Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)


Το σώμα

Σε ένα παλιο μαγνητόφωνο
Και σε μια συλλογή βινυλίων
Υπερτροφήθηκε το εγώ
Με μια βαριά αλυσίδα
Αλλού σκουριά και αλλού απάτη
Παλινδρομήσεις
Παράγει κενό
Κουβαλάω νερό Νερό κουβαλάω
Δάση γύρω
Εσείς μην αφεθέιτε ποτέ να δοκιμάσετε
Υπόθεση
Θα ξεκοιλιαστείτε Θα ξεκοιλιαστείτε
Απαγορευμένοι Απογοητευμένοι καρποί θα μπαίνουν στα
Μάτια
Προγούλι θα αποκτήσει η σκέψη
Και το συναίσθημα κυτταρίτιδα
Πόσα τα δάση με δάκρυα και με την κολπική μου Αποτοξίνωση

Μην αφεθείτε ποτέ να κάνετε υπόθεση
Για το πώς έζησαν οι δύο άκρες του εγώ μου
Και έξω από το όριο
Συνεχώς νερό
Από το βάθος το βγάζω στην επιφάνεια
Αλλοτε αλατούχο γαλάζιο
Σαπισμένο
Διάφανο
Με πολλά ζωύφια
Και απόνερα μυρηκασμού
Κάθε σοδειά νερού με άλλη ποιότητα
Άρα και δάση με διαφορετικά καρποφόρα
Όταν όμως στα χείλη γευόμαστε
Την γεύση
Μέλι με συνοδεία
Δημητριακών και γάλα

Η Περσεφόνη



Άμωμος σύλληψη

Σαν άμωμος σύλληψη
Έτσι αρπάχτηκε
Έτσι φυλακίστηκε ο κόσμος
Ολόκληρος μέσα στην σκέψη
Ενός αέρα
Που είχε φαρδύνει τις ράγες από ένα κλουβί
Ενώ κανείς δεν κατάλαβε πως δημιουργεί χώρο
Ή και διάθεση
Και κανένας άνθρωπος ποτέ δεν διέφυγε
Ποτέ δεν δραπέτευσε
Ή δεν θέλησε να δει
Πώς μπορεί να ζήσει έξω από το όριο
Και από την εικόνα σημασία των λέξεων
Να λιώσει το αλουμίνιο χρώμα
Να αποκτήσει την ελαφρότητα
Της πλήρους ακύρωσης
Να συλλάβει την ιδέα ενός κόσμου
Από την αρχή
Με όλα τα ύγρα των σωμάτων
Και των ματιών
Μια σύλληψη όχι άμωμος άμωρος
Και ασυνεχής
Αλλά όλο και πιο πολλαπλασιασμένη
Πολλαπλή και με σχάση
Με δύο ολόκληρα οροπέδια
Στην άκρη των Πυρηναίων
Να ζητάνε την ανακάλυψη από την αρχή
Από την αρχή των λέξεων
Που δεν ειπώθηκαν
Στις εσοχές των βουνών
Τότε που οι άνθρωποι θέλησαν να δουν
Πώς είναι να ζουν έξω από την εικόνα
Έξω από το όριο περίγραμμα μιας ηπείρου
Που δεν
Που δεν
Έλαβε όνομα
Οπότε έγινε Ανώνυμος Εταιρεία
Εισαγωγής ποίησης
Και εξαγωγής του κενού
Μεσόκαινος περίοδος


Μπουζούκια. Βαριές ζεμπεκιές για άντρες. Εγώ που αναζήτησα το Χάδι στα σκοτεινά σοκάκια του Ζαππείου και του Πεδίου και ο Στεφανίδης που έψαχνε το χάδι, στον βιοπορισμό του ορφανοτροφείου∙ είμαστε το ίδιο; Ομολογώ πως ναι.

Μετά την δολοφονία του πατέρα, η μάνα με ήθελε κοντά στην στυλιζαρισμένη μορφή του ορφανού. Δεν της έκανα το χατίρι. Αν και έχουμε άριστες σχέσεις. Την αγαπώ και μ’ αγαπάει. Πιστεύω σ’ εκείνη όπως αυτή σε μένα, αν και ο αδερφός πάει να πάρει την γκόμενα απ’ την δουλειά και γυρίζει μετά από μιάμιση ώρα -γινωμένος από αιδοίον- και εγώ γυρίζω στο μισάωρο -τις περισσότερες φορές- ελαφρά μεθυσμένος -χαρμάνης από πρωκτό- πάντα φταίω. Εγώ είμαι σοβαρός κύριος που μιλάω με το σεις και με το σας και ο αδερφός μου λαϊκό παιδί που κατεβάζει καντήλια. Δικαίως, έχει φρασεολογία αλανιού, όντας συνεργειάς. Αν και εγώ βράζω, αυτός εκτονώνετε. Και μας χωρίζει, εκτός των τέκνων της, και η Ρίκα. Το όνομα-προσωπικότητα της γάτας που δεν ομολόγησε ο Σωτήρης, και τα ξύδια που δεν ομολογεί η ίδια. Και οι πρέζες του παρελθόντος.

Ο πατέρας μου, όπως ανάφερα, δολοφονήθηκε∙ και ο πατέρας του Στεφανίδη κατηγορήθηκε για το φόνο της γυναίκας και μάνας του. Και έζησα σε ένα ανεκτό κοινωνικό περιθώριο, της κοινωνίας του χωριού, και ο Στεφανίδης σ’ ένα ψυχοφθόρο περιθώριο του Ορφανοτροφείου. Και η δύο το ίδιο είμαστε. Για τους εαυτού μας και για την κοινωνία. Είχαμε κάθε λόγο να ΜΙΣΗΣΟΥΜΕ∙ αλλά και οι δύο ΑΓΑΠΑΜΕ και κάναμε πράγματα. Και έφερε/φέρει μια βαλίτσα ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, παιδί ορφανοτροφείου, με την ψυχή του φαινομενικά άδεια και με την αραχνοΰφαντη ένδειξη: άνθρωπος με όνειρα και ήθος∙ και έφερα/φέρω μια βαλίτσα ΝΙΚΟΣ ΛΕΚΚΑΣ, ψυχή νεκρή, ορφανός με τις ενδείξεις: πούστης, πρεζόνι, ακροαριστερός (τα τελευταία αραχνοΰφαντα). Παρόλο που η μάνα μου με ήθελε αμόρφωτο και εγώ αποπειράθηκα να σπουδάσω την ψυχή των καλλιτεχνών μέσα από τις τέχνες του καθενός, σε σχολή δημοσιογραφίας, αν και το μεγάλο μου πανεπιστήμιο ήταν τα Εξάρχεια, και η μάνα του (απ’ ό,τι κρίνω, ΙΣΩΣ να προτιμούσε τη μη παρουσία του, όχι στην ζωή της αλλά τη μη παρουσία του, γενικώς) σπούδασε στο ανοιχτό πανεπιστήμιο ελληνικό πολιτισμό.

Κοιμόμουνα σε μια καριόλα δίπλα στο κρεβάτι της μάνας μου και ο μικρός μου αδερφός στο ίδιο διπλό κρεβάτι, με την μάνα μου στο μέρος του απόντα. Και ο Στεφανίδης κοιμόταν μόνος σε καριόλα σαν την δική μου, σε ομαδικό δωμάτιο, με κάμποσα κρεβάτια και η παρουσία του χαδιού σε ‘μένα από μια γυναίκα πάντα στα μαύρα και η παρουσία του χαδιού στην ενδεχομένως με εμπριμέ μάνας του σχεδόν στην φαντασία του.

Και είχαμε κάθε λόγο -και κανένα- να αποκτήσουμε παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Κάποιοι από μας το τόλμησαν. Ο Στεφανίδης έγινε ένας από τους πολλά υποσχόμενους βραβευμένους συγγραφείς, εγώ πρεζάκι σε χρόνια αποχή από τις ουσίες, οι φίλοι μου φαντάσματα, και οι συν-οικότροφοι του Στεφανίδη δεν αναφέρει τι.

Σε μια ραδιοφωνική του συνέντευξη στο Δεύτερο, όταν ρωτήθηκε, από σεβασμό, απέφυγε εντέχνως να απαντήσει. Είπε μόνο ότι δεν είναι ο αυθεντικός μάρτυρας του ορφανοτροφείου, αυθεντικοί μάρτυρες είναι εκείνοι που χάθηκαν∙ μια άποψη που θυμίζει έντονα το Πρίμο Λέβι.

Πριν καιρό η επιστήθια φίλη Κατερίνα Μάτσα με κάλεσε σε φιλικό χώρο (σε μπαρ φίλου-συντρόφου των Εξαρχείων) σε παρουσίαση βιβλίου με κεντρική ομιλήτρια την ίδια για τις μειονότητες. Ο λόγος για το βιβλίο του Αλέξανδρου Στεφανίδη «Το Χάδι» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα. Δεν μπόρεσα να πάω. Άλλα η εισήγησή της κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο. Ως γνήσια τροτσκίστρια η Μάτσα εστιάζει στις συμπεριφορές των ισχυρών στην επταετία (ο Στεφανίδης γεννήθηκε το 1962 και στα χρόνια της ζωής του στο ορφανοτροφείου η Ελλάδα είχε στρατιωτικό καθεστώς) και εγώ που δεν μπήκα στα παιδικά μου χρόνια σε ίδρυμα (μπήκα μετά σε ψυχιατρεία) και ούτε έζησα την χούντα (την ψυχή μου πάντα φασιστικά ιδεώδη την βίαζαν) αποφάσισα να τον συναντήσω...

Νίκος Λέκκας


Ζούμε στην εποχή των παράλληλων μονολόγων. Βρισκόμαστε, λέει συνήθως ο καθένας το δικό του, τις περισσότερες -μάλιστα- φορές για εντυπωσιασμό και άνευ ουσίας. Όσο πιο γρήγορα ισοπεδώσει κανείς το συνομιλητή του, τόσο μεγαλύτερη νιώθει τη νίκη του. Κι όμως, ηττηθήκαμε χωρίς να το ξέρουμε. Νεκροί χρήστες μιας ολοζώντανης γλώσσας που ακόμα και μέσα από τους ορισμούς της διδάσκει. Αδύναμοι να υπερασπιστούμε την από κοινού ζήτηση με τον απέναντι ή τον διπλανό μας. Ο «όμοιος» μετετράπη σε έτερον και το «αεί πελάζει» σε εφήμερα μικροανταμώματα. 

Ποια είναι όμως η αιτία απομάκρυνσής μας από τη συζητητική διαλεκτική και γιατί μετατρέψαμε όλη τη χώρα σε μια βουερή Πνύκα; Με ποια δικαιοδοσία αφαιρέσαμε από τη συζήτηση το θετικό της πρόσημο και καταλήξαμε στο να αποζητάει κανείς να ακούει μόνο τη φωνή του; Η απάντηση καθόλα προφανής και συνάμα έκδηλη: ζούμε και βιώνουμε τους εαυτούς μας μέσα από τις οθόνες. Οθόνες τηλεοράσεων, οθόνες υπολογιστών, τάμπλετ, κινητών. Ερωτευόμαστε προφίλ, όχι ανθρώπους. Καθρεφτιζόμαστε σε φωτογραφίες και όχι στα μάτια των άλλων. Τα κάτοπτρά μας είναι οι αναρτήσεις μας. Κι αν με κάποιον διαφωνούμε, τον διαγράφουμε ή τον μπλοκάρουμε. 

Ο «μικρός φασίστας» γιγαντώθηκε μέσα μας με τις ευλογίες ενός τεχνολογικού status quo που σίγουρα τέχνη δεν παράγει πόσω δε μάλλον λόγο. Άλλωστε, ο λόγος ενός ατόμου είναι η έκφραση της ίδιας του της λογικής. Σε πιο ευρύ ή ακόμα και καθολικό επίπεδο: ο λόγος μίας εποχής την ίδια τη λογική της εξηγεί.

Αποδεσμευμένοι πια από τις ελάχιστες θετικές συνήθειές μας, εισχωρήσαμε στην ευκολία των νεόφερτων. Ο καφές με τους φίλους, η κάποτε αφορμή για συζήτηση ακόμα και επί των πιο απλών θεμάτων, παρέμεινε μεν καφές αλλά ο έλεγχος του λόγου έδωσε τη θέση του στον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παραφράζοντας τον ποιητή της Ρωμιοσύνης, οι οθόνες έγιναν συνέχεια του χεριού μας και τα χέρια μας συνέχεια της ψυχής μας. Το έθος ενός ανθρώπου διαμορφώνει επί πολύ και το ήθος του. 

Κλείσαμε λοιπόν τα βιβλία, ξεχάσαμε τους εσωτερικούς μας διαλόγους αναφορικά με την πλοκή των ιστοριών τους, το μοίρασμα των σκέψεων με τους φίλους ή τους δασκάλους μας, ερμηνεύσαμε το ανερμήνευτο των ποιημάτων μέσα από ατελείωτες φιλολογικές σελίδες. Δεν έμεινε τίποτα που να μη βρίσκουμε στις μηχανές αναζήτησης του διαδικτύου. Και κάπως έτσι ξημέρωσε το τέλος της ουσιαστικής Ζήτησης με αυτή την τεράστια Προσφορά αμάσητων κι ανέλεγκτων πληροφοριών. 

Κι αφού μας τέλειωσε η ατομική ζήτηση, ποιος να νοιαστεί για τη συζήτηση, αφού η πρώτη αποτελεί οντολογική προϋπόθεση της δεύτερης;  Αν εγώ ο ίδιος δεν ξέρω να ζητήσω από τον εαυτό μου να σκεφτεί και να διατυπώσει λόγο πώς να μπορέσω να το ζητήσω από ένα άλλο εγώ; Πώς να υλοποιήσω τη μέθεξη με τον συνομιλητή μου όταν στερούμαι εαυτολογικής μεθέξεως; Ο δρόμος της επιστροφής προς τη συζήτηση μέσα από τα ερωτήματα περνάει. Θα επιλέξουμε λοιπόν να παραμείνουμε ψυχικά κωφάλαλοι ή επιτέλους θα δώσουμε λόγο στη φωνή μας;


Ελένη Αναστασοπούλου «Δυσσάκος», νουβέλα, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016


Η Ελένη Αναστασοπούλου, παρότι παρουσιάζεται όψιμα στα λογοτεχνικά πράγματα, μετά τo «Σκοτωμένο Νερό», το πρώτο προσωπικό της βιβλίο, μία συλλογή διηγημάτων, και επίσης μετά από την πρώτη εκδοτική εμφάνισή της, στον συλλογικό τόμο «Οδός Δημιουργικής Γραφής» και τη συμμετοχή της στην «Ανθολογία Σύντομου Διηγήματος», (δεν θα παρέλειπα τίποτα εξ αυτών από το βιογραφικό της) με τα κείμενά της προϊδέασε θετικά τους αναγνώστες της για την εξέλιξή της. Τον «Δυσσάκο» μάς τον προσφέρει ως ώριμο επιστέγασμα της ενασχόλησής της με τη λογοτεχνική γραφή. Τα παιδικά της βιβλία, τα μνημονεύω και αυτά, παρότι για την ενασχόληση της Ελένης με την παιδική λογοτεχνία δεν θα πάψω να αναρωτιέμαι, έχει στο μεταξύ εκδώσει ένα τέτοιο ενώ ένα δεύτερο αναμένει την έκδοσή του, επιβεβαιώνουν τη συγγραφική της ευαισθησία και επιμονή. Το τελευταίο που οπωσδήποτε θα κρατούσα από το βιογραφικό της, χάρη λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, δεν είναι η πολυπραγμοσύνη της, η ενασχόλησή της με τα κοινά, η υπηρεσία της σε σημαντικές θέσεις ευθύνης της εκπαίδευσης αλλά η μακρόχρονη μαθητεία της και οι μεταπτυχιακές σπουδές της στη δημιουργική γραφή, πράγμα που ενώ για την αγγλόφωνη λογοτεχνία θα αποτελούσε διάκριση και υπόσχεση σημαντικής λογοτεχνικής παραγωγής, για τα στενά ελληνικά πράγματα ίσως φαντάζει ακόμα τόσο παράξενη ώστε να εγείρει καχυποψίες και ψιθύρους.

Ετούτο είναι εν ολίγοις το συγγραφικό εργαστήριο της Ελένης Αναστασοπούλου, η οποία εργάστηκε άοκνα έως σήμερα και καρποφόρησε αξιόλογα κείμενα, κείμενα που εκδόθηκαν χάρη στη λογοτεχνική τους ποιότητα, κείμενα που ευτύχησαν γρήγορα να γνωρίσουν τη θετική ανταπόκριση του αναγνωστικού τους κοινού, αρκετών σύγχρονων λογοτεχνών και μίας μερίδας της κριτικής. Ο «Δυσσάκος», ο μικρός Οδυσσέας δηλαδή, ταξίδεψε σήμερα από τη Λάρισα στην Αθήνα και μέλλετε να συνεχίσει το ταξίδι του στη Θεσσαλονίκη, έχοντας τη φροντίδα της δημιουργού του στην εκδοτική του περιπέτεια και φέροντας τη σφραγίδα των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Η λογοτεχνική του καταγωγή βρίσκεται πέριξ του Θανάση Βαλτινού, στον χρονικά μακρινό πλέον αλλά συγγενικό λογοτεχνικό ορίζοντα που φτάνει έως τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη και ορίζει έναν ελληνοκεντρικό νέο-πριμιτιβισμό, όρος δανεισμένος από τις εικαστικές τέχνες, μία εκ νέου επιστροφή στη λαϊκή έκφραση, συμπεριλαμβάνοντας πεζογράφους όπως ο Γιώργος Ιωάννου, ο Κώστας Ταχτσής και ο Μάριος Χάκκας. Ο «Δυσσάκος» έρχεται από τον μεταπολεμικό ρεαλισμό κουβαλώντας στο δισάκι του σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και πλήθος ιστορικών στοιχείων. Είναι συνοπτικά η πεντηκονταετής καθημερινότητα του επαρχιώτη φτωχού νεοέλληνα, η μιζέρια του χωριού που από χρόνο σε χρόνο μαραζώνει αναπότρεπτα, από τη δεκαετία του ’60 έως και σήμερα, μια μαρτυρία για τη νεοελληνική πραγματικότητα που φωτίζει τις ιδέες των ηρώων του και όχι τους ίδιους ως πρόσωπα χειροπιαστά, που εγείρει το συμβολισμό των ηρώων του μέσα από τη διαιώνιση μίας κοινής και επαναλαμβανόμενης μοίρας, άρρηκτα δεμένης με τη μοίρα του τόπου.

Στο αφηγηματικό μέρος, με τη μορφή επιστολών σε ένα μεγάλο μέρος του, εναλλάσσονται δραματοποιημένοι αφηγητές εσωτερικής εστίασης, που βλέπουν ο καθένας από τη δική του εσωτερική οπτική γωνία, κερδίζοντας σε αμεσότητα και χάνοντας σε αντικειμενικότητα, κατά την τάση που εμφανίστηκε κυρίαρχη την εποχή του μοντερνισμού, ότι δηλαδή μόνο υποκειμενικά μπορεί ο καθένας να συλλάβει και να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Πρόκειται για τη συνηθέστερη αφηγηματική συνθήκη που συναντούμε στα περισσότερα σύγχρονα κείμενα. Το περιεχόμενο είναι η ελληνική στερεοτυπική οικογένεια, η επιβλητική παρουσία της πιστής γυναίκας και ταγμένης μητέρας ριζωμένη στο σπίτι, ο πατέρας Οδυσσέας, ναυτικός, θαλασσοδαρμένος, μια ολόκληρη ζωή μακριά από την οικογένειά του για να συντηρεί την οικογένειά του -ματαίως;- ο γιός του ο Δυσσάκος που τελικά ακολουθεί τον ίδιον αυτό δρόμο του πατέρα του, ο παππούς Δυσσέας και η γιαγιά, δύο μόνιμα στηρίγματα, δύο παντοτινά παρούσες σκιές, άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο παρασκήνιο του δράματος. Στα διαλογικά μέρη, είτε στο καφενείο είτε στην αυλή, άντρες ή γυναίκες, πολλές γνώριμες φωνές, αφελείς, αγαθές ή προβληματισμένες το κατά δύναμη, όπως αυτή του δασκάλου και της δασκάλας, ο μικρός κοινωνικός περίγυρος της οικογένειας, σχολιάζει τον μεγάλο κοινωνικό περίγυρο της ελληνικής πραγματικότητας. Τα γράμματα όλα έχουν αποδέκτη τον Δυσσάκο, από τον πατέρα του τα πρώτα, τα στερνά από τη γυναίκα του. Ένα γράμμα κάθε χρόνο, κάθε Δεκέμβρη, προσθέτει έναν χρόνο ιδιότυπης, υποκειμενικής εξιστόρησης της ιστορίας της σύγχρονης Ελλάδας των τελευταίων πενήντα ετών. Η γνώση των αφηγητών είναι αποτέλεσμα της προσωπικής τους εμπειρίας. Τα γράμματα συναπαρτίζουν τον μεγάλο καμβά, το μεγάλο θέμα, πάνω στο οποίο γράφεται και η συμβολική ιστορία των ηρώων με πολύ χαλαρή πλοκή και λίγα επεισόδια, προσπαθώντας να αφηγηθούν πενήντα έτη μέσα σε ένα κείμενο εκατόν ογδόντα σελίδων περίπου. Αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση του αφηγηματικού χρόνου κατακερματίζει την αφήγηση και δημιουργεί έναν πεζογραφικό λόγο στον οποίο τα πάντα μας δίνονται κάθε φορά από την οπτική γωνία ενός μόνο προσώπου, εστιάζοντας όμως περισσότερο και αδιαφόρετα στην ιστορία της Ελλάδας παρά στην προσωπική του ιστορία. Ως προς το χειρισμό της πλοκής, η κλασική μορφή του μυθιστορήματος με αρχή, μέση και τέλος υπολανθάνει, αφού τα γεγονότα αποτελούν ψηφίδες που συνθέτουν το αφήγημα, διανθισμένες από σκέψεις και συναισθήματα.

Η εντύπωση της αυθεντικότητας της αφήγησης έρχεται ως αποτέλεσμα του αφηγηματικού ρυθμού των λαϊκών φωνών, οι οποίες αφηγούνται οικεία και γλαφυρά εκ βαθέων. Η συγγραφέας δίνει υπέροχες σκιαγραφίες των χαρακτήρων και με την εμπειρία της, αναδεικνύει πτυχές δραματικές και μορφές αντιπροσωπευτικές του ελλαδικού χώρου. Εκείνο που διακρίνει την τεχνική της Ελένης είναι η ικανότητά της, διατρέχοντας σημαντικά περιστατικά της σύγχρονης ιστορίας μας και διανθίζοντάς τα με σκηνές στερεοτυπικές -κοινότοπες και με φαινομενικά αδιάφορους - καθημερινούς διαλόγους, να προβάλει στο τέλος τη σημασία τους μέσα στη ζωή, και να δείξει ότι σ’ αυτά, κι όχι στα σημαντικά και τα μεγάλα, βρίσκεται, στις πιο δραματικές της μορφές, η ανθρώπινη μοίρα, το βάθος της ζωής. Η ρεαλιστική της ματιά μετατοπίζεται συχνά στον λυρισμό εγείροντας συγκινησιακά τον αναγνώστη και συχνά φανερώνει το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων μέσα από το περιεχόμενο των λεγόμενών τους. Κατασκευάζει πολλά «εναλλακτικά εγώ», αφηγητές-ήρωες, οι οποίοι χρησιμοποιούν γλώσσα αυτό-αναφορική, αντικρίζοντας και περιγράφοντας τα πάντα μέσα απ’ το προσωπικό τους αντιληπτικό φίλτρο. Η αφήγηση της προσομοιάζει με το άθροισμα επιμέρους θεατρικών μονόλογων. Η γλώσσα είναι προφορική, ρέουσα, ανθρώπινη και οικεία και η ροή του λόγου γρήγορη, με κοφτές μεταβάσεις, επιδιώκοντας να δώσει στο κείμενο την αίσθηση της συναισθηματικά φορτισμένης μαρτυρίας, μιας «εν βρασμώ κατάθεσης». Το εκφραστικό ύφος του «Δυσσάκου», η επαναληπτικότητα στη σύνταξη και η αφθονία σύντομων φράσεων ακανόνιστου μήκους, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του βιβλίου και ασφαλώς έχει την καταγωγή του στη χρήση του πρώτου προσώπου. Το ύφος δηλαδή, προσομοιάζοντας στο ύφος της καθημερινής γλώσσας, μπολιασμένο με λυρισμό, ιχνηλατεί πολιτισμικά και καταστασιακά τη λαϊκή φωνή, υπακούοντας βεβαίως στους περιορισμούς και στις δυνατότητες μίμησης του ύφους αυτού από την συγγραφέα. Η Ελένη Αναστασοπούλου, μπορεί, όπως εξάλλου κάθε συγγραφέας, να γράφει με τα βιώματά της, άρα και με τα βιώματα του φύλου της και με τα βιώματα της εποχής στην οποία ζει και η ίδια, αλλά δοκίμασε με τον «Δυσάκκο» να τολμήσει να ξεπεράσει τα βιώματά της και να μπει στο πετσί όχι απλά άλλων ανθρώπων, αλλά ανδρών, που για λόγους φυσιολογικούς ή κοινωνικούς έχουν διαφορετικά βιώματα.

Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ στην αξιοποίηση, εκ μέρους της Ελένης, του μυθικού Οδυσσέα, του δημοφιλέστερου ίσως προσώπου που σηματοδοτήθηκε, ως πολιτισμικό πρότυπο, με σημασίες που έχουν να κάνουν με τον πόλεμο, την πολύτροπη νόηση, τις θαλασσινές περιπέτειες και, όπως και στην περίπτωση του «Δυσσάκου», με την περιπλάνηση και τον νόστο. Πολυάριθμοι δημιουργοί τόσο από την ελληνική όσο και από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχουν μετασχηματίσει τον μύθο του Οδυσσέα, αναδεικνύοντας τον διακειμενικό χαρακτήρα του. Ο ομηρικός ήρωας φορτισμένος με την πείρα του πολύπαθου και σοφού ναυτικού, στην ποίηση της γενιάς του ’30, υπεράνθρωπος στον Καζαντζάκη, χρησίμευσε ως κάτοπτρο για να αντικατοπτρίσει την πολιτική και κοινωνική περιπέτεια της Ελλάδας. Η Ελένη Αναστασοπούλου λοιπόν, χρησιμοποιεί τη «μυθική μέθοδο», όπως την περιέγραψε ο Έλιοτ, τον αρχαίο μύθο δηλαδή για να αναδείξει για μία φορά ακόμα τον σαφή παραλληλισμό ανάμεσα στην αρχαιότητα και τη σύγχρονη εποχή, έναν παραλληλισμό τον οποίο ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να ανασυστήσει.


Τελειώνω επαναδιατυπώνοντας την κατακλείδα του οπισθόφυλλου του βιβλίου: Ο «Δυσσάκος», μικρός Οδυσσέας, είναι τελικά ένα σπονδυλωτό πολυφωνικό μυθιστόρημα, ένα ψηφιδωτό, που θυμίζει στον έλληνα αναγνώστη κάτι από την ιστορία του και τη μοίρα του τόπου του, που ιχνηλατεί τον ορίζοντα αυτής εδώ της ζωής του, κυρίως μέσα από τη γλαφυρή και λυρική γλώσσα των λαϊκών αφηγητών του.
Η άλλη πλευρά του μελανιού


Ο Πέτρος Ριβέρης
ιδιωτικός ντετέκτιβ
μοναχικός λύκος
διπλά ορφανός από τα τρία
καλλιτέχνης της ζωής
φιλόλογος των ανθρώπων
του ρημαγμένου ευρωπαϊκού πολιτισμού

ανένηψε τη ζωή του στην Σαμοθράκη
στις φιλόξενες βάθρες του Φονιά
όταν ο Μάρκος Αυρήλιος γητεμένος από την άγνοια κινδύνου του
του έδωσε τη μία και μοναδική ευκαιρία
να γίνει αυτό που φοβόταν περισσότερο

με αγαπάει σαν αδελφός
μου μιλάει σαν άλλος εαυτός
από τότε που ερωτεύτηκε την Αύρα Συκουτρή
στην πονεμένη ράχη της Jubille line

πλέον ανθίζουμε βαλσαμωμένοι στον ίδιο πέτρινο κήπο

βάζει το μελάνι και ζυγίζω το αίμα
στις ουτοπικές γραφές της φθαρμένης ζωής


Αχιλλέας Κατσαρός, Cabaret Voltaire, Εκδόσεις Μίνθη, 2016

Θα μπορούσες να με πεις και άλογο
μα δεν έχω ταυτότητα
από τότε που σηκώθηκα στα δύο
σαν άνθρωπος
προχωρώ κολλημένος
με τέσσερα πόδια ενδιάμεσα
σκάλα
για ν' ανεβαίνει ο κάθε
μεθυσμένος αλητόγατος
να μου κάνει παρέα
όταν παίζω φυσαρμόνικα και ζεσταίνω
τον άνεμο που φυσάει.
Home sweet hoMe

Λαρισαίοι καλλιτέχνες εκθέτουν
στο ΝΕΟ Δημαρχιακό Μέγαρο Θεσσαλονίκης
(Βασ. Γεωργίου Α 1- Νέα Παραλία)

22 Μαρτίου- 30 Μαρτίου 2016.
Η έκθεση θα είναι ανοιχτή σε όλες τις ώρες λειτουργίας του Μεγάρου.

Καλλιτέχνες:
Λάγια Ανδρεάδη, Άρτεμις Διαμαντή, Μαρία Παναγιώτου, Χαράλαμπος Ρεβήσιος.

Επιμέλεια έκθεσης: Μάρθα Αρταπυρίδου. Ιστορικός Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.


Μια έκθεση αφιερωμένη στο “ιδιωτικό” εκτεθειμένη σε “δημόσιο” χώρο δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση, έναν διάλογο με ό,τι εμπεριέχει έναν εσωτερικό χώρο και τις επιδράσεις που αντανακλά ένας εξωτερικός χώρος, με τις δραστηριότητες πολυάσχολων ατόμων που τριγυρνούν σε αυτό. Μια σειρά έργων που οι φόρμα τους ελίσσεται από τα απόλυτα αναγκαίο της καθημερινής ύπαρξης, όπως ένα κρεβάτι, ένα κουτάλι, ένα φωτιστικό, ένα νιπτήρα, ως τη σουρεαλιστική εκδοχή μιας ποιητικής εικόνας, όπου το παραστατικό παρουσιάζει μια άλλη χρήση ή αποδομείται.
Τίθενται ορισμένα ερωτήματα ως προς τι είναι απαραίτητο και όμορφο στον προσωπικό μας χώρο, και γενικότερα την έννοια του σπιτιού για την ύπαρξή μας. Ποια είναι η αξία του σπιτιού, πέρα από το να μας προστατεύει από τον έξω κόσμο, να μας δίνει θαλπωρή και ζεστασιά, όμορφες στιγμές, ξεκούραση και γαλήνη; Μας παρέχει ασφάλεια, μια αίσθηση χαλαρότητας, καλύπτει την ανάγκη μας να αποξενωθούμε, να απομακρυνθούμε από ότι μας κουράζει και μας ενοχλεί. Γίνεται η συνέχεια, η προέκταση του σώματος μας, ξέρουμε μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που θα βρούμε το κάθε τι. Είναι τα πράγματα που μας μιλούν, τα προσωπικά αντικείμενα που βρίσκονται πάντα εκεί, για οτιδήποτε χρειασθούν. Τα ρούχα μας, τα οικιακά σκεύη και ο ζεστός καφές που χύνεται στη κούπα. Ένα λαμπατέρ, το παράθυρο που δείχνει έξω μια κρύα μέρα, ένας απόηχος από ένα τραγούδι που παίζει ξεχασμένο εν αγνοία μας και μας ακολουθεί σαν διάθεση. Ένας πίνακας που όταν ξυπνάς θέλεις να τον κοιτάς, γιατί πάντα σου μιλά για κάτι νέο, που δεν το είχες προσέξει πριν. Είναι το ζεστό πάπλωμα σε ένα κρεβάτι που θα το νιώσεις σαν ζεστή αγκαλιά. Είναι το φως της μέρας που σκοτεινιάζει και απλώνεται στον τοίχο σαν μια σκιά ...
Το σπίτι γίνεται η προέκταση του εαυτού μας. Μας δίνει σε αντανάκλαση, μέσα από τα υλικά πράγματα του, έπιπλα, αγαπημένα αντικείμενα, ρούχα, αξεσουάρ, φωτιστικά, βιβλία, τσάντες, ένα κόσμημα, τη δική σου πολυθρόνα, μια εικόνα του εαυτού σου. Σε καθησυχάζει. Όλα αυτά είναι τα “ίχνη”, τα “αποτυπώματα”, που δηλώνουν τη ταυτότητα σου. Πράγματα που διάλεξες εσύ, είναι το γούστο σου και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση σου, γίνονται ένα χάδι-μεταφορικά- για να ξεχνιέσαι από τη καθημερινή τριβή και κάθε είδους βιαιότητας/σκοπιμότητας που προέρχεται από έξω. Το σπίτι είναι η δημιουργία σου, το καταφύγιο σου. Είναι η καθαριότητα, η εξάγνιση, το μπάνιο που λυτρώνει με το ζεστό νερό να τρέχει, ο καθρέφτης που θολός δίνει το περίγραμμα του σώματός σου, του οποιοδήποτε σώματος που θέλει την απαραίτητη, καθημερινή του φροντίδα. Στο σπίτι υπάρχουμε, αναπληρώνουμε τις δυνάμεις μας, παίρνουμε την ώθηση για να συνεχίσουμε. Το “σπίτι”, οι λειτουργίες του, οι ρυθμοί, οι ήχοι του, είναι η καθημερινή συνδιαλλαγή του εαυτού μας με την εσωτερικότητα του, την επαφή με την ψυχή, την σκέψη για την επόμενη κίνηση.
Η έκθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της Ημερίδας Με τίτλο: Κτίζειν, Κατοικείν, Σκέπτεσθαι. Εκπαιδευτικοί στοχασμοί και παρεμβάσεις για την αστεγία.
Συν-διοργάνωση: Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Δήμος Θεσσαλονίκης, Αντιδημαρχία Κοινωνικής Πολιτικής και Αλληλεγγύης. ΜΚΟ Praxis

Η επιμελήτρια της έκθεσης συμμετέχει στην ημερίδα με τίτλο εισήγησης: “wandering/waiting” 

Μια παρουσίαση του “αφιλόξενου σύμπαντος” που συναντούμε στο έργο του Σάμουελ Μπέκετ.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016, 17.00-21.00μ.μ.
Αίθουσα Συνεδρίων (1ος όροφος), Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.


Η έκθεση έρχεται σε μια αντιπαραβολή με το θέμα της ημερίδας. Το σπίτι, η “φωλιά”, η κοιτίδα ασφάλειας/προστασίας του ανθρώπου δεν ανήκει σε όλους. Οι άστεγοι, οι πρόσφυγες, δεν θα νιώσουν την ανακούφιση, όπως εκείνοι που επιστρέφουν “στο σπίτι τους”. Οι άνθρωποι που ζουν στο δρόμο, ή σε μια σκηνή έχουν χάσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία της καθημερινής ζωής. Τα χρήσιμα πράγματα που διευκολύνουν τη ζωή. Την επαφή με όλα εκείνα που θα ανακαθορίσουν τον εαυτό τους, θα τους δώσουν το χάδι της χαλαρότητας, θα χρησιμοποιήσουν το αντικείμενο που χρειάζονται, θα νιώσουν άνεση καθισμένοι στον καναπέ, θα ακουμπήσουν το κεφάλι στο μαξιλάρι, απλά πράγματα που όμως τα στερούνται. Καθημερινά, αναγκαία πράγματα...

Οι καλλιτέχνες και το έργο τους στην έκθεση “Home sweet hoMe” .
Λάγια Ανδρεάδη:Γεννήθηκε το 1994 στη Λάρισα. Από το 2012 ζει στη Θεσ/κη και φοιτά στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ, στο 3ο εργαστήρι Ζωγραφικής του Γ. Τσακίρη. Συμμετέχει σε καλλιτεχνικές εκθέσεις / δρώμενα / εργαστήρια από την αρχή της φοίτησης της. Στα έργα της το “οικείο” αντικείμενο μεταλλάσσεται και παίρνει μια νέα έννοια. Οι νιπτήρες του μπάνιου/οι βρύσες προσελκύουν πολύχρωμα πουλιά, τα μικροσκοπικά κουταλάκια του γλυκού μεγεθύνονται, τα πιάτα αποκτούν νέες ιδιότητες. Η νέα σύνθεση των πραγμάτων αποδίδει ένα ανάλαφρο παιχνίδισμα της φύσης τους. Τα καθημερινά αντικείμενα εξάπτουν τη φαντασία και παίρνουν νέους ρόλους, ενθαρρύνοντας στην ανάκτηση ξεχασμένων συναισθημάτων, εκλέπτυνσης, ομορφιάς, ευγένειας. Η εικαστικός λέει για τα έργα της: “Όταν συναντάς το ίδιο αντικείμενο κάθε μέρα, εκείνο αποτυπώνεται στο ασυνείδητο, έπειτα προσαρμόζεται, επανέρχεται ως κάτι οξύμωρο. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε τα οικεία μας ακολουθούν, είναι μέρος πλέον της οικίας που έχουμε μέσα μας.”

Άρτεμις Διαμαντή: Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1987. Σπούδασε Ζωγραφική στην Σχολή Πλαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2005-2010). Το 2008 έλαβε υποτροφία από το ΙΚΥ για την υψηλότερη βαθμολογία του έτους. Αποφοίτησε με βαθμό Άριστα. Συνέχισε τις σπουδές της στο Ζ' εργαστήρι Ζωγραφικής της ΑΣΚΤ με καθηγητή τον Γ. Λαζόγκα. Από το 2014 παρακολουθεί το πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών: '' Ψυχική Υγεία” του ΤΕΙ Θεσσαλίας. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις στη Λάρισα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η εγκατάστασή της με τίτλο: “Το Δωμάτιο μου”, υπό την επίβλεψη του εικαστικού/καθηγητή Χάρη Κοντοσφύρη αποδομεί όλα τα εκείνα τα στοιχεία που εξασφαλίζουν την συνέχεια ενός χώρου. Αποκομμένα τμήματα ενός συνόλου, ενός νεανικού, γυναικείου δωματίου διακόπτουν την ενότητα του, την οπτική καταγραφή του. Η εγκατάσταση αποτελείται από πίνακες που αποδίδουν ένα μέρος ενός αντικειμένου, μια γωνίας, ενός επίπλου, ενός ρούχου, του κρεβατιού και άλλων πραγμάτων, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα διαμελισμού/ασυνέχειας. Στήνεται έτσι ένα είδος παζλ, λείπουν όμως τα βασικά κομμάτια που θα δώσουν την πραγματική αναπαράσταση του χώρου.

Mαρία Παναγιώτου: Γεννήθηκε στη Λάρισα το 1974. Ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Τμήματος Εικαστικών και εφαρμοσμένων Τεχνών του Α.Π.Θ. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις σε γκαλερί σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, στην Αρτ-Αθήνα, καθώς και σε εικαστικά protject σε Μουσεία και πολιτιστικούς χώρους. Το έργο της πολύπλευρο θεματικά, με παραστατική τεχνοτροπία επικεντρώνεται στο “αντικείμενο”, το οποίο παίρνει συμβολικούς/ειδικούς ρόλους. Η καθαρή, στέρεα απεικόνιση του, “η σαφήνεια του” κρύβει έναν μυστικό κόσμο που θέλει να τον αποκωδικοποιήσουμε. Το τυλιγμένο προσεκτικά πάπλωμα, το σαπούνι στο μπάνιο, ο νιπτήρας, η καρέκλα, το κρεβάτι κάτω από έναν γλυκό φωτισμό μιας λάμπας, με τα βιβλία δίπλα και το λευκό σεντόνι, χώρος ξεκούρασης/ ηρεμίας, εκπέμπει μια “εσωτερική, προσωπική ατμόσφαιρα”. Η “οικειότητα” των πραγμάτων, με τις λεπτομερείς περιγραφές, την ρεαλιστική απόδοσή τους αντανακλά μια εξωτερική πραγματικότητα που έχει και μια άλλη όψη, μια αίσθηση “αφήγησης”, “επέκτασης” σε έναν άλλον, αόρατο, γοητευτικό κόσμο.

Χαράλαμπος Ρεβήσιος: Γεννήθηκε στη Λάρισα. Είναι φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, του τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Α.Π.Θ. στο εργαστήρι του κ. Διβάρη. Συμμετείχε σε ομαδικές εκθέσεις. Στο έργο του η παραστατικότητα είναι συνυφασμένη με μια αφαιρετική απόδοση της, όχι πολλές λεπτομέρειες, έντονες χρωματικές αντιθέσεις, διάχυτος φωτισμός, μια “επιφάνεια εσωτερικού χώρου”, με μια γεωμετρική, λυτή κατασκευή, σχεδόν απόκοσμη. Οι σκηνές των αστέγων, των προσφυγών, δίνουν την άλλη, σκληρή εκδοχή σε αυτό που αποκαλούμε “χώρο προστασίας, ασφάλειας, ξεκούρασης”. Απόλυτα εκτεθειμένοι στις εξωτερικές συνθήκες, τις οποίες ο ζωγράφος αποδίδει με μια εικόνα αντανάκλασης. Το λαμπερό φως του ουρανού και οι σκηνές αντικατοπτρίζονται πάνω στα στάσιμα νερά της βρεγμένης γης.



ενότητα από την υπό έκδοση συλλογή με τον τίτλο “Ο τυφλός επισκέπτης”, εκδόσεις “Γαβριηλίδης”



ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ


α΄

Έβαζε τη σιωπή στη διαπασών
κι έκρυβε αθόρυβα ουρλιαχτά
μέσα σε γλάστρες
και σε πακέτα τσιγάρων.
Οι τοίχοι κιτρίνιζαν τις νύχτες
και στο ταβάνι του άνθιζαν
αναρριχητικά ποιήματα
βεγγαλικά της λύπης.



β΄

Ανέκαθεν του άρεσαν
οι κρύπτες, τα κελάρια,
τα μπαούλα, οι χαραμάδες,
οι σχισμές.
Τώρα κοιτάζει νικητής
μέσα από ένα διάπλατο ουρανό
ένα παράθυρο έγκλειστο.
Ήρθε, επιτέλους, του χώρου το πλήρωμα.



γ΄

Θα 'ρθει ο καιρός
που διάττοντα ποιήματα
θα εκκρεμούν σε σκούρους ουρανούς.
Οι εξουσίες σύξυλες θα μένουν
και ξέφρενα τα όνειρα
θα μελοποιούν εκρήξεις.
Δεν είναι όραμα αυτό.
Είναι ο θυμωμένος παπαγάλος μου.



δ΄

Ωχού! Αφήστε με ανήσυχο, επιτέλους!
Εμένα η ηλικία μου είναι πορτοκαλί.
Γενέθλιο κόκκινο βυζαίνει και πειραχτήρι κίτρινο
που απ' την κοιλιά κλοτσά.
Άμα μεγαλώσω
θα 'μαι μια γάτα στη Φολέγανδρο
και θα νιαουρίζω από ξυπόλυτη γαλήνη.

Κι όλα τ' άλλα κουραφέξαλα.
Περίπλους, Άνοιξη του 1984

Η COLETTE ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

απόδοση από τα γάλλικα: ΟΛΓΑ ΤΡΑΥΛΟΥ

Έτυχε να είμαστε την ίδια εποχή νέοι, αλλά εκείνο τον καιρό δεν κατάφερα να τον γνωρίσω καλά. Συναντούσα το Μαρσέλ Προυστ τις Τετάρτες στο σπίτι της κυρίας AMAN DE CAILLAVET και καθόλου δε μου άρεσε η πολύ μεγάλη του ευγένεια και η υπερβολική προσοχή που αφιέρωνε στους συνομιλητές του και ιδιαίτερα στις συνομιλήτριές του, μια προσοχή που υπερτόνιζε τη διαφορά ηλικίας ανάμεσα σ’ εκείνες και σ’ αυτόν. Γιατί φαινόταν μοναδιά νέος. Πιο νέος απ’ όλους τους άνδρες, νεότερος απ’ όλες τις νέες γυναίκες.

Μεγάλα μελαγχολικά μάτια με μαύρους σκοτεινούς κύκλους, επιδερμίδα άλλοτε ρόδινη και άλλοτε ωχρή, βλέμμα ανήσυχο, στόμα, όταν σιωπούσε, σφιγμένο και κλειστό, σαν να ετοιμαζόταν για ένα φιλί. Ένδυμα επίσημο και μια ανακατεμένη τούφα μαλλιά.

Για πολλά χρόνια δεν τον έβλεπα. Ακουγόταν ότι ήταν πολύ άρρωστος.
Κάποια μέρα ο LOUIS DE ROBERT μου δίνει το «Απ’ τη μεριά του Σουάν».

Το απόκτημα! Ο δαίδαλος της παιδικής ηλικίας, η εφηβία ξαναπλησιασμένη, εξηγημένη, ξεκάθαρη και ιλιγγιώδης. Όα όσα ήθελε κανείς να γράψει, όλσα όσα δεν τόλμησε ή δεν ήξερε να γράψει, η ανακύκλωση του σύμπαντος πάνω στο κύμα, ταραγμένο από την ίδια της πληθωρικότητα.
Αν ήξερε ο LOUIS DE ROBERT σήμερα γιατί δεν τον ευχαρίστησα τα΄τε. Τον είχα ξεχάσει. Δεν έγραψα παρά μόνο στο Μαρσέλ Προυστ.

Ανταλλάξαμε γράμματα, αλλά δεν τον ξαναείδα περισσότερες από δύο φορές μέσα στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Την τελευταία φορά κάθε τι πάνω του προμηνούσε με έναν τρόπο βιαστικό το τέλος του. Γύρω στη μέση της νύχτας, στο χωλ του Ριτζ, που εκείνη την ώρα ήταν άδειο, δεχόταν τέσσερις ή πέντε φίλους. Μια λούτρινη γούνα ανοικτή, άφηνε να φαίνεται το φράκο, το άσπρο πουκάμισο και η μισολυμένη βατιστένια του γραβάτα.

Δε σταματούσε να μιλάει, αν και δυσκολευόταν, ούτε να δείχνει χαρούμενος. Φορούσε –επειδή έκανε κρύο και αφού ζήτησε συγνώμη- το ψηλό του καπέλ ριγμένο προς τα πίσω, ενώ η τούφα των μαλλιών του σκέπαζε τα βλέφαρα σαν βεντάλια.

Μια συνολικά επίσημη εμφάνιση, που όμως έμοιαζε σαρωμένη από ένα θυελλώδη άνεμο, έναν άνεμο που ρίχοντας το καπέλο προς τα πίσω, τσαλακώνοντας το πουκάμισο και τις ταραγμένες πτυχές της γραβάτας, τις κόγχες των ματιών αι το λαχανιασμένο στόμα, κυνήγησε αυτόν τον κλονισμένο νέο των πενήντα χρόνων, μέχρι το θάνατο.

Η ΟΛΓΑ ΤΡΑΥΛΟΥ γεννήθηκε στην Κεφαλονιά στα 1960.

Κατάγεται από την Ελασσόνα. Λίγο πριν τα τριάντα. Γράφει, διαβάζει και βολτάρει με τον σκύλο του. Ασκεί και ασκείται ως γυμναστής. Αγαπά το καλό ραδιόφωνο, τις ιδιαίτερες μουσικές και τους συνηθισμένους ανθρώπους. Κείμενά του δημοσιεύονται κατά καιρούς στον τύπο και το διαδίκτυο. Το 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς το πρώτο του βιβλίο. Διατηρεί το ιστολόγιο apotypoma.blogspot.com

***

Κατάματα

Έρμαιο των παρορμητισμών μου
παίρνω να φιλήσω μία μία
τις κρεουργημένες χαρουπιές
της Μπότσαρη.
Σπουργίτια τσιμπολογούν το τσιμέντο
νεαρά αγόρια
γηροκομούν
τους ηλικιωμένους γονείς τους.

Κάπου αλλού
ίσως στη βόρεια Ευρώπη
ή στην άλλη μεριά του Ατλαντικού
ένας άντρας
ζει μια ζωή που πάντα ποθούσα
αλλά δεν έβρισκα τον τρόπο.

Ιδιοκτήτες σκύλων
στο παραμύθι της συντροφικότητας.
Κολάρα με αυτόματους μηχανισμούς –
μέχρι εκεί που τεντώνει το σκοινί θα πας
όχι παραπέρα.

Νωρίς το απόγευμα
ψαρεύω μ’ αγκίστρι τα πάθη μου
τα ξελεπιάζω
αφαιρώ τα εντόσθια
και τα τηγανίζω σε καυτό σπορέλαιο
λίγες ώρες πριν τον ύπνο.

[Δεν θυμάμαι πότε κοιτάξαμε τελευταία φορά το μυστήριο
κατάματα]

***

auri pigmentum

Χάνει κανείς τον χρόνο του
πότε πηγαίνοντας
πότε γυρίζοντας
με βιβλίο
σκυλί στο προσκέφαλο
και βασικές ανάγκες
Ο βήχας βλάπτει τη φωνή
τα χέρια αγγίζουν
λάθος χέρια
σαν ολόκληρος ο τόπος
να ‘χει γεμίσει
αφιόνια και γλυκόριζες
και στον φράχτη της αυλής
ανθισμένη πασιφλόρα
για τον σκάρτο μου
καιρό
Ύπνος γλυκός
χείλια αφημένα
σε άλλα χείλια
να βυζαίνουν τεμπέλικα
τη θλίψη
του μέσα σώματος
λέξεις σωρό
αχόρταγες δόξες
παιδικές
να φεύγει ο ήλιος
αργά
και να παίρνει
χαμόγελα
και μάτια


Η Βάσω Χριστοδούλου γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1982. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «60 αποχρώσεις του μαύρου σε φόντο λευκό» εκδόθηκε το 2012 απ’τις εκδόσεις λογείον. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διαδικτυακά περιοδικά και ιστολόγια (θράκα, ποιείν, vakxikon, poetics, varelaki, homo universalis, κηρήθρες, κ.α.), καθώς επίσης στην ανθολογία ποιημάτων του Γιώργου Χ. Θεοχάρη «Ξένων αιμάτων τρύγος», εκδ. Γαβριηλίδης. Πέντε ποιήματά της από την πρώτη της συλλογή έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά για λογαριασμό του περιοδικού «La dimora del tempo sospeso». Συμμετείχε στο 2ο και το 3ο πανθεσσαλικό φεστιβάλ ποίησης στη Λάρισα {2014-2015}. Αρθρογραφεί στο διαδικτυακό περιοδικό Infrared magazine.Ετοιμάζει τη δεύτερη ποιητική συλλογή της.


*

Ο δυνατός πόθος
φλέγεται,
ίπταται,
συνοδοιπορεί με την τρέλα.

Σε ξενιτεύει στη λήθη
κι αυτοεξορίζεται στην ανάμνηση.

Ο δυνατός πόθος
άπιστος,
ασυγχώρητος
κι ασύμφορος.
θα τον βρεις αγκαλιά
με την ερωμένη του, τη ματαίωση.

Εκεί η πίστη,
εκεί η συγχώρεση,
εκεί η συμφορά.


~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σε θαυμάζω
με όλο μου το είναι.
Ενίοτε και με το βλέμμα μου
που σε ψάχνει μέσα στο χώρο.
Στο κελί σου,
σ'αυτό που δε χρειάζεσαι προσωπείο,
μάσκα, στολή,
ψευτοχαμόγελα αυτάρκειας και ευτυχίας δήθεν.

Εκεί που μεγαλώνεις, εκεί που γερνάς.

Σε φοβάμαι,
σε τρέμω.
Θαρρώ σ'ερωτεύομαι.

Η μοναδική στιγμή
που δε φοβάσαι θεό,
ανθρώπους ούτε θάνατο
είναι η στιγμή του αμοιβαίου οργασμού.

Θα σε κάνω εραστή μου.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Τόσο πολύ ήθελα
να σου πω την ιστορία μου.
Να καταλάβεις ήθελα,
να δικαιολογήσεις την τρέλα μου
και να ταυτιστείς με την ανεπάρκειά μου.

Κι έγινε νύχτα
και φτώχυνα.
Και δεν είχα.

Είχε η ιστορία μου όμως
πηγές και χάρτες.
Τις πηγές τις ήπια
και τους χάρτες τους κάπνισα.

Θα με βρεις σε μια πλατεία
να λέω παραμύθια σε παιδιά ξένα.
Θα καταλάβεις.



Η Μαρία Φίλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1993.Είναι φοιτήτρια στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών. Το 2015 συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών,στο πλαίσιο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Το "Πιο παράξενο απόκτημα των εντόμων"(εκδόσεις Μελάνι)είναι το πρώτο της βιβλίο και τιμήθηκε με το βραβείο του περιοδικού
Αναγνώστη πρωτοεμφανιζόμενης στην ποίηση

Τοπίο άτοπο

Στον ουρανό της προέλευσής μου
Οι άνθρωποι σπέρνουν στάρι
Πού και πού επιστρέφω
Δύο μύγδαλα σκάνε κι απελευθερώνουν στα σπαρτά δυο λέαινες
Τις αφήνω να καταβροχθίσουν ό,τι βρουν
Ορμούν στ’ αρσενικά, είναι
οι ηρωίδες της αυτοκρατορίας
κρατούν στα δόντια τους τα κεφάλια
οι χαίτες κρέμονται, ανούσια θλιβερά ξέφτια.

Η ησυχία που έρχεται είναι εξοντωτική
Μου ψαχουλεύουν ακόμα τα’ αφτιά οι βρυχηθμοί
Οι λέαινες γλείφουν μανιωδώς τις γούνες τους
Σαλώμες που πλήττουν.
Οι άνθρωποι σπέρνουν στάρι, δεν αντιλήφθηκαν
πως ο τόπος δεν υπάρχει πια

Είναι τοπίο άτοπο η επιστροφή στα βασίλεια που πέρασαν .

Στα υγρά μου δάχτυλα κολλά το χώμα
Λίγοι κόκκοι γης. Είναι ένα μονότονο τοπίο
Σίγουρα κάποια μικρά ζώα θα το έβρισκαν βολικό
Δυο ή τρία είδη μου είναι συμπαθή
Μου φαίνεται ότι τους ταιριάζω.

Τα βλέφαρά μου δύο περιμετρικά οιδήματα
Ίσα που φαίνονται από μέσα οι φυγομανείς κόρες
Αποσκοπούν καθαρά στα φεγγάρια-δυο φεγγάρια, τυχαία συνθήκη ή
κακός οιωνός-τις τραβούν φυγόκεντρα

Όταν είναι κίτρινα σαν δαχτυλίδια φωτιάς
Περνούν από μέσα τους οι κόρες
σαν δυο ερμαφρίδιτα λιοντάρια.





Ο Πέτρος Σκυθιώτης γεννήθηκε το 1992 στη Λάρισα. Σπούδασε Παιδαγωγικά. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τη Συνθήκη ισορροπίας (Εκδόσεις Θράκα, 2014). Φέτος συμμετείχε στο 2ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών, στο πλαίσιο της 12ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης



ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ

Ήμασταν στην ανάλυση της δεύτερης κούπας καφέ του Αλμπέρτο όταν του είπα πως πείνασα. Επανέλαβε πως η τροφή είναι κοινωνική κατασκευή των άθεων, αλλά εγώ επέμεινα ν’ ανάψει την κουζίνα.
Σηκώθηκε και πάτησε το κουμπί της τηλεόρασης. Αμέσως άνοιξε μια υποδοχή κάτω απ’ την οθόνη γεμάτη αστρόσκονη. Την μάζεψε και την έριξε στον καφέ μου.
Τι με κοιτάς, είπε, δεν υπάρχει τίποτα θρεπτικότερο.
Γι’ αυτό πάτησε ο άνθρωπος στο φεγγάρι.



Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ

Κάποιο βράδυ άρχισε να βρέχει. Ο Αλμπέρτο κάθησε στο πιάνο.
Η βροχή θα κατεβάσει κάτω τα ψάρια, είπε.
Και τα ψάρια βλέπουν στο σκοτάδι.
Και τα ψάρια τρώνε ό,τι μικρό βλέπουν. Σε λίγο τα νερά μπαίνανε μέσα, εγώ ανέβηκα στο τραπέζι.
Η νύχτα είναι μικρή μα η τέχνη είναι μεγάλη, είπε ο Αλμπέρτο. Τα νερά φτάνανε τώρα στο στόμα του.
Η νύχτα είναι μικρή μα η τέχνη είναι μεγάλη, συνέχιζε ο Αλμπέρτο·
ώσπου η μουσική σταμάτησε και βγήκανε
τα ψάρια.






ΓΥΡΙΣΜΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Ο Αλμπέρτο βγαίνει απ’ την θάλασσα κρατώντας ένα κουπί. Κατευθύνεται σε μια βάρκα που είναι αραγμένη στην αμμουδιά. Ανεβαίνει στην βάρκα και κάνει κουπί, ενώ περιμένει να φυσήξει ούριος άνεμος.
Πρέπει κάτι να θυσιάσεις, του φωνάζει ο χορός,
και του δίνει ένα μαχαίρι.
Ο Αλμπέρτο το παίρνει και κόβει το χέρι του. Συνεχίζει να κάνει με δυσκολία κουπί στην άμμο, ενώ ακόμα κυριαρχεί άπνοια.
Πρέπει κάτι να θυσιάσουμε κι εμείς, φωνάζει ο χορός,
κι εκείνος τους δίνει πίσω το μαχαίρι.

Ο αρχηγός του χορού το παίρνει και κόβει το άλλο χέρι του Αλμπέρτο.
Τώρα φυσάει κι ο Αλμπέρτο επιστρέφει στη θάλασσα.
Πρέπει κανείς να επιστρέφει από κει που ήρθε, μονολογεί τώρα.

Ο χορός τραγουδώντας κυκλώνει την βάρκα·
περιμένει την επόμενη
γέννηση.



Τα ποιήματα «Αμερικάνος» και «Η τέχνη είναι μεγάλη» δημοσιεύτηκαν στο oanagnostis.gr και το ποίημα «Γύρισμα μικρού μήκους» στο diastixo.gr
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA