μία παράτα σαρκόσιτων ῥοβόλησε, ἀνυπόμονα, κάτω ἀπ’ τὴ γῆ καὶ γιόμισε ὅλα τὰ δώματα τοῦ ὑπογείου. Ἀλλοῦ σφάζαν ἀρνιὰ καὶ βόδια καὶ τὰ πρόσφεραν ὠμὰ κι ἀλλοῦ χαρίζανε κρασί, τυρὶ καὶ μέλι. 
     Μέχρι τὰ χνῶτα τους νὰ μυρίσουν ζῷο, εἶχαν μπουζουριάσει, φιλήδονα, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους· στὸ τέλος πρήστηκαν.
     Κατὰ τ’ ἀπομεσήμερο, μέσα σὲ μία ἀτμοσφαῖρα ζεστὴ ποὺ μύριζε ψοφίμι κι αἷμα, ἄρχισαν νὰ στριφογυρίζουνε κάτω ἀπ’ τὴν ἀντάρα τῶν συναναστροφῶν δίχως νὰ μποροῦν νὰ σιωπήσουνε γιὰ μιὰ στιγμή. Μὴν ἔχοντας καὶ τίποτα ἄλλο γιὰ νὰ κάνουν, κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς ἄναψαν κερὶ γιατὶ φοβόντουσαν μήπως τοὺς καταλάβει ὁ νεκρός, ἄλλοι φλυαροῦσαν, ἢ ρωτοῦσε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο· μὰ κανεὶς δὲν ἄκουγε κανέναν. Καὶ τοῦτο συνεχίστηκε γιὰ πολλὴ ὥρα ἀκόμα μέχρι ποὺ ὅλοι ἀποκοιμήθηκαν, πιά, σὲ ἕνα ἀπέραντο ἄδειο. 
     Κάποια φορὰ οἱ παπάδες τελειῶσαν τὴ μεταλαβιὰ καὶ θυμωμένοι ποὺ εἴχανε ἀργήσει τὰ φιλοδωρήματα, κράξαν τοὺς συγγενεῖς τοῦ ποιητῆ ναρθοῦνε πάνω γιὰ νὰ πληρωθοῦν. Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ τραβολογήματα καὶ παρακάλια ἀνέβηκαν κι οἱ ὑπόλοιποι κι ἀνήσυχοι ὅπως ἦταν, κάνανε σύναξη στὸν κῆπο τοῦ σπιτιοῦ γιὰ νὰ μετρήσουνε, ἐπιδεικτικά, τὸ βάρος τους καὶ τὸ εἶναι τους!

από το βιβλίο "ΔΕΣΜΩΤΕΣ"
ISBN: 978-618-82241-1-7 
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA