Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου


i.
Έφτασαν με το κύμα
μικρά νησιά
με παλάμες γεμάτες άμμο
στόματα ανοιχτά
χωρίς φωνή
χωρίς γλώσσα
μόνο
ανοιγόκλειναν
μάτια
καθώς πετούσαν πέτρες τα παιδιά
και τα έσπρωχναν στη θάλασσα
πίσω εκεί
που ανήκουν


ii.
Τα κορμιά
έπαιρναν θέση
το ένα επάνω στο άλλο
στολισμένα με μάτια
θάλασσα ή γη
γυάλιζαν ακόμη
Σκαρφάλωνα όλο ψηλότερα
ξεχνώντας πως
ο ιδρώτας τους
ήταν κάποτε
o δικός μας
έρωτας


iii.
Στo τέλος της σκάλας
ο ουρανός βυθιζόταν
Τα σύννεφα άφριζαν
στην άκρη
των δακτύλων
Αυτά τα σύννεφα φορούσαν φουστάνια
Γεμάτα πνιγμένο ηλεκτρισμό
Παρακαλούσα
να με αγγίξουν
ακόμα και να με πνίξουν
με λίγο απ’ το νερό
που κρατούσαν στη
φόδρα τους


iv.
Το ξανθό κορίτσι
με τη μελαχρινή ανάσα
βαμμένη με πίσσα
κάπνιζε καιρό
τα χόρτα της θάλασσας
έτρωγε λαίμαργα μια γοργόνα
την είχε καμακώσει έντιμα
τώρα ήταν δική της

Όλο αγάπη
μπροστά
στο τέλος
η γοργόνα δέχτηκε
να πεθάνει






ΠΟΙΗΣΗ & EΞΕΓΕΡΣΗ / ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ
ΣΑΒΒ. 01 ΟΚΤ. 2016 ΩΡΑ 19.00
ΜULTI MEDIA ΔΡΑΣΗ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑ / ΤΕΦΛΟΝ / NOΩΝ / ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
ΘΡΑΚΑ / ΑΝΤΛΙΑ /ΠΟΙΕΙΝ / ΕΝΕΚΕΝ / ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ
BIBLIOTΗEQUE / ΦΡΜΚ / ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ / ΒΑΚΧΙΚΟΝ /ΑΠΟΠΕΙΡΑ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ:
ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑ
ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ. ΤΑΣΟΣ ΣΑΓΡΗΣ+WHODOES.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΟΥΖΑΙΟΣ. ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΠΑΤΑΚΗΣ. MATTABEE
ΠΟΠΠΗ ΔΕΛΤΑ+TRIPMAKER YOUNG .
ΜΑΡΙΒΗ ΓΑΖΕΤΑ. ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΙΤΑΝΑΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΡΑΚΑ
ΠΕΛΑΓΙΑ ΦΥΤΟΠΟΥΛΟΥ . ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ . ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΕΝΤΖΟΣ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ. ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΡΟΥ. ΕΛΕΝΑ ΨΑΡΡΕΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΕΚΕΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ . ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΙΜΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ
ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ
ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΛΒΑΝΤΖΗΣ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΤΛΙΑ
ΠΑΝΑΓΙΩΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΝΝΑ ΡΑΜΑΛ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΕΙΝ
ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ. ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΕΛΛΗ
ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΟΩΝ
ΔΩΡΑ ΚΑΡΑΛΤΗΡΑ
ΟΜΑΔΑ ΠΟΙΗΣΗΣ «ΣΚΑΣΕ ΑΗΔΟΝΙ»
ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
ΘΕΚΛΑ ΤΣΕΛΕΠΗ. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΤΟΥΦΗΣ.
ΜΑΝΟΣ ΤΣΙΖΕΚ. ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

LIVE SOUND MIX
CRYSTAL ZERO. WAR. JUNIOR X
VISUAL ART
VOID OPTICAL ART LAB

ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΠΟΥ ΥΨΩΘΗΚΑΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
http://voidnetwork.gr/2016/09/23/13513/

 Μια σακούλα καραμέλες
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

εκδόσεις μελάνι


Βρήκα κάτι αυθόρμητο και μεταεφηβικό στους στίχους της πρώτης ποιητικής συλλογής “Μια σακούλα καραμέλες” της νεαρής Κατερίνας Ασημακοπούλου από τις εκδόσεις Μελάνι. Τρυφερά αδιέξοδα, μερικώς διαπραγματεύσιμους έρωτες, νεανική σκληρότητα περισσότερο σαν αμηχανία ή νευρικότητα απέναντι σε όσα έζησε ή πρόκειται να ζήσει, παρά σαν κάτι κυριολεκτικό κι αδιαπραγμάτευτο. Το ‘χει φαίνεται το νεαρό της ηλικίας, κορίτσι βλέπεις του ’90.

Βρήκα στίχους γλαφυρού έρωτα: Να μας γλείφουν οι ενοχές, όπως οι θάλασσες τα βράχια – κι εκείνο το έμμετρο 14σύλλαβο στιχάκι σαν απομεινάρι λαϊκού άσματος: Τα μάτια σου μου λύγισαν για πάντα τη ζωή. Βρήκα ενθουσιώδη στοχασμό: …και το σκοτάδι μια συνήθεια είναι ή το Θα ξαπλώσουμε μ’ εκείνους που τους νίκησε η ζωή. Για να αναπνεύσω ήρεμα λίγο παρακάτω, διαβάζοντας: Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Ακριβώς γιατί δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα.

Χαμογέλασα μαζί της γιατί αυτό ξέρω να κάνω καλύτερα λίγο / πριν γονατίσω – και ντράπηκα που Ντρεπόμαστε ήδη να πενθήσουμε, περιφρονούμε το λίγο σαν να ‘ταν μίασμα. Ακόμα κι αυτό της το «θέλω» στο Ξωτικό που έγινε άνθρωπος: Θα ήθελα η σιωπή μας να μην είναι σιωπή, δείχνει ότι επιζητά ζωτικές νομοτέλειες, διαυγείς συνθήκες πορείας.

Μύρισα όμως και πληγές που αφήνει στη σάρκα η πατρίδα, με καταληκτικούς στίχους σαν αποδοκιμασία: Πόσο λίγα ήξερες για την Ελλάδα – στο μυαλό μου ο Ρένος Αποστολίδης και το τελευταίο του πόνημα. Και έπειτα το ακέραιο: Ο τόπος μου βουβάθηκε. Για ν’ ακολουθήσει ο στίχος: Ο τόπος βουλιάζει μα τα παιδιά παραμένουν αμετανόητα όμορφα. Σκεφτόμουν τις προάλλες ότι πράγματι αυτός ο τόπος γεννά ακόμα θεούς. Αυτό είναι το ριζικό του. Αυτό και το βάσανο.

Εγώ καπνίζω γιατί δεν ξέρω τι να κάνω με τα δάχτυλά μου, θα πει. Χρόνια πριν γεννηθούμε κι οι δυο, στα 1983, ο Αργύρης Χιόνης στα “Λεκτικά τοπία” καταθέτει 8στιχο με τίτλο “Χέρια”. Παραθέτω:

Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν -τάχα χαιρετώντας- σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα

Στην ποίηση της Κατερίνας Ασημακοπούλου βρήκα μικρές εξομολογητικές αφορμές, σα ν’ άδραξε την ευκαιρία να φανερωθεί, έστω κρυμμένη πίσω από ευφάνταστα σχήματα λόγου: Ζω με τις ενοχές μου, όπως κάποιοι ζουν με τα σκυλιά τους. Άλλωστε, πού πάω χωρίς τις πληγές μου ολόγιομες;

Λέω συχνά ότι οι πληγές είναι πηγές. Μας ξεδιψούν. Μέχρι να μείνουμε μια μπλε σταγόνα. Μέχρι να έρθει η ώρα του δείπνου, όπου ο ένας θα φάει αναπόφευκτα τον άλλον. Το απόλυτο του τέλους. Το αδιαπραγμάτευτο κάθε φαινομένου. Ό,τι γεννιέται, απαραιτήτως κάποτε πεθαίνει:

Όλα εκφυλίστηκαν τόσο τέλεια, σαν να ήταν αυτός ο τελικός τους / προορισμός.
Μόνο σιωπή θ’ ανθίσει από το αίμα μου, ακούς; / Μου πιάνεις το χέρι –
υπήρξαμε και δεν θα υπάρξουμε πια.

Αισθάνθηκα, ωστόσο, μια καλοπροαίρετη φλυαρία στη συσκευασία της σακούλας, όχι πάντως από ‘κείνες τις ενοχλητικές – κι ίσως κάποια κείμενα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Αλλά πάντα υπάρχει δρόμος. Διέκρινα ακόμα μια ανομοιογένεια, κάτι που κάνει τις σελίδες να μετεωρίζονται μεταξύ ποιητικής απόπειρας, στοχασμού και πεζογραφικής περιγραφής. Ποιος ξέρει, ίσως αν ορισμένες περιγραφές τύχαιναν περισσότερης προσοχής, έρεαν ευκολότερα κάποιοι στίχοι.

Τουλάχιστον, ας μη θεωρήσω παιχνίδι της τύχης τους τελευταίους στίχους του τελευταίου ποιήματος. Ο Επίκουρος σα να μου γνέφει: οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται να ζήσουν / μα να πεθάνουν ευτυχισμένοι. Αναζητώντας ο καθένας από ‘μας τρόπο να πετάξει πάνω από τους φόβους του.

Όπως και να ‘χει, κάτι σημαντικό φαίνεται να συντελείται στους κύκλους των νέων σήμερα, παρά το σκληρό της εποχής. Ας στήσουμε καλά το αυτί μας. Έχουμε πολλά ν’ αφουγκραστούμε.


Θεσσαλονίκη,
Σεπτέμβρης 2016

Γιώργος Δάγλας
άτιτλο

Τόση έρημος,
  λες,
πού πήγε;

Και τώρα δυο κόκοι άμμου
   σ' αυτήν την κλεψύδρα...

Και τρέχεις έντρομος,
     μέσα στη νύχτα
να ψάξεις το ποδήλατο
που σου κλέψανε παιδί.

Ζαχαρίας Στουφής
7 μικρές ερωτικές επιστολές 

ΟΙ ΣΚΙΕΣ
Σου μιλάω όλη μέρα και όλη νύχτα
μα δεν απαντάς.
Είσαι συνεχώς εδώ και όμως μου λείπεις.
Ξέρω πως ξέρεις,
αυτό που θέλω να ξέρεις
και ξέρεις καλά πως ξέρω,
αυτό που θέλεις να ξέρω.
Όλο αυτό δεν θα το έκανα θέμα
αν δεν παρατηρούσα ότι,
κάθε φορά που βρισκόμαστε
τα σώματά μας δεν έχουν σκιές.

ΑΝΗΣΥΧΙΑ
Θα μπορούσαμε να μένουμε αμίλητοι για ώρες,
όμως δεν μένουμε.
Να φιλοτεχνούσαμε αριστουργήματα,
μα δεν επιχειρούμε .
Θα μπορούσαμε να κάναμε τα πιο μακρινά ταξίδια,
μα δεν πάμε.
Θα μπορούσαμε...
Για όλα όσα μπορούμε και δεν κάνουμε,
για όλα όσα κάνουμε ενώ δεν τα μπορούμε,
μην ανησυχείς αγαπημένη μου...
Δεν κάνουμε λάθος
δεν κάνουμε σωστά
δεν κάνουμε τίποτα.

ΑΣΥΝΑΝΤΗΤΟΙ
Δεν ήμουν συμμαθητής σου στο νηπιαγωγείο
που για να σου δείξω πόσο μου αρέσεις,
συνεχώς θα σε χτύπαγα και θα σε έσπρωχνα.
Ούτε συμφοιτητής σου στο πανεπιστήμιο
που θα σε ερωτευόμουν τρελά.
Δεν ζήσαμε ποτέ στον ίδιο τόπο
μα κι αν ζούσαμε,
ποτέ δεν θα είχαμε συναντηθεί
γιατί έτσι έπρεπε, να γνωριστούμε αργά,
τόσο πολύ αργά που πια δεν μένει,
κανένα περιθώριο να χαθούμε.

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Δεν χρειάζεται να νιώσεις κάτι,
έχω αισθανθεί τα πάντα.
Δεν χρειάζεται να με ερωτευτείς,
πάει καιρός που σε λατρεύω.
Ούτε δεν θα χρειαστεί να συγκατοικήσουμε...
Αυτή ή αίσθηση πως όλα είναι μάταια
γι´ αυτό και είναι ωραία,
είμαι εγώ που σε κατοικώ,
μαζί με την θλίψη μου και την χαρά μου.
Γι αυτό σου λέω, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι.
Μονάχα, όταν μεγαλώσω αρκετά
μέσα σου και αρχίσω να σε πνίγω,
μην ξεχάσεις να με γεννήσεις.

ΣΕ ΒΛΕΠΩ
Στον δρόμο, στην τηλεόραση,
στο ιντερνέτ, στο μετρό,
δεν συναντώ καμία που να σου μοιάζει.
Μονάχα εκείνο το μαρμάρινο κεφάλι
της άγνωστης θεάς μες το μουσείο
με τάραξε που είχε την μορφή σου,
Όπως τα βράδια που γυρνάω πιωμένος
κοιτάζοντας με λίγο στον καθρέφτη,
γίνομαι εσύ.

ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ
Χτες το βράδυ, μέσα στο σκοτάδι,
ξαπλωμένος, σκεφτόμουν κάτι για σένα
-δεν μπορώ να σου πω τι-
και τα μάτια μου πλημύρισαν.
Θυμήθηκα «πόσο μυστήρια
είναι η χώρα των δακρύων»
και ξέσπασα σε λυγμούς, έτσι αποκοιμήθηκα.
Χτες το βράδυ έκλαψα, πρώτη φορά για σένα
και ήταν τέλεια.

ΥΠΟΜΟΝΗ
«Μα δεν μπορούμε να τα κάνουμε
όλα μαζί» είπες ήρεμη.
Τότε κατάλαβα πως θα πρέπει
να σε περιμένω πέρα από την υπομονή,
πέρα από την αγάπη.
Θα περιμένω να με θελήσεις τόσο
που τίποτα να μην μπορείς
να κάνεις χωριστά μου.
Και τότε, θα με περιφέρεις παντού,
ένα κορμί σαράβαλο
με καμένο μυαλό.
                                                       ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ 
                                      ΟΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΠΛΗΓΕΣ , εκδόσεις ύψιλον.


Είναι ελάχιστες, μετρημένες στα δάχτυλα παιδικού χεριού –και λέω παιδικού γιατί έχουν την συστολή της αγίας άγνοιας και μοιάζουν λιγότερα από αυτά των αδηφάγων ενηλίκων-, οι φορές που ένιωσα κάποιον άνθρωπο τόσο χωνεμένο από τον τόπο και την παιδικότητά του, όσο εκείνον τον ποιητή των Μέσα μας Πληγών.
Ο Τάσος Πορφύρης λέει τα αρμυρίκια «Ομηρίκια», τραγανίζει ένα κομμάτι ξεχασμένο Παράδεισο στη μέσα τσέπη της Νύχτας δίχως να τελειώνει ο έναστρος ουρανός, ακούει να βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός καθώς το δάσος πανίσχυρο φουσκώνει σαν πράσινη θάλασσα και πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο, παρατηρεί πώς τα χελιδόνια πάντα γυρνούν στις σκεπές των ολίγων εναπομεινάντων προκλασικών ποιημάτων, μα κυρίως γνωρίζει ότι τα χιλιάδες ανείπωτα λόγια είναι αυτά που στηρίζουν τα γραμμένα στα βιβλία.
Ο Τάσος Πορφύρης είναι για πάντα γητευμένος από την ντοπιολαλιά των βουνών και των χωμάτων του και ως τέτοιος παραμένει στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Φορέας μιας ποιητικής ηθικής που είναι πλέον δυσεύρετη, ένας Ηπειρώτης του μοντέρνου, ένα αγροτόπαιδο που έμαθε να τιθασεύει την μνήμη και να την κάνει τραγούδι με τον ίδιο αβίαστο μα ταυτόχρονα επίπονο τρόπο που το σιτάρι γίνεται ψωμί, ένας ποιητής με προγόνους πολλούς γιατί έμαθε να ακούει το ράγισμα της πέτρας στην ησυχία.
Ο Τάσος Πορφύρης δεν μοιάζει με εκείνους τους συγγραφείς ποιημάτων των οποίων οι στίχοι γέρνουν κλείνοντας τα μονοπάτια της εξόδου προς την θάλασσα, δεν ανήκει σε κύκλους, παρέες, τάσεις και φατρίες. Ξέρει πως ο Ποιητής ανήκει έξω από το μαντρί, κοντά στους μοναχικούς οδοιπόρους, τα χιονισμένα βουνά τα άγρια δάση και τα λατρεμένα σονέττα. Διάκονος της απλότητας, ιεροφάντης μιας λαϊκότητας που χάνεται, μπολιάζει την Μάκω Σιούλενα, τον Κωτσιο-Γκιολέκα, τον αγωγιάτη και τον θεριστή με τον Ταρκόφκι, τον Ρεμπώ, τον Πάουντ, τον Βαλερύ, τον Καρυωτάκη. Είναι εκείνο το χωριατάκι από το Πωγώνι που έφτιαξε το δικό του πολυφωνικό τραγούδισμα μέσα από την κατάλυση της στίξης και το γλωσσικό ιδίωμα των συμπατριωτών του για να εκφράσει ό,τι του υπαγόρευε η ζωοποιός μοναξιά του, οι αβυσσαλέοι χειμώνες του, οι ξεριζωμένες ιτιές του ποταμού.
Ο Τάσος Πορφύρης μέσα από την ειλικρινή ανθρωπιά της ποίησής του αποδεικνύει πως ανήκει σε εκείνο το είδος Ποιητών, που σε όλες τις εποχές ήταν πάντα υπό εξαφάνιση: σε εκείνους για τους οποίους η ζωή προηγείται της γραφής. Και είναι αυτός ο μόνος ασφαλής τρόπος να γεννηθεί νέα ζωή μέσα από την ποίηση. Ως εκ τούτου η δημιουργική παρουσία του στο τώρα αποτελεί για όλους –ειδικά για εμάς τους νεότερους- πολυτέλεια και τύχη αγαθή.




ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ (Ο PENKOV ΣΤΗ GUCA)

     Τελευταίο τό βαλα στον σάκο. Να ναι πάνω -πάνω, να το βγάζω πρώτο. Οχτώ ιστορίες, κόκκινο, μικρόσωμο. Λοξό σαρκαστικό χιούμορ τα λόγια του παππού με τον εγγονό. Με κέντρισε. 

     Ανατολικά της δύσης. Βούλγαρος Miroslav Penkov. Και ποιος δεν είναι Βούλγαρος στις μέρες μας; Στην Αμερική. Γράφει στα Αγγλικά, οι σελίδες tarator και sljivovica που σπάνε μύτη. Λίγο πάνω από τα τριάντα. Ιδιοφυής, καυστικός με σαρδόνια διάθεση ψαρεύει σε άφεγγα νερά να ορίσει τη βαλκανική ψυχή. 

     Δεν είναι παίξε-γέλασε που τραγουδούσε και ο Διονύσης.

     «Προίκα αφάγωτη» οι Αντίποδες. Ό, τι πιο ενδιαφέρον . Οικοτεχνία. Χειροποίητο. 

     «Λίρα εκατό» ο μεταφραστής με τον  έξοχο «Καρυότυπο»  δύο χρόνια πριν.  
 

     -Θα ξεχάσεις το όνομα σου. Ποια ικαριώτικα πανηγύρια, Ελύτης, ξωκλήσια και περιστερώνες … Στην Guca …

     Πίναμε μπύρες με τον μικρό στο μπαλκόνι. 

     -Στην Guca. Εκεί να πας. Το Woodstock των Βαλκανίων. Εκατό μπάντες χάλκινα. Βούλγαροι, Σέρβοι, Σκοπιανοί, Βόσνιοι, Μαυροβούνιοι… Μια βδομάδα. Όλο το εικοσιτετράωρο… Τραγούδι, χορός , καπνός και πιώμα… Και οι Βαλκάνιες… Κάτι πόδια σαν ακρίδες…

     Αλήθεια έλεγε. Ήξερε. Είχε πάει την προηγούμενη χρονιά παρέα με συμφοιτητές του. Έμπαινε ο Αύγουστος. Ήθελα να ξεχάσω το όνομα μου. 

      -Πάρε και τον Miroslav μαζί σου. Ο Penkov στη Guca. Θα του αρέσει. Εξάλλου οι ιστορίες του αυτές τις μουσικές έχουν στην κοιλιά τους. 

     Το απόγευμα της άλλης μέρας με βρήκε να φουλάρω βενζίνη στα σύνορα. Ενενήντα πέντε λεπτά το λίτρο. Από τον τοπικό σταθμό ακουγόταν το Makedontsko devoiche.

     Μακεδονία : Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων σε ένα γηροκομείο έξω από τη Σόφια. Τα γράμματα ενός κομιτατζή, ο αγώνας κατά των Τούρκων υφαίνουν το τοπίο της χώρας των τελευταίων δύο αιώνων.

     Αφήναμε τον Στρυμόνα αριστερά μας. Ζέστη και υγρασία. 

     Ανατολικά της Δύσης: Ένας ποταμός σύνορο, δύο χωριά, ένα ετήσιο γλέντι συνάντησης, ο έρωτας, ο θάνατος, άνθρωποι αντίκρυ στο βάρος της ιστορίας.

      Ήταν αμίλητος. Ουδέτερος έδειχνε. Μου ζήτησε να σταματήσουμε για καφέ. Είχαμε περάσει το Blagoevgrad. 


     Αγοράζοντας τον Λένιν: Ήθελα ο γέρος να μου υποσχεθεί πως θα με περιμένει έξω από την αυλή κάτω από τα μαύρα σταφύλια της κληματαριάς. Ο εγγονός στην Αμερική νοσταλγεί την επιστροφή. Ο παππούς αρνείται να αποδεχτεί τα δεδομένα της μετά-κομμουνιστικής  εποχής . Ο Λένιν στο ψυγείο.

     Δύο κορίτσια ικετεύουν να καθαρίσουν τα τζάμια του αυτοκινήτου. Θα ήταν ίσα με δεκατέσσερα χρονών. Η μια μάλιστα έγκυος. 

      Το γράμμα: Μια κόρη κλέφτρα, ένα ζευγάρι Άγγλων, ένας χαμένος πατέρας και ένα γράμμα που δεν θα σταλεί ποτέ. 

     Φτάσαμε Σόφια. Μου είπε ότι δεν θα συνέχιζε. Περίμενε τη γυναίκα του, τη Γιούκι, που ήταν Γιαπωνέζα. Είχαν αποφασίσει να ταξιδέψουν στην Βουλγαρία γιατί ήταν πιο φθηνή η εξωσωματική που σκόπευαν να κάνουν. Κουλτούρες που αναζητούν σύγκλιση μες στη διαφορετικότητα τους. 
    Φωτογραφίζοντας τη Γιούκι 
 
     Συνέχισα μόνος . Βράδιαζε. Έπρεπε κάπου να μείνω. Έφτανα στη Stara Zagora. Είχα άλλες τρείς ιστορίες. Αναρωτιόμουν τί ήταν αυτό που έκανε το βιβλίο να «ψηλώνει» μέσα μου. Σώζεται δια της αυτοπροδοσίας. Ήρωες που αναμετριούνται με το βάρος της ιστορίας ενσαρκώνουν αρχέτυπα, ουτοπίες ενός λαού. Ο συγγραφέας αρνείται να καταφύγει στην εύκολη συναισθηματολογία δίνοντας χώρο στον σαρκασμό και το παράλογο. Μια χώρα ιδεολογικό σκηνικό.

     Οι ληστές του Σταυρού: Γενάρης του 1997 και για μια φορά ακόμη έπεσε η κυβέρνηση. Μια παρέα εφήβων αναζητά στα απόνερα του τόπου καινούργιο πρόσωπο.

      Πέρναγα τώρα από μουσουλμανικά χωριά. Κατάπινα χιλιόμετρα.

     Νυχτερινός ορίζοντας: Αγαπητό Κόμμα φέρε πίσω τους γονείς μου, με τα παλιά ονόματα. Ένας Τούρκος δεν μπορεί να γίνει Βούλγαρος.

      Ντεβσιρμε (παιδομάζωμα):  Ο Αλή Ιμπραήμ , γενίτσαρος, ερωτοχτυπημένος κι ένας βαλκανικός θρύλος.

      Ήμουν έξω από τη Guca. Τα χάλκινα όλο και δυνάμωναν. Και ποιος δεν είναι Βούλγαρος στις μέρες μας; Αναρωτιέμαι γιατί πάντα με συγκινούσαν περισσότερο το καβαλ του Theodos Spasov και η μπάντα του Boban Markovic από το Ζάχο και τη Παπαλάμπραινα…



Στην ιστορία του πολιτισμού δεν είναι σπάνιος ο διάλογος επιστήμης και τέχνης. Αν για πολλούς, μάλιστα, θεωρητικούς το απόφθεγμα «η ζωή μιμείται την τέχνη» περιγράφει ικανοποιητικά την επίδραση της τέχνης στη ζωή των ανθρώπων, θα μπορούσε κατ’ επέκταση κανείς να υποστηρίξει ότι και η επιστήμη μιμείται επαρκώς την τέχνη. Κατ’ άλλους, η τέχνη δεν μιμείται απλά, αλλά ερμηνεύει. Και εάν η ερμηνεία αποτελεί πρωταρχική ιδιότητα της επιστημονικής σκέψης, εύκολα τότε διακρίνεται η στενότατη σχέση επιστήμης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Τη δεκαετία του ’30 εισήχθη στη λογοτεχνία ο όρος «επιστημονική φαντασία», όπου σύμφωνα με την ερμηνεία του Αμερικάνου συγγραφέα και βιοχημικού Ισαάκ Ασίμοφ, πρόκειται για το λογοτεχνικό εκείνο είδος το οποίο καταπιάνεται με την επίδραση της επιστημονικής προόδου στον άνθρωπο, ενώ ο εκδότης Χιούγκο Γκέρνσμπακ θα γράψει ότι η επιστημονική φαντασία είναι ένα ελκυστικό αφήγημα εμπλουτισμένο με επιστημονικά δεδομένα και προφητική ενόραση. Πράγματι, η τέχνη του λόγου, αιώνες πριν την εμφάνιση της έβδομης τέχνης, φλέρταρε με την επιστήμη, προαναγγέλλοντας πολλά μελλοντικά επιστημονικά επιτεύγματα. Από το βαβυλωνιακό Έπος του Γκιλγκαμές ως την ομηρική Οδύσσεια και από την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού από τα Σαμόσατα –ο οποίος το 150 μ.Χ. περιέγραψε ένα ταξίδι στη Σελήνη και τον Ήλιο και με τον ήρωά του να μπλέκει σε διαπλανητικό πόλεμο– ως το Πέντε βδομάδες σε ένα Αερόστατο του Ιούλιου Βερν και τα έργα των Ουέλς, Μαίρη Σέλεϊ και Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα επιστημονικά επιτεύγματα της κάθε εποχής καθίστανται το καλύτερο υλικό μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας. Πολύ αργότερα τα γραφτά των Άλντους Χάξλεϊ, Τζόρτζ Όργουελ και Άρθουρ Κλαρκ θα πυροδοτούσαν συζητήσεις που θα άλλαζαν ριζικά τον τρόπο σκέψης ολόκληρου σχεδόν του δυτικού κόσμου.

Εντύπωση, ωστόσο, προκαλεί και ο αριθμός των λογοτεχνικών βιβλίων που έχουν ως θέμα τους την επιστήμη των μαθηματικών. Δεκάδες παλιοί και νέοι τίτλοι ξενόγλωσσης αλλά και εγχώριας λογοτεχνικής παραγωγής μπλέκουν τα μαθηματικά με αστυνομικές υποθέσεις και περίπλοκα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, φέρνοντας πιο κοντά στον αμύητο αναγνώστη την επιστήμη των αριθμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα βιβλία του Γάλλου μαθηματικού και καθηγητή της Ιστορίας των επιστημών Ντενί Γκετζ, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύ κοινό το 1998 με το έργο του Το θεώρημα του παπαγάλου. Το συγκεκριμένο βιβλίο μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες, κάνοντας ουσιαστικά εκατομμύρια αναγνώστες να δούνε με άλλο μάτι τα μαθηματικά, ταξιδεύοντάς τους μέσα από τη σκέψη του Ευκλείδη, του Πυθαγόρα, του Αρχιμήδη, του Πτολεμαίου, του Όιλερ, του Γκόλντμπαχ και άλλων κορυφαίων μαθηματικών στις σημαντικότερες στιγμές της επιστήμης ανά τους αιώνες. Αν και η απαρίθμηση των μυθιστορημάτων που έχουν θέμα τους τα μαθηματικά μοιάζει σχεδόν ακατόρθωτη, επιγραμματικά θα μπορούσαν να αναφερθούν: Το τελευταίο θεώρημα του Φερμά του Σάιμον Σάιν, όπου αναφέρεται στα Αριθμητικά του Διόφαντου, Οι άγριοι αριθμοί του Φίλιμπερτ Σογκτ, Ο πόλεμος των μαθηματικών του Τζέισον Σόκρατες Μπάρντι όπως και το έξοχο μυθιστόρημα του Ιάπωνα Κέιγκο Χιγκασίνο με τίτλο Η αφοσίωση του υπόπτου Χ. Άλλα λογοτεχνικά έργα σχετικά με τον συναρπαστικό κόσμο των μαθηματικών είναι το βιβλίο του Κάλβιν Κλόσον Ο ταξιδευτής των μαθηματικών, όπου με αφετηρία τους φυσικούς αριθμούς προσεγγίζει την έννοια του απείρου, αλλά και Ο άνθρωπος που μετρούσε την άμμο της Τζίλιαν Μπράντσοου που περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο τη ζωή και το έργο του Αρχιμήδη. Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζει το έργο του Κάρλο Φραμπέτι Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας ή Η ακολουθία της Οξφόρδης του Ντάνιελ Κέλμαν, καθώς και το συγκλονιστικό μυθιστόρημα πολλών διαστάσεων του Έντουιν Άμποτ με τίτλο Η Επιπεδοχώρα (Flatland), η οποία κατοικείται από νοήμονα γεωμετρικά σχήματα που κινούνται, μιλούν και έχουν ανθρώπινα συναισθήματα.

Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια η μαθηματική λογοτεχνία έχει κάνει αισθητή την παρουσία της και στη χώρα μας με μια σειρά σημαντικών εκπροσώπων όπως τον Απόστολο Δοξιάδη, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη αλλά και του Γιάννη Καρβέλη. Μάλιστα, ο Δοξιάδης μαζί με τον Τεύκρο Μιχαηλίδη και τον Πέτρο Δελλαπόρτα είναι συνιδρυτές της ομάδας «Θαλής+Φίλοι», οργανώνοντας και στηρίζοντας λέσχες ανάγνωσης σε όλη την Ελλάδα, με κύριο στόχο το γεφύρωμα των μαθηματικών με τον υπόλοιπο πολιτισμό. Το 1992 ο Δοξιάδης κυκλοφορεί το μαθηματικό του μυθιστόρημα Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ ενώ το 2008 σε συνεργασία με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϋ Χρίστο Παπαδημητρίου, κυκλοφορεί το εικονιστόρημα (graphic novel) Logicomix, όπου παρουσιάζει σε μορφή κόμικς την ιστορία της μοντέρνας λογικής και τη γένεση των υπολογιστικών μηχανών.  Λίγα χρόνια πριν, το 2006, ο Κύπριος μαθηματικός και συγγραφέας Τεύκρος Μιχαηλίδης κυκλοφορεί το ευφάνταστο μυθιστόρημά του με τίτλο Πυθαγόρεια Εγκλήματα, το οποίο μεταφράζεται σε έξι γλώσσες, μεταξύ των οποίων κορεάτικα και κινέζικα. Θα ακολουθήσουν τα βιβλία του Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού και ένα χρόνο αργότερα, το 2011, το μυθιστόρημα Ο μέτοικος και η συμμετρία, όπου περιγράφει το πάθος του χαράκτη Έσερ και του μαθηματικού Αλεξάντρ Γκρόθεντικ με τη συμμετρία. Το βιβλίο του Αχμές, ο γιος του φεγγαριού (έλαβε και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας) ταξιδεύει τον αναγνώστη στο Λούξορ των αρχαίων Θηβών και στα μυστήρια των πυραμίδων. Σε ερώτηση που τέθηκε πρόσφατα από γνωστό περιοδικό στον Τεύκρο Μιχαηλίδη για το πώς βοήθησε η λογοτεχνία τα μαθηματικά, ο συγγραφέας δηλώνει ότι η λογοτεχνία «εξανθρώπισε» τους μαθηματικούς, μειώνοντας ταυτόχρονα και την όποια εχθρότητα των υπολοίπων απέναντι στα μαθηματικά. Να αναφερθούν ακόμα τα μαθηματικά μυθιστορήματα του μηχανικού Γιάννη Καρβέλη με καταγωγή από την Καλαμάτα, αρχής γενομένης από το Περί υπεναντίας μεσότητος, το οποίο εκδόθηκε το 2004. Θα ακολουθήσουν Ο κρατούμενος μηδέν, Η παραβολή του ασώτου και το Έγκλημα στη Σέκτα, στο οποίο επιχειρεί να διαλευκάνει μέσα από μαθηματικούς γρίφους ένα ανεξήγητο έγκλημα που διαπράχθηκε το Πάσχα του 1634 στη Σέκτα των Αναχωρητών της μονής Ιησουιτών του Σαν Ματέο ντε Γκαγιέγο. Αναφορά, επίσης, πρέπει να γίνει και στο έργο του Λέσβιου Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη με τίτλο Η τελευταία εξίσωση του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, μία μυθιστορηματική μνεία στον μεγάλο Έλληνα μαθηματικό.

Επιλογικά, να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο του 2014 πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών το πρώτο διεθνές συνέδριο για τον διάλογο της επιστήμης με τη λογοτεχνία, φωτίζοντας πολλές άγνωστες –πλην ενδιαφέρουσες– πτυχές της σύζευξης της τέχνης του λόγου με την επιστήμη. «Ειπώθηκε ότι το χέρι που κρατά το πινέλο ή τη σμίλη, είναι το ίδιο που χειρίζεται την πένα, το νυστέρι και τα όποια άλλα εργαλεία και όργανα», αναφέρει στο έργο της Πολιτισμός και Ελληνισμός, Προσεγγίσεις η γνωστή πανεπιστημιακός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, επιστρέφοντας μοιραία στην ηρακλείτεια αρχή που θέλει όλα τα φυσικά και ανθρωπογενή δημιουργήματα να συνδέονται άρρηκτα, όπως άρρηκτη είναι και η σύνδεση της καλλιτεχνικής ανησυχίας με την επιστημονική εντρύφηση.  


Έργο Τέχνης

Μάτια που τυφλώθηκαν.
Χαμόγελα που γίνανε μάσκες.
Πεταλούδες που βράχηκαν.
-και ένα λευκό χαρτόνι.-

Κύματα.
Βροχή.
Νερό (εμφιαλωμένο).
-και ένα λευκό χαρτόνι.-

Πλαστικές βιτρίνες .
Σκιές όσων συνέβησαν.
Λουλούδια που γίνανε όπλα.
-και ένα λευκό χαρτόνι-.




Οι Ήρωες

Ασπρόμαυρες ψυχές
ρίχνουν στους τοίχους κουβάδες με χρώμα.
Στο πολύχρωμο σύμπαν, ψάχνουν
τη δική τους Ανάσταση.




Άτιτλο

Τα είδωλα σπάσαν τους καθρέφτες.
Όταν οι Νάρκισσοι καθρεφτιζόταν αχόρταγα,
τους έσφαξαν με τα σπασμένα γυαλιά.


Μετά, αυτοκτόνησαν ήσυχα.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΔΡΟΣ 

 Η Θεσσαλονίκη είναι γνωστό πως εμπνέει τους λογοτέχνες. Αν διαβάσει κανείς τη συλλογή κειμένων του Σάκη Σερέφα στη σειρά των εκδόσεων Μεταίχμιο, Μια πόλη στη λογοτεχνία, θα διαπιστώσει πως ουκ ολίγοι λογοτέχνες, 117 τον αριθμό, έχουν γράψει για την πόλη του Θερμαϊκού κόλπου. Η Βίκυ Κλεφτογιάννη έρχεται να προστεθεί ανάμεσα στους συγγραφείς που έχουν εμπνευστεί από την πόλη. Με τον τόμο διηγημάτων, 14 ζωές στην Σαλονίκη, όπου είναι και το πρώτο της βιβλίο, η Κλεφτογιάννη αναζητά μέσα από τις λεπτομέρειες της ζωής των άλλων τη δική της ταυτότητα. Η Θεσσαλονίκη είναι απλά το σκηνικό, αλλά ένα σκηνικό που είναι απαραίτητο για να ξεδιπλώσει τις ιστορίες της. Η Κλεφτογιάννη εξάλλου δεν κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βοιωτία. Σπούδασε όμως στη Θεσσαλονίκη Βιολογία. Έχει σημασία αυτό που αναφέρω γιατί παρατηρεί την πόλη με άλλο μάτι, ενός ταξιδιώτη, ενός προσωρινού κάτοικου, γεγονός που δίνει άλλη αίσθηση στον αναγνώστη αυτή η προσέγγιση από κάποιον που κατοικεί την πόλη χρόνια και την έχει συνηθίσει τόσο που έχει ξεχάσει να την προσεγγίζει με έναν μαγικό τρόπο, όπως στην περίπτωση της Κλεφτογιάννη. Διαβάζοντας τα διηγήματα, μένω στην επιμονή της συγγραφέα στη λεπτομέρεια. Ο μινιμαλισμός που ακολουθεί στην γραφή της είναι μια μέθοδος να μας εντάξει μέσα στις ιστορίες της, να σκεφτούμε έτσι ώστε να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να συμμετάσχουμε ως αναγνώστες. Στο πρώτο διήγημα, τη «Συναυλία», η κοπέλα του διηγήματος χάνει το εισιτήριό της και καταλήγει τελικά με μια παρέα τσιγγάνων που έξω από το γήπεδο ακούνε τα τραγούδια, σε μια εντελώς μαγική ατμόσφαιρα, όπου όλα ανατρέπονται ποιητικά, γεγονός που επηρεάζει την αρχικά διστακτική πρωταγωνίστρια, σε τέτοιο βαθμό που απελευθερώνεται και αφήνεται στη μαγεία της στιγμής. Είναι αδύνατον να μην ταυτιστούμε με εκείνη την κοπέλα. Οι περισσότεροι από εμάς ζούμε, ή μάθαμε να ζούμε δίχως υπερβάσεις, ξεχνώντας πως το απρόοπτο είναι μια δίοδος στο να ανακαλύψουμε χαμένα αισθήματα, επιστρέφοντας στην παιδική μας ηλικία όπου όλα ήταν ποίηση. Το πρώτο διήγημα με άγγιξε βαθιά. Θυμήθηκα πως κάποτε, σε μια συναυλία του Παπακωνσταντίνου  δεν είχα λεφτά για το εισιτήριο και έμεινα έξω από το γήπεδο ακούγοντας τα τραγούδια, και με την φαντασία μου βρισκόμουν μέσα στο γήπεδο. Κατά παράδοξο τρόπο το διήγημα της Κλεφτογιάννη μου ξύπνησε μνήμες, με οδήγησε να συμμετάσχω ναι μεν στην δική της ιστορία, αλλά συνάμα και στη δική μου. Αυτό έχει να κάνει πιστεύω με το ότι η συγγραφέας γράφει όχι για να γράφει, αλλά επειδή έχει βιώσει συναισθηματικά τις ιστορίες της, έχει ταυτιστεί με κάθε πρωταγωνιστή, έχει αισθανθεί τη χαρά και τον πόνο του, τα αδιέξοδά του και τους φόβους του. Δεν μπορούμε να μείνουμε αδιάφοροι όταν διαβάζουμε για τον Νεφοσκεπή που έμεινε άνεργος και μετά κατέληξε άστεγος και πώς τελικά τα κατάφερε να ορθοποδήσει. Ή την ερωτική ιστορία του Ιορδάνη και της Δέσποινας, ηλικιωμένους πια, ζώντας χρόνια στην ίδια γειτονιά, σε αντικριστά διαμερίσματα, για τον ανεκπλήρωτο αυτό έρωτα τόσων χρόνων και τη ζεστασιά που αναδίδουν αυτοί οι άνθρωποι εν όψει του θανάτου. Ή το «Γιασεμί της Ελπίδας», που το θεωρώ από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής, όπου η Κλεφτογιάννη με νοσταλγικό τρόπο ανασταίνει τη ζωή μιας ξεχασμένης ρεμπέτισσας, της Ελπίδας, όπου κάποιοι παλιοί της φίλοι αποφασίζουν να της κάνουν μια τιμητική δεξίωση στο δημαρχείο αλλά την προλαβαίνει ο θάνατος.
                     Η Κλεφτογιάννη είναι μια ποιήτρια που επιλέγει όμως τον πεζό λόγο για να εκφραστεί. Γι’ αυτό τα διηγήματά της είναι φορτισμένα συναισθηματικά. Και γι’ αυτό θεωρώ τη συλλογή της σημαντική. Μας μεταφέρει σε μια δική της Θεσσαλονίκη, την οποία περιγράφει με τον πιο ποιητικό τρόπο θυμίζοντας όμως πως μια πόλη είναι οι άνθρωποι που την κατοικούν, εκείνοι οι απλοί και ανώνυμοι ήρωες που έρχονται και φεύγουν. Η Κλεφτογιάννη δεν θέλει να χαθούν όλα μέσα στον χρόνο. Αντιστέκεται. Μάχεται ενάντια στην ανυπαρξία με το να σώσει μερικά πρόσωπα από τον χαμό, πρόσωπα που δεν είναι λογοτεχνικά, αλλά αληθινά, και γι’ αυτό μας αγγίζουν, γιατί αφηγούνται τη δική μας ιστορία, τους δικούς μας φόβους, τις δικές μας ανησυχίες, χαρές, λύπες. Μια συγγραφέας που με άγγιξε μιλώντας απλά. Κι αυτή είναι τελικά η ουσία  


Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016, στις 20:30
στον χώρο του ΛΙΝΤΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ.
Ομιλητές: Μάρθα Αρταπυρίδου, Μιχάλης Δέλτα, Γιώργος Χρονάς.

Ο Μιχάλης Δέλτα είναι από τις περιπτώσεις των δημιουργών που δεν επαναπαύονται σε μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης. Είναι συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, τώρα παρουσιάζει τις σκέψεις του σε ένα βιβλίο, το οποίο περιέχει κείμενα που εκφράζουν μια διαφορετική ενατένιση / αντιμετώπιση της ζωής. Προσωπικές θέσεις που απορρέουν τόσο από πνευματικές ανησυχίες, όσο και από εμπειρίες που έζησε. Το “φως το λέξεων” είναι ένα βιβλίο αφύπνισης. Δεν σταματάει όμως εδώ. Είναι ένα βιβλίο της αλήθειας που τον αντιπροσωπεύει, για όλες τις περιρρέουσες αισθήσεις, τις αγωνίες, τις ικανοποιήσεις, την ευτυχία, την αγάπη και την συνέχεια, όπου οι λέξεις δίνουν ένα καθοριστικό νόημα στα πράγματα, δηλώνουν με την σύνθεσή τους ένα αποτέλεσμα, υπάρχουν για να συγκεκριμενοποιήσουν μια κατάσταση, εμπεριέχουν μια φιλοσοφία, ένα πιστεύω που ορίζεται με σαφήνεια, δύναμη, κατάφαση. Μια κατάφαση ζωής είναι το “φως των λέξεων”. Ένα κύμα, μια ορμή ζωής, όπου οι λέξεις την συντροφεύουν, την ενισχύουν, την προσδιορίζουν με συγκεκριμένες αρχές, αξίες, σχέσεις, συνδυασμούς εννοιών. Με έναν λόγο που δεν χαρακτηρίζεται από αποκλίσεις διατυπώνοντας μια πραγματικότητα που η υπεροχή της κρύβεται στις απελευθερώσεις που θέτει.
Το 1992 ο Μιχάλης Δέλτα δημιούργησε με τον Κωνσταντίνο Βήτα και τον Αντώνη Πι τους “Στέρεο Νόβα”, το καλύτερο ελληνικό γκρουπ σύμφωνα με το Αγγλικό ΜTV, το οποίο συνδύαζε τις ευφάνταστες ηλεκτρονικές συνθέσεις με πρωτότυπους στίχους, γεμάτους συναίσθημα και ιδιαίτερα, μελωδικά φωνητικά, ανατρέποντας την μουσική σκηνή της δεκαετίας του ΄90. Το 1997 ακολουθεί σόλο καριέρα, η μουσική του αποκτά διεθνή προοπτική με συνεργασίες δισκογραφικών εταιριών από την Αγγλία, την Γαλλία, το Βέλγιο, την Γερμανία. Το εξωτερικό του δίνει το έναυσμα για μεγαλύτερο πειραματισμό. Στην Ελλάδα η Τάνια Τσανακλίδου απογειώνει τους στίχους του με την αισθαντική φωνή της. Η ερμηνεύτρια ταιριάζει απρόσμενα με τους ήχους ενός μουσικού σύμπαντος σύγχρονου, ρυθμικού, ερωτικού. Δισκογραφία: Life is now, Inner city lights, Blue emotions, Tο χρώμα της ημέρας, Βιταμίνα τεκ, Ροζ ολοταχώς, Σκάζη, Νεπέτα, Ουράνιο Τόξο, Vulnerable, The down EP, Teach me away. Το 2010 βραβεύτηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου για την καλύτερη, πρωτότυπη μουσική για την ταινία Στρέλλα του Πάνου Κούτρα.
Ο Μιχάλης Δέλτα με τις μουσικές εξερευνήσεις του και την ενδοσκόπηση, στρέφεται προς νέες κατευθύνσεις. Αυτογνωσία, απόπειρες υπέρβασης, αναγκαιότητα γνώσης ενός προορισμού της ζωής, συνοδεύονται με συμπεράσματα, προτάσεις, λέξεις που σημαίνουν /σηματοδοτούν /ορίζουν/ αντανακλούν ένα φωτεινό σχήμα πραγματικότητας. Tο “Φως των λέξεων” αποκαλύπτει την εξέλιξη του καλλιτέχνη. Τι αποκόμισε, εντυπώθηκε, αποτέλεσε έμπνευση, διαμόρφωσε μια απόφαση στο μυαλό του Μιχάλη Δέλτα. Έχει εκδοθεί από την “Οδό Πανός” και σε λιγότερο από έξη μήνες, έκανε έξι εκδόσεις. Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Η Μάρθα Αρταπυρίδου, Ιστορικός Ευρωπαϊκού Πολιτισμού/Επιμελήτρια Τέχνης. Στις δραστηριότητες της περιλαμβάνονται εκθέσεις Σύγχρονης Τέχνης, θεματικές διοργανώσεις για τον πολιτισμό, κείμενα για το έργο καλλιτεχνών και συγγραφέων, δημοσιεύσεις για την τέχνη, εισηγήσεις σε πανεπιστημιακά συνέδρια.
O εκδότης της “Οδού Πανός” Γιώργος Χρονάς είναι συγγραφέας με σημαντικό και πλούσιο έργο, έχει εκδώσει είκοσι τέσσερα βιβλία με ποιήματα, πεζά, θέατρο. Βιβλία μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Η παρουσία του Γιώργου Χρονά στην πνευματική/καλλιτεχνική ζωή της Ελλάδας ξεχωρίζει για την συνέπεια, την αφοσίωση και την προσφορά της σε διαφορετικούς πολιτιστικούς τομείς. Με εκπομπές στην Ελληνική Ραδιοφωνία στο Τρίτο Πρόγραμμα επί Μάνου Χατζιδάκι, κατόπιν στο Δεύτερο, μετά στο Πρώτο (1981-1998) και ξανά στο Τρίτο Πρόγραμμα. Συνεργάζεται με την ΕΡΤ ως αρχισυντάκτης τηλεοπτικών εκπομπών για το βιβλίο, 2015. Εκατόν είκοσι τραγούδια του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες συνθέτες. Εκδίδει από τον Φεβρουάριο του 1981, το περιοδικό "Οδός Πανός", τις ομώνυμες εκδόσεις, καθώς και τις "Εκδόσεις Σιγαρέτα" όπου έχουν εκδοθεί 500 βιβλία έως τον Δεκέμβριο του 2015. Ήταν υπεύθυνος του ενθέτου "Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων", της "Ελευθεροτυπίας" (2009-2011). Έλαβε το Βραβείο Καβάφη, τον Δεκέμβριο του 2011. Βραβεύτηκε από τον Δήμο Πειραιά το 2013, για την προσφορά του στα Πειραϊκά Γράμματα. Τώρα σκηνοθετεί το θεατρικό έργο: “Το όνομα μου είναι Τζαίημς Ντήν”, το οποίο έγραψε ο ίδιος και εκδόθηκε από την “Οδός Πανός” το 1987. Η παράσταση θα ανεβεί τον Νοέμβριο του 2016, στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη στην Αθήνα. Την παρουσίαση “το φως των λέξεων” διοργανώνει: η “Οδός Πανός”, ο Λίντο Οργανισμός, και η Projet – Οργάνωση Πολιτιστικών Εκδηλώσεων/Μάρθα Αρταπυρίδου.






Το Polis Art Cafe και οι εκδόσεις ΘΡΑΚΑ σας προσκαλούν στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Κούκος», της Πελαγίας Φυτοπούλου που θα λάβει χώρα την Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου και ώρα 8:30 μ.μ. στο Polis Art Cafe, Πεσματζόγλου 5 (αίθριο στοάς βιβλίου)

Θα μιλήσουν οι ποιητές:
Γιώργος Δάγλας
Ζαχαρίας Στουφής

Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν οι ηθοποιοί:
Ειρήνη Πανούση
Πελαγία Φυτοπούλου

Και οι μουσικοί:
Κωνσταντίνος Παπαστάθης
Αλέξανδρος Μιμίκος
Δέσποινα Ματράκα



«Θα ‘θελα να ενώσω, να ταυτίσω σχεδόν, την ποίηση με την ελπίδα, αφού το να γράφει κανείς ποίηση δεν είν’ άλλο απ’ το να οδηγεί τον κόσμο στο πρόσωπο μπροστά της παρουσίας του».
~Υβ Μπονφουά




Κι αν παραμένει κάτι
Άλλο από ‘ναν άνεμο, έναν ύφαλο, μια θάλασσα,
Το ξέρω πως εσύ θα ‘σαι, και νύχτα ακόμη,
Η ποντισμένη άγκυρα, τα τρικλίζοντα βήματα στην άμμο,
Και τα συναγμένα ξύλα, κι η σπίθα
Κάτω απ’ τα νωπά κλαριά, και, μες στην εναγώνια
Προσμονή της φλόγας που διστάζει,
Ο πρώτος λόγος μετά τη μακρά σιωπή,
Η πρώτη που παίρνει φωτιά μες
στα βάθη του αποθανόντος κόσμου.

Η καλοκαιρινή βροχή

I

Μα η πιο πολύτιμη μα όχι
Η λιγότερο σκληρή
Απ’ όλες μας τις αναμνήσεις, η καλοκαιρινή βροχή
Αναπάντεχη, γενναία.

Πηγαίναμε, κι ήταν
Σε έναν κόσμο άλλο,
Με τ’ άρωμα μεθούσανε
Της χλόης τα στόματά μας.

Γη,
Η ύλη της βροχής στρωνόταν πάνωθέ σου.
Κι ήτανε σαν το στήθος
Που είχε ένας ζωγράφος στο όνειρό του δει.



ΙΙ

Και ήτανε νωρίς αφότου ο ουρανός
Μας χάρισε
Ετούτο το χρυσό που θα ‘χε
η αλχημεία τόσο πολύ γυρέψει.

Τ’ αγγίζαμε, λαμπρό,
Πάνω στα χαμηλά κλαριά,
Λατρεύαμε τη γεύση
Του νερού, στα χείλη μας επάνω.

Κι όταν συνάζαμε
Κλαριά και φύλλα από χάμω,
Το βράδυ τούτος ο καπνός κατόπιν, αίφνης, η φωτιά,
Να ‘ναι συνέχιζε χρυσάφι.


Το σπίτι που γεννήθηκα

I

Ξύπνησα, το σπίτι ήταν που γεννήθηκα,
Της θάλασσας ξέσπαγε ο αφρός πάνω στα βράχια,
Πουλί στον ουρανό κανένα, μονάχος ο αγέρας ν’ ανοίγει το κύμα και να το σφαλνά,
Η μυρωδιά, ολούθε στον ορίζοντα, της
Στάχτης, σάμπως κι οι λόφοι κρύβανε μία φωτιά
Που κάπου αλλού ένα σύμπαν έκαιγε άλλο.
Πέρασα στη βεράντα, ήταν στρωμένο το τραπέζι,
Το νερό στου τραπεζιού εχτύπαγε τα πόδια, στον μπουφέ.
Ωστόσο, έπρεπε να εισέλθει, η δίχως πρόσωπο εκείνη
Που γνώριζα πως τράνταζε την πόρτα
Του διαδρόμου, απ’ τη μεριά της ερεβώδους σκάλας, μάταια όμως,
Τόσο ψηλά είχε ήδη φτάσει το νερό μέσα στη σάλα.
Έπιασα το χερούλι, που μου αντιστεκόταν,
Και ν’ ακούσω σχεδόν μπόραγα την οχλοβοή από την άλλη όχθη,
Κείνα τα γέλια των παιδιών μες στο ψηλό χορτάρι,
Τα παιγνίδια εκείνα των άλλων, πάντα οι άλλοι, μες στις χαρές τους.


II

Ξύπνησα, το σπίτι ήταν που γεννήθηκα.
Έβρεχε απαλά μες στις κάμαρες όλες,
Πήγαινα απ’ τη μια στην άλλη, κοιτώντας
Το νερό που στους καθρέφτες σπιθοβόλαγε επάνω,
Στοιβαγμένοι παντού, κάποιοι σπασμένοι ή και
Στριμωγμένοι ακόμα ανάμεσα στους τοίχους και τα έπιπλα.
Κι ήτανε από αντανακλάσεις τέτοιες που, πότε-πότε, ένα πρόσωπο
Αναδυόταν γελαστό, από μια γλυκάδα
Πιότερη κι αλλιώτικη από αυτήν του κόσμου.
Κι άγγιζα, διστακτικός, μες στην εικόνα,
Τ’ ανάκατα τσουλούφια της θεάς,
Ανακαλύπτοντας υπό το πέπλο του νερού
Το σαν παιδούλας αφηρημένο και θλιμμένο μέτωπό της.
Σύγχυση μεταξύ ύπαρξης κι ανυπαρξίας,
Χέρι που διστάζει ν’ αγγίξει τον αχνό,
Κι ύστερα το γέλιο άκουγα να ξεμακραίνει
Στους διαδρόμους μέσα του έρημου σπιτιού.
Εδώ τίποτα παρά μονάχα το παντοτινό του ονείρου αγαθό
Το τεντωμένο χέρι που δεν διαπερνά
Το γοργοκίνητο νερό, εκεί όπου οι θύμησες σβήνουν.


ΙΙΙ

Ξύπνησα, το σπίτι ήταν που γεννήθηκα,
Είχε νυχτώσει, δέντρα στριμώχνονταν
Απ’ όλες τις μεριές γύρω από την πόρτα μας,
Ήμουνα μόνος στο κατώφλι μες στον ψυχρό αγέρα,
Μα όχι, καθόλου μόνος δεν ήμουν, δυο πελώριες υπάρξεις
Συνομιλούσαν πάνω από μένα, μέσα από μένα.
Η μια, πίσω, μία γυναίκα γριά, κακιά, καμπουριασμένη,
Η άλλη όρθια έξω σαν φανοστάτης,
Όμορφη, τον κύλικα κρατά που της προσφέραν,
Με μιαν ακόρεστη πίνοντας δίψα.
Θέλησα άραγε ν’ αστειευτώ, και βέβαια όχι,
Μια κραυγή αγάπης έβγαλα μάλλον
Παράξενη, ωστόσο, απ’ την απελπισιά,
Και το φαρμάκι να κυλά παντού μες στο κορμί μου,
Η Κέρες* γελασμένη ρήμαξε κείνον που την είχε αγαπήσει.
Έτσι μιλάει σήμερα η ζωή μες στη ζωή κρυμμένη.

--------------------------
*Σ.τ.Μ.: Κέρες (η), θεότητα των Ρωμαίων, αντίστοιχη με τη θεά Δήμητρα της ελληνικής μυθολογίας. Παρουσιάζεται συχνά στο εν λόγω ποίημα, καθώς και στο υπόλοιπο έργο του ποιητή.


Αποσπάσματα
Καμπύλες Σανίδες, 2001


Η ευτυχία δεν μου χαμογέλασε ποτέ στη γη τούτη επάνω.
Πού πάω; Μες στα όρη τούτα ψάχνω
Τη σιωπή, την ειρήνη της καρδίας. Αυτή είν’ η πατρίδα μου,
Να περιπλανηθώ δεν πρόκειται άλλο πια μακριά της.
Ολούθε οι κορφές γλαυκές ξαναγίνονται σαν τον αιθέρα,
Και θα σου πω αντίο; Όχι, ποτέ μην πάψει 
Ποτέ να κελαρύζει το νερό, να ξανανθίζει το χορτάρι!


Βουτάγαμε τα χέρια μας στη γλώσσα,
Και ‘κείνα παίρναν’ κάποιες λέξεις που τι να κάνουμε μ’ αυτές
Ούτε που ξέραμε, και που δεν ήτανε παρά οι πεθυμιές μας.
Το ύδωρ τούτο, η ελπίδα μας.
Άλλοι να ψάξουνε θα ξέρουν πιο βαθιά
Για έναν καινούργιο ουρανό, μία γη νέα.


Αποσπάσματα
Η Παρούσα Ώρα, 2011







*





Ο Υβ Μπονφουά (Yves Bonnefoy, 1923-2016) ήταν Γάλλος ποιητής, κριτικός τέχνης και μεταφραστής, ένας εκ των σημαντικότερων Γάλλων ποιητών του 20ου αιώνα. Με καταγωγή τόσο από τον Βορρά όσο και από τον Νότο της πατρίδας του, ανέκαθεν ταλαντευόταν ανάμεσά τους, κάτι που γίνεται εντόνως εμφανές και στην ποίησή του, όπου αναζητεί την χαμένη τούτη ενότητά του. Σπούδασε Φιλοσοφία και Μαθηματικά, και εντάχθηκε στο κίνημα του υπερρεαλισμού, για να το αφήσει λίγο αργότερα απορρίπτοντας την αυτόματη γραφή του. Εντούτοις, η ποίησή του είναι επηρεασμένη από ποιητές όπως οι Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Μαλαρμέ, Νερβάλ και Μπρετόν, με τον μεταφυσικό, μάλιστα, λυρισμό του να αναδεικνύει την επίδραση αφενός από τους Χάιντεργκερ και Χέγκελ και αφετέρου από τους Βαλερί και Ζουβέ.

Υπήρξε επίτιμος διδάκτορας του Κολεγίου του Παρισιού (όπου και δίδαξε από το 1981 μέχρι το 1993), πολλάκις υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και βραβευμένος από τη Γαλλική Ακαδημία με το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης. Βραβεύτηκε, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο Γκονκούρ το 1987 και με το Βραβείο Φραντς Κάφκα το 2011. Μετέφρασε στα γαλλικά μεγάλο μέρος του θεατρικού έργου του Σαίξπηρ (του οποίου και θεωρείται ο εγκυρότερος μεταφραστής στη γαλλική γλώσσα), ποίηση των Πετράρχη, Κητς, Γέητς και Λεοπάρντι, αλλά και του Σεφέρη, με τον οποίο τον συνέδεε ισχυρή φιλία.
Δίδαξε λογοτεχνία σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής. Εξέδωσε μια πληθώρα βιβλίων, μεταξύ των οποίων 42 περίπου ποιητικές συλλογές, παραμύθια, μελέτες και δοκίμια για την τέχνη και τη λογοτεχνία, και ένα, επίσης, αναλυτικό λεξικό μυθολογίας. Μελέτησε τη σχέση ζωγραφικής και ποίησης, ερμηνεύοντας σε βάθος έργα των Πουσέν, Ντελακρουά, Μιρό και Τζακομέτι, τη βυζαντινή τέχνη, τον ρομαντισμό και το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Σύνολο ή μέρος του έργου έχει μεταφραστεί σε 32 γλώσσες.

Ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ δήλωσε χαρακτηριστικά για τον θάνατό του την 1η Ιουλίου του 2016: «ανύψωσε τη γλώσσα μας στον ύψιστο βαθμό της ομορφιάς και της ακρίβειά της, και γι’ αυτό θα τον θυμόμαστε πάντα».




ΔΙΑΔΡΟΜΗ


Οργιαστική η φύση με τα πυκνά δάση της,
καθώς ταξίδευα με το λεωφορείο.
Οργιαστικό και το ξύπνημα της φαντασίας μου.
Πρόσωπα των ερώτων μου έβγαιναν από τα δένδρα,
και με φιλούσαν.
Σαν να έπαιζαν κρυφτό,
εξαφανίζονταν και επανέρχονταν στην επόμενη στροφή,
στο επόμενο ίσιωμα του δρόμου.
Με καλούσαν σε μια συνεχή κραιπάλη
φιλιών, αγγιγμάτων και στάσεων.
Με τη φαντασία μου αποχαλινωμένη,
ένα σύμπλεγμα οραμάτων, ένα όνειρο αφροδισιακής κραιπάλης
ήταν η διαδρομή από την αρχή μέχρι το τέλος.


1η δημοσίευση, έντυπη θράκα, τεύχος 3-4
Φωτογραφία εξωφύλλου : Φώτης Νατσιούλης 


Περιεχόμενα 7ου τεύχους:

ΠΟΙΗΣΗ
Μαρία Αρχιμανδρίτη
Χάρης Βλαβιανός
Σάντι Βασιλείου
Γιώργος Βέης
Δημήτρης Καρακίτσος
Στέργιος Τσακίρης
Ζαχαρίας Στουφής
Χάρις Κοντού
Κώστας Ρεούσης
Θεόδωρος Μπασιάκος
Γιώργος Χ. Θεοχάρης
Γιώργος Κουτούβελας

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
René Char
César Cantoni
Augusto Monterroso

ΔΟΚΙΜΙΟ
Γιάννης Μπασκόζος, «Μάριος Χάκκας, ένας Έλληνας μπητ»
Ελένη Σαμπάνη, «Alejandra Pizarnik: Επιθυμία για σιωπή»
Λωτρεαμόν, «Κρίσεις για την ποίηση»

ΚΡΙΤΙΚΗ
Ελένη Τσαντίλη, «Το παιδί και το κορίτσι»,
για το Μοναχοπαίδι της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου
Χρήστος Γιαννακός, «Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Μυθογονία»
Ζαχαρίας Στουφής, «Α. Κατσαρός, Οδός βράχων ανατολικά»

ΔΙΗΓΗΜΑ
Άκης Παπαντώνης
Θοδωρής Νταλούσης
Δημήτρης Στατήρης
Κωνσταντίνος Τζαμιώτης
Σπύρος Γαλήνης
Γιούλη Αναστασοπούλου
Ιάκωβος Ανυφαντάκης
Βίκυ Κλεφτογιάννη


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA