Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)

Στέλλα Παρασχά
Ζητείται καρυοθραύστης

Κρίμα που είσαι σπαστικός, θα του έλεγα. Γράφεις όμως τόσο ωραία. Σίγουρα έχεις ευαίσθητο εσωτερικό, αλλά, τόσο, μα, τόσο χοντρόπετσο περίβλημα. Δε ξέρω με τι να το παρομοιάσω. Ίσως με καρύδι. Χρειάζεται γερή πέτρα για να ανοίξει. Τι λέω; Καρυοθράυστη χρειάζεται.

Μια φορά έσπασα ένα κλειδί επάνω στην κλειδαριά με ένα τέτοιο μαραφέτι. Ναι, το ξέρω πως ο καρυοθραύστης δεν έχει φτιαχτεί για να ανοίγει πόρτες. Ας όψεται εκείνος ο νυσταγμένος γείτονας, που βγήκε με το σώβρακο να με βοηθήσει. Και με ένα τρύπιο κασκορσέ. Μάταια προσπαθούσαμε εναλλάξ να γυρίσουμε το κλειδί στην κλειδαριά. Ήταν ξημερώματα και κουτουλούσα από την κούραση. Ο γείτονας είπε ότι δε με είχε δει ποτέ ως τώρα. Του εξήγησα ότι επισκέπτομαι τη φίλη μου που μένει ακριβώς δίπλα. «Από πού είναι η φίλη σου; Από ‘κει που είμαι κι εγώ. Ε, κι εσύ από πού είσαι; Από την Ελλάδα. Α, Ελληνίδες», και άρχισε να αραδιάζει ακαταλαβίστικες εντυπώσεις για τη χώρα και τους συμπατριώτες μου.

Μετά έφερε μια πετσέτα για να κρατάμε το κλειδί πιο σταθερά. Τα δάχτυλά μας είχαν ζουληχτεί και κοκκινίσει από την προσπάθεια. Μετά είπε πονάει το δάχτυλό του, δεν μπορεί άλλο, θα βγάλει φουσκάλα. Ε, και μετά του ήρθε η φαεινή ιδέα να φέρει τον καρυοθραύστη ως άλλο πολιορκητικό κριό, να τελειώνουμε μια και καλή.
Τη συνέχεια την ξέρετε, το κλειδί έσπασε μέσα στην κλειδαριά και εγώ αποχαιρέτησα την Αλεξάνδρεια που έχασα. Αρνήθηκα ευγενικά να κοιμηθώ στο διαμέρισμα του γείτονα, που μου προσφέρθηκε ομολογουμένως αρκετά άδολα και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Το πάρτυ είχε τελειώσει. Οι τελευταίοι καλεσμένοι αποχαιρετιόνταν στο πλατύσκαλο. Έβαλα τα κλάματα από τον εκνευρισμό και με αγκάλιασαν κι εμένα για παρηγοριά.

Οι οικοδεσπότες με έστειλαν να κοιμηθώ στο κρεβάτι του Μαρτσέλο που ήταν άδειο, γιατί έλειπε στην Πορτογαλία. Κρίμα που ήταν άδειο. Μου άρεσε τόσο ο Μαρτσέλο!

Και για σένα κρίμα. Που είσαι τόσο σπαστικός και αντί να τα λέμε, ανέμελα κι έτσι, έχουμε χαθεί εντελώς. Είναι που δυσκολεύομαι να βρω ευαίσθητες ψυχές σ’αυτή την πόλη. Λες να ‘ναι κι αυτές οχυρωμένες πίσω από τα καρυδότσουφλά τους όπως κι εσύ;
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA