Πώς μιλάμε για την καινούργια Ελληνική ποίηση (video)

Για τη συλλογή διηγημάτων «Όμορφοι έρωτες» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη, (εκδ. Πατάκης), γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου

Φώτης Μανίκας, Ποιήματα (1η εμφάνιση)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση:«Από τις αφετηρίες στην ολοκλήρωση του μοντερνισμού: ο Νάνος Βαλαωρίτης»





παρατηρητήριο


Το φως στραμμένο στο βλέμμα σου, σαν στέρεο σχοινί
κρατά την αντανάκλαση των μορφασμών
μπροστά σε θεόρατη πραγματικότητα. Δεν την σμίλευσες
ούτε την έφερες στα μέτρα σου.

Το κερί θυσιάζεται στην φλόγα, λιώνει σταδιακά
παρακολουθείς το θέατρο σκιών στον τοίχο
κινήσεις προβλεπόμενες ανάμεσα σε σημάδια από πρόκες
και φωνές που θάφτηκαν βαθιά στο τσιμέντο.

Η αυτοπεποίθηση έχει παγώσει όπως το νερό στο λούκι.


αναλογίες


Στο χάρτη των επισημάνσεων χαράσσεται ανεξίτηλα η πορεία
της υγρασίας από το χώμα στα σύννεφα σαν μυστική ανάληψη.
Κι όταν αργότερα βρέξει, αφήνουν τις ασπίδες τους τα φύλλα
για να δεχτούν στωικά την υποταγή των στρατευμάτων του νερού.

Ένας διαβήτης οριοθετεί τις ιτιές φρουρούς στις όχθες της λίμνης.
Οι αγριόπαπιες ψαλιδίζουν τα νερά, κόβοντας την ομίχλη
σε τετράγωνα πέπλα υφασμένα με υγρές κλωστές. Ο αντικατοπτρισμός
σ΄ αυτό τον μεγάλο επιτραπέζιο καθρέφτη, φανερώνει ένα τρεμάμενο
σκηνικό ως τις πιο απομακρυσμένες περιοχές του φεγγαριού.

Όταν ένα άστρο πέφτει, ανοίγει η γη, για να το περιθάλψει σε μια κύηση
μυστική. Όταν ένα ζώο πεθαίνει οι εργάτες της σήψης επισπεύδουν
για το έργο μιας αφανής γλυπτικής που δεν έχει ούτε ο ίδιος ο θάνατος
πρόσβαση. Σαν τα φύλλα που πέφτουν και ακολουθώντας την αργή
κάθοδο και σβήνουν τα ίχνη τους από την κοιλάδα του ήλιου.

Δεν θα ήθελα να διαταράξω την σιωπηλή αυτή αναλογία.






του κυνηγού



Δεν είχε ξημερώσει όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι και ντύθηκε στα σκοτεινά. Η φωτιά στη σόμπα είχε σβήσει και τα παράθυρα είχαν θολώσει από το κρύο. Θα μπορούσε να ζωγραφίσει κάποιος στο γυαλί μια αστεία φιγούρα, αλλά το μόνο που φανερώθηκε ήταν η σκιά του καθώς φόρεσε το πανωφόρι και πήρε το δίκαννο από το ντουλάπι.
Μπροστά του διαφαίνονταν αμυδρά μες στο χάραμα οι πέτρινοι όγκοι των βουνών. Και τα άστρα. Σαν μικρά χρυσαφένια κουμπιά. Κοίταξε επίμονα τον ουρανό. Σαν να έψαχνε μες στην ερημιά ένα σημάδι. Μια αιτία για όλα όσα κρατούσε μέσα του αναπάντητα.
Κατηφόρισε το στενό μονοπάτι. Τα πουρνάρια έμοιαζαν με πελώριες σκιές ακίνητων ελεφάντων, λες και ο Αττίλας είχε στρατοπεδεύσει σ΄ αυτή την άγονη επαρχία της Ελλάδας και έμεινε για πάντα εδώ, πετρωμένος. Τα βουνά, τεράστια σακιά γεμάτα κάρβουνα σε μια σκοτεινή αποθήκη, τα δέντρα με ακίνητους στρατιώτες, στεφανωμένους με κλαδιά. Κι αυτός περιπλανώμενος τυχοδιώκτης που δεν φοβόταν να τον κατασπαράξει η μοναξιά γιατί απλούστατα την είχε οικειοποιηθεί.
Κατέβηκε αθόρυβα την πλαγιά και μπήκε στο δάσος. Έσκυψε για να μην τον τραυματίσουν τα χαμηλά κλαδιά στο πρόσωπο και σύρθηκε προς το σημείο που το είχε εντοπίσει την προηγούμενη μέρα.
Ανασηκώθηκε και προσπάθησε να νιώσει την φορά του ανέμου, έτσι ώστε να μην προδοθεί από την μυρωδιά του. Προχώρησε με αργές κινήσεις και όταν έφτασε στο λοφίσκο ξάπλωσε στο υγρό έδαφος. Καθώς τα μάτια του άρχισαν να συνηθίζουν στο σκοτάδι, διέκρινε πιο κάτω το ρυάκι, τα πλατάνια, τα ρείκια, τις φτέρες, τις μεγάλες πέτρες, σπαρμένες από δω κι από κει. Μια απαλή ομίχλη σκέπαζε τις κορυφές, ενώ η νύχτα άρχιζε σιγά σιγά να αποχωρεί.
Δεν μπορεί, ψιθύρισε, σε λίγο θα μου έρθεις. Μέρες σε παρακολουθώ. Έχω μάθει τα χούγια σου. Δεν θα μου ξεφύγεις.
Προσήλωσε το βλέμμα του στο σημείο όπου είχε δει το αγριογούρουνο πριν μέρες να πίνει νερό. Υπήρχαν ακόμα τα ίχνη του εκεί. Το σχήμα των οπλών στη λάσπη. Το νερό άχνιζε μες στην καταχνιά, σαν να σηκώνονταν οι νεκροί και προχωρούσαν στην επιφάνειά του. Η πρωινή υγρασία ανακατεμένη με την μυρωδιά των αγριολούλουδων.
Έκλεισε για λίγο τα μάτια και οσμίστηκε αυτές τις παράξενες γήινες μυρωδιές λες και βρισκόταν σε ένα κελάρι γεμάτο τρόφιμα. Άκουσε θόρυβο και άνοιξε τα μάτια. Αντίκρισε την σκιά του ζώου πιο πέρα.
Προχώρησε δειλά προς το ρυάκι. Οπισθοχώρησε όμως και κατευθύνθηκε προς τα δεξιά και το έχασε από την οπτική του. Περίμενε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε πάλι. Τώρα βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του οπτικού του πεδίου. Έσκυψε, έχωσε την μουσούδα του στο παγωμένο νερό και ήπιε. Αμέσως όμως σήκωσε το κεφάλι και επόπτευσε την γύρω περιοχή.
Όπλισε. Το ζώο έσκυψε ξανά και ήπιε. Από τα μουσούδια του έτρεχαν σταγόνες και οι τρίχες της ράχης του είχαν ανασηκωθεί, λες και διαισθάνονταν ότι κάποιος το παρακολουθούσε κάπου εκεί κοντά, κάποιος που ήταν σε θέση να δικάζει ή να αθωώνει.
Σήκωσε την διόπτρα και σημάδεψε λίγο κάτω από το λαιμό. Διέκρινε μέσα από το φακό τον παλμό του ζώου έτσι όπως σχηματίζονταν κάτω από το τριχωτό του δέρμα. Παρατήρησε το τρομαγμένο και ανήσυχο βλέμμα, το βλέμμα του κυνηγημένου. Το ένστικτό του δεν το άφηνε να χαλαρώσει. Πισωγύριζε, οσμίζονταν τον αέρα, έπινε και μετά πάλι από την αρχή, έκανε μερικά βήματα πέρα δώθε, αβέβαιο για την επόμενη κίνησή του, κοιτώντας κάθε τόσο πίσω, προς τους θάμνους και τα πουρνάρια.
Η κραυγή ενός κόρακα διαπέρασε την πρωινή ησυχία και το ζώο οπισθοχώρησε την στιγμή που εκείνος ήταν έτοιμος να πατήσει την σκανδάλη. Με την άκρη του ματιού του είδε την σκιά του κορακιού να πετά από πάνω του, σαν σαΐτα, και να χάνεται στο φαράγγι.
Άκουσε τον ήχο του νερού. Το επαναλαμβανόμενο τραγούδι της ροής, χωρίς ποτέ να καταντάει βαρετό ή μονότονο. Το γνώριμο τραγούδι του ποταμού. Σμιλεύοντας το έδαφος και τους βράχους. Το ζώο άκουγε κι αυτό. Ήξερε το τραγούδι του πολύ πιο καλά από τον ίδιο. Είχε αφομοιώσει την κάθε του νότα. Την κάθε λεπτομέρεια. Το θρόισμα του ανέμου ανάμεσα στα δέντρα. Τους βοριάδες στις κορυφές. Την ησυχία μετά το πρώτο χιόνι. Το άγριο αχό του καταρράχτη. Τον θυμωμένο χείμαρρο. Τον πάγο που έσπαζε με τον ερχομό της άνοιξης.
Έμεινε για λίγο ακίνητο με ανασηκωμένο κεφάλι. Σαν να τον είχε δει και τον κοιτούσε στα μάτια προσπαθώντας να επικοινωνήσει μαζί του. Σημάδεψε. Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως αυτός ήταν το θήραμα κι όχι το αγριογούρουνο. Πως αυτός ήταν ο κυνηγημένος. Ο αποκηρυγμένος. Μια λεπτή γραμμή διαχώριζε τον θύτη από το θύμα. Μια λάθος κίνηση. Μια λάθος επιλογή. Και η ζωή εκδικούνταν. Το ήξερε. Δεν ήταν ανάγκη να το επαναλάβει για μια ακόμη φορά.
Το αγριογούρουνο γρύλισε, έκανε μια απότομη κίνηση και κατευθύνθηκε προς τους θάμνους. Το ακολούθησε μέσα από την διόπτρα. Τώρα, σκέφτηκε. Αλλιώς θα σου φύγει. Δεν έχεις άλλη ευκαιρία. Τώρα. Το ζώο έξυσε το χώμα με τις οπλές του, έσκυψε και μύρισε το υγρό έδαφος. Κάτι κουνήθηκε μέσα από τους θάμνους και την στιγμή που ήταν να πατήσει την σκανδάλη, άφησε το δάχτυλο χαλαρό και περίμενε. Μερικά γουρουνάκια ξεπρόβαλαν δειλά από τις συστάδες και στριφογύρισαν γύρω από την μάνα τους.
Που να πάρει, ψιθύρισε, έχεις μικρά και δεν το είχα πάρει χαμπάρι.
Τέσσερα, ούτε είκοσι ημερών, όπως υπολόγισε. Καθώς πήγαν να πιουν, εκείνη κυρτώθηκε, επιθεωρώντας την περιοχή.
Που να ξερες καημένη τι σε περίμενε, μονολόγησε. Λίγο ακόμα και θα είχαν μείνει ορφανά τα μικρά σου. Φτηνά την γλίτωσες. Είσαι τυχερή.
Καθώς οι πρώτες αχτίδες ξεπρόβαλαν από το βουνό παρατήρησε την αγέρωχη όψη του θηλυκού, έτσι όπως περιεργάζονταν τα μικρά της. Τα γουρουνάκια, αφού ξεδίψασαν πήγαν κοντά της γρυλίζοντας κι εκείνη τα χάιδεψε με την μουσούδα της επιδοκιμαστικά. Στριφογύρισαν δίπλα της με μικρές δρασκελιές κυνηγώντας το ένα το άλλο. Μια όμορφη σκηνή. Μακριά από κάθε σκοτεινό πεπρωμένο. Ανέμελα, χωρίς να υπολογίζουν πως ο κυνηγός βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής. Μπαγάσα, είπε από μέσα του. Θα την σκότωνες παραλίγο. Δεν ήταν το ίδιο ζώο που είχες δει προχθές. Αλλιώς θα ήξερες ότι είχε μικρά.
Χαμογέλασε έτσι όπως τα είδε να παίζουν μες στην καταχνιά, σαν ελπιδοφόρες σκιές σε ένα μελαγχολικό θεατρικό έργο όπου ο σκηνοθέτης αποφασίζει τελικά να δώσει ένα αίσιο τέλος στην ιστορία του για να ικανοποιήσει τους θεατές του. Το αγριογούρουνο μ΄ ένα γρύλισμα ώθησε τα μικρά του να το ακολουθήσουν. Το δάσος έκλεισε τις πόρτες του και εκείνα συνέχισαν το ταξίδι τους μες στην πρωινή ομίχλη.
Ανασηκώθηκε και κάθισε ανακούρκουδα στο χορτάρι. Έβγαλε τα φυσίγγια και τα έχωσε στην τσέπη του. Εντόπισε μια μαργαρίτα, ανάμεσα στα πόδια του και την έκοψε. Την στριφογύρισε με τα δυο του δάχτυλα, σαν μια μπαλαρίνα που χορεύει γύρω από τον εαυτό της και μετά έσφιξε τον μίσχο, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Μια είδηση για κάτι καλό.





Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ γεννήθηκε στη Γερμανία το 1974. Ένα χρόνο αργότερα εγκαθίσταται με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Αρχικά στην Αθήνα και ύστερα στο Αγρίνιο, τόπο καταγωγής του. Το 1996 επιστρέφει στη Γερμανία, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Ποιήματα, δοκίμιά και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και έχουν παρουσιαστεί σε περιοδικά και ανθολογίες του εξωτερικού.
Έργα του ιδίου:
Το δέρμα της νύχτας (ποίηση), Οδός Πανός 1999.
Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων (ποίηση), Μανδραγόρας 2001.
Στο σκοτάδι μετέωρος (ποίηση), Μελάνι 2003.
Δύο αγαπημένα ιπποκαμπάκια (παιδική λογοτεχνία), Εν πλω 2004.
Τα όρια του λαβύρινθου (ποίηση), Κέδρος 2008.
Ίχνη στο χιόνι (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2012.
Μικρή διαθήκη (ποίηση), Περισπωμένη 2012.
Αρλεκίνος (ποίηση), Περισπωμένη 2015.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA