Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
    


 388.447

Η γλώσσα αυτής της πόλης
μου είναι άγνωστη
τα χέρια μου ακουμπούν την άσφαλτο
και καίγονται
τα χείλη μου φλέγονται στον αέρα
τα μάτια μου θολώνουν
στο φως της γκρίζας ημέρας που έρχεται -

τραβέρσο ανάποδο
τραβέρσο ανάποδο.

Πίδακες με θειάφι
να κλείσουν τα στόματα
ν’ ανοίξουν οι πληγές -

τώρα μάλιστα
αγαπώ
τα βρώμικα τραγούδια σου.



388.447
αριθμός βαρίδι
σου φράζει τη μιλιά
σε κάνει στίχο
σου δίνει ώθηση
σου δίνει αυτιά
χέρια μάτια θηλές
σε καθίζει στο εδώλιο του κατηγορουμένου
σε δικάζει προδότη
σε γυρίζει πίσω
σου ματώνει τα ακροδάχτυλα
σου σφίγγει τα χέρια σε γροθιά
σε κάνει ανίκητο
σε κάνει ηττημένο
σε σταματά
σου ψιθυρίζει βρισιές στ’ αυτί
σε λοιδωρεί
σου κλέβει τον καθημερινό άρτο
σε κοιμίζει κάτω από στοίβες χώμα
σε κάνει να πετάγεσαι τις νύχτες
σε μεταμορφώνει σε ουρλιαχτό
σε στρέφει στη μουσική
σε κάνει θόρυβο
σου φωνάζει
σου φράζει το δρόμο
σε σφυροκοπά
σε αιχμαλωτίζει
σε βγάζει στους δρόμους
σε χαιρετά
σε χαιρετά
σε χαιρετά.


Τα δεκανίκια δεν είναι αρκετά
κι η κάλπη στα χέρια
οβίδα οπλισμένη.



Ιανουάριος 2015



    Φτωχή απάτη



Εκείνη
μια σπουδή στη μη τελειότητα
εμείς
παιδιά του πολέμου
παιδεμένοι
στο υπόκωφο μουκανητό της γης.
Τα πόδια μας υγρά ακόμη
ολοζώντανοι στ’ αυτιά μας
ήχοι από σκυλιά που αλυχτούν.
Παίρνουμε ψωμί για να περνάμε
και λογαριάζουμε την τύχη μας
μέρα με την ημέρα.

Εκείνη
υπέροχος άσπρος νάνος
στο κέντρο διαστελλώμενου νεφελώματος.
Πώς θα μπορούσε να μας μισήσει;
μα, κιόλα, αυτό δεν το ‘λεγες κι αγάπη.

Μια τρομερή αθωότητα την περιτριγύριζε
τόσο που
πνιγμένη ήταν μέσα στις πιο σκοτεινές μας σκέψεις
για να μείνουμε ζωντανοί εμείς
εμείς εμείς
κατάλαβες;

Άνθρωποι της κλειδαρότρυπας
σε συνεχή αναβρασμό
εργατικά μυρμήγκια για διαφημίσεις
χάρτινοι πίδακες που καίγονται στο φως του ήλιου
ρωμαλέοι νέοι κόσμοι προς το τίποτα.

Τι μας έλειπε ποτές;
Μια χούφτα νερό
κι ο δικός της ήλιος.

Εκείνη
η γραμμή ανάμεσα
στην όμορφη πληγή
και τη φτωχή απάτη.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA