Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου


Η Βασιλεία Οικονόμου γεννήθηκε το 1983 στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Το 2015 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Το Υπόλοιπο της Αφαίρεσης» από τις εκδόσεις Γκοβόστης. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.


Μανταλάκια


Σεντόνι απλωμένο η μοναξιά στον ακάλυπτο
Τα πτώματα στα σχοινιά στάζουν θάνατο
στην φρέσκια μπουγάδα του γείτονα.
Η ευχή κρεμασμένη στα μανταλάκια
Ματωμένα σεντόνια μαρτυρούν τον θρίαμβο
Δείτε πόσο αγαπιούνται οι άνθρωποι
-παίζει η μουσική-
σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία
γιατί δεν είσαι εσύ
Η παρθένα καπνίζει φτιάχνοντας την καλτσοδέτα της
Ταΐζει χώμα και αλκοόλ τα παιδιά της
Τρώγε αχάριστε!
Γη και ύδωρ για τους μελλοθάνατους
Είμαστε όλοι παιδιά της
Την επόμενη μέρα είθισται να μαζεύουμε τα πτώματα
να στρώσουμε το κρεβάτι.
Κοιμήσου τώρα στο λεμόνι και τη λεβάντα
Ο θάνατος μυρίζει μανούλα
Η μυρωδιά έχει μνήμη λένε
Σαπούνι και χλωρίνη,
το χάδι απ’ τα φθαρμένα χέρια σου
κι οι σχολικές μας στολές.
Στα ταξίδια μου παίρνω πάντα μαζί τους νεκρούς μου
και δυο καθαρές αλλαξιές


Γενέθλια

Έχω μια κόρη αγέννητη
που ευτυχώς δε μου μοιάζει
Είναι χυδαία
Είναι σκληρή
Είναι ακριβώς όπως πρέπει
Δε με χρειάζεται
Δε μ’ αγαπάει
Με ξέρει από πριν
Την κουβαλάω στο στήθος μου
Την περιφέρω
Την κρύβω
Τη νανουρίζω τα βράδια πίνοντας
Και τη φιλώ στο στόμα
Σα να την αγαπώ
Σα να ‘ναι δική μου
Σα να ‘ναι στ’ αλήθεια
Αυτή γυρίζει πλευρό και φτύνει
Μου το χρωστάει που
δεν της έδωσα πόδια να φύγει
Μου το χρωστάει που
δεν της έδωσα φωνή να με βρίσει
Μα έτσι
έχω μια κόρη αγέννητη
που δε θα πεθάνει ποτέ



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA