Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
                                                       ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ 
                                      ΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΛΗΓΕΣ , εκδόσεις ύψιλον.


Είναι ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα παιδικού χεριού –και λέω παιδικού γιατί έχουν την συστολή της αγίας άγνοιας και μοιάζουν λιγότερα από αυτά των αδηφάγων ενηλίκων-, οι φορές που ένιωσα κάποιον άνθρωπο τόσο χωνεμένο από τον τόπο και την παιδικότητά του, όσο εκείνον τον ποιητή των Μέσα μας Πληγών.
Ο Τάσος Πορφύρης λέει τα αρμυρίκια «Ομηρίκια», τραγανίζει ένα κομμάτι ξεχασμένο Παράδεισο στη μέσα τσέπη της Νύχτας δίχως να τελειώνει ο έναστρος ουρανός, ακούει να βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός καθώς το δάσος πανίσχυρο φουσκώνει σαν πράσινη θάλασσα και πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο, παρατηρεί πώς τα χελιδόνια πάντα γυρνούν στις σκεπές των ολίγων εναπομεινάντων προκλασικών ποιημάτων, μα κυρίως γνωρίζει ότι τα χιλιάδες ανείπωτα λόγια είναι αυτά που στηρίζουν τα γραμμένα στα βιβλία.
Ο Τάσος Πορφύρης είναι για πάντα γητευμένος από την ντοπιολαλιά των βουνών και των χωμάτων του και ως τέτοιος παραμένει στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Φορέας μιας ποιητικής ηθικής που είναι πλέον δυσεύρετη, ένας Ηπειρώτης του μοντέρνου, ένα αγροτόπαιδο που έμαθε να τιθασεύει την μνήμη και να την κάνει τραγούδι με τον ίδιο αβίαστο μα ταυτόχρονα επίπονο τρόπο που το σιτάρι γίνεται ψωμί, ένας ποιητής με προγόνους πολλούς γιατί έμαθε να ακούει το ράγισμα της πέτρας στην ησυχία.
Ο Τάσος Πορφύρης δεν μοιάζει με εκείνους τους συγγραφείς ποιημάτων των οποίων οι στίχοι γέρνουν κλείνοντας τα μονοπάτια της εξόδου προς την θάλασσα, δεν ανήκει σε κύκλους, παρέες, τάσεις και φατρίες. Ξέρει πως ο Ποιητής ανήκει έξω από το μαντρί, κοντά στους μοναχικούς οδοιπόρους, τα χιονισμένα βουνά τα άγρια δάση και τα λατρεμένα σονέττα. Διάκονος της απλότητας, ιεροφάντης μιας λαϊκότητας που χάνεται, μπολιάζει την Μάκω Σιούλενα, τον Κωτσιο-Γκιολέκα, τον αγωγιάτη και τον θεριστή με τον Ταρκόφκι, τον Ρεμπώ, τον Πάουντ, τον Βαλερύ, τον Καρυωτάκη. Είναι εκείνο το χωριατάκι από το Πωγώνι που έφτιαξε το δικό του πολυφωνικό τραγούδισμα μέσα από την κατάλυση της στίξης και το γλωσσικό ιδίωμα των συμπατριωτών του για να εκφράσει ό,τι του υπαγόρευε η ζωοποιός μοναξιά του, οι αβυσσαλέοι χειμώνες του, οι ξεριζωμένες ιτιές του ποταμού.
Ο Τάσος Πορφύρης μέσα από την ειλικρινή ανθρωπιά της ποίησής του αποδεικνύει πως ανήκει σε εκείνο το είδος Ποιητών, που σε όλες τις εποχές ήταν πάντα υπό εξαφάνιση: σε εκείνους για τους οποίους η ζωή προηγείται της γραφής. Και είναι αυτός ο μόνος ασφαλής τρόπος να γεννηθεί νέα ζωή μέσα από την ποίηση. Ως εκ τούτου η δημιουργική παρουσία του στο τώρα αποτελεί για όλους –ειδικά για εμάς τους νεότερους- πολυτέλεια και τύχη αγαθή.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA