Πέτρος Μπιρμπίλης, Αδειάζει το σπίτι της μάνας μου

Η Διώνη Δημητριάδου γράφει στο περιοδικό Fractal για το "Ο φόνος του λευκού" (Θράκα, 2017) του Παναγιώτη Δημητριάδη.

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: η ποιήτρια Έλσα Κορνέτη

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής


i.
Έφτασαν με το κύμα
μικρά νησιά
με παλάμες γεμάτες άμμο
στόματα ανοιχτά
χωρίς φωνή
χωρίς γλώσσα
μόνο
ανοιγόκλειναν
μάτια
καθώς πετούσαν πέτρες τα παιδιά
και τα έσπρωχναν στη θάλασσα
πίσω εκεί
που ανήκουν


ii.
Τα κορμιά
έπαιρναν θέση
το ένα επάνω στο άλλο
στολισμένα με μάτια
θάλασσα ή γη
γυάλιζαν ακόμη
Σκαρφάλωνα όλο ψηλότερα
ξεχνώντας πως
ο ιδρώτας τους
ήταν κάποτε
o δικός μας
έρωτας


iii.
Στo τέλος της σκάλας
ο ουρανός βυθιζόταν
Τα σύννεφα άφριζαν
στην άκρη
των δακτύλων
Αυτά τα σύννεφα φορούσαν φουστάνια
Γεμάτα πνιγμένο ηλεκτρισμό
Παρακαλούσα
να με αγγίξουν
ακόμα και να με πνίξουν
με λίγο απ’ το νερό
που κρατούσαν στη
φόδρα τους


iv.
Το ξανθό κορίτσι
με τη μελαχρινή ανάσα
βαμμένη με πίσσα
κάπνιζε καιρό
τα χόρτα της θάλασσας
έτρωγε λαίμαργα μια γοργόνα
την είχε καμακώσει έντιμα
τώρα ήταν δική της

Όλο αγάπη
μπροστά
στο τέλος
η γοργόνα δέχτηκε
να πεθάνει




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA