Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου

Ζούμε στην εποχή των παράλληλων μονολόγων. Βρισκόμαστε, λέει συνήθως ο καθένας το δικό του, τις περισσότερες -μάλιστα- φορές για εντυπωσιασμό και άνευ ουσίας. Όσο πιο γρήγορα ισοπεδώσει κανείς το συνομιλητή του, τόσο μεγαλύτερη νιώθει τη νίκη του. Κι όμως, ηττηθήκαμε χωρίς να το ξέρουμε. Νεκροί χρήστες μιας ολοζώντανης γλώσσας που ακόμα και μέσα από τους ορισμούς της διδάσκει. Αδύναμοι να υπερασπιστούμε την από κοινού ζήτηση με τον απέναντι ή τον διπλανό μας. Ο «όμοιος» μετετράπη σε έτερον και το «αεί πελάζει» σε εφήμερα μικροανταμώματα. 

Ποια είναι όμως η αιτία απομάκρυνσής μας από τη συζητητική διαλεκτική και γιατί μετατρέψαμε όλη τη χώρα σε μια βουερή Πνύκα; Με ποια δικαιοδοσία αφαιρέσαμε από τη συζήτηση το θετικό της πρόσημο και καταλήξαμε στο να αποζητάει κανείς να ακούει μόνο τη φωνή του; Η απάντηση καθόλα προφανής και συνάμα έκδηλη: ζούμε και βιώνουμε τους εαυτούς μας μέσα από τις οθόνες. Οθόνες τηλεοράσεων, οθόνες υπολογιστών, τάμπλετ, κινητών. Ερωτευόμαστε προφίλ, όχι ανθρώπους. Καθρεφτιζόμαστε σε φωτογραφίες και όχι στα μάτια των άλλων. Τα κάτοπτρά μας είναι οι αναρτήσεις μας. Κι αν με κάποιον διαφωνούμε, τον διαγράφουμε ή τον μπλοκάρουμε. 

Ο «μικρός φασίστας» γιγαντώθηκε μέσα μας με τις ευλογίες ενός τεχνολογικού status quo που σίγουρα τέχνη δεν παράγει πόσω δε μάλλον λόγο. Άλλωστε, ο λόγος ενός ατόμου είναι η έκφραση της ίδιας του της λογικής. Σε πιο ευρύ ή ακόμα και καθολικό επίπεδο: ο λόγος μίας εποχής την ίδια τη λογική της εξηγεί.

Αποδεσμευμένοι πια από τις ελάχιστες θετικές συνήθειές μας, εισχωρήσαμε στην ευκολία των νεόφερτων. Ο καφές με τους φίλους, η κάποτε αφορμή για συζήτηση ακόμα και επί των πιο απλών θεμάτων, παρέμεινε μεν καφές αλλά ο έλεγχος του λόγου έδωσε τη θέση του στον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παραφράζοντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, οι οθόνες έγιναν συνέχεια του χεριού μας και τα χέρια μας συνέχεια της ψυχής μας. Το έθος ενός ανθρώπου διαμορφώνει επί πολύ και το ήθος του. 

Κλείσαμε λοιπόν τα βιβλία, ξεχάσαμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους αναφορικά με την πλοκή των ιστοριών τους, το μοίρασμα των σκέψεων με τους φίλους ή τους δασκάλους μας, ερμηνεύσαμε το ανερμήνευτο των ποιημάτων μέσα από ατελείωτες φιλολογικές σελίδες. Δεν έμεινε τίποτα που να μη βρίσκουμε στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου. Και κάπως έτσι ξημέρωσε το τέλος της ουσιαστικής Ζήτησης με αυτή την τεράστια Προσφορά αμάσητων κι ανέλεγκτων πληροφοριών. 

Κι αφού μας τέλειωσε η ατομική ζήτηση, ποιος να νοιαστεί για τη συζήτηση, αφού η πρώτη αποτελεί οντολογική προϋπόθεση της δεύτερης;  Αν εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να ζητήσω από τον εαυτό μου να σκεφτεί και να διατυπώσει λόγο πώς να μπορέσω να το ζητήσω από ένα άλλο εγώ; Πώς να υλοποιήσω τη μέθεξη με τον συνομιλητή μου όταν στερούμαι εαυτολογικής μεθέξεως; Ο δρόμος της επιστροφής προς τη συζήτηση μέσα από τα ερωτήματα περνάει. Θα επιλέξουμε λοιπόν να παραμείνουμε ψυχικά κωφάλαλοι ή επιτέλους θα δώσουμε λόγο στη φωνή μας;

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA