Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου

Leonora Carrington
Η Ντεμπυτάντ

Όταν ήμουν ντεμπυτάντ, συχνά πήγαινα στο ζωολογικό κήπο. Πήγαινα τόσο συχνά που γνώριζα καλύτερα τα ζώα παρά τα κορίτσια της ηλικίας μου. Η αλήθεια είναι, ότι ο λόγος που πήγαινα καθημερινά στον Ζωολογικό Κήπο ήταν να ξεφύγω από τους ανθρώπους και την κοινωνία. Το ζώο που είχα γνωρίσει καλύτερα απ’ όλα ήταν μια νεαρή ύαινα. Με είχε μάθει κι εκείνη- ήταν πολύ έξυπνη. Της έμαθα Γαλλικά και εκείνη από τη μεριά της μου έμαθε τη δική της τη γλώσσα. Περνούσαμε έτσι ευχάριστα πολλές ώρες μαζί.
Η μητέρα μου διοργάνωσε έναν χορό προς τιμήν μου, για την πρώτη ημέρα του Μάη- η σκέψη και μόνο με έκανε να μην κοιμάμαι τα βράδια. Πάντα μισούσα τους χορούς, και ειδικά εκείνους προς τιμήν μου.
Το πρωινό της πρώτης μέρας του Μάη, πολύ νωρίς, πήγα και επισκέφθηκα την ύαινα.
–Τι πλήξη! της είπα. Είμαι υποχρεωμένη να πάω στον χορό μου σήμερα το βράδυ.
-Είσαι τυχερή, μου είπε εκείνη. Με χαρά θα πήγαινα εγώ. Μπορεί να μην ξέρω να χορεύω βέβαια, αλλά μπορώ να κάνω συζήτηση.
-Θα έχει πολύ φαγητό, της είπα εγώ. Έχω δει αυτοκίνητα να φέρνουν σωρούς φαγητών στο σπίτι.
-Και εσύ κάθεσαι και παραπονιέσαι, απάντησε με δυσφορία η ύαινα. Εγώ, μια φορά την ημέρα τρώω, και δεν θες να δεις τι μου δίνουν για φαΐ!
Μου ήρθε τότε μια τόσο καταπληκτική ιδέα, που σχεδόν γέλασα ξεστομίζοντάς την:
-Πήγαινε εσύ στη θέση μου τότε!
-Δεν μοιάζουμε πολύ, αλλιώς θα πήγαινα, είπε θλιμμένα η ύαινα.
-Άκου, είπα εγώ. –στο σούρουπο δεν είναι και πολύ εύκολο να δει κανείς. Αν μεταμφιεστείς και λίγο, δεν θα σε προσέξουν μες στο πλήθος. Επίσης, είμαστε και περίπου το ίδιο ύψος.  Είσαι η μοναδική μου φίλη, σε εκλιπαρώ, κάνε αυτό για μένα.
Την είδα που το σκεφτόταν, ήθελε να δεχτεί.
-Πες πως έγινε, μου είπε ξαφνικά.


Ήταν πολύ νωρίς το πρωί, δεν υπήρχαν πολλοί φύλακες τριγύρω. Έτσι, γρήγορα κι εγώ άνοιξα το κλουβί και σε λίγες στιγμές ήμασταν στον δρόμο.Πήρα ταξί, και στο σπίτι όταν έφτασα όλοι ήταν ακόμη στα κρεβάτια τους. Έβγαλα στο δωμάτιό μου το φόρεμα που θα φορούσα το βράδυ. Ήταν λίγο μακρύ, και η ύαινα δυσκολευόταν να περπατήσει με τα ψιλά μου τα τακούνια. Είχε πολύ μαλλιαρά χέρια, οπότε βρήκα κάτι γάντια για να της τα καλύψω. Καθώς ο ήλιος φώτισε το δωμάτιό μου, εκείνη έκανε βόλτες πάνω κάτω με τα τακούνια, σε σχετικά όρθια στάση. Ήμασταν τόσο απασχολημένες που παραλίγο να μην προλάβει η ύαινα να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι μου, όταν μπήκε η μητέρα μου για να μου πει καλημέρα.
-Κάτι μυρίζει πολύ άσχημα στο δωμάτιό σου, είπε η μητέρα μου την ώρα που άνοιγε το παράθυρο. Κάνε ένα μπάνιο με τα καινούρια μου άλατα, για να είσαι έτοιμη για το βράδυ.
-Ναι, φυσικά
Δεν έμεινε πολύ στο δωμάτιο μάλλον η μυρωδιά ήταν πολύ έντονη για εκείνη.
–Μην αργήσεις για το πρωινό, είπε καθώς έφευγε.
Το πιο δύσκολο ήταν να κρύψουμε το πρόσωπό της. Συλλογιστήκαμε για ώρες κάποιον τρόπο να την μεταμφιέσουμε απέρριψε όλες τις ιδέες μου. Στο τέλος είπε: -Έχεις υπηρέτρια;
-Ναι, απάντησα, σαστισμένη.
 -Άκου τότε τι θα κάνουμε: Κάλεσε την υπηρέτριά σου, και όταν έρθει στο δωμάτιο θα την αρπάξουμε και θα της ξεριζώσω εγώ το πρόσωπο. Θα φορέσω το πρόσωπό της για το βράδυ στον χορό.
-Αυτό δεν είναι πολύ πρακτικό, είπα εγώ. Θα πεθάνει όταν θα χάσει το πρόσωπό της. Κάποια στιγμή κάποιος θα βρει το πτώμα της και μετά εμείς θα πάμε φυλακή.
-Πεινάω αρκετά, θα την φάω, απάντησε η ύαινα.
-Και τα κόκαλα;
-Και αυτά. Εντάξει;
-Μόνο εάν μου υποσχεθείς να την σκοτώσεις προτού της σχίσεις το πρόσωπο, γιατί αλλιώς θα πονέσει πάρα πολύ.
-Καλώς. Δεν έχει σημασία για εμένα.
Κάλεσα την υπηρέτρια, την Μαρί, αν και με μία αμηχανία. Δεν θα συμφωνούσα με αυτό το σχέδιο αν δε μισούσα τόσο πολύ τους χορούς. Μόλις μπήκε η Μαρί στο δωμάτιο εγώ έστρεψα το πρόσωπό μου στον τοίχο, για να μην βλέπω. Τελείωσε πολύ γρήγορα. Μια σύντομη κραυγή και μετά, τίποτα. Όσο η ύαινα έτρωγε, εγώ κοιτούσα έξω από το παράθυρο.
Μετά από λίγα λεπτά είπε:
 -Δεν μπορώ να φάω άλλο. Έχουν μείνει οι δύο πατούσες, αλλά εάν έχεις μια μικρή σακούλα, θα τις κρατήσω εκεί και θα τις φάω μετά.
-Θα βρεις μια σακούλα κεντημένη με κρίνους στο μεσαίο συρτάρι της ντουλάπας. Βγάλε τα μαντηλάκια από μέσα και χρησιμοποίησέ την.
Έκανε αυτό που της είπα. Μετά είπε:
 -Γύρνα να δεις πόσο όμορφη είμαι!
Η ύαινα θαύμαζε τον εαυτό της στον καθρέπτη, φορώντας το πρόσωπο της Μαρί. Είχε φάει πολύ προσεκτικά το περίγραμμα του προσώπου, ώστε να απομείνει μόνο το κομμάτι που χρειαζόταν.
–Είσαι πολύ τακτική, της είπα.
Πλησίαζε το βράδυ. Η ύαινα, ντυμένη και περιποιημένη ανακοίνωσε:
-Νιώθω έτοιμη. Μου φαίνεται πως θα κάνω μεγάλη εντύπωση σήμερα το βράδυ.
Όταν ακούσαμε τη μουσική από κάτω, της είπα:
-Πήγαινε τώρα κάτω και θυμήσου να αποφύγεις την μητέρα μου σίγουρα θα καταλάβει πως δεν είμαι εγώ αν σταθείς δίπλα της. Εκτός από αυτήν, δεν ξέρω κανέναν άλλο εκεί κάτω. Καλή τύχη!
Κουρασμένη από την έντονη αυτή μέρα, έκατσα κοντά στο ανοιχτό παράθυρο και πήρα ένα βιβλίο. Θυμάμαι πως πήρα 'Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ” του Τζόναθαν Σουίφτ. Είχε περάσει περίπου μία ώρα ησυχίας μέχρι να έρθει το πρώτο σημάδι ότι κάτι πήγαινε στραβά. Μία νυχτερίδα  πετάχτηκε μέσα στο δωμάτιο από το παράθυρο, βγάζοντας μικρές τρομακτικές κραυγές. Φοβάμαι πολύ τις νυχτερίδες. Κρύφτηκα πίσω από την καρέκλα, τα δόντια μου τρίζαν. Μόλις είχα γονατίσει και ο ήχος των φτερών της νυχτερίδας καλύφθηκε από έναν δυνατό θόρυβο στην πόρτα μου. Η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιο, άσπρη από θυμό.
-Μόλις είχαμε κάτσει να φάμε, είπε και αυτό το πράγμα που έστειλες στη θέση σου σηκώθηκε και φώναξε: -Μυρίζω λίγο περίεργα ε; Εγώ πάντως, δεν τρώω τούρτα. -Μετά ξερίζωσε το πρόσωπό της και το έφαγε. Με ένα σάλτο εξαφανίστηκε από το παράθυρο.

 πρώτη δημοσίευση: 4 Δεκ 2013


Οι εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της  
Μάρτυ Λάμπρου

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν 
ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Γ. Παπαγεωργίου 
και ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος.


Μετάφραση-σημειώσεις: Γιάννης Η.Παππάς 
 πρώτη δημοσίευση 2/10/2013

Ο κριτικός Τζιόρτζιο Μπάρμπερι Σκουαρόττι[2] το 1975, στην εισαγωγή του στο βιβλίο Almanacco dello Specchio (Ημερολόγιο του Καθρέφτη) σε μια ενότητα δικών σου ποιημάτων μιλάει για μια «σύνθεση με ξεσπάσματα» και για «Αδυναμία της λέξης», με ποια έννοια;

Η «σύνθεση με ξεσπάσματα» είναι για μένα αναπόφευκτη, αποτελεί μέρος της ύπαρξής μου… Όταν γράφω έρχονται φράσεις από μακρινές περιοχές, φτάνουν κομματιασμένες, θρυμματισμένες, τεμαχισμένες, η καθεμιά για λογαριασμό της, η καθεμιά μόνη της.Δεν υπάρχει, μεταξύ τους, αρμονία, κλωστή, αυτή η ωραία ψεύτικη ροτόντα που ενώνει και δημιουργεί τον σωστό ρυθμό του αρθρογράφου:δεν υπάρχει. Υπάρχουν αντίθετα λάμψεις, ξαφνιάσματα, σημάδια. Η αλήθεια είναι ότι κάθε φράση έρχεται από ένα δικό της τόπο, περισσότερο ή λιγότερο μακρινό από την παρούσα στιγμή, και έτσι φέρνει ένα βάρος, έναν τόνο, μια φωνή κάποτε διαφορετική, ασυμβίβαστη με τις άλλες. Έτσι, όταν γράφω, διαλέγω ορισμένες, τις πιο συγγενικές, εκείνες που έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους, τις τοποθετώ μαζί τις κάνω να κινούνται σε μια σύνταξη, και σχηματίζεται ένα θέμα. Ναι, πρώτα οι φράσεις και μετά  το θέμα, η συναισθηματική διάσταση: με μια λέξη, το συναίσθημα. Και αυτό το συναίσθημα όταν αρχίζει να παίρνει  μορφή, προσκαλεί μέσα του άλλες φράσεις του ίδιου ύφους.  Αυτό μου συμβαίνει γράφοντας ποιήματα.
Η δουλειά του ποιητή είναι μια δουλειά ατελείωτη και απελπιστική. Μια δουλειά ακατάπαυστη, που στην δική μου περίπτωση μεταφράζεται σ’ αυτόν τον δαίμονα του διαφορετικού, σ΄ αυτή τη συνεχή και μερικές φορές εξοργιστική δουλειά όχι για να δοκιμάσεις καινούριους δρόμους, αλλά για να ακούσεις καλύτερα τη φωνή που είχε επιβάλλει η λέξη. Σαν το αυτί να είχε ανάγκη από αμέτρητες πρόβες  πλησιάσματος για να μπορεί να γίνει πιστό σε κείνη την πρώτη ανάγνωση.

Πάντα το 1975 μπαίνεις στον Κόσμο της ποίησης, σε μια ενότητα μαζί με άλλους ποιητές. Πώς θυμάσαι εκείνη την εμπειρία;

Θυμάμαι με συγκίνηση εκείνη την εμπειρία: ήταν η πρώτη μου έξοδος σε μια σημαντική ανθολογία όπως αυτή του Μπεραρντινέλλι και Κορντέλλι, που τότε φαίνονταν, οι «δικοί» μας κριτικοί, αυτοί που προορίζονταν να συνοδεύουν την γενιά μας σε ένα μακρινό ταξίδι.

Και ποιοι ήταν οι δάσκαλοι και τα διαβάσματα εκείνων των χρόνων;

Είναι τα χρόνια του Φορτίνι[3] και του Μπιγκοντζιάρι. [4] O πρώτος σοβαρός και αμείλικτος στο δικαστήριο της ποίησης, κάθε φορά που πήγαινα στην οδό Λενιάνο 28. Αντίθετα ο Μπιγκοντζιάρι ήταν ένας μεγάλος δάσκαλος ευχάριστος και χαμογελαστός, ικανός να αξιολογήσει τις πρώτες δειλές προσπάθειες. Είχα ανάγκη και τους δύο. Και θα ήθελα να αναφέρω επίσης  τον Michelstaedter, τον Καμπάνα  και τον Παβέζε. Υπάρχει έπειτα ένας συγγραφέας, όχι ποιητής ούτε πεζογράφος, που είχε μια πολύ μεγάλη σημασία στην  διαμόρφωσή μου, στο λεξιλόγιό μου, στον δικό μου τρόπο να σχηματίζω την φράση: ο Μωρίς Μπλανσό.

Αυτοί είναι οι δάσκαλοι. Και τα αναγνώσματα;

Για μένα ο Ερμητισμός, ο Γκάττο και ο Μπιγκοντζιάρι, μετά ο Μάριο Λούτζι ο οποίος ήταν ένας  γνήσιος δάσκαλος. Μετά ο Μοντάλε των Ευκαιριών και της Μπόρας[5].  Στην συνέχεια πολύ γαλλική ποίηση από τον Char στον Bonnefoy και στον Τζακοτέ ,  ο οποίος τότε δεν είχε μεταφραστεί ακόμη στα ιταλικά. Στη συνέχεια, ο Έλληνας Νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης και ο Gottfried Benn από τους Γερμανούς. Από τους Ισπανούς μόνο ο Αleixandre ήταν σταθερός στα διαβάσματά μου.

Και η παρουσία της Ερωτευμένης λέξης, η άλλη ανθολογία εκείνων των τόσο παθιασμένων χρόνων;

Με την ερωτευμένη λέξη μπαίνουμε στην καρδιά της βιογραφίας μου, από την μια μεριά, και της δημόσιας ιστορίας  εκείνων των χρόνων από την άλλη. Χρόνια αμφισβητούμενα:γεμάτα από ορμή και πάθος, βέβαια, αλλά  και τόποι κοινοί, λέξεις-συνθήματα, δογματικές μορφές. Η σημειολογία και Μαρξισμός, αδιαφιλονίκητα αφεντικά στη σκηνή: η σημειολογία της οποίας υπήρξε παράρτημα η Νεοπρωτοπορία- ήταν μια προσπάθεια να προεκτείνουμε στο άπειρο το ταξίδι για να αποφύγουμε την νοσταλγία του λιμανιού· ο μαρξισμός ήταν ένας τρόπος να αποκλειστεί από την ποίηση η σκιά, το απόλυτο, η τρέλα, η μοναξιά. Η ερωτευμένη λέξη γεννήθηκε από την αδυναμία αντίστασης πάνω σ΄ αυτή τη σκηνή ακριβώς όπως η εμπειρία του περιοδικού Niebo που κυκλοφόρησε κι αυτό εκείνη την εποχή
.
Τέλη της δεκαετίας του ’70: οι συναντήσεις με τον Τουράτι και, κυρίως, το περιοδικό Niebo .[6] Πως βλέπεις σήμερα, εκείνη την τόσο σημαντική εμπειρία;

Το περιοδικό Niebo γεννήθηκε ως μια διαφορετικότητα άσχετη και σίγουρη του να έχουμε μια ρομαντική και απόλυτη ιδέα της ποίησης, όπως και με την Ερωτευμένη λέξη. Και στις δύο περιπτώσεις τονίζαμε ότι η ποίηση έχει μια κεντρική αξίωση διάρκειας, συνέχειας, σχέσης με την παράδοση, με τους δασκάλους, με τους ζωντανούς και τους νεκρούς, με την δική τους κοινότητα.  Έτσι γεννήθηκε εκείνη η σύντομη και πολύ φλογερή εμπειρία, εκείνες οι Δευτέρες βράδυ της οδού Ροζάλες 9 στις οποίες είδαμε να παρελαύνουν μπροστά στα μάτια μας ποιητές απ΄ όλη την Ιταλία, γνωστοί και λιγότερο γνωστοί, νέοι και μεγάλοι, μαζί με μια μυριάδα από αγόρια και κορίτσια τα οποία θέλανε να πούνε το δικό τους ποίημα. Και όσο πιο μεγάλη ήταν η διακύμανση των συναντήσεων τόσο περισσότερο συμπαγής παρέμεινε ο πυρήνας του περιοδικού, πιστός σε μια ορκισμένη συμφωνία, σε μια απόλυτη και ρομαντική  ιδέα της γραφής, στους δασκάλους εμπνευστές: Τον Χέλντερλιν, τον Τρακλ, τον Ρεμπώ, τον Aleixandre. Απόλυτη, αλλά και έχοντας συνείδηση ότι το απόλυτο μπορεί να ζήσει μονάχα στο ζωντανό παλμό της γλώσσας, στην σύγχρονη ανάσα της.

Πως έφτασες λοιπόν στην δημοσίευση της συλλογής Αντιστοιχίες.

Η συλλογή αυτή γράφηκε από το 1970 μέχρι το 1975 στα φοιτητικά μου  χρόνια. Πρόκειται για  μια δουλειά χρόνων  γεμάτη από αβεβαιότητες και ενθουσιασμούς, μαζί με τους φίλους ποιητές εκείνης της εποχής (Λουμέλλι, Κοβιέλλο, Μπουφόνι) οι οποίοι ήταν  γενναιόδωροι σε συμβουλές στον πιο νέο της ομάδας. Στο εκδοτικό πεδίο ήταν ο Τζιοβάννι Ραμπόνι που αποφάσισε να τη δημοσιεύσει, με μεγάλη  μου χαρά, που αποφάσισε να εκδώσει ποίηση ύστερα από  μια μακρά σιωπή. Ένα βιβλίο δραματικό, ένα βιβλίο αναζήτησης της ταυτότητας, ενός παιδιού χαμένου ανάμεσα σε τόσες δυνάμεις και τόσες προκλήσεις. Ένα βιβλίο της σύγχυσης μαζί με την ακρίβεια.



Το 1976  εκδίδεται η συλλογή Αντιστοιχίες, η οποία θεωρείται μέχρι τώρα ένα κείμενο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά, που άρχισε τότε να συνειδητοποιείται. Καταλάβαινες ότι πίσω σου δημιουργούνταν κάτι;

 Ήταν τα χρόνια της δεκαετίας του ’70, μην το ξεχνάμε αυτό, ήταν τα χρόνια στα οποία κυριαρχούσε ο πολιτικός εκβιασμός (λανθασμένα πολιτικός) της συμπαράταξης με την σωστή πλευρά και της τοποθέτησης της γραφής σου στην υπηρεσία της άμεσης ιστορίας. Σε όλο αυτό αντιτίθονταν, με την ίδια φτωχή οπτική, ένα είδος  New Age με τους δικούς της μύθους για την Ινδία, της νομαδικής ζωής, και των αρμονικών ενεργειών. Υπήρχε λοιπόν ένας χώρος, καλύτερα μια άβυσσος, που στέκονταν εκεί σε αναμονή της λέξης και που ζητούσε να δώσει όνομα σε αυτό που  ήταν εσωτερικό, δραματικό, νυχτερινό. Εκεί παρεμβάλλεται η συλλογή Αντιστοιχίες, στον ίδιο τόπο στον οποίο μορφοποιείται η ύπαρξη μιας γενιάς. Η συλλογή παρουσιάζει, ανάμεσα σε τόσες όψεις, μια γραφή δραματική, με την λογοτεχνική σημασία, τόσο που να φαίνεται κάποτε « θεατρική». Οι Αντιστοιχίες  είναι ένα βιβλίο γεμάτο με διαλόγους, φωνές, επικλήσεις. Ένας άνδρας και μια γυναίκα επιχειρούν μια επαφή, την επιθυμούν με πάθος, όμως ο λόγος τους είναι ανολοκλήρωτος, κομματιασμένος, διαποτισμένος από σιωπή. Ο διάλογος των Αντιστοιχιών έχει μια δική του προγονική σχέση με τον Μάριο Λούτζι [7] (εκείνα τα χρόνια είχε εκδοθεί το βιβλίο του Λούτζι, Su fondamenti invisibili [Σε αθέατες βάσεις]) αλλά μεταφερμένος στην γκρίζα μιλανέζικη ενδοχώρα με μια νότα σκληρότητας και μηδενισμού, με έναν νεανικό λόγο, έντονα ερωτικό: απλωμένο προς τον άλλον, ωστόσο ανήσυχο, αβέβαιο και απαιτητικό, γεμάτο από φόβους και προμηνύματα, που επιθυμεί ένωση και πληρότητα, αλλά πάντοτε πληγωμένο, αιμορραγούντα, δραματικό, όπως υποδείκνυε εκείνος. Και κάποιοι διάλογοι των Αντιστοιχιών, κάποιοι εσωτερικοί και απομονωμένοι στους οποίους ο λόγος σκοντάφτει και ζητάει βοήθεια,  ορισμένα κομμάτια της περιφέρειας στα οποία το αρσενικό πρόσωπο και το θηλυκό ψάχνονται ψηλαφώντας στην ομίχλη, όλο αυτό μοιάζει έτοιμο για μια θεατρική αναπαράσταση. Ή ακόμα καλύτερα, ένα φιλμ, γιατί πιο πολύ από το θέατρο αγαπώ τον κινηματογράφο, τόπο μοναχικών ανθρώπων ή των μεγάλων ανώνυμων αιθουσών, τόπο του περασμένου αιώνα κυρίως.

Έχεις πάντοτε υποστηρίξει την ποιητική σου δραστηριότητα με μια δυναμική κριτική δράση, αλλά καλύτερα πρέπει να πω μια θεωρητική αντανάκλαση πάνω στην ποιητική πράξη. Πώς συνδυάζονται αυτές οι δυο δραστηριότητες;

Η θεωρητική αντανάκλαση μπορεί να αρματώσει την βάρκα, κάνοντάς την σταθερή και καλά εξοπλισμένη. Όμως στην συνέχεια το ποιητικό ταξίδι, με τις καταιγίδες του και τις περιπέτειές του, είναι άλλο πράγμα, και συχνά φτάνει στα μισά κολυμπώντας και με την βοήθεια του Θεού. Εκτός από την «θεωρητική αντανάκλαση», ένας ποιητής έχει ανάγκη από μια γνήσια οπτική του κόσμου και των υφολογικών ικανοτήτων για να το πραγματοποιήσει, έχει ανάγκη να διαβάζει τους άλλους ποιητές και να μιλάει μαζί τους, έχει την ανάγκη να είναι σιωπηλός και να κάνει να βαραίνει αυτή η σιωπή πάνω στην λέξη. Και έχει τέλος την ανάγκη να είναι η ποίηση η μοναδική δυνατή μορφή, να είναι ένα υποχρεωτικό πέρασμα. Ο στίχος κομματιάζεται, καταλύει την σταθερότητα της θεωρίας, δημιουργεί γκρεμούς και ανοίγματα, ιλίγγους πίσω από αυτό το πλέγμα του στοχασμού και σημαδεύει. Όμως πρέπει να υπάρχει η θεμελιακή και θεωρητική δύναμη όπως ακριβώς πρέπει να έχεις διαβάσει αρκετά βιβλία, για να μπορείς μετά να ελευθερωθείς.

Και πάντα μιλώντας για τις σχέσεις, παρατηρείται μια επίδραση ανάμεσα στην ποίησή σου και στην δραστηριότητα του μεταφραστή;

Ήδη το να γράφεις στίχους είναι για μένα ένα είδος μετάφρασης. Κάθομαι στο γραφείο με χίλια χαρτιά, σημειώσεις, κομμάτια από χαρτί, υπογραμμισμένες σελίδες, καταλόγους λέξεων και εκφράσεων. Στη συνέχεια, σε μια κατάσταση ενέργειας που αυξάνεται, από γρήγορο πνευματικό λαχάνιασμα, από ένταση όλου του είναι, τις μετακινώ από αριστερά προς τα δεξιά, τις φέρνω από το ένα μέρος του γραφείου στο άλλο και ταυτόχρονα τις συναθροίζω σε μια σημασία, σε μια πρόσκαιρη σημασία. Και έτσι, για ώρες, όταν οι δυνάμεις μου αντέχουν, σε μια δουλειά πέρασμα από την αδιαμόρφωτη κατάσταση των θραυσμάτων σε αυτό της δημιουργίας του κειμένου. Επίσης στην γνήσια και σωστή μετάφραση πρόκειται να μεταφέρεις έναν συγγραφέα από μια  όχθη στην άλλη του γήινου ποταμού, στην καινούργια εποχή, φανερώνοντας ήχους, φώτα, μέτρα, επιτρέποντας του να αναπνεύσει σε έναν άλλο πολιτισμό, αλλάζοντας ένα κομμάτι, γιατί ένα άλλο επιβιώνει: ναι, αλλάζοντάς το γιατί μπορεί να ζήσει αλλού. Από την άλλη μεριά όταν μεταφράζεις είναι γιατί βρίσκεται στο έργο μια ερώτηση διαρκείας, το αίτημα να μην μείνει περιορισμένο στην εποχή του, να υπάρχει ανάμεσά μας. Οι συγγραφείς που έχω μεταφράσει, – Ο Λουκρήτιος, ο Βιργίλιος, ο Μπωντλαίρ, η Παλατινή Ανθολογία, οι αρχαίοι έλληνες τραγικοί- μου έκαναν αυτή την ερώτηση, ξέροντας ότι θα είχε γίνει αποδεκτή, έχοντας εγώ μαζί τους ένα χρέος, μιας και αυτοί με είχαν αναθρέψει βαθιά. Την εποχή του περιοδικού Νiebo ήμουνα γοητευμένος από την ελληνική τραγωδία και μετέφραζα μόνο τραγικούς, αυτή την μονότονη και επίμονη λιτανεία του τροχαϊκού τετράμετρου. Τώρα άλλες πλευρές της Ελλάδας μου είναι ανοικτές, κυρίως με την μετάφραση της Παλατινής Ανθολογίας: το αίσθημα του σκιρτήματος, της αίγλης του φωτός, των ελαφρών ενδυμάτων, των ποτηριών που σηκώνονται στην πρόποση: όλα μια άλλη αναλαμπή, φως και σκιά, γοητευτικό φορτίο, που δεν έχει καμία σχέση με την λαμπρότητα του τραγικού στίχου.
 
O Milo de Angelis με το Λαρισαίο ποιητή Σωτήρη Παστάκα


To δεύτερο βιβλίο σου με τον τίτλο Χιλιοστά, εκδόθηκε μετά από επτά χρόνια, θα είναι για την υπογραμμισμένη και πολλές φορές καταγεγραμμένη ανάγκη ότι δεν θα πρέπει ποτέ να ξαναγραφεί το πρώτο, ότι κάθε βιβλίο θα πρέπει να εξαντλεί την προωθητική του δύναμη και επομένως είναι αναγκαία και μια χρονική απόσταση;

 Η συλλογή Χιλιοστά, είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο, γραμμένο σε μια σκοτεινή περίοδο, στην οποία είχα χάσει  την επαφή με τον κόσμο και με τον εαυτό μου. Οι Αντιστοιχίες ήταν ένα βιβλίο ανήσυχο γεμάτο από παλμό, συγκίνηση, αναζήτησης ακοής, αναβολής, πρόκλησης,  αν και κατά τρόπο μυστικό. Στα Χιλιοστά συμβαίνει κάτι διαφορετικό: η λέξη εκφράζεται με ένα είδος σκελετού, χωρίς πλέον κρέας. Όλα είναι γεωμετρία και κομμάτια άσπρο και μαύρο. Περισσότερο από κάθε τι άλλο είναι ένα βιβλίο πολύ δουλεμένο. Ξαναγράφω πολλές φορές το ίδιο ποίημα το οποίο μετά μακάρι να επιστρέψει και να γίνει αυτό που ήταν στην αρχή. Είναι το λιγότερο αυτοβιογραφικό μου βιβλίο, επειδή δεν φτάνει στην ψυχολογία, στον διάλογο, στους πρωταγωνιστές ή στους συνηθισμένους τόπους. Παραμένει εκεί σε μια ζώνη εντάσεων και φθοράς που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη σχέση, σε ένα είδος κοφτερού άσπρου και μαύρου, ξερού, μετρημένου με χιλιοστά, ακριβώς, ένα είδος κοφτερής λεπίδας, στην οποία έχει γλιστρήσει η οπτική του συνόλου.

Διαβάζω τώρα για να μου το σχολιάσεις, το κλείσιμο από το ποίημα «Η σταγόνα έτοιμη για τον χάρτη του κόσμου»: «Σε μας θα έρθει το σύμπαν,/ εκείνη η μετωπική ησυχία όπου ήδη βρισκόμασταν», όπου μεταξύ άλλων δημιουργεί τον σωστό τίτλο για μια αυτοανθολογία.

Ναι, είναι αλήθεια ότι στη συλλογή Χιλιοστά, σε ένα βιβλίο τόσο αμήχανο, ξεπροβάλλουν  κατά διαστήματα στίχοι απροσδόκητης βεβαιότητας όπως αυτοί, στους οποίους μιλάει η επιθυμία μιας χαμένης ενότητας, ενός σύμπαντος όχι πια σε θρυμματισμένου που ακριβώς είχαμε ήδη γνωρίσει.

Ακόμη κάποιοι στίχοι από την συλλογή Χιλιοστά και συγκεκριμένα το κλείσιμο του ποιήματος «Δεν μπορείς να σιωπάς»: «Και γω μιλάω για τη γη / σε ένα κερί∙/ για σένα και για μας μοναχικές δημιουργίες», για τους ανθρώπους και για τον κόσμο λοιπόν;

Είναι στίχοι που αντηχούν πολύ δυνατά μέσα μου, Με εκείνον τον τόνο που τοποθετείται στις τελικές δημιουργίες Ναι, των ανθρώπων. Αλλά ειδωμένοι από μια μοναχική πλευρά, από ένα ασκητή που μιλάει μπροστά στο κερί του. Υπάρχει ένα είδος απεγνωσμένης σοφίας, απόλυτης και αθεράπευτης μοναξιάς, όπου η προσπάθεια να συνομιλήσεις με τους ανθρώπους φαίνεται να έχει παγώσει σε κάποιο σημείο. Στη συνέχεια το ρίγος και η ανάγκη σωτηρίας έχει ως αποτέλεσμα η λέξη κόσμος και φως να προφέρονται σαν να πρόκειται να συμβούν ποιος ξέρει πότε∙ ίσως κάποια στιγμή κατά την οποία ο θεός πρέπει να παρέμβει. Αυτή η ανάκληση μιας ανώτερης μορφής εμπεριέχει ένα θεϊκό αίσθημα που ίσως στο πέρασμα του χρόνου να έχει αλλάξει. Τώρα ο Θεός μπορεί να κάνει μόνο μικρές πράξεις, παλιότερα έδωσε ήδη πολλά και μένουν μόνο οι λειτουργίες. Τα πάντα έχουν γίνει, η σωτηρία έχει προβλεφθεί. Μερικές φορές μιλάω και γράφω σαν ένας επιζών που θυμάται πάνω σε μια οθόνη, σαν να ανήκαν σε ένα άλλο κομμάτι του εαυτού του όσα έχουν συμβεί  όλα αυτά τα χρόνια.






Και γιατί Χιλιοστά;

Είναι ένας από τους τίτλους που πλέον θα διατηρήσω: ο τίτλος της επιγραμματικότητας, της αποστεωμένης λέξης.

Στη συνέχεια, δυο χρόνια μετά, ωριμάζει το τρίτο σου βιβλίο, το η Γη του προσώπου, με στοιχεία συνέχειας με τις προηγούμενες απόπειρες, μια εκφραστική συμπύκνωση, αλλά και με νεωτεριστικά ανοίγματα σχεδόν αφηγηματικού στυλ, όπως στο στεφάνι της μνήμης∙ παραθέτω το τέλος του ποιήματος «Μνήμη ΙΙΙ».

«Πατέρα, λιγομίλητε, πατέρα του ουρανού /δεν μπορώ να σε δω, σε ψάχνω με τον χάρτη / και με αυτό το ραδιόφωνο, γυρίζω τα κουμπιά με τα χέρια και με τα δόντια, δυο χτυπήματα // εάν σήμερα σιωπήσεις πάλι, αποδεχόμενος /ένα μόνο χρώμα για το βασίλειο των φίλων,/ ύστατη αγγελική πείνα »
Η ταχύτητα των συνειρμών, με τη συλλογή η Γη του προσώπου, αυξάνεται με τρόπο αιμάτινο. Χωρίς όμως να φτάνει στον σουρεαλισμό, δηλαδή στην βούληση, θανάσιμο αμάρτημα της ποίησης. Κάθε εικόνα, εδώ, θέλει να είναι η πιο σίγουρη και η πιο καινούργια, η πιο παλιά και η πιο πρωτάκουστη, αυτή που θα έπρεπε να είναι και μαζί αυτή που έρχεται από άλλον κόσμο: ασταθής ισορροπία και πάντα αβέβαιη ανάμεσα στην μετάφραση και στην επινόηση, ανάμεσα στην αναγκαιότητα και στην ανακάλυψη, ανάμεσα στην παράδοση και στην περιπέτεια. Υπάρχει έπειτα μια απλή ενότητα, Για ποια παιδιά; και κάποια ποιήματα καθαρά βιογραφικά, στα οποία κυριαρχεί η μορφή του πατέρα, από τις αφηγήσεις του για τον  πόλεμο, το θάνατος και τη σωτηρία, για την εξοχή της Ρωσίας, για την γυναίκα που τον έσωσε, την Οξάνα: μιλώ για το τρίπτυχο Μνήμη – Βαλτική θάλασσα –Μιλάνο, ανάμεσα στο ρωσικό χιόνι και στην γέννησή μου.

Η πατρική μορφή  αναδύεται δυναμικά ήδη από αυτή τη συλλογή,  μορφή η οποία περιγράφεται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην επόμενη συλλογή Μακριά ένας πατέρας.

Ο πατέρας είναι η άρνηση, ο νόμος, ο έλεγχος. Με αυτή την έννοια δεν είχα πατέρα. Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος ευγενικός και αμήχανος, φωτεινός και απών, όπως κάποιοι άνθρωποι της Μπελ Επόκ κατειλημμένοι από ένα αισθητικό όνειρο, με τα λευκά τους παντελόνια, τα άλογα, τις ωραίες γυναίκες και τα Καζίνο της Κυανής Ακτής. Απλώς, δεν υπήρχε. Δεν είναι μια επιτίμηση, τον αγαπούσα έτσι,  ονειροπόλο και ανάερο. Όμως δεν υπήρχε. Και τότε τον έψαχνα σε άλλους ανθρώπους, σε άλλους δασκάλους και ο Μπιγκοντζιάρι ήταν κατά κάποιον τρόπο αυτοί που υποκαθιστούσαν τον πατέρα μου. Είχα όμως μια μητέρα η οποία είχε επωμιστεί και τον πατρικό ρόλο. Ήταν αδιάλλακτη, αυστηρή, σπαρτιάτισσα. Ο πατέρας μου ουσιαστικά ήταν απών. Το Μακριά ο πατέρας είναι το βιβλίο αυτής της απουσίας. Ο τίτλος θέλει να δείξει αυτή την  απουσία, όπως λέμε «ένα μέτρο ή ένα χιλιόμετρο μακριά». Εγώ είχα μακριά τον πατέρα από την πληρότητα, από την αρμονία, από την χαρά, από την αλήθεια. Ήταν άφαντος και φοβερός αυτός ο υποτιθέμενος πατέρας. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι την επόμενη χρονιά έγινα εγώ ο ίδιος πατέρας.

 Ένας από τους πιο προσεκτικούς αναγνώστες σου ο Εράλντο Αφφινάτι, ισχυρίζεται σε ένα άρθρο του στο περιοδικό Nuovi Argomenti για τη συλλογή Μακριά ο πατέρας: «Η ποίησή του βγαίνει έτσι από τις στενωπούς της λογικής ερμηνείας όχι για να απελευθερωθεί, αλλά για να στρατολογηθεί και να παραδοθεί, για να απαντήσει σε ένα αναπόφευκτο ερώτημα».

Γενικά νοιώθω μακριά από τον όρο «απελευθέρωση». Μου φαίνεται ότι ζω σε μια εποχή απόλυτης ελευθερίας, άγριας, φοβισμένης, σε μια ύπαρξη δίχως έρεισμα και δίχως γένεση. Όποιος γράφει επωμίζεται το βάρος των αιώνων, αναμετριέται με την παράδοση, τους προγόνους, την ίδια τη ζωή. Μας το διδάσκει η ελληνική τραγωδία, με την αναμφισβήτητη δύναμή της.

Ήταν ένα μάγμα σε πλήρη κίνηση εκείνο της δεκαετίας του ’70.

Ναι ήταν ένα μάγμα, μια δίνη από πράξεις, σχέδια, πρωτοβουλίες. Όλα εκτυλίσσονταν στο παρόν, σε αναμονή του μέλλοντος, όλα συνέβαιναν στο «τώρα»  το οποίο φωτίζονταν από την ουτοπία της ευτυχισμένης ζωής. Ήταν σαν να έλειπε η τρίτη διάσταση του χρόνου, ήταν σαν οι νεκροί να μην έπρεπε να μιλάνε. Και τότε εγώ μιλούσα στους νεκρούς, ακόμα περισσότερο, προσκαλούσα τις σκιές. τις περιέπλεκα με την τρέχουσα ροή των ωρών και των σωμάτων. Εγώ και όλοι εκείνοι που ένιωθαν το βάρος αυτής της παράλειψης, την αδικία ενός χρόνου που ήταν  χρονικό, χωρίς πια την ένταση του απόλυτου, σε αυτό που συνδέει το εδώ με το αλλού, το φως με την νύχτα, το απτό με το αίνιγμα.

Και η επιλογή της μητρικής διαλέκτου στη συλλογή Μακριά ο πατέρας;

H ενότητα Κίτρινες Χώρες της συλλογής Μακριά ο πατέρας στην διάλεκτο του Μονφεράτο[8] είναι μια από τις σπάνιες εξόδους από την πόλη- από όλες τις πόλεις συμπεριλαμβανομένου και του Μιλάνου. Και ταυτόχρονα η ευκαιρία για μια απλότητα που  διαφορετικά δεν θα είχα την δυνατότητα να πραγματοποιήσω, για μια παραμυθένια λέξη  σε μια διάλεκτο φτωχή σε λογοτεχνική παράδοση, η οποία παραδίδονταν γυμνή στην δυνατότητα του τραγουδιού. Εξουσιοδοτήθηκα μέσω της μητρικής γλώσσας, να εισάγω θέματα και ήχους αβέβαιους στον χρόνο, απλούς και συγκινητικούς μύθους, αρκετά απλούς και αρκετά συγκινητικούς για την δική μου κοινή ποιητική σκέψη. Και είναι επίσης, αυτή η διαλεκτική ενότητα μια από τις σπάνιες στιγμές, στις οποίες εμφανίζεται, παλιά και νηπιακή, η ρίμα.

Η συμφωνία με την πραγματικότητα, με την ύπαρξη για να το πω καλύτερα, σ’ αυτή τη συλλογή μοιάζει να φανερώνεται με μεγάλη ένταση, μια στροφή στην ποιητική σου δημιουργία;

Η συλλογή Μακριά ο πατέρας είναι το πιο ανόμοιο βιβλίο μου. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι, τόνοι, τάσεις. Υπάρχει η ενότητα στην διάλεκτο, η πιο εκτεταμένη, αλλά υπάρχουν άλλες ζώνες έκθαμβου χρονικού, με δυνατή συνδετική ταχύτητα, με μια λέξη που ψάχνει δεσμούς ανάμεσα σε μακρινούς κόσμους, που επιβαρύνεται με πίεση και αμεσότητα, σχεδόν σαν να ήταν στο κατώφλι μιας αποκάλυψης, σχεδόν σαν να ήταν η ίδια μια επικείμενη αποκάλυψη. Υπάρχει έπειτα η παρουσία της παιδικής ηλικίας, του χαμένου χρόνου. Ή καλύτερα: είναι ο χρόνος που χάνεται, που αρπάζεται στο παρόν, ανασαίνει στο παρόν, το κάνει δικό του, το σφίγγει μέσα του, το μεταμορφώνει και το παραμορφώνει, με μια έννοια φόβου και απειλής, με μια βιαιότητα που δεν του επιτρέπει να προχωρήσει παραπέρα.

Σχετικά με την αντανάκλαση πάνω στην ποίηση: γράφεις στο η Καθαρότητα κάθε τραγωδίας, στον τόμο Η επινοημένη ποίηση: «Το ποιητικό έργο (…) είναι ιστορικό με δύο έννοιες που είναι αντίθετες μεταξύ τους: πρώτον επειδή ανήκει σε ένα χρόνο του ημερολογίου και της γλώσσας που αλλάζει· δεύτερον, επειδή σκοπεύοντας να ξεπεράσει το χρονικό, για να υπάρξει, πρέπει να ενσαρκωθεί στην παλλόμενη συζήτηση αυτού του τελευταίου». Συμφωνείς ακόμα;

Συμφωνώ ακόμα. Η ποίηση πρέπει να διατηρεί ζωντανούς- με τις σχέσεις τους και τις αντιθέσεις τους – τους δύο κόσμους της χρονολογίας και της αιωνιότητας, του απρόοπτου και του τελικού στόχου. Αλίμονο εάν κατοικούσε σε έναν ουρανό δίχως ιστορία: θα γινόταν νεοκλασική. Και αλίμονο εάν με τον ίδιο τρόπο κατοικούσε σε ένα ημερολόγιο που δεν είναι διανθισμένο από το απόλυτο: θα γινόταν δημοσιογραφία, σε στίχους, δραστηριότητα χωρίς την ανάσα του χρόνου. Αυτές οι δύο στιγμές, πράγματι δεν θα ’πρεπε να ονομαστούν πόλοι, θα ’πρεπε να συγχωνευτούν σε μια μοναδική φωνή, που θα έκανε να αντηχήσουν και οι δυο, χωρίς να διακρίνονται. Έρχεται δέκα χρόνια μετά, το 1999, στην Συνοπτική βιογραφία, μια ανακεφαλαίωση σε στίχους της ποιητικής μου ύπαρξης.
Στην συλλογή υπάρχει πολύ σιωπή και πολλά γεγονότα: μια γυναίκα, ένα παιδί, καινούργια σπίτια, νέες δουλειές, ακόμη και ένα νέο σώμα, διαφορετικό από εκείνο το ηλεκτρικό και ταραγμένο που ήταν πριν. Με κάποιες ζώνες της ύπαρξης συμφιλιώθηκα, με άλλες η πληγή παραμένει ανοιχτή. Υπάρχει ένα τμήμα του βιβλίου- που συγκεντρώνει αποσπάσματα και καταστάσεις προορισμένα για ένα μυθιστόρημα που τιτλοφορείται ακριβώς «Κεφάλαια του μυθιστορήματος»- όπου αναδύεται μια φωνή πιο χαλαρή και εκτεταμένη, καινούργια για μένα και πιστεύω ανεπανάληπτη. Εμφανίζονται μορφές μεγάλων φίλων θαμμένων στον χρόνο, συμμαθητές, φίλοι του δρόμου, από την ομάδα, γυναίκες με τις οποίες έχω κάνει ένα σύντομο βάδισμα, αθλητές μιας αθλητικής και εφηβικής περιόδου. Με λίγα λόγια μια συζήτηση με τις σκιές, ακόμη και πάντοτε. Όμως οι σκιές είναι μόνο τα πρόσωπα που χάθηκαν. Είναι επίσης τα πρόσωπα που έχουμε ακουμπήσει κάποτε σε κάποια φάση της ζωής μας και μετά τα είδαμε να εξαφανίζονται, και να διασκορπίζονται σε άλλες εποχές, με τον τρόπο του Τζιούντιτσι[9], αν θέλεις. Αλλιώς οι σκιές μπορούν να εισχωρήσουν στο πρόσωπο που έχουμε απέναντί μας που αγαπάμε, όταν τα νιώθουμε να φεύγουν, αφομοιωμένα σε ένα τόπο που ανήκει μόνο σε αυτές, σε έναν μυστήριο αφιλόξενο καιρό.

Με την Συνοπτική βιογραφία, ιδωμένη τώρα με μια απογοητευμένη και απελπισμένη οπτική:

« Μπαίνουμε τώρα στην τελευταία μέρα, στο φαρμακείο/ όπου το άσπρο σου πρόσωπο και χωρίς ηρεμία απαντά στον χαιρετισμό του νυχτοφύλακα: διψασμένο πρόσωπο, δεν μπορώ να το διασχίσω, / είναι τo ίδιο που μια φορά το είπα αγάπη, εδώ/ στην ομίχλη της Κομαζίνα [10]».
Το Μιλάνο επιστρέφει δυναμικά με αυτό το βιβλίο, με τις περιφέρειές του, με τους εκδοτικούς του οίκους, τις παλαίστρες του, με τα εγκαταλειμμένα παρεκκλήσια και σινεμά. Φτιάχτηκε με όλες τις πόλεις στις οποίες έζησα και μεταφέρει φώτα και αντανακλάσεις. Στο αρχικό ποίημα είναι περιτριγυρισμένο από έναν ωκεανό. Εξάλλου το Μιλάνο έχει τόσες ψυχές και τόσες διαβαθμίσεις της ψυχής: υπάρχει το λαμπερό Μιλάνο, το μεταφυσικό Μιλάνο του Ρεμπόρα [11], το lancinante του Τεστόρι[12] το ονειρικό του Τέσσα [13] και του Λόι [14] Το Μιλάνο της συλλογής Συνοπτική βιογραφία και, όπως συμβαίνει πάντα στην ποίησή μου, είναι ένα τοπίο που εισχωρεί στους διαλόγους και αποτελεί την αντίστιξη, διαποτίζοντας τις λέξεις με την δική του γκρίζα δύναμη, με τα βροχερά και ατελείωτα απογεύματά του: πιο πολύ είναι μια πόλη αναγνωρίσιμη, και ένας τόπος εντάσεων, σιωπών, αναλογιών, χειλιών που ψάχνουν μια λέξη, ανάμεσα στα αυτοκίνητα, στους τηλεφωνικούς θαλάμους ή στα υπόστεγα των τραμ. Κάθε τόσο εμφανίζεται ένας δρόμος, ένα συγκεκριμένο τετράγωνο, που ονοματίζεται, όπως μια αναγνωριστική πινακίδα. Υπάρχει, με την ευκαιρία, μια ωραία φράση του Εράλντο Αφινάτι [15] στο βιβλίο για ένα ποίημά μου : « Τα ονόματα των δρόμων, σαν πινακίδες γίνονται αντικείμενα αυτά τα ίδια, κοιτούν τα πρόσωπα, τους εξετάζουν εξονυχιστικά χωρίς αυτοί να τους βλέπουν, σαν μάρτυρες αφοσιωμένοι και βουβοί».

Η χρήση της ομοιοκαταληξίας, που έχει υπογραμμιστεί και από κάποιους κριτικούς.

Πράγματι η ομοιοκαταληξία, εμφανίστηκε στη συλλογή η Γη του προσώπου και στο Μακριά ένας πατέρας, περιορισμένη  όμως στις δύο ενότητες που σχετίζονται με τον μύθο. Εδώ υποδύεται πολλά πρόσωπα: μπορεί να είναι παιδική στα ποιήματα στα οποία εμφανίζεται η τρυφερότητα, μπορεί να είναι λειτουργική στα ποιήματα που έχουν θρησκευτικό τόνο, ή μπορεί να σπάσει την αφηγηματική τάση των πιο μεγάλων ποιημάτων, δημιουργώντας ζώνες μουσικής αγωνίας, ανάκλησης περισσότερων φωνών, σαν σημειώσεις που προσπαθούν να γίνουν ιστορίες.

Διαβάζω: « Μπαίνουμε τώρα στην τελευταία μέρα,  στο φαρμακείο/ όπου το άσπρο σου πρόσωπο και χωρίς ηρεμία απαντά στον χαιρετισμό του νυχτοφύλακα: διψασμένο πρόσωπο, δεν μπορώ να το διασχίσω, / είναι το ίδιο που μια φορά το είπα αγάπη, εδώ/ στην ομίχλη της Κομαζίνα ». Υπάρχει μια ατμόσφαιρα σταθερή και ακίνητη, όπως κάποιες κινηματογραφικές εικόνες.

Ναι, θα μπορούσε να είναι μια σκηνή του Αντονιόνι ή του Λουι Μάλ. Αυτό το ποίημα το αγαπώ ιδιαίτερα:αφηγείται μια νυχτερινή βόλτα, πραγματική και φανταστική, με την Νάντια Καμπάνα[16] μια νεαρή ποιήτρια που αυτοκτόνησε το 1985. Και είναι αλήθεια, όπως λες, ότι υπάρχει μια ατμόσφαιρα ψυχρή αστική και με ένταση μια σιωπή φορτωμένη με προειδοποιητικά σήματα, μια σιωπή που μας πολιόρκησε και μας διέλυσε μόνο στην τελική ικεσία, μπροστά από την πόρτα της στην οδό Vallazze.

Η Συνοπτική βιογραφία κλείνει το δικό σου αιώνα;

Υπάρχει μια πλευρά μου η οποία συνδέεται με τον αιώνα που πέρασε με τρόπο ουσιαστικό που δεν μπορώ να το κλείσω. Και εννοώ τον εικοστό αιώνα στον οποίο  η ποίηση αποκόπηκε από την κοινωνία, μπήκε σε έναν τόπο απομονωμένο, εκφράζει την αδιέξοδη μοναξιά αυτού που γράφει. Υπάρχει έπειτα μια άλλη πλευρά μου η οποία είναι σε συνεχή διένεξη με αυτή την μοίρα της απομόνωσης και πάει σε άλλους τόπους, νοιώθει ότι αυτή η πληγή υπάρχει, αλλά νοιώθει και τα καλέσματα του φωτός και της αγάπης, μερικές φορές είναι και ευτυχισμένη. Θα δούμε ποια από τις δύο θα ξεπεράσει την εξορία της χιλιετίας.

***
Βιβλιογραφία


από το βιβλίο του Φραντσέσκο Νάπολι, Novecento Prossimo Venturo,  
Κριτικές συζητήσεις για την ποίηση, Editoriale Jaca Book Spa, Μιλάνο, 2005

Παραπομπές

[1] Ο Φραντσέσκο Νάπολι (Νάπολη 1959), είναι λογοτεχνικός κριτικός και δημοσιογράφος και ασχολείται με την σύγχρονη ποίηση. Έχει στο ενεργητικό του πολλές δημοσιεύσεις σε ειδικά περιοδικά και σε συλλογικούς τόμους ανάμεσα στα οποία ν’ αναφέρουμε το Μιλάνο διηγείται (1993) και η Νάπολη διηγείται (1993) από τις εκδόσεις Leonardo∙ έχει επιμεληθεί τον τόμο Ταξίδι στο μεσημέρι του ποιητή Τζιουζέππε Ουνγκαρέτι (εκδόσεις Alfredo Guida 1995), την ανθολογία Ποιήματα του Αλφόνσο Γκάττο (εκδόσεις Jaca Book 1998) και Κριτικές συζητήσεις πάνω στην ποίηση (2005). Η συνέντευξη είναι ανέκδοτη στα ελληνικά και δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. Σ.τ.Μ

[2] Ο Τζιόρτζιο Μπάρμπερι Σκουαρόττι γεννήθηκε στο Τορίνο το 1929. Από το 1967 διδάσκει Ιταλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Έχει δημοσιεύσει ένα μεγάλο αριθμό εργασιών που αφορούν μορφές και θέματα της Ιταλικής λογοτεχνίας, από τον Δάντη στον Μαρίνο , από τον Πετράρχη στον Αριόστο, από τον Βοκκάκιο στον Ντ’ Ανούτσιο, από τον Τάσσο στον Σμπάρμπαρο, στον Μοντάλε, στον Παβέζε κ.ά. Είναι ο επιστημονικός υπεύθυνος του Μεγάλου Λεξικού της Ιταλικής Γλώσσας. Σ.τ.Μ

[3] Ο Φράνκο Φορτίνι (ψευδώνυμο του Φράνκο Λάττες ) (1917 – 1994), ήταν δοκιμιογράφος, λογοτεχνικός κριτικός, ζωγράφος και ποιητής. Σ.τ.Μ

[4] Ο ποιητής Πιέρο Μπιγκοντζιάρι γεννήθηκε στην Πίζα το 1914. Καθηγητής της σύγχρονης λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, δημοσίευσε πολλά κριτικά δοκίμια. Σ.τ.Μ

[5] Ποιητικές συλλογές του Μοντάλε. Σ.τ.Μ

[6] Το περιοδικό Niebo βγήκε τον Ιούνιο του 1977 στο Μιλάνο. Το τελευταίο τεύχος κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο-Μάρτιο του 1980. Σ.τ.Μ

[7] O Μάριο Λούτζι (Φλωρεντία 19142005) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ιταλούς ποιητές. Σ.τ.Μ

[8] Το Μονφεράτο είναι μια κωμόπολη της επαρχίας της Αλεξάνδρειας, στο Πιεμόντε. Σ.τ.Μ

[9] Ο Τζιοβάννι Τζιούντιτσι (Πόρτο Βένερε ), 1924) είναι ποιητής και δημοσιογράφος. Σ.τ.Μ

[10] Η Κομαζίνα είναι μια περιοχή της περιφέρειας του Μιλάνου, και απέχει 6 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης. Σ.τ.Μ

[11] O Κλεμέντε Ρεμπόρα (Μιλάνο , 1885Στρέζα, 1957) ήταν πρεσβύτερος και ποιητής. Σ.τ.Μ

[12] O Τζιοβάννι Τεστόρι (Νοβάτε Μιλανέζε, 1923 Μιλάνο , 1993) ήταν συγγραφέας,
δραματουργός, ιστορικός τέχνης και λογοτεχνικός κριτικός. Σ.τ.Μ

[13] Ο Ντέλιο Τέσσα (Μιλάνο 18861939) ήταν συγγραφέας και ποιητής. Σ.τ.Μ

[14] Ο Φράνκο Λόι (Γένοβα, 1930) είναι ποιητής που γράφει σε διάλεκτο, συγγραφέας και δοκιμιογράφος. Σ.τ.Μ

[15] Ο Εράλντο Αφφινάτι (Ρώμη,1956) είναι συγγραφέας. Σ.τ.Μ

[16] Η Νάντια Καμπάνα γεννήθηκε το 1954 στην Τσεζένα και αυτοκτόνησε στο Μιλάνο 1985. Μετέφρασε «Τα δωμάτια από αλάβαστρο» της Έμιλυ Ντίκινσον (Feltrinelli 1983) και έγραψε διάφορα κείμενα για Verso la mente, Εκδόσεις Crocetti Μιλάνο 2003. Σ.τ.Μ

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ / 2016 / ΠΡΩΤΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Στο χώρο Βιβλίου και πολιτισμού Εν Πλω, από το φθινόπωρο του 2015 λειτουργεί με ιδιαίτερη επιτυχία ένας κύκλος συζητήσεων με πνευματικούς δημιουργούς (ποιητές, πεζογράφους, μουσικούς και ζωγράφους),οι οποίοι παρουσιάζουν στο αναγνωστικό κοινό το έργο τους και την αντανάκλασή του στην καθημερινότητά μας. Τη σειρά των συναντήσεων επιμελείται και συντονίζει  ο ποιητής Δημήτρης Κοσμόπουλος.


Την Πέμπτη 2 Ιουνίου και ώρα 7:00 το απόγευμα
ο Δημήτρης Κοσμόπουλος συναντά τον ποιητή Δημήτρη Δασκαλόπουλο
Eίσοδος ελεύθερη

πληροφορίες 
211 11 98 900-1 ή στο info@enploeditions.gr
Εμπορικό Κέντρο ATRIUM, Χαριλάου Τρικούπη 6-10,
106 79 Αθήνα, Τ 211 11 98 900-1


Λίγα λόγια για τον ποιητή:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος (Πάτρα, 1939). Ποιητής και βιβλιογράφος. Επίτιμος Διδάκτωρ Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (2006) και του Πανεπιστημίου Πατρών (2010) Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές, ισάριθμα μελετήματα για πρόσωπα, θέματα και περιοδικά νεοελληνικής λογοτεχνίας, ανθολογίες,καθώς και βιβλιογραφίες για τους Γ. Σεφέρη, Κ.Π. Καβάφη, Άγγελο Σικελιανό, Οδυσσέα Ελύτη, Μανόλη Αναγνωστάκη, Ζήσιμο Λορεντζάτο κ.ά., ενώ έχει επιμεληθεί φιλολογικώς εκδόσεις έργων του Σεφέρη. Πρόσφατα βιβλία του: Κ.Π. Καβάφης, Η ποίηση και η ποιητική του (2013), και η ποιητική συλλογή Με δίχτυ τον άνεμο (2015). Το 2015 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου του.




Έλσα Κορνέτη
Μισός άνθρωπος

Μια κάποια μοχθηρία ορίζει
γκρίζα κύτταρα στιβαρά
κι η σκέψη του τον λόγο της αρθρώνει
Ο μισός καθηλωμένος και αδιάφορος
Ο άλλος μισός τρέχει με τη μνήμη του
ξέφρενα προς τα πίσω σαν κάβουρας
σκοντάφτοντας στις δαγκάνες του
Ο μισός άνθρωπος
οδηγεί τις μέρες του με όπισθεν
Ακολουθώντας ίχνη καπνού
κόπων που εξατμίστηκαν
σε άρωμα φθοράς
και εξωγήινα βακτήρια

Μισός άνθρωπος κάποτε
ή αλλιώς
Νυν παρατηρητής σύμπαντος κόσμου
Πετρωμένος
Απολιθωμένος Απαθής
Ο πρώην Άνθρωπος Καθήκοντος
Ο πρώην Υπεύθυνος Άνθρωπος
Υπήρξε Θύμα με την αξία του
Υπήρξε το Θύμα της αξίας του

Τώρα ομολογεί:
Το πιο τολμηρό πράγμα
που έπραξα
λέγεται
Α τ α ρ α ξ ί α

Χρύσα Φάντη, «η ιστορία της Σ.», Εκδόσεις Γαβριηλίδης

«“Και προσπαθώ να μαντέψω αν κι εκείνη δεν έχει πεθάνει”:παρουσία και απουσία στην Ιστορία της Σ., της Χρύσας Φάντη»

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά σε μια συνέντευξη που έδωσε στον Ανρί Ρονζ είχε πει: «Αυτό που καταρχάς τίθεται υπό αμφισβήτηση στα βιβλία μου, όπως τα αποκαλείτε, είναι η ενότητα του βιβλίου και η ενότητα – «βιβλίο», νοούμενη ως αρμονική ολότητα, με όλες τις συνεπαγωγές που ενέχει μια τέτοια έννοια. [...] Στην πραγματικότητα, όπως γνωρίζετε, είναι πρωτίστως αναγκαίο να διαβάσουμε και να ξαναδιαβάσουμε τα «βιβλία», στα περιθώρια ή ανάμεσα στις γραμμές των οποίων ιχνογραφώ και αποκρυπτογραφώ ένα κείμενο που είναι ταυτόχρονα υπερβολικά όμοιο και άκρως διαφορετικό, και το οποίο μάλιστα θα δίσταζα, για προφανείς λόγους, να αποκαλέσω αποσπασματικό».
Τι είναι, λοιπόν, ένα βιβλίο; Τι είναι η γραπτή αφήγηση μιας ιστορίας; Τι είναι η ίδια η ιστορία πριν από την καταγραφή της και τι μετά από αυτήν; Εάν θέλετε: ποιες είναι οι απουσίες (όσα δεν λέγονται, όσα λανθάνουν, όσα υπονοούνται) που καθορίζουν την παρουσία (το κείμενο που έχουμε στα χέρια μας και έχει τον τίτλο Η ιστορία της Σ.); Αυτό είναι το -αυτοαναφορικό στην καταγωγή του- ερώτημα που συζητείται από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος της Χρύσας Φάντη με τίτλο Η ιστορία της Σ. Σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος η συγγραφέας παίζει με τα δίπολα και την άρση τους, με τα ενδεχόμενα, με ερωτήματα που λειτουργούν ως ερωτήματα στον βαθμό που παραμένουν αναπάντητα. Είναι τέτοιοι οι όροι επαναδιαπραγμάτευσης του χώρου εντός του οποίου λειτουργεί –επιτελείται, θα λέγαμε- η αφήγηση, που αλλάζει άρδην ολόκληρη η λογική της καταγραφής μιας ιστορίας, ολόκληρη η λογική ενός βιβλίου: η διαδρομή της γλώσσας εδώ δεν μπορεί παρά να είναι ένα διαρκές παιχνίδι αναβολών και ανασημάνσεων: ενδεχομένων. Αυτό παρατηρούμε στους κρυμμένους εσωτερικούς –αλλά και βαθύτατα «σπασμένους»– διαλόγους με τις επάλληλες εκδοχές τους. Σε αυτούς τους διαλόγους διαβάζουμε ακριβώς ένα παιχνίδι επάλληλων άρσεων και θέσεων, ένα παιχνίδι αέναης αναβολής της σημασίας, του νοήματος: τη δυνατότητας να υπάρξει μια ιστορία ως γεγονός ήδη ερμηνευμένο –ή ακόμη ακόμη και ερμηνεύσιμο. Ένα παράδειγμα:

Εκδοχή νο 1
Η Κατερίνα βρίσκεται σ’ ένα απ’ τα δωμάτια του πάνω ορόφου.

Κοιμάται;
Ας πούμε πως όχι.
Αδημονεί;
Ας πούμε πως ναι. Γιατί όμως αδημονεί; Περιμένει τον άγνωστο x;
Ας πούμε, τα περιμένει.
Όπως μωρά παρθένος;
Παρθένος. Αλλά όχι μωρά.
Με το φως αναμμένο; Και;..
Ζουζούνια συνωστίζονται γύρω απ’ το φως.
Συνωστίζονται και μερικά τσουρουφλίζονται;
Τσουρουφλίζονται και άλλα τινά καίγονται.

Εκδοχή νο 2

Ούτε Αύγουστος ούτε φεγγάρι.

Ούτε και τα λοιπά;
Η Κατερίνα δεν περιμένει κανέναν. Αλλά όταν ο άγνωστος x χτυπάει την πόρτα της…
Ναι; Όταν ο άγνωστος χτυπάει την πόρτα της; Αυτή του ανοίγει;
Το ζήτημα είναι γιατί. Εντάξει;
Ό,τι πεις.

Η ίδια η ιστορία που διαβάζουμε στο μυθιστόρημα της Φάντη εμπεριέχει, λοιπόν, τον τρόπο της αφήγησής της: η ίδια η ιστορία αρνείται την κατάλυση στη μια και οριστική εκδοχή της. Η ανάγνωση και η γραφή, το κείμενο εν γένει –η αφηγηση–, προσβάλλεται συνέχεια από μια δευτερογένεια: υπάρχει μια ιστορία, ένα γεγονός (;) και οι πολλαπλές εκδοχές αφήγησής του. Αυτή η αλήθεια μιας ιστορίας γίνεται –και δανειζόμαστε πλέον ανοιχτά τη θεωρητική σκευή της αποδόμησης–αιωνίως αντικείμενο της σκέψης-που-καταγράφεται και διατηρεί ως προς αυτήν σχέση εμπερίληψης. Όταν αυτή η σχέση διαρρηγνύεται, η γραφή προβάλλει τη μεταφορικότητά της: το κυρίως νόημα της ιστορίας είναι αυτή ακριβώς η προγραμματική αναβολή, την οποία επιτελούν στην Ιστορία της Σ. οι πολλαπλές εκδοχές της αφήγησης.
Η καταγεγραμμένη ιστορία, το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας, Η ιστορία της Σ., είναι ακριβώς ένας κλυδωνισμός, μια αβεβαιότητα, μια ανάγκη να κυκλώσει η συγγραφέας τον κύκλο της γραφής εκεί ακριβώς όπου στοιχηματίζονται τα περιθώριά της. Εκεί όπου η γραφή αρχίζει να αναβάλει τον εαυτό της. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Σεπτέμβρης, καιρός υγρός, μέρες σύντομες.
Πάλι εσύ με τη Σ.;
Τσου.
Τότε; Εγώ με τη Σουτ; Εγώ, εσύ και ανάμεσά μας η Τσου;
Ενδεχομένως.

Η ιστορία ξετυλίγεται και υπάρχει όσο αναβάλλεται η κατάλυσή της σε ένα οριστικό τέλος, σε μια οριστική εκδοχή. Το στοιχείο που αναβάλλει την παρουσία του είναι ακριβώς το στοιχείο με αφετηρία το οποίο εξαγγέλλεται η ίδια η ιστορία και η αφήγησή της. Το δράμα παίζεται ακριβώς στην γκρίζα ζώνη μεταξύ παρουσίας και απουσίας, όπως ακριβώς ακούμε από την πρωτοπρόσωπη -πλέον- αφηγήτρια της Ιστορίας της Σ.:

Συνειδητοποιώ πως στον λόγο της δεν τρώει πια τα φωνήεντα, δεν χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα ου και τα τσι. «Ποια είσαι; Δεν μπορεί να είσαι η Ουρανία» είμαι έτοιμη να της πω και πίσω από την αφύσικα τραβηγμένη φιγούρα της βλέπω κάτι υγρά να κυλάνε αργά, σαν χασισωμένοι καταρράκτες. Θυμάμαι αίφνης ότι «ου Θουδουρέλλης» της είναι νεκρός. «Σε καταλαβαίνω» της λέω και προσπαθώ να μαντέψω αν κι εκείνη δεν έχει πεθάνει.
***
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA