Πέτρος Μπιρμπίλης, Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει στο περιοδικό Fractal για το "Ο φόνος του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη.

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής
Άσμα Ασμάτων

Απόδοση στη Νέα Ελληνική
Κώστας Καβανόζης
Της Βίκυς



Ἐγώ ἄνθος τοῦ πεδίου, κρίνον τῶν κοιλάδων.

ὡς κρίνον ἐν μέσῳ ἀκανθῶν, οὕτως ἡ πλησίον μου ἀνὰ μέσον τῶν θυγατέρων.

ὡς μῆλον ἐν τοῖς ξύλοις τοῦ δρυμοῦ, οὕτως ἀδελφιδός μου ἀνὰ μέσον τῶν υἱῶν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ πεθύμησα καὶ ἐκάθισα, καὶ καρπὸς αὐτοῦ γλυκὺς ἐν λάρυγγί μου.
εἰσαγάγετέ με εἰς οἶκον τοῦ οἴνου, τάξατε ἐπ᾿ ἐμὲ ἀγάπην.

στηρίσατέ με ἐν μύροις, στοιβάσατέ με ἐν μήλοις, ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ.

εὐώνυμος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου, καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.

ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν δυνάμεσι καὶ ἐν ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ, ἐὰν ἐγείρητε καὶ ἐξεγείρητε τὴν ἀγάπην, ἕως οὗ θελήσῃ.

Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου· ἰδοὺ οὗτος ἥκει πηδῶν ἐπὶ τὰ ὄρη, διαλλόμενος ἐπὶ τοὺς βουνούς.

ὅμοιός ἐστιν ἀδελφιδός μου τῇ δορκάδι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ τὰ ὄρη Βαιθήλ. ἰδοὺ οὗτος ὀπίσω τοῦ τοίχου ἡμῶν παρακύπτων διὰ τῶν θυρίδων, ἐκκύπτων διὰ τῶν δικτύων.
ἀποκρίνεται ἀδελφιδός μου, καὶ λέγει μοι·

ἀνάστα, ἐλθὲ ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου,
ὅτι ἰδοὺ ὁ χειμὼν παρῆλθεν, ὁ ὑετὸς ἀπῆλθεν, ἐπορεύθη ἑαυτῷ,
τὰ ἄνθη ὤφθη ἐν τῇ γῇ, καιρὸς τῆς τομῆς ἔφθακε, φωνὴ τῆς τρυγόνος ἠκούσθη ἐν τῇ γῇ ἡμῶν,
ἡ συκῆ ἐξήνεγκεν ὀλύνθους αὐτῆς, αἱ ἄμπελοι κυπρίζουσιν, ἔδωκαν ὀσμήν. ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, καλή μου, περιστερά μου, καὶ ἐλθέ,
σὺ περιστερά μου, ἐν σκέπῃ τῆς πέτρας, ἐχόμενα τοῦ προτειχίσματος· δεῖξόν μοι τὴν ὄψιν σου, καὶ ἀκούτισόν με τὴν φωνήν σου, ὅτι ἡ φωνή σου ἡδεῖα, καὶ ἡ ὄψις σου ὡραία.

πιάσατε ἡμῖν ἀλώπεκας μικροὺς ἀφανίζοντας ἀμπελῶνας, καὶ αἱ ἄμπελοι ἡμῶν κυπρίζουσιν.


ἀδελφιδός μου ἐμοί, κἀγὼ αὐτῷ, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις,
ἕως οὗ διαπνεύσῃ ἡ ἡμέρα καὶ κινηθῶσιν αἱ σκιαί.

ἀπόστρεψον, ὁμοιώθητι σύ, ἀδελφιδέ μου, τῷ δόρκωνι ἢ νεβρῷ ἐλάφων ἐπὶ ὄρη κοιλωμάτων.



ΚΕΦΑΛΗ β΄
Εκείνη
Του κάμπου είμαι εγώ το λουλούδι,
της κοιλάδας το κρίνο.
Εκείνος
Όπως το κρίνο στα αγκάθια ανάμεσα, έτσι η αγαπημένη μου στις κοπέλες.
Εκείνη
Όπως στα δέντρα του άγριου δάσους η μηλιά, έτσι ο καλός μου μες στα παλικάρια. Στον ίσκιο του ο πόθος μου μ’ έφερε, το στόμα μου ο καρπός του γλυκαίνει.
Σε ένα κελάρι να με κλείσετε με κρασί, με την αγάπη να με σκεπάσετε.
Με αρώματα στηρίξτε με δυνατά, με μήλα στυλώστε με,
γιατί εμένα η αγάπη με πλήγωσε.

Στο αριστερό του χέρι το κεφάλι μου να πλαγιάζει και το δεξί του ολόκληρη να με κλείνει.

Σας εξορκίζω, της Ιερής Πόλης κόρες, στη δύναμη τη ζωντανή των
χωραφιών, μην τη σηκώνετε, μην την ξεσηκώνετε την αγάπη μου, όσο αυτή να θελήσει.
Εκείνη
Nα του αγαπημένου μου η φωνή
να τος βουνά περνώντας που έρχεται, τους λόφους δρασκελώντας.
Ζαρκάδι μοιάζει ο αγαπημένος μου, μικρό ελαφάκι πάνω στα πέτρινα βουνά. Να τος πίσω απ’ τον τοίχο μας, σκύβει έξω απ’ τα παράθυρα, απ’ τα φύλλα τους προβάλλει.

Μιλάει, μιλάει ο αγαπημένος μου και μου λέει:
Εκείνος
Σήκω, έλα κοντά μου, ψυχή μου, περιστεράκι μου, κοίτα,
έφυγε ο χειμώνας και χάθηκε, τώρα σταμάτησε η βροχή, λουλούδια φύτρωσαν, ήρθε ο καιρός του τραγουδιού, άκου, παντού τρυγόνια!
Βγήκαν τα άγουρα σύκα στις συκιές, άνθισαν και μοσχοβολούν τα αμπέλια, σήκω, έλα κοντά μου, ψυχή μου, περιστεράκι μου, έλα, περιστεράκι μου εσύ, μέσα απ’ του βράχου το σκίσιμο, από του προμαχώνα την άκρη· το πρόσωπό σου φανέρωσέ μου, τη φωνή σου να ακούσω κάνε με, γιατί είναι η φωνή σου γλυκιά κι είναι ωραίο το πρόσωπό σου.
Χορός
Τις αλεπούδες τις μικρές πιάστε για μας, που μας χαλάν τα αμπέλια· τα αμπέλια μας τώρα που είναι στον ανθό.
Εκείνη
Δικός μου είναι ο αγαπημένος μου, δική του εγώ, στα κρίνα ανάμεσα με τα κοπάδια του εκείνος, ώσπου να ξεψυχήσει η μέρα και να πέσουν οι σκιές.
Γύρισε πίσω, ζαρκάδι γίνε, αγαπημένε μου εσύ, μικρό ελαφάκι
μες στις χαράδρες των βουνών.




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA