Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

Η ΘΡΑΚΑ θα βρίσκεται στη 14η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Η αυτοκτονία στο έργο του Ούγου Φώσκολου

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Volker Braun, Ποιήματα

“Ακριβώς το τέλος του κόσμου” (Juste la fin du monde), γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Ramiro Quintana, Οι εργάτες του κρύου (Σαιξπηρικόν, 2017)

Θανάσης Πάνου
Η αμαρτωλή εντός επίσκεψη

Ήταν τιμή για την αγάπη μας, το ίδιο το σπιτικό μας, να το επισκέπτεται ένα πνεύμα από το υπερπέραν. Αυτή άλλωστε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ φυσικού και παραφυσικού στην κάθε σχέση είναι που δεν αγγίζεται συνήθως, ταμπού που με δαιμόνια αμαρτωλά με ζήλεια βασανίζει. Και ήταν βέβαια απίθανο αλλά και κάτι εκπληκτικό αυτό το βήμα μας που θα μπορούσε να ωφελήσει γενικά και την περιέργειά μας για όλα τα μυστήρια ενός δεσμού. Και αυτό γιατί το πνεύμα μας ήταν φιλικό και ήξερε να ακούει. Καθόταν μαζί μας στο τζάκι και απαλλαγμένοι από τα υπερφυσικά εμπόδια των διαφορετικών διαστάσεων που προέρχονται τα δύο φύλα, αρχίσαμε να βρισκόμαστε σε μια όμορφη ζεστή επικοινωνία. Ώσπου ένα βράδυ το πνεύμα προχώρησε την συζήτηση πιο βαθιά και είπε πως άρχισε να αμφιβάλλει για τις «άμωμες συλλήψεις» μεταξύ όλων των υπάρξεων, όντων και πνευμάτων θηλυκών και αρσενικών. Μίλαγε για τις Συλλήψεις τις απαλλαγμένες από τα προπατορικά αμαρτήματα που βασάνιζαν και τους μεν και τους δε. Λίγο αργότερα, μετά το πρώτο σοκ συμφωνήσαμε πως σώματα και πνεύματα, αρσενικά και θηλυκά, πρέπει να επικοινωνούμε χωρίς στερεότυπα και παρωπίδες. Και έτσι μετά από αυτή την συμφωνία μας, φούντωσε και σεξουαλικά αυτή η κουβέντα. Τότε ήταν που εμφανίστηκαν δίπλα στο πνεύμα της παρέας μας και πνευματάκια τόσα δα, κάτι σαν νήπια χερουβείμ. Αυτά είναι τα παιδιά μου, σκέψεις, ιδέες και αμαρτίες, κρυφοί πόθοι στα σκαριά –είπε ανοίγοντας τρυφερά την αγκαλιά του. Είναι μια κρυφή σύλληψη που κάνει πράξη τις υποσυνείδητες φαντασιώσεις που μέσα μας ελλοχεύουν. 

-Παράξενο, πολύ παράξενο αυτό, είπαμε εμείς τα σώματα. 

-Γιατί το λέτε αυτό-συνοφρυώθηκε το πνεύμα.

–γιατί έτσι χωρίς σαρκική πράξη, δεν έχει νόημα η ύπαρξη της σχέσης ή τουλάχιστον του ενός μοναδικού συντρόφου. Θα μπορούσατε να κάνετε κατά το δοκούν πολλές άμωμες συλλήψεις χωρίς κανένα πρόβλημα ζήλειας! Να γεννάται πολλά παιδιά –ιδέες πόθους και αμαρτίες και μάλιστα να γονιμοποιούνται με διαφορετικούς συντρόφους.  Μετά από αυτή την διαπίστωση τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά. Παρουσιάστηκε αίφνης η γυναίκα του -πνεύμα εξωπραγματικό και αυτή- γούρλωσε τα μάτια της, τον κοίταξε με σημασία και δήλωσε πως ήθελε για πρώτη φορά να έχει σάρκα. Να γινόταν γυναίκα σε φυσικό μέγεθος με στήθια μπούτια και όλα τα καλά της σάρκας. Το ίδιο ζήτησε να πράξει και ο σύντροφό της, το πνεύμα που ερωτοτροπούσε χωρίς άγγιγμα κανένα. Να γίνει δηλαδή άνδρας αληθινός, βαρύς και ολιγομίλητος χωρίς πολλές ιδέες. Μια μεταμόρφωση, μιας στιγμής και μόνο. Μιας στιγμής που θα ζευγάρωναν με όλα της σάρκας τα μουγκρητά. Εμείς, διακριτικοί και ευγενικοί οικοδεσπότες αποφασίσαμε να μην ανακατευθούμε στην νέα αυτή διαμάχη των πνευμάτων μας και αποχωρήσαμε από το σπίτι και μάλιστα παραχωρώντας με ολοκαίνουργια σεντόνια το κρεβάτι μας που ναρκοπέδιο είχε γίνει.

Μετά από λίγες μέρες αποφασίσαμε να ξαναφέρουμε την ίδια κουβέντα. Και τότε με μεγάλη κατάπληξη και αμηχανία είδαμε ότι όλα τα δωμάτια της οικίας μας ήταν γεμάτα με δεκάδες αμαρτωλά παιδιά, σκέψεις κρυφές αρσενικές και θηλυκές και αγκαλιασμένους δίπλα στο τζάκι τα πνεύματα με τα σώματά μας ερωτικά με πάθος πρωτόγνωρο να χαριεντίζονται. Έτσι με αυτό τον τρόπο με αυτή την παραδοχή, φτάσαμε βαθύτερα μέσα στη φύση της σχέσης μας, επεκτείναμε δηλαδή της σάρκας μας τον πόθο στον μυστικό ναό του υποσυνείδητου τον χώρο. Αγκαλιαστήκαμε τότε αληθινά χωρίς κανένα ψεύδος και αίφνης, όλοι των σκέψεων οι αμαρτωλοί επισκέπτες πήδηξαν και αυτοί στην αγκαλιά μας και σάρκες πνεύμα και ιδέες αμαρτωλά παιδιά, βυθίστηκαν στα στήθη μας και ατενίσαμε γεμάτοι εμπιστοσύνη την νέα πορεία της αγάπης μας. Από την καμινάδα του τζακιού εξαφανίστηκε τότε το κακό και ξεφυσώντας ότι και αν ήταν, χάθηκε πηδώντας στο δίπλα σπίτι..


Ναρκοσυλλέκτης

Σεζ λονγκ απλώνονται οι ποιητικές συλλογές
Και τα ποιήματα λιαστές ντομάτες
Αρμαθιές αρμαθιές περιμένουν
Το καραφάκι που δεν έρχεται
Γιατί εκεί που περπατούσε στην άμμο
Πάτησε μια νάρκη
Ντάλα καλοκαίρι
Και η παραλία γέμισε εντόσθια
Κι άλλες ομορφιές και τα ωσαννά φωνάζαν

Διονύσιε, ε Διονύσιε, εσύ βύθισες τη νάρκη;
Henri Cartier Bresson
Σίσσυ Δουτσίου
Ισόβια

Αμυδρό είναι μόνο το χρώμα της φυλακής
σε οποιαδήποτε απόχρωση το διαλέξει κάποιος -
δυσδιάκριτο. Ασαφές.
Η επιείκεια είναι
                            ξεβράκωτη
μαδημένη από πετρόψυχα έντομα.

Χρήματα, χάπια αποτοξίνωσης, ηρωίνη,
τηλεκάρτες, σερβιέτες, σαπούνια, τσιγάρα, ηρεμιστικά
πάνω - κάτω στο ίδιο σκουριασμένο σύρμα στην ταράτσα μαζί με
την νοσταλγία, την τιμωρία, την απομόνωση, την ανάμνηση
μισοκλείνοντας τα βλέφαρα σε οποιοδήποτε κώλο οποιουδήποτε φύλου.

Γωνίες  σκεπασμένες με αποφάγια
Τεράστια θηλαστικά βαδίζουν αργά και τρώνε τα σκουπίδια
Δεν ξέρω πως βρίσκονται μέσα στο προαύλιο θαλάσσια κήτη
Θάλασσα 
Ξηρά
Θάλασσα
Μου λείπει ο ζωτικός  χώρος - αυτή η ζώσα περιουσία του απερίσκεπτου.

Αυθορμητισμός Θάρρος

Θαρραλέα κορίτσια Θαρραλέα αγόρια

Η μυρωδιά της φυλακής είναι απαίσια
ποτέ πένθιμη ποτέ μουχλιασμένη
Ο ήλιος δεν δύει ποτέ σε αυτό το μέρος
Οι κινήσεις των φρουρών τραβάνε το στόμα μου σε τέσσερις κατευθύνσεις
και κάνω μορφασμούς αηδίας.
Τα εγκλήματα της τρίτης πτέρυγας διαφέρουν από τα δικά μου
Εγώ είμαι αθώος
Τα σκεπάσματα είναι μάλλινα χειμώνα καλοκαίρι
 Άντε γαμηθείτε καργιόληδες

7 ημέρες την εβδομάδα
4 εβδομάδες το μήνα
12 μήνες το χρόνο
Το πάτωμα είναι γεμάτο λακκούβες και τρύπες
Οι όροφοι συναντιούνται μεταξύ τους
Από το ένα κελί βλέπεις μέσα στο άλλο
Άλλες χώρες, άλλες πατρίδες, άλλες γειτονιές
Εγώ είμαι αθώος
Δεν φυσάει, δεν λάμπει, δεν ξημερώνει ποτέ εδώ
Υφίσταμαι κρατική βία
Δεν μπορώ να φύγω να πάω πουθενά
Η οικογένεια μου είναι στο μεσημεριανό της τραπέζι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από εμένα
Δεν μπορώ να αλλάξω παρέα,
δεν διαλέγω τους φίλους μου,
ίδια γλώσσα άδοξη χωρίς ιστορίες. 
Με το ίδιο σώμα δυο χρόνια τώρα
Η ζωή μου λεπτόσωμη
Ο βίος μου ισχνός
Ο εαυτός μου πλήττει με εμένα
Οι τοίχοι κάνουν πολύ θόρυβο
Και το κουδούνι για τη συνάθροιση στο προαύλιο είναι ένας οξύς παρατεταμένος ήχος
Γαμημένοι 
Είμαι αθώος

Λατρεύω τη ζωή έξω από εδώ
Τους φίλους μου, την πλατεία, τη νύχτα, τα αδέρφια μου
Όλοι με κοιτάζουν
σαν να είμαι απλά ένας πίνακας ζωγραφικής
άψυχος
ή μια βιτρίνα μεγάλου καταστήματος
άψυχη
Αγένεια και τρόμος.
Άντε γαμήσου μαλακισμένε
Ότι είναι από σίδερο έχει σκουριάσει
και οι γυναίκες από το απέναντι κτίριο ουρλιάζουν από τον πόνο
Ότι χτίστηκε δεν γκρεμίστηκε ποτέ
Ότι δόθηκε δεν το φρόντισε ποτέ κανένας
Δωρεές από πλούσιους πνευματικούς πατέρες
στοίβες βιβλία άχρηστα σε άδεια φρεσκοβαμμένα δωμάτια
Στις γυναικείες φυλακές τα βρέφη κλαίνε ασταμάτητα για ένα χρόνο
Στις τουαλέτες των φυλακών ανηλίκων οι έφηβοι ξυρίζουν τα κεφάλια τους
και σημαδεύουν με κορεάτικα σύμβολα τα σημεία που πονάνε.
Ελληνίδες μανάδες πουλάνε ψυχοφάρμακα για να αγοράσουνε καινούργια οδοντόβουρτσα και χαρτί τουαλέτας.
Οι τσαμπουκάδες γίνονται στους διαδρόμους.
Θέλω να πάρω τον Ορέστη τηλέφωνο
Κάθε πρωί ξυπνάς από το τρίξιμο των κλειδιών
Ένας ήχος που θα τον θυμάσαι για πάντα
Η πρώτη γνωριμία φυτρώνει με ένα σωματικό έλεγχο

Εξόριστοι του εικοστού πρώτου αιώνα
Η εξαθλίωση αναστενάζει ολημερίς στα περβάζια των λευκών κελιών
Η φτώχεια υπάρχει παντού σε κάθε βήμα μέσα στα δωμάτια υψίστης ασφαλείας
Γαμημένοι ξεφτιλισμένοι
Ισόβια ξέρεις τι σημαίνει ισόβια ρε πούστη μου ;
Ισόβια
Είμαι αθώος
Το κορμί αλλάζει μέσα στους πρώτους μήνες
πιο αδύνατο από ποτέ πιο χλωμό από ποτέ
Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο
Οι δεσμοφύλακες οδηγούνται από σκυλιά βουτηγμένα σε λάσπες
Ισόβια σημαίνει φόβος
Και μια απέραντη μοναξιά
Το καλοκαίρι ξεκίνησε φέτος πιο νωρίς
Τα κρεβάτια βράζουν για έξι συνεχόμενους μήνες
Τα μάτια ζεματάνε κόκκινα από τη δίψα και τη ζέστη.

Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες, τα υπουργεία πυροβολημένα
και τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες, τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων, την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου, τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα.
Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων, τους λιγόψυχους να γδέρνονται από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων.
Θα ήθελα να δω τις φαβέλες της Βραζιλίας να γκρεμίζονται σαν απογευματινό παιχνίδι μικρών αγοριών την ώρα του ηλιοβασιλέματος - μια για πάντα - τα κορίτσια και οι γιαγιάδες να ξεχνάνε κάθε πένθιμη ανάμνηση και να χτίζουν κήπους και παιδικές χαρές.

Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.

Εξέγερση στην Α' πτέρυγα
ακολουθούν οι υπόλοιπες 6  πτέρυγες
ένα νοσοκομείο
ένα προαύλιο και
οι γυναικείες φυλακές απομακρυσμένες
πέρα μακριά
2χλμ από το διοικητήριο.

Ισόβια.


Ενθύμιον σχολικού έτους

Δεν με νοιάζει τι θα πουν
Αν θα τους αρέσει το χτένισμα μου
Το βλεμμα μου
Οι ωμοι μου
Ο τροπος που κρατάω το στυλό
Το μονο που με νοιάζει
Είναι να μπορέσω να κοιτάξω ευθεία
Στο φακό με την ίδια δύναμη
Που τον κοιτάζουν τα κυκλάμινα
Στη ζωγραφιά που είναι καρφωμένη
Με τέσσερις χρωματιστές πινέζες
Πίσω μου στον τοίχο
Αυτόν που δεν λέει ποτέ ψέμματα
Παρά μόνο παραμύθια
Για νεραιδες και ξωτικά του νερού
Που περιμένουν ως ανταμοιβή
Για την αφέλεια και την ομορφια τους
Ένα κλικ ένα κλάσμα
Του δευτερολεπτου πριν τη λήψη
Μιας «στημενης» σχολικης φωτογραφιας.  


Το ποίημα της ημέρας

Εκείνο που διάβασα
Και εκείνο που έγραψα
Συνομιλούν
Το καθένα μιλώντας την γλώσσα της εποχής του
Εποχής υστερικής
Μαμάς υστερικής
Συζύγου υστερικής
Που απλώνει και μαζεύει τα ρούχα
Την ίδια μέρα και ώρα της βδομάδας
Χρησιμοποιώντας μανταλάκια της ίδιας απόχρωσης
Βαθύ μπλε οι λέξεις
Συνορεύουν στα μάτια μας
Τα εύκολα γίνονται δύσκολα
Τα δύσκολα γίνονται εύκολα
Για να καταργηθούν οι κανόνες της αφήγησης
Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες για ειρμό
Τον διασυρμό δεν θα τον αποφύγουμε
Ούτε εσύ ούτε εγώ κι ας κρυβόμαστε
Πίσω από τα παραμορφωμένα μας δάχτυλα
Πόσο μοιάζουμε και η ομοιότητα μας
Είναι η παρηγοριά μας
Κάθε φορά που μας απορρίπτουν ερωτικά
Κάθε φορά που μας ξεχνούν οι αναγκαίοι μας φίλοι
Κάθε φορά που μπερδεύουν τα ονόματά μας
Σύλια ή Σύλβια;
Γιατί μερικά πράγματα
Ιδίως όσα ξεχωρίζουν
Μένουν αναλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου
Χωρίς ρυτίδες
Όπως το δικό σου ποίημα
Όπως η δική μου η ελπίδα.
*



Η Ματίνα Λιώση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Φιλοσοφία. Από το 2015 ζει στο Λονδίνο, όπου γράφει τη διδακτορική της διατριβή με θέμα την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο ‘Η Ενδέκατη Ελεγεία’.





Το κέλυφος

Κάθε νύχτα παραβιάζω το κέλυφος της αγάπης σαν να ήταν φιστίκι.
Το ανοίγω στα δυο να βρω την ψίχα κι εκείνο μου γδέρνει τα νύχια.
Θα μπορούσα να αλλάξω συνήθεια και είδος ώστε να περιοριστώ
στο ξεφλούδισμα ενός αθώου φιστικιού ανατολής
όμως δεν είναι αθώα η αγάπη μου ούτε υστερεί σε απαιτήσεις.

Κάθε νύχτα σαν να ’ναι η ώρα της σιγής
ερημική ακολουθία συνηθειών
παίρνει αργά-αργά τη θέση μιας αόρατης γαλήνης.
Είναι τότε που κοιτάζω τους ανθρώπους στα μάτια, τη ζωή στο μέτωπο.
Είναι τότε που σωπαίνω, που νικώ το Εγώ, που απομακρύνομαι
ίσως γιατί φοβάμαι μήπως εκείνο το κέλυφος που τόσο βίαια σπάω
ενωθεί ξαφνικά και εντός του
με κλείσει.



Αποκαθήλωση

Πίστευα σε έναν θεό, που δεν είναι πια ο Θεός μου.
Πρωινό ήτανε όταν τον είδα να κατεβαίνει από τον θρόνο του και να κάθεται σε ένα σκαμνί απέναντί μου.
Με κοιτούσε με όλο το φόβο της απόρριψης κι όλες τις ενοχές μιας αμαρτίας.
Τον είδα να προσπαθεί να χαμογελάσει, να με ξεγελάσει.
Ο θνητός που ήταν κάποτε Θεός μου.





Η σάλα

Η σάλα έκρυβε καλά το φονικό της
κάρμα, έλεγαν οι ξένοι,
τα καλυμμένα παράθυρα
οι βαριές βελουτέ κουρτίνες
εναγκάλιζαν το ημίφως
μπορντό, απ’ τα διάσπαρτα κεριά, απ’ τα υφάσματα.
Αν έξω ήταν μέρα ή σκοτάδι
κανείς που έμπαινε δεν γνώριζε.
Το φως έξω έμενε
ξεχασμένο, εγκαταλελειμμένο.
Γιορτή, μνήμη ή θάνατος
όλα εκτός
τα πάντα εντός αμετακίνητα
ως και των κεριών οι φλόγες
κι οι άνθρωποι, οι ψυχές
κρυσταλλωμένες, απέστρεφαν τα βλέμματα
-συγκίνηση καμία-·
το πιάνο, όμως, με ήχο αν και παγερό
πίεζε αμετανόητα τα πλήκτρα
να συνθέσουν ρυθμό
κάποιου βαλς μέλλοντος… 
εκδόσεις Μανδραγόρας 


Αλκμήνη

Νόμιζε
πως αν άλλαζε το όνομα του
και το αντικαθιστούσε μ’ ένα άλλο
όλα θα εξακολουθούσαν να είναι.

Αρκεί να  αποφεύγει κανείς τα τρίγωνα
και να ερωτεύεται θνητούς.

Απόψε άλλωστε
τα μικρά του χέρια της φαίνονται αδύναμα
να πνίξουν τα φίδια της συζύγου.



Ήρα

Κάποιες γυναίκες παντρεύονται σπίτια, Διώνη.


Ιώ


Τον κρατάς σφιχτά,
οι δύο σας απέναντι στον κόσμο.
μα
το γάλα μία μέρα στερεύει
και τότε ποιός
θα αποκοιμηθεί στο στήθος σου;


εκδόσεις κέδρος 


Αίτια του Χειμώνα

Όλα του κόσμου τα έγχορδα ωχριούν μπροστά στο 
θρόισμα μια βεντάλιας μακρινής και με άνοιγμα πε-
τάγματος στα χέρια γυναίκας λυπημένης όχι εξάπα-
ντος από έρωτα. Γιατί δεν υπάρχει φτερό αντάξιο του 
ύψους που ονειρεύτηκε ούτε κόμη εφάμιλλη κεφαλιού 
ελαφρά γερμένου κατή τη μεριά της προσμονής· εκεί 
που πάντα σχηματίζονται τα ανελέητα αίτια του χει-
μώνα.
Dorothea Lange

Ελένη-Ραφαέλα Κόκκινου
Η ώρα της αλήθειας

Πάει καιρός που κοιμήθηκε πραγματικά καλά. Η τελευταία φορά πρέπει να ήταν πριν έξι μήνες. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, μα τίποτα δεν την παρακινεί να πατήσει το διακόπτη και να ρίξει φως στον αρκετά τακτοποιημένο χώρο. Μοναδική της συντροφιά ένα πρόγραμμα θεατρικής παράστασης παρατημένο επάνω στο γραφείο, που όμως δεν μπαίνει στον κόπο να διαβάσει, και ένας σωρός από καλοξυμένα μολύβια, που δεν κατάφεραν να τραβήξουν ούτε μία γραμμή. Ξαπλώνει στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού και κλείνει τα μάτια. Οι σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό της. Έρχονται καταιγιστικά και αναπόφευκτα, ώσπου το κεφάλι της να εκραγεί και να μη σκέφτεται τίποτα πια. Ανοίγει τα μάτια. Το δωμάτιο είναι πάλι σκοτεινό. Ακόμα και το ρολόι του τοίχου είναι εναντίον της. Σέρνει τους δείκτες του ακούραστα και οι εκκωφαντικοί χτύποι την αποσπούν από το απόλυτο τίποτα και πλημμυρίζουν το χώρο με το απόλυτο ζωντανό κάτι, το μοναδικό ίσως ζωντανό κάτι μέσα στο δωμάτιο. Πιέζει τα μάτια της να σφαλίσουν, παριστάνει ότι κοιμάται, έτσι για να κοροϊδέψει τον εαυτό της. Αύριο είναι μια καινούρια μέρα. Αύριο θα είναι η ίδια μέρα. Αύριο θα παίξει πάλι το ρόλο της με μεγάλη επιτυχία, ώσπου να βραδιάσει και το δωμάτιο πάλι να σκοτεινιάσει. Η ώρα της αλήθειας.

Πρώτη δημοσίευση: 7/2/14 - 10:38 π.μ



Απόψε έδωσα την πρώτη μου συμβουλή


όσοι πέθαναν από
πλήξη
με πετροβολούν
απ΄τις σκεπές
ένας Αύγουστος πλησιάζει
κοιτάζω τα περιστέρια
που  ξενυχτάνε στις πηγές
εντωμεταξύ
κάποιοι λένε πως
δεν θα έπρεπε να μοιράζω
ποιήματα σε φωτοτυπίες
άλλοι πως μπορώ
να εξελιχθώ
χα!
εγώ θα στείλω
αυτό το ποίημα στον Γώγο
καθώς οι σκεπές
φλέγονται
οι πηγές απομακρύνονται
και ένας νέος ποιητής τηλεφωνεί
στη μέση της νύχτας
να ρωτήσει για το μυστικό:

«γράφε πάντα για το πετροβολητό
φιλαράκο»



ΑΠΟΡΡΙΨΗ

«Σκότωσέ με ή δέξου με όπως είμαι. Καταραμένος θα είμαι αν αλλάξω ποτέ».
Marquis de Sade

Σε ένα όνειρο που μου παρουσιάστηκε, ήταν η νύχτα των νυχτών και ήμουν ένας ακόλαστος στην κόλαση. Είχα ξεπεράσει τους δαίμονες, γελούσα καλύτερα από τον Τελευταίο και το όνομά μου ήταν «Πολύφημος Κανένας». Ήρθε και υποκλίθηκε στην αφεντιά μου ο Μπατάιγ, ξεδιπλώνοντας τα θεσπέσια σκοτεινά φτερά του και μου ζήτησε το καλύτερο ναρκωτικό της ζωής και του θανάτου, που μόνο εγώ είχα, γιατί μόνο εγώ ήξερα πως να το φτιάχνω. «Φέρε μου μωρό μου τον Απολλιναίρ» του απάντησα κι εκείνος έβαλε τα κλάματα. Ξύπνησα, έβαλα να πιω ένα ουίσκι, τον άκουγα ακόμα να πλαντάζει, σχεδόν. Τώρα ήμουν πάλι ευάλωτος και ένιωσα άσχημα για την συμπεριφορά μου. Ήταν μονάχα ένα όνειρο, είπα για να με παρηγορήσω και έπιασα τον Απολλιναίρ, να περάσω την ώρα μου.



Johann Paul Friedrich Richter
Η ΑΙΤΝΑ

Ὁ δρόμος ἀκανόνιστος περνοῦσε μέσα ἀπ’ τὴν παγωμένη λάβα καὶ τὸ μαῦρο χῶμα ποὺ γεννᾷ ἡ φωτιά.

Κατὰ τὴν ἀνατολὴ ἐρρόδιζεν ὁ ὁρίζοντας… Κι’ ὁλοένα τὸ ρόδινο αὐτὸ χρῶμα γίνουνταν λαμπερώτερο κι’ ὁλοένα ξαπλώνουνταν στὸν οὐρανό, πάνω ἀπ’ τὴ γῆ κι ἀπὸ τὴ θάλασσα, ὡς ποὺ στὸ τέλος ἐπῆρε ὁλόκληρη  τὴν ἔκταση ποὺ κρατοῦσε πρὶν τὸ σκοτάδι.

Ἔπειτα πρόβαλε κι’ ὁ ἥλιος κι’ ἐδιάλυσε τὰ σύννεφα ἀπ’ τὰ πόδια τοῦ βουνοῦ κι’ ἐφώτισε τὰ γυροτόπια μὲ τὰ ὠμορφώτερα καὶ τὰ διαφορετικώτερα χρώματα. Ἀφοῦ ἀπολάψαμε αὐτὸ τὸ θέαμα, ἑτοιμαστήκαμε γιὰ ν’ ἀνέβουμε στὸν κρατῆρα.

Ἔπρεπε πολλὰ νὰ τραβήξουμε, περπατώντας μέσα σὲ χιόνια καὶ λάβες καὶ πάγους ὡς ποὺ νὰ φτάσουμε τὴν ψηλότερη κορφή, ποὺ εἶναι ζεστή, σκισμένη σὲ διάφορα μέρη καὶ σκεπασμένη μὲ σκουργιὰ καὶ στάχτη.

Τὸ ἀνέβασμα μᾶς δυσκόλεψε πολύ· τέλος ὅμως ἐφτάσαμε τὸν ἴσιο δρόμο, ποὺ εἶναι σκεπασμένος ἀπὸ ἕνα μαλακὸ ἐπίπαγο, τέτοιον ποὺ κάπου-κάπου νὰ κολάη κανενὸς τὸ παποῦτσι.

Πόσο μεγάλος ἦταν ὁ θαυμασμός μας,  ὅταν φτασμένοι στὴν κορφή, βρεθήκαμε ἀπέναντι στὸν τρομερὸ ἐκεῖνο κρατῆρα, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καπνὸς ἔβγαινε καὶ πρωτάκουστοι κρότοι ποὺ ξαφνίζουν τὸν ἄνθρωπο, πότε σὰ βροντὲς καὶ πότε σὰ κανόνια.

Ἀφοῦ ἀπολάψαμε κι’ αὐτὸ τὸ θέαμα γυρίσαμε κάτω τα μάτια μας κι’ εἴδαμε, λές, ὅλη τὴν ὠμορφιὰ τοῦ κόσμου μαζεμένη κάτω ἀπὸ τὰ πόδια μας.

Ἐφαίνουνταν ἕνα μεγάλο κομμάτι θάλασσας, τὸ μισὸ παποῦτσι  τῆς Καλαβρίας, ἐφαίνουνταν ἡ Μάλτα καὶ τὸ καπνοστεφάνωτο Στρόμπολι. Εἴδαμε τὸ τρίγωνό της Σικελίας μὲ τὰ βουνά, τὶς πεδιάδες, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πόλεις της.

Ὅλα τα πράματα τὰ βλέπαμε μεγαλωμένα, σὰν μέσα ἀπὸ φακό, φαινόμενο ποὺ γεννοῦσε ἡ ἄφταστη καθαρότητα τοῦ ἀέρα. Ἐνῷ εἴμαστε βυθισμένοι στὸ θάμασμα τῆς θέας αὐτῆς, ξάφνου ὁλόκληρος ὁ κῶνος τῆς Αἴτνας ἄρχισε νὰ τρέμῃ κ’ ἕναν τέτοιον τρόπο, ποὺ θάλεγε κανεὶς  πὼς ἤθελε γκρεμιστῆ.

Σὲ λίγο μιὰ ἔκρηξη ἀκούστηκε, βοντερώτερη κι’ ἂπ΄ τὴν πειὸ βροντερὴ βροντή, καὶ μέσα ἀπ’ τῆς σκισμάδες τοῦ βουνοῦ κι’ ἂπ΄ τὸν κρατῆρα ξεπετάχτηκαν καπνοὶ μαῦροι καὶ κίτρινοι ποὺ συγκεντρώθηκαν σ’ἕνα πελώριο σύννεφο ἀμέσως, ὑψωνόμενο στριφογυριστὰ καὶ σὰν αὐλακωτὴ κολῶνα σύννεφο ἀμέσως, ὑψωνόμενο στριφογυριστὰ καὶ σὰν αὐλακωτὴ κολῶνα πρὸς τὰ γαλάζια οὐράνια.

Αὐτὸ ἦταν ὅλο καὶ ξαναβασίλεψε πάλι ἡ ἡσυχία…

Εἴχαμε πιὰ περάσει δύο ὧρες ἀπάνω στὴν κορφὴ καὶ ξαναπήραμε τὸ δρόμο μας στὰ κάτω.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΓΚΑΚΗΣ


η μετάφραση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Πυρσός», 
Τεῦχος 4, Σεπτέμβρης 1917, Μηνιαία Λογοτεχνικὴ Ἔκδοση
 
***
Μ. Μαγκάκης, ένας ξεχασμένος ποιητής
Του Γιαννη Παπακωστα

Εφημερίδα "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ"

Εκτός από τις μορφές που δέσποσαν στα λογοτεχνικά πράγματα στη δεκαετία του 1910-1920, του Καβάφη, του Βάρναλη, του Σικελιανού, του Φιλύρα, του Καρυωτάκη, του Λαπαθιώτη, του Μελαχρινού, του Ουράνη, υπάρχουν μερικοί ελάσσονες συγγραφείς, ποιητές κυρίως, που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητοι. Απαρατήρητοι, είτε γιατί από ένα σημείο και πέρα έπαψαν να γράφουν είτε γιατί δεν συμπεριέλαβαν το έργο τους σε συγκεντρωτική έκδοση είτε γιατί η σύντομη ζωή τους δεν επέτρεψε να διαμορφώσουν το λογοτεχνικό τους πρόσωπο, ενώ τα ποιήματά τους έμειναν διάσπαρτα σε διάφορα βραχύβια, εν πολλοίς, έντυπα, τα περισσότερα από τα οποία δεν είναι επισκέψιμα ή συνήθως απόκεινται σε ελλιπείς σειρές.

Μερικοί από τους συγγραφείς αυτούς επέζησαν μόνο ως ονόματα και με ελάχιστα δείγματα γραφής στην «Ανθολογία των νέων ποιητών μας, (1990-1920)» και «Οι Νέοι, 1910-1920» (η συλλογή βγήκε από τους κύκλους της «Καλλιτεχνικής Συντροφιάς» με την επιμέλεια του Αγρα), ενώ υπάρχουν και συγγραφείς, ποιητές κυρίως, των οποίων τα ονόματα έκτοτε ξεχάστηκαν ή μνημονεύονται μόνο ευκαιριακά. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στον Ιωσήφ Ραφτόπουλο, στον Μανώλη Μαγκάκη και τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, ανεψιό του ομώνυμου πρωθυπουργού, του οποίου η ποιητική συλλογή, «Οι ρυθμοί του Ονείρου και του Θανάτου» (Les rythmes de rve et de la mort), που κυκλοφόρησε στο Παρίσι το 1909 με πρόλογο του Ζαν Μορεάς είχε προκαλέσει εντύπωση, όπως προκύπτει και από κριτικά κείμενα του Μαλακάση και του Ουράνη. Ο Ραφτόπουλος πέθανε 30 ετών περίπου (1890-1923), ο Μαγκάκης 27 (1891-1918), ο Δεληγιώργης 25 (1883-1908).

Εδώ αναφέρομαι στον σχεδόν άγνωστο λυρικό ποιητή Μανώλη Μαγκάκη. Η λανθάνουσα και αμαρτύρητη από αλλού ποιητική του συλλογή «Λυρικά Ποιήματα», που εντελώς τυχαία εντόπισα (κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, το 1920, με την επιμέλεια των Χαρ. Παπαντωνίου και Ιωσήφ Ραφτόπουλου) αποτέλεσε το έναυσμα ώστε να ασχοληθώ διεξοδικότερα μαζί του. Καθώς η έρευνά μου προχωρούσε, διαπίστωσα ότι ο Μαγκάκης έχει στο ενεργητικό του και ενδιαφέρον μεταφραστικό έργο, το οποίο το συνιστούν δύο αυτοτελείς τόμοι με σονέτα του Σαίξπηρ ο ένας και επιλογή από το έργο του Οσκαρ Ουάιλντ, με διηγήματα, μπαλάντες και κριτικά κείμενα ο άλλος. Σε περιοδικά της περιόδου 1910-1920 εντοπίστηκαν διάσπαρτα ποιήματα, πεζά και δοκίμιά του και μεταφράσεις αγγλόφωνων συγγραφέων.

Με τη συμμετοχή του στην έκδοση περιοδικών ως διευθυντής, αρχισυντάκτης ή συνεργάτης, πρόβαλε ως δραστήριο μέλος της λογοτεχνικής ζωής. Με τα θεωρητικά του κείμενα, ως θιασώτης των απόψεων του Ουάιλντ, προκαλούσε συχνά αντιδράσεις.

Ο Μαγκάκης γεννήθηκε στην Ερμούπολη Σύρου το 1891. Πατέρας του ήταν ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Μαγκάκης και μητέρα του η Αγγελική, από το γένος της ιστορικής οικογένειας του Αγώνα, των Μαυρογένηδων. Σπούδασε Φυσικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πέθανε στις 21 Οκτωβρίου 1918, ύστερα από ολιγοήμερο πυρετό, στον Ωρωπό, όπου προσωρινά επέβλεπε τις εργασίες ενός λατομείου.

«Είχε», γράφει ο Χαρ. Παπαντωνίου, «παρουσίαση και τόνο διανοητικού και λεπτά αισθαντικού ανθρώπου, ήταν από τους πολύ ολίγους εκείνους σύγχρονους «νέους» μας, οι οποίοι δείχνουν ολιγώτερο από το πραγματικό που έχουν και κρατούν πάντα τη σκιά μιας σοφής μετριοφροσύνης ανάμεσα του εσωτερικού των και των ανθρώπων».

Ο Μαγκάκης συνεργάστηκε με πλήθος περιοδικά. Η συνεργασία του άρχισε το 1909 με τα περιοδικά «Ελλάς» και «Δάφνη». Τον άλλο χρόνο τον βρίσκουμε συνεργάτη στο βραχύβιο περιοδικό «Ανεμώνη» και στη συνέχεια σε πλήθος άλλα περιοδικά, που προσεγγίζουν τα είκοσι («Αλκή», «Ανθών», «Βωμός», «Επιφυλλίς της Φιλολογικής Κυψέλης», «Ζωή», «Λογοτέχνης», «Νέα Σκέψις», «Νέα Τέχνη», «Νέον Φως», «Ο Καλλιτέχνης», «Ομηρος», «Ορμή», «Πινακοθήκη», «Ποιητική Εκδοση», «Πυρσός»). Δημοσίευσε ποίηση, δοκίμια, διηγήματα, μεταφράσεις, στις οποίες ανήκει και μια σειρά κειμένων θεωρητικού προβληματισμού με αντικείμενο τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη λογοτεχνία.

Με βάση τις δημοσιευμένες πηγές, ο Μαγκάκης είναι ο πρώτος μεταφραστής και εκδότης σονέτων του Σαίξπηρ. Η έκδοση έγινε το 1911, με τον τίτλο «Τα περίφημα σονέττα του Σαίξπηρ»· έως το 1938, οπότε κυκλοφόρησε μετάφραση από τον Β. Χανιώτη, η έκδοση Μαγκάκη ήταν η μοναδική (Κ. Κασίνης). Σε βιβλιογραφική μαρτυρία του 1920 αναφέρεται ότι είχε πραγματοποιηθεί και δεύτερη έκδοση του έργου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το εισαγωγικό σημείωμα, όπου ο μεταφραστής αποτιμά την ποιητική αξία των σονέτων, συσχετίζοντάς τα με το «Ασμα Ασμάτων».

Επηρεασμένος από τις αρχές του αισθητισμού, ο Μαγκάκης θεωρεί ότι η ομορφιά αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της τέχνης και είναι ανεξάρτητη από την κοινωνία και τη ζωή. Οτιδήποτε άλλο υποδηλώνει σκοπιμότητα και επιτήδευση, πράγμα που συνεπάγεται αυτολογοκρισία και περιορισμό της πηγαίας έκφρασης. Η αισθητική αρχή «η τέχνη για την τέχνη» βρίσκει την εφαρμογή της. Ο «Ουαλδισμός ήταν τότε της μόδας», έγραφε λόγιος της εποχής.

Στην ανθολογία «Οι Νέοι», που κυκλοφόρησε το 1920, προτάσσεται αδρομερές σημείωμα, όπου σημειώνεται: «Εγραψε λίγα πρωτότυπα ποιήματα, αλλά όλα εκλεκτά. Χαρακτηριστικό του η εξωτερίκευσις του λυρισμού σε απλή μορφή». Ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος τονίζει ότι «τα τραγούδια του είναι όλα αληθινά στη συγκίνηση και στη φόρμα άρτια».

Ο Μαγκάκης, βιώνοντας το κλίμα της νεορομαντικής και νεοσυμβολιστικής σχολής, ως γνήσιος εστέτ, έζησε μέσα από την τέχνη του και έγινε ο ίδιος αντικείμενο της τέχνης του. Στον σκοτεινό ιδιωτικό του χώρο θα βιώσει σπαρακτικά τον ρομαντικό του θρήνο. «Πόσο πολύ σε πόθησα γαλήνη του θανάτου», θα πει· ο στίχος μάς θυμίζει τον μεταγενέστερο του Καρυωτάκη: «Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!». Και όλα τούτα, δοσμένα με τρόπο ανάλογο με του Μαλακάση, με ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους και μη, ρίχνοντας το βάρος στη μουσικότητα και την ηχοποιία.

* Από την εισαγωγή στο ποιητικό έργο του Μ. Μαγκάκη, που θα κυκλοφορήσει στις εκδόσεις «Γαβριηλίδη».


Eva Díaz Riobello
Από το μηδέν

«Σε παρακαλώ, να είσαι σύντομος», είπε ο δολοφόνος. Εγώ τον υπάκουσα. Ανέβηκα στο υπνοδωμάτιο της συζύγου μου και της έκανα έρωτα για τελευταία φορά. Σκέπασα τα παιδιά μου και τους είπα ένα όμορφο παραμύθι που άκουσαν συνεπαρμένα. Παρατήρησα τα προσωπάκια τους μόλις κοιμήθηκαν, προσπαθώντας να τα φανταστώ σε μια ενήλικη εκδοχή. Στο τέλος, κατέβηκα στο σαλονάκι, όπου εκείνος με περίμενε με έτοιμο το πιστόλι του. Μου πρόσφερε ένα πούρο και το καπνίσαμε σιωπηλοί. Μετά σήκωσα τις βαλίτσες μου και έφυγα δίχως να ακούσω τις κραυγές. Είναι δύσκολο να ξεκινάς από το μηδέν.

μετάφραση: Στάθης Ιντζές

 *

Η Eva Díaz Riobello (Avilés, Asturias, 30/07/1980) είναι Ισπανίδα συγγραφέας, που δραστηριοποιείται κυρίως στο διήγημα και στο μικροδιήγημα.




Φεβρουάριος


Και όταν ξύπνησα                                                                                
η γυναίκα μου είχε φύγει.
Εκείνη η μέρα δεν ήταν σαν τη μέρα
Που είδα έναν ελέφαντα, με γιρλάντες
και δεμένο με κουδούνια
να τεμπελιάζει σε μια σκονισμένη πόλη.
Καθόλου δεν έμοιαζε με μέρα
στην οποία άνθισαν
σιροπίσιες κούπες, το γλυκό στο ταψί.
Μια διαρροή ξεκίνησε στην
αριστερή πλευρά μου.
Άρχισα να ξεκουμπώνω
τους καρπούς μου. Άρχισα
να ξεχνώ τις πράξεις της γλώσσας της.
Τη μαγιά της και τις αργίες.
Κυματιστά χτενισμένα, σειρές από δέντρα
υποχώρησαν και μαζί τους όλα έγιναν
τόσο ήσυχα. Μου έλειψαν
τα πλάσματα που αλογο-φέρνουν,
τέσσερα μέτρα ψηλά,
τα μεγάλα ανοίγματα
από ακατοίκητο πάγο.
Νοστάλγησα τους ήχους των θαλασσών
όταν οι θάλασσες ήτανε φάλαινες
και τον χρόνο που εγώ δεν ήμουν.
Είχαμε υπάρξει συλλέκτες
δηλητηριασμένων φυτών στις σύντομες 
εποχές τους. Τώρα φορτωνόταν σε
νταλίκες. Αυτό δεν ήταν το Βίσμαρκ,
αλλά εμείς. Τόσο περικυκλωμένη
και ολοκληρωτικά μόνη, διακήρυξα πως 
δεν ήμουν κάποιου είδους γκάνγκστερ 
και άφησα τη στέγη να πέσει  



February


And when I woke
my wife was gone.
That day was not like the day
I saw an elephant, festooned
and strung with bells
idling in a dusty town.
Not like a day
in which bloomed
julep cups, sheet cake.
A leak began on my
left side.
I commenced to unbutton
my wrists. 
I commenced
to forget the acts of her tongue.
Her leaven and holidays.
Marcelled rows of trees
receded, and with them went
such quiet. I missed
the horse-like creatures,
four meters high,
the long stretches
of uninhabitable ice.
I missed the sounds of the seas
when the seas were whales
and the time when I was not.
We had been gatherers
of nightshade in the brief epochs
of nightshade. Now it was charging
in trucks. This was not Bismark,
but us. So surrounded
and entirely alone, I averred I was
no variety of gangster
and let the roof forge down.



Η Ποιήτρια και καλλιτέχνις Mary Margaret Alvarado γεννήθηκε στο Τέξας και μεγάλωσε στο Κολοράντο των Η.Π.Α. 
Είναι  συγγραφέας της ποιητικής συλλογής Hey Folly (2013) 
Αυτή τη στιγμή ζει στο Κολοράντο με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της.
Ρία Φελεκίδου
Χωρίς ουρανό


Όταν ακόμη η μέρα
Δίνει παράσταση
Τρικλίζοντας
Με βήμα αστάθειας
Σαν να πατάει
Από γυαλιά ανάμεσα
Χρώματα
Που δεν της ταιριάζουν
Ο ουρανός χάνεται
Πριν το χειροκρότημα
Φεύγει
Σφίγγει τα σύννεφα πάνω του
Τυλίγεται ντρέπεται
Για τα καμώματά της
Φεύγει κι είναι έρημα
Χωρίς μικρές γωνιές από ανάσες
Σπιτάκια από σύννεφα
Αν όχι αυτός, τότε τι
Μαθαίνω πώς είναι
Να απλώνω το βλέμμα
Σε λημέρια χωρίς αφεντικά
Όμως
Ένας ολόκληρος κόσμος
Παρατημένος στην τύχη του
Σκέφτομαι
Στρέφω το βλέμμα
Ψηλά όμως όχι
Πώς είναι χωρίς
Αυτό που μάθαμε
Να είναι
Ένας δεδομένος ουρανός
Κι έπειτα το τρένο φτάνει
Όπου έπρεπε
Ή ίσως ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε
Βγαίνω έξω
Ένα καινούριο σύμπαν
Να κάνω τις δουλειές μου
Έστω και χωρίς
Τυλίγομαι –με τη σειρά μου-
Ένα μπουφάν φουσκωτό
Από αέρα
Σύννεφα ξεχασμένα
Νιώθω γαλάζια
Ξεκολλάω απ’ τη γη
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Πασχίζω
Και πασχίζω
Λίγο ψηλότερα
Ο ουρανός βρίσκεται πάλι
Όταν τον φτάνεις
Κι έτσι στοιχίζομαι
Με τις αέριες μάζες γύρω μου
Τεντώνομαι διπλώνομαι
Κάνω γωνίες
Αεροναυπηγικής δυναμικής
Το κορμί μου παγώνει
Σε στάσεις
Ενστικτώδους τελειότητας
Με το μπουφάν το φουσκωτό
Το μαύρο
Κι όπως πασχίζω –είναι ξαφνικό-
Φτερά και πούπουλα
Να κακαρίζει ο τόπος
Και δεν σαλεύω
Ούτε έναν πόντο απ’ τη γη
Ήτανε νόθα τα πουλιά
Φτερά μισά
Και πούπουλα δαρμένα
Μόνο για μαξιλάρια να γεμίζουν κάνανε
Όχι για να σηκώνουνε κορμιά
Να βεβαιώνουνε τον ουρανό
Και πάλι φτάνοντάς τον.
Και κάπου εκεί
Τα πόδια επανωτίζουνε στη γη
Και το μπουφάν να κελαϊδάει
Τα επί γης μου χρέη
Τίποτε άλλο
Τα αιτήματα περί ουρανού
Σε περιπτύξεις με το χώμα
Και κάπου εκεί
Το παίρνω απόφαση
Όπως μιλάς
Πρέπει να πετάς
Δεν κλυδωνίζομαι άλλο
Από την έλλειψη φτερών της προκοπής
Αέρα στο μπουφάν μου
Και τα σύννεφα τι να τα κάνω
Γεμίζω λέξεις τα πνευμόνια μου
Στο τέλος – δεν μπορεί-
Θα αναστηθεί
Κάτι στη θέση του ουρανού
Που επαρκώς θα τον θυμίζει.

Πρώτη δημοσίευση: 7/6/15 - 10:07 π.μ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA