Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Μόνο η αγάπη έμενε
(προδημοσίευση)

Στην επικράτεια της θλίψης
Ήρθε η μάνα μου με πέλματα γυμνά να με σηκώσει
Από το κρεββάτι
Φόραγε περασμένους έρωτες κατάσαρκα και μια κορώνα από τα παιδικά μου χέρια
Ζωγραφισμένη στο κεφάλι
Πιες μου είπε με το χαμογέλο της ιέρειας
Το κύμβαλο έκρωξε, τα ψάρια βγήκαν στην επιφάνεια
Η ακακία ξεράθηκε
Πιες
Ήρθα να σε γλυτώσω από τη δίψα

Ανασηκώθηκα με δυσκολία
Δεν τη γνώριζα
Περσεφόνη φώναζα στον ύπνο μου
Περσεφόνη
Κι ήταν ο πυρετός αυτός που με συντάραζε ολόκορμη
Μέσα στα αγαπημένα χέρια της τα γερασμένα

Ήπια γουλιές γουλιές τον πόνο της
Βάλσαμο χύθηκε η αγάπη κι όλος ο θάνατος
Μονομιάς σαν κρύσταλλο θρυμματίστηκε
Στα μάτια μου που ράγισαν χίλιες φορές
Ήθελα τόσα να πω μα μου είχε κλέψει τη μιλιά η
Απομάκρυνση είχα αφήσει τον εαυτό μου στο περβάζι
Μετέωρος με κοίταζε με μάτια γυάλινα
Καθώς η μάνα μου μου χάιδευε τα χέρια
Μου ζέσταινε τα πόδια
Έπινα την αλήθεια και θυμόμουν
Τον έκρυθμο του κόσμου προσπασμό πριν το μεγάλο τέλος
Έσβησα το τσιγάρο στο στρώμα
Ήταν  η ομίχλη που εισέβαλλε από το ανοιχτό παράθυρο και με
Συνέφερε
Ήταν το σύννεφο καπνού που μου μιλούσε
Άννα μου έλεγε
Άννα
Καθώς κατάπινα το σάλιο μου και κοίταζα το άπειρο
Άννα φώναζαν τα δέντρα
Το πεύκο που κόπηκε και χίλιες κάμπιες μετανάστευσαν πάνω μου
Φωνάζοντας ρυθμικά και απροσπέλαστα

Ήταν το πρόσωπο της Αγάπης που μου έγνεφε μεσα από
Μια φυλακή κάπου στον κόσμο
Με το πρόσωπό του σιδεροδέσμιο
Μου έγραφε με χαρακτήρα γνώριμο
Για τα τοπία της φρίκης
Την άρνηση να υποταχθεί στο πεπρωμένο
Αυτός που κάποτε το πρόσωπό του δάνεισε στο σώμα της ομίχλης
Που πάνω στο στήθος του έγραψε τον γλάρο με ίδιο μελάνι το αίμα του
Που πότιζε τα ονειρα και το χαρτί που έκλεβε από την αποθήκη για να μου στέλνει
Νέα του

Είμασταν όλοι ξανά νεκροί
Και πάλι νέοι
Δεν έλειπε κανείς από την άθροιση του σκότους
Είχαμε μες στις τσέπες μας από ένα εισιτήριο
για το ταξίδι με το τρένο που ποτέ δεν πήραμε
Και χαμογέλαγαν δίπλα μας τα σκυλιά
Χαμογελούσαν τα σκυλιά
Αυτά που τελικά μας κατασπάραξαν στον ύπνο
μέσα στον ύπνο
Κι ύστερα πάλι μέσα στο ονειρο

Είχα ξεκόψει νόμιζα παρτίδες με το παράλογο όταν αίφνης
Αναδύθηκε μπροστά η γύμνια μου
Και με ξεδιάντροπους χειρισμούς με ξελόγιασε
Με έριξε στο κρεβάτι της σαγήνης και μαλακά μου ψιθύρησε
Τον πόθο της για μένα
Αυτή που εξοβελίστηκε στα όρια της ευπρέπειας και στο μηδενικό
Του θέρους μου ικρίωμα
Στα πόδια μου έπεσε με αναφιλητά και με ξεμπρόστιασε
Η γύμνια μου
Η φτώχεια μου
Η ήττα μου
{ … }





Μικρές ασκήσεις ουτοπίας
(αδημοσίευτο)


Η λύπη θα μας διαλύσει. Αυτό κάνει. Διαλύει. Η μοναξιά έχει άλλη γεύση στα πάτρια εδάφη. Εδώ μυρίζει πατέ και κρεμώδη τυριά. Θα έπιανα το χέρι σου αν μου το έδινες. Ναι αλήθεια είναι, θα το κρατούσα σφιχτά κι ας μην έχω πια χέρια. Από τη σιωπή που μου δίνεις, μόνο ποιήματα μπορώ να γράφω.Να σου φοράω κουστούμια και φωνές ανάλογα με τα γούστα. Κι εσύ αντίρρηση δεν φέρνεις. Αν υποθέσουμε πως η άγνοια λογίζεται για κατάφαση. Θα ήθελα πολύ να σε ταράξω. Μέσα στον ύπνο σου να ρθω και να ουρλιάξω. Ο χρόνος γελάει μες τους καθρέφτες κάθε μέρα ξυπνώ και με μια καινούργια ρυτίδα. Κρατάω το μολύβι σαν να είναι περίστροφο. Και παίζω με τις λέξεις στη θαλάμη μια διεστραμμένη ρουλέτα. Όταν αδειάσει, θα είμαι νεκρή. Προς το παρόν, ακούω μουσικές για τρελλούς κι αλλοπαρμένους τύπους που θέλουν να γυρίσουν, για αυτούς που γύρισαν, κι ακόμα για όσους δεν θα γυρίσουν πια. Κάθε σενάριο μου κάνει.  Αστείο δεν είναι;

η σκόνη μου παίζει παιχνίδια/ κάθεται όπου γουστάρει/ ακόμα και στη θέση μου/ σηκώνομαι όρθια/ τινάζω από πάνω μου χιλιάδες βλέμματα/ γυμνός δεν μένεις ποτέ/ ακόμα κι όταν το επιθυμείς τόσο/ η πόλη σου κόβει κοστούμι/ δύο νούμερα μικρότερο

Εγώ. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι εκεί. Που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να είμαι. Εγώ. Να είμαι. Είμαι. Εγώ. Εδώ. Εκεί. Παντού. Μέσα μου εκεί είναι που δεν μπορώ πάντα να είμαι μέσα μου Με διαλύουν οι φωνές διαλύομαι σαν αναβράζον χάπι σε ποτήρι ψηλό αφρίζω σαν κύμα στην ακτή σαν λυσσασμένη γάτα και όταν με πίνεις μονορούφι κάνω καλό στον πονοκέφαλο Έξω από μένα υπάρχω πάντα σαν τα μάτια του άλλου σαν την παρατήρηση την εκφορά την αντίδραση Έξω από μένα είμαι ένας άλλος εγώαυτός που δεν υπάρχει στα αλήθεια παρά μόνο σαν κάτοπτρο κοίλο ενός κόσμου που δεν είναι πια εδώ.

Εσωκλείω πυρετούς αναβολές κι εξανθήματα νευροφυτικής διέγερσης απαριθμώ εικόνες ταξινομώ μνήμες σβήνω γραμμές και σχεδιάζω ηλιοβασιλέματα ένα νοητό σύμπαν για ανόητες λέξεις τεχνητή αναπνοή σε πεθαμένα καλοκαίρια Εγώ είμαι αυτός αυτός που είμαι που φτιάχνει, γκρεμίζει αλλοιώνει, διαυγάζει γελάει, δαγκώνει ωριμάζει, πεθαίνει Εγώ, σαν άλλος ζω εγώ, σαν άλλος ερωτεύομαι σαν άλλος, σαν θεός σαν πάντα σαν ίδιος μέσα κι έξω σαν άχρονη φυγή σε ένα κατακερματισμένο 

χρόνο ανερμάτιστος ανεξέλεγκτος ανυπεράσπιστος εγώ σαν εγώ ποτέ και όμως πάντα σε μια γραμμή τεθλασμένη του χρόνου υπόσχεση παγετού και ήλιου σε ένα σύμπαν απέραντο εγώ- πώς εγώ; γιατί εγώ; ως το τέλος- ως το τέλος κι από την αρχή εγώ





Η μέρα που γνώρισα τη Λου 
Πρώτη δημοσίευση Ντουέντε http://duendemagazine.gr/issue/27/article/760/%CE%97+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CF%80%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1+%CF%84%CE%B7+%CE%9B%CE%BF%CF%85.html



Είχαν περάσει ήδη τρεις ημέρες από την ώρα που είχα πατήσει το πόδι μου στη Νις. Είχα πια αρχίσει να νιώθω επικίνδυνα οικεία. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ηλικιωμένους τουρίστες. Ο Αλφόνς, αλγερινός μεσήλικας με λευκό φανελάκι τύπου μινέρβα, ανοιχτό πουκάμισο, φαρδύ τζην και παντόφλα ήταν η παρέα μου στο μικρό καθιστικό του ξενοδοχείου. Ξενοδοχείο…τέλοσπάντων. Μικρή πανσιόν θα έλεγα με δεκαπέντε δωμάτια όλα κι όλα, πέντε σε κάθε όροφο. Έμενα στον δεύτερο, στο δωμάτιο με τον αριθμό τρία. Το μόνο δωμάτιο του ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο κι όχι στην πολύβουη Ρυ Μασενά. Δεν με πείραζε καθόλου. Είχα ησυχία και μία κάποια ιδιωτικότητα στο μικρό μπαλκονάκι με την ξεθωριασμένη ψάθα και τις νεκρές φτέρες στην πλαστική ζαρντινιέρα. Το συνέδριο υπήρξε μονάχα η αφορμή για να βρεθώ σε αυτή την παρηκμασμένη λουτρόπολη της γαλλικής ριβιέρας που έσφυζε από μεσόκοπους και βάλε τουρίστες και ξέμπαρκους νεαρούς σαν μια προσωρινή στάση στο δρόμο τους για κάπου αλλού. Είχα πάει να δω τη θάλασσα μοναχά μία φορά. Μου έφτανε να ξέρω πως απείχε μόνο διακόσια μέτρα. Ένιωθα το αλάτι να γαργαλάει τα ρουθούνια μου, κάθε που ανάσαινα. Μου είχε λείψει η θάλασσα. Και οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει δίπλα της. 

Τα απογεύματα πίναμε τον καφέ μας με τον Αλφόνς και μιλούσαμε για τα περασμένα. Για τα περασμένα του Αλφόνς και της Νις, γιατί τα δικά μου περασμένα ήταν από χρόνια και ξεχασμένα και καμία διάθεση δεν είχα να σκαλίζω τις στάχτες του παρελθόντος πίνοντας τον άθλιο καφέ φίλτρου που κάθε λίγο και λιγάκι μας σέρβιρε η Ράχελ, η εκ Παταγονίας ορμώμενη και εν τη Νις εγκατασταθείσα από εικοσαετίας, καμαριέρα του Φελίξ Οτέλ. Καμιά φορά η Ράχελ αναστέναζε βαριά καθώς περνούσε δίπλα από τον Αλφόνς και τον ρώταγε κοιτάζοντας στο άπειρο… θυμάσαι Αλφόνς; Θυμάσαι; Ο Αλφόνς που ερχόταν συνεχώς και αδιαλείπτως για διακοπές στη Νις και στο Φελίξ Οτέλ την τελευταία εικοσαετία, τα θυμόταν όλα, κι όχι μόνο τα θυμόταν αλλά βαριαναστέναζε κι αυτός μαζί με τη Ράχελ.

Εκείνο το βράδυ όμως ο Αλφόνς έλειπε και η Ράχελ είχε ρεπό. Η πόλη έσφυζε από ζωή, ο βόμβος από το πολύβουο μελίσσι ερχόταν στα αυτιά μου σαν σειρήνα που με καλούσε να εγκαταλείψω το κατάρτι μου και να χαθώ ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης ψάχνοντας για…για; Ήμουν καλεσμένη στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του συνεδρίου όμως και μόνο η σκέψη με γέμιζε βαρεμάρα και απόγνωση. Βαρετές χειραψίες, κολλημένα χαμόγελα, ατελείωτες συζητήσεις για τη δουλειά˙ χίλιες φορές να έμενα ξύπνια και ανήσυχη σαν θηρίο στο κλουβί. Γύρω στις εννιά, κι αφού είχα καπνίσει το καθοριστικό τσιγάρο στο μπαλκονάκι παρακολουθώντας με τα μάτια το λούκι να σκαρφαλώνει από όροφο σε όροφο, να κάνει κοψίματα, γυρίσματα και γωνίες μέχρι να φτάσει επιτέλους στο έδαφος και να αποθέσει το υγρό περιεχόμενό του σε ένα παλαιό σκουριασμένο σιφώνι το οποίο μόλις και διακρινόταν στο δάπεδο του ακάλυπτου, αποφάσισα πως όσο κουρασμένη κι αν ήμουν, θα περπατούσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης, θα ανακατευόμουν με τους τουρίστες, θα χάζευα τις πλατείες και τα αγάλματα, θα σταματούσα να θαυμάσω χορευτικά δρόμου, να ακούσω πλανόδιους μουσικούς, να σκοτώσω την ώρα μου, σε ένα σκηνικό που μου έκανε τη χάρη να απλώνεται για λίγο ακόμα χρόνο σαν φόντο της ζωής μου.

Έσβησα το τσιγάρο μου σε ένα παλιό φλυτζανάκι του καφέ, δίπλα στις φτέρες και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα με τον αριθμό τρία και να κατεβαίνω τρέχοντας τη φιδωτή παμπάλαια σκάλα του Φελίξ Οτέλ. Η Λου με περίμενε μοναχά λίγα μέτρα παρακάτω. Ένας Νιγηριανός πλανόδιος έμπορος την πουλούσε παράνομα στο δρόμο. Κοντοστάθηκα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθώς περνούσα πλάι της, κι αυτός, έμπειρος να αναγνωρίζει βλέμματα που μαρτυρούν την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει χάσει όλα, σηκώθηκε και πιάνοντας τη γάτα ακριβώς δίπλα στη Λου, μου την έφερε μπροστά και με φωνή μπάσα και κοφτή με ρώτησε Τη θες; Σαστισμένη, την έπιασα στα χέρια μου, τη χάιδεψα, τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τα μάτια μου παρέμεναν καρφωμένα στη Λου. Ήταν πολύ ακριβή. Κι εγώ δεν είχα παρά ελάχιστα για την αυριανή επιστροφή μου. Για τα χρήματα που μπορούσα να διαθέσω, πιο λίγα κι από τα μισά όσων ζητούσε, μου έδινε την άλλη, την πρώτη, την άψυχη. Όχι του είπα. Όχι. Κι έκανα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω μισό βήμα και με μια δρασκελιά μου είχε βάλει τη Λου στην αγκαλιά. Πάρ’ την μου είπε. Πάρ’ την. Τη θες. Μα…ψέλισα. Πάρ’την και δώσε μου μοναχά μισό ευρώ παραπάνω από όσα θα έδινες για τη μικρή. Χαμογέλασα αμήχανα και έμεινα κάμποση ώρα να χαιδεύω τη Λου και να ψαχουλεύω την τσάντα μου για χρήματα. 

Το όνομά της είναι…Λου του απάντησα κι εκείνος χωρίς να σαστίσει στιγμή μου απάντησε, είδες; Δεν υπάρχουν συμπτώσεις Αντέλ. Κοιταχτήκαμε βαθειά, ίσια στα μάτια. Ήταν ο σαμάνος του δρόμου που είχε εμφανιστεί από το πουθενά για να μου δέσει ένα φυλαχτό στο χέρι, χρόνια πριν, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη. Τώρα τον έλεγαν Μαντίπ. 

Με τη Λου αγκαλιά περπατήσαμε ως το ξημέρωμα που μας βρήκε στους κήπους πλάι στην παραλία να χαζεύουμε τον ορίζοντα κάτω από το άγαλμα κάποιου που δεν με συγκίνησε αρκετά, ώστε να διαβάσω την μαρμάρινη επιγραφή.

Όταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο ένα χαμόγελο που έλειπε δεκαετίες από τη ζωή μου είχε επιστρέψει πανηγυρικά στο πρόσωπό μου γλυκαίνοντας τις ρυτίδες και κάνοντάς με να λάμπω σχεδόν ανθρώπινη.

Από τότε (25/09/1993) η Λου κι εγώ διανύσαμε άπειρα χιλιόμετρα, αλλάξαμε πόλεις, χώρες, δωμάτια, συντροφιές, παρέες, γλώσσες, δουλειές, ονόματα -πάντα αχώριστες- ώσπου κάποτε τα όρια ατόνησαν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εγώ και στο αυτή έγιναν τόσο ασαφή όσο η πάχνη που στολίζει τον ορίζοντα στο βάθος-βάθος της θάλασσας. Ξημερώματα.







25η ώρα 
πρώτη δημοσίευση:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/110477268692/25%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να βυθίζεται. Είχε τρυπήσει τώρα το στρώμα και το σώμα του έσπρωχνε το πάτωμα, ώσπου τελικά, αυτό υποχώρησε κάτω από το βάρος του κορμιού του κι άνοιξε όπως το νούφαρο στην πρωινή δροσιά. Αιωρούνταν τώρα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι της.

  Εκείνη ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα και διάβαζε ένα φτηνό ρομάντζο. Γύριζε τις σελίδες αργά, μπρος πίσω και κουνούσε το αριστερό της πόδι νευρικά. Του προκαλούσε εκνευρισμό, καθώς τάραζε τον αέρα του δωματίου και τον εμπόδιζε να αυτοσυγκεντρώνεται με την άνεση που του χάριζαν τα αμέτρητα χρόνια πρακτικής. Είχε μονίμως τα μάτια κλειστά και σε λίγο θα δοκίμαζε μια καινούργια τεχνική που θα του επέτρεπε να αιωρείται κάθετα. Η τεχνική αυτή παρουσίαζε πολλές δυσκολίες κι ο Άλταρ δεν είχε καταφέρει ποτέ να την τελειοποιήσει. Τώρα όμως, καθώς γνώριζε πως ο χρόνος του τελειώνει, ήταν αποφασισμένος για όλα. Έγειρε το λαιμό του πίσω και χαλάρωσε εντελώς τους μύες του προσώπου του. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα του άρχισε να στροβιλίζεται, να αλλάζει κλίση ώσπου σταθεροποιήθηκε σε κάθετη θέση. Αιωρούνταν τώρα παράλληλα με τον τοίχο του υπνοδωματίου και μπορούσε να νιώθει τη μετατόπιση των μορίων του αέρα από το νευρικό κούνημα του ποδιού της πιο άμεσα. Όταν ένιωσε άνετα στην καινούργια του θέση και βεβαιώθηκε πως έλεγχε απόλυτα την αιώρηση, αφέθηκε να ταλαντεύεται ελαφρά, ανεπαίσθητα, σαν μωρό στην κούνια του. Το πόδι της, αυτό το υπέροχο άκρο, έδινε τον τόνο και το ρυθμό, ένα πόδι- μαέστρος με το σώμα του ορχήστρα στο έλεός του. Θα ήθελε να βγάλει έναν μικρό αναστεναγμό, όμως η παραμικρή απόκλιση από τη συγκέντρωσή του θα είχε ολέθρια αποτελέσματα. Αρκέστηκε απλά στην προσομοίωση ενός μικρού αναστεναγμού και υποδύθηκε ακόμα και πως γέλασε με την αντίδρασή του.

Ώρες ώρες ήταν φοβερά διασκεδαστικό να έχει εκατό τοις εκατό τον έλεγχο της ύπαρξής του, κι άλλες αφόρητα πληκτικό και σχεδόν απάνθρωπο, αν και δεν ήταν βεβαίως άνθρωπος. Ήταν διαβάτης. Αιώνιος ταξιδευτής. Διαγαλαξιακός καλόγερος. Ή απλά τρελός. Ο εγγενής κυνισμός ήταν άλλωστε το δυνατότερο σημείο του. Αυτό που του επέτρεπε να διατηρεί την ψυχραιμία του όταν όλοι γύρω του γίνονταν έρμαια της παρόρμησης ή της συγκίνησης. Εκείνος είχε πάντα τον έλεγχο. Πάντα. Πόσες φορές δεν είχε κατηγορηθεί για την παροιμιώδη του ψυχρότητα. Δεν είχαν κι άδικο. Όμως κάτω από την φαινομενική αταραξία και το σκληρό περίβλημα, μέσα, στο εσώτατο βάθος, στον πυρήνα του, ο Άλταρ έβραζε σαν λάβα ηφαιστείου. Απλά, είτε λόγω συγκυρίας, είτε λόγω ελλειπούς ερεθίσματος ή ακόμα ακόμα μη ικανής εντάσεως ερεθίσματος, ο κρατήρας του δεν είχε παραδοθεί ποτέ στην έκρηξη. Υπήρχε μονίμως εμπλοκή στην ανάφλεξη. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να φανταστεί πώς θα ήταν να έχανε κι αυτός έστω για μια φορά τον έλεγχο, την ικανότητα  να επιβληθεί στον εαυτό του, πως θα αντιδρούσε αν ξαφνικά τον κυρίευε μία επιθυμία  χαίνουσα που θα τον ανάγκαζε να χάσει τον ύπνο του, την επιλογή του πάνω στα πράγματα, την αυτοκυριαρχία του.  Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνονταν ικανό, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, να τον βγάλει βίαια από τη νιρβάνα της σκανδαλώδους αυτάρκειας.

Γνώριζε καλά πως κι ο πάγος ήταν εξίσου αποτελεσματικός στην πρόκληση εγκαυμάτων και είχε καταφέρει να μετουσιώσει την οφθαλμοφανή του αναπηρία για έκρηξη σε μια ομιχλώδη, εθιστική κι ακατανόητη γοητεία. Αυτή η γοητεία της παρεξήγησης αποδείχθηκε εκ των υστέρων το πιο αποτελεσματικό όπλο στην διατήρηση των αποστάσεων και των τύπων. Η αλήθεια όμως, πίσω από όλη αυτή την χειριστική κατασκευή και την διανοητική οχύρωση, ήταν ότι ο Άλταρ, όπως κάθε θνητός που διέθετε σάρκα, καιγόταν από την επιθυμία να καεί επιτέλους από επιθυμία.

Όταν ο αισθητήρας του άρχισε να δονείται, ήξερε πως είχε πια μόνο 25 ώρες. Στο διάστημα αυτό, προετοιμάστηκε σωματικά και ψυχικά για την ανάληψη. Πλύθηκε και αλείφτηκε με την κρέμα που είχε παρασκευάσει για την περίσταση. Ένα μείγμα γύρης και γάλακτος. Καθώς στέγνωνε επάνω του, το σώμα του χρύσιζε κι αντανακλούσε το φως. Έπειτα συνέχισε με τις ασκήσεις αναπνοής και συγκέντρωσης. Όταν ξεκίνησε να εκτελεί τις ασκήσεις αιώρησης, έμοιαζε με σάρκινο πρίσμα καθώς στροβιλίζονταν με χάρη μέχρι να σταθεροποιηθεί στη σωστή θέση. Πέρασαν έτσι 23 ώρες. Όταν συνειδητοποίησε πως το πέρασμά του έφτανε στο τέλος, η μορφή της κατέκλυσε τη σκέψη του. Του ήταν πια αδύνατο να συγκεντρωθεί στα μάντρα, το όνομά της μπλεκόταν με τις συλλαβές και του έφερνε χαμόγελα και σύγχιση. Μόνο όταν άδειασε εντελώς, μόνο όταν εγκατέλειψε κάθε ιδέα, γνώση, νόηση κι αντίσταση, καταλείφθηκε ολοσχερώς από εκείνη.

Την επόμενη ώρα αφιερώθηκε στο να προσπαθεί να διαπεράσει το πάτωμα ούτως ώστε να βρεθεί δίπλα της, στο δωμάτιό της. Θα μπορούσε ίσως να της χτυπήσει το κουδούνι, όπως του είχε περάσει από το μυαλό να κάνει τα τελευταία τρία χρόνια που είχε μετακομίσει στο κτίριο, όμως τώρα ήταν αργά για ορθόδοξες προσεγγίσεις. Δεν είχε παρά μια ώρα πριν αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος προς την 25η. Με τα μάτια κλειστά συνέχιζε τις προσπάθειες. Ώσπου κάποια στιγμή, η αντίσταση χαλάρωσε, ένιωσε το πάτωμα να υποχωρεί, να ανοίγει μαλακά κι υπάκουα στο πέρασμά του. Ένιωσε σαν να γεννιόταν, σαν να έβγαινε στο φως, κι ας είχε διαρκώς τα μάτια του κλειστά. Η αγωνία να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμούσε καθολικά, τον έλουζε στο φως της ακατανόητης ηρεμίας, της ηρεμίας που αναβλύζει απευθείας από τη μήτρα της ύπαρξης κι ανεστράμμενα, αλλά ταυτόσημα, από τη φύτρα της ανυπαρξίας.   

Και νατος τώρα, όρθιος σχεδόν πίσω από την πόρτα του δωματίου της να την νιώθει να κουνά το πόδι της νευρικά. Δηλαδή τον αέρα ένιωθε, μα κι αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση. Κι οι αναστεναγμοί που προσομοίαζε για να μην χαλάσει τη συγκέντρωση, αληθινοί ήταν, το ήξερε. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και ψιθύρισε το μάντρα της ανυπαρξίας. Άρχισε να ίπταται από πάνω της και να υπολογίζει με το νου τις καλύτερες συντεταγμένες σταθεροποίησης.
Εκείνη, ανυποψίαστη, συνέχιζε να διαβάζει το ρομάντσο της και να κουνά νευρικά το αριστερό πόδι στον αέρα. Διάβαζε την ιστορία εκείνης και εκείνου. Μια ιστορία ασυννενοησίας, παρεξηγήσεων, σιωπών, αμηχανίας, βουβών βλεμμάτων και ασίγαστης επιθυμίας. Μία ιστορία που εκτυλισσόταν στο μυαλό των πρωταγωνιστών και που μόνο ο αφηγητής γνώριζε καλά όλες τις λεπτομέρειες. Εκείνοι, οι πρωταγωνιστές ζούσαν αμέριμνοι στη μονομέρεια της επιθυμίας τους. Το βιβλιαράκι ήταν τυπωμένο σε φτηνό πολτό, με χοντρές σελίδες και μεγάλες άτσαλες γραμματοσειρές. Στο εξώφυλλο μία κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά έπινε ένα ποτήρι κρασί σε ένα μπιστρό, και στο βάθος φαινόταν ο πύργος του Άιφελ. Στο τραπεζάκι ήταν ένα τασάκι με δύο τσιγάρα αναμμένα. Το δεύτερο τσιγάρο, υποδήλωνε την παρουσία (ή μήπως την απουσία;) εκείνου. Ραντεβού στο Παρίσι ο τίτλος, μα μέχρι τη σελίδα 147 οι πρωταγωνιστές δεν είχαν καταφέρει να συναντηθούν. Κι ήταν κι αυτό το εξώφυλλο με την αμφισημία του που τη γέμιζε άγχος. Θα συναντηθούν επιτέλους;  Αυτό το βιβλίο θα την εξόντωνε. Έμεναν μόνο 3 σελίδες μέχρι το τέλος και η αγωνία είχε χτυπήσει κόκκινο. Αναδεύτηκε ελαφρά, έγειρε στο πλάι και γύρισε ανάσκελα για να ξεμουδιάσει και να ξεκουράσει το λαιμό της. Συνέχισε να διαβάζει λαίμαργα, όσο ο Άλταρ την ένιωθε ζεστή και αναστατωμένη σε απόσταση αναπνοής. Βρισκόταν ακριβώς από πάνω της, χωρίς να μπορεί να τη δει, την αισθανόταν όμως με κάθε κύτταρο του κορμιού του. Η ώρα πλησίαζε, είχαν μείνει μόνο τρία λεπτά προτού να συμπληρωθεί η 25η ώρα.

Έφτασε στην τελευταία σελίδα, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα ψυχρό ρεύμα να έρχεται καταπάνω της και να την παραλύει, το βιβλίο έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα προτού προλάβει να διαβάσει την τελευταία γραμμή. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα – όμως δεν ήταν φόβος αυτός που την κατέκλυζε.
Ο Άλταρ ίπτατο πια σε απόσταση αναπνοής από το σώμα της χωρίς να την αγγίζει. Μέσα σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου άκουσε τον πάγο μέσα του να σπάει, ένιωσε τη λάβα να ξεχειλίζει κι ανοίγοντας τα μάτια του βυθίστηκε μεμιάς ολοκληρωτικά μέσα της.

Οι αστυνομικοί που ερευνούσαν την εξαφάνισή της δεν διαπίστωσαν κανέναν σημάδι παραβίασης στο διαμέρισμα. Στην κρεββατοκάμαρα ένα ψυχρό ρεύμα τους τύλιξε παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Στο πάτωμα, δίπλα στο κρεββάτι, βρήκαν το βιβλίο ανοικτό στην τελευταία σελίδα.  Ο αστυνομικός που το σήκωσε διάβασε δυνατά την τελευταία πρόταση:
«Όταν θα είναι πια πολύ αργά, θα με δεις να επιστρέφω.»




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA