Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»
Περίπλους, Άνοιξη του 1984

Η COLETTE ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

απόδοση από τα γάλλικα: ΟΛΓΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

Έτυχε να είμαστε την ίδια εποχή νέοι, αλλά εκείνο τον καιρό δεν κατάφερα να τον γνωρίσω καλά. Συναντούσα το Μαρσέλ Προυστ τις Τετάρτες στο σπίτι της κυρίας AMAN DE CAILLAVET και καθόλου δε μου άρεσε η πολύ μεγάλη του ευγένεια και η υπερβολική προσοχή που αφιέρωνε στους συνομιλητές του και ιδιαίτερα στις συνομιλήτριές του, μια προσοχή που υπερτόνιζε τη διαφορά ηλικίας ανάμεσα σ’ εκείνες και σ’ αυτόν. Γιατί φαινόταν μοναδιά νέος. Πιο νέος απ’ όλους τους άνδρες, νεότερος απ’ όλες τις νέες γυναίκες.

Μεγάλα μελαγχολικά μάτια με μαύρους σκοτεινούς κύκλους, επιδερμίδα άλλοτε ρόδινη και άλλοτε ωχρή, βλέμμα ανήσυχο, στόμα, όταν σιωπούσε, σφιγμένο και κλειστό, σαν να ετοιμαζόταν για ένα φιλί. Ένδυμα επίσημο και μια ανακατεμένη τούφα μαλλιά.

Για πολλά χρόνια δεν τον έβλεπα. Ακουγόταν ότι ήταν πολύ άρρωστος.
Κάποια μέρα ο LOUIS DE ROBERT μου δίνει το «Απ’ τη μεριά του Σουάν».

Το απόκτημα! Ο δαίδαλος της παιδικής ηλικίας, η εφηβία ξαναπλησιασμένη, εξηγημένη, ξεκάθαρη και ιλιγγιώδης. Όα όσα ήθελε κανείς να γράψει, όλσα όσα δεν τόλμησε ή δεν ήξερε να γράψει, η ανακύκλωση του σύμπαντος πάνω στο κύμα, ταραγμένο από την ίδια της πληθωρικότητα.
Αν ήξερε ο LOUIS DE ROBERT σήμερα γιατί δεν τον ευχαρίστησα τα΄τε. Τον είχα ξεχάσει. Δεν έγραψα παρά μόνο στο Μαρσέλ Προυστ.

Ανταλλάξαμε γράμματα, αλλά δεν τον ξαναείδα περισσότερες από δύο φορές μέσα στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Την τελευταία φορά κάθε τι πάνω του προμηνούσε με έναν τρόπο βιαστικό το τέλος του. Γύρω στη μέση της νύχτας, στο χωλ του Ριτζ, που εκείνη την ώρα ήταν άδειο, δεχόταν τέσσερις ή πέντε φίλους. Μια λούτρινη γούνα ανοικτή, άφηνε να φαίνεται το φράκο, το άσπρο πουκάμισο και η μισολυμένη βατιστένια του γραβάτα.

Δε σταματούσε να μιλάει, αν και δυσκολευόταν, ούτε να δείχνει χαρούμενος. Φορούσε –επειδή έκανε κρύο και αφού ζήτησε συγνώμη- το ψηλό του καπέλ ριγμένο προς τα πίσω, ενώ η τούφα των μαλλιών του σκέπαζε τα βλέφαρα σαν βεντάλια.

Μια συνολικά επίσημη εμφάνιση, που όμως έμοιαζε σαρωμένη από ένα θυελλώδη άνεμο, έναν άνεμο που ρίχοντας το καπέλο προς τα πίσω, τσαλακώνοντας το πουκάμισο και τις ταραγμένες πτυχές της γραβάτας, τις κόγχες των ματιών αι το λαχανιασμένο στόμα, κυνήγησε αυτόν τον κλονισμένο νέο των πενήντα χρόνων, μέχρι το θάνατο.

Η ΟΛΓΑ ΤΡΑΥΛΟΥ γεννήθηκε στην Κεφαλονιά στα 1960.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA