Η Ζέττα Μπαρμπαρέσσου στις "500 λέξεις" της Καθημερινής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί το βιβλίο της "Ρωμαϊκή Ώχρα και άλλες ιστορίες".

Από την παρουσίαση του "Παγοθραυστικού" (Εκδόσεις Θράκα, 2018) της Ελίνας Αφεντάκη, στην Αθήνα.

Από την παρουσίαση του "Χρονορυχείου" (Εκδ. Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου, στην Έδεσσα.

Η "Διώρυγα μεταξύ νεφών" (Εκδ. Θράκα, 2018) του Φάνη Παπαγεωργίου, ανάμεσα στα "βιβλία για το καλοκαίρι" της εφ. Καθημερινής από τον Άθω Δημουλά.

Από την παρουσίαση της "Δυνάστρας Μήτρας" (Εκδ. Θράκα, 2018) της Ευσταθίας Παύλου-Κατράκη, στο Ιδιώνυμο, στον Κορυδαλλό.

Δύο ποιήματα από το βιβλίο "Αιώνια, το Βερολίνο" (Θράκα, 2018) του Βασίλη Τσιρώνη


ΔΕΛΤΊΟ ΑΠΟΣΤΟΛΉΣ

Το ρολόι ξεκούρδισε τους χτύπους του
παραμελώντας το ξημέρωμα.

Η ώρα εφτά και δέκα το πρωί. Βλέπω τις εφτά ψυχές μου καρφωμένες
στους ωροδείκτες. Μου μένουν μόνο 10 λεπτά για έναν γρήγορο
απολογισμό.
Ήρθα με μια διαμαρτυρία στα χείλη, εκκωφαντική.
Τα βήματά μου αυστηρά μετρημένα-τα λουριά ήταν μόνο σαράντα
εκατοστών.

Έπαιξα το λευκό μου νυχτικό στα χαρτιά σε κάτι καταγώγια – ο πατέρας
μου με κυνηγούσε με ένα μαύρο σεντόνι.
Κάρφωσα την απέχθεια του κόσμου με ένα μαχαίρι στο μάτι μου. Από
τότε βλέπω μονόφθαλμα το σκοτάδι. Ό,τι καλό υπήρχε, τώρα αιωρείται
δίπλα του διαμπερές.
Σας κλείνω αναγκαστικά το μάτι μένοντας μετέωρη.
Η αλήθεια είναι, ότι αυτή η καταμέτρηση μου πήρε μόνο ένα λεπτό.
Ξέχασα να αναφέρω, πως το μηδενικό που ακολουθεί, είναι απλώς ένας
τέλειος κύκλος στο νερό.

Υ. Γ. Καρφώνω δύο μάτια για γραμματόσημα πάνω σε αυτό το πακέτο
που λέγεται ζωή (μοναδικά αντίτυπα για τη συλλογή σας). Ο παραλήπτης
πληρώνει τα έξοδα αποστολής με δυο κέρματα, σαν από πάντα χρυσά.




ΒΙΤΡΊΝΑ

Ακούραστες οι ράφτρες. Πολυπόθητο το επάγγελμά τους. Βιτρίνες
με υφάσματα μεταξωτά. Που έλουζαν ιδρώτα όσους τις θώπευαν. Τα
πράσινα σκουλήκια τα έθαβαν στις γλάστρες. Μεζούρες και κλωστές.
Για την μεταποίηση κάθε πίκρας σε κατακόκκινο φιλί. Να στεγνώνει
το σάλιο όσων το λαχταρούσαν. Με σίδερο και αίμα περνούσαν τα
σκοτάδια τους. Με χαμομήλι ζεστό κοίμιζαν τις χαρακιές. Με λευκή
σκόνη γιασεμιού τις σκέπαζαν. Ράβανε όλη νύχτα τις κόρες τους. Και
όσες έχαναν κάποιο μέλος από σπασμένο γυαλί, με πάνινα χέρια και
ανθισμένα λιβάδια τα έντυναν. Αμέτρητοι καθρέφτες αθωότητας τα
σεντόνια σε κάθε αυλή. Ήσυχα και κατάλευκα από την πέτρα και το
νερό. Όλες τις φωνές τις ξέπλενε το ρέμα με την κοφτερή του γλώσσα.
Κάθε χάραμα, πρώτο το γιασεμί ανοίγει τα μάτια. Και πίσω του ο κόσμος
σέρνεται σκυφτός.



Πρώτη δημοσίευση:
έντυπη θράκα τευχος 3-4
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA