Ανακοινώθηκαν οι Μικρές Λίστες των λογοτεχνικών βραβείων του "αναγνώστη": Τρεις υποψηφιότητες για τη "Θράκα"

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Bertolt Brecht, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Οι αυτοκτονικές τάσεις στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)


Διαγωνισμός σεναρίου


Το λογοτεχνικό περιοδικό «Θράκα» σε συνεργασία με το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Λάρισας/artfools και στα πλαίσια του 8ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Λάρισας/artfools, προκηρύσσει διαγωνισμό σεναρίου για ταινία μικρού μήκους. 

΄Οροι συμμετοχής:

Γίνεται δεκτό σενάριο μυθοπλασίας με ελεύθερο θέμα, για ταινία διάρκειας 15 λεπτών .

Το κείμενο θα πρέπει να σταλεί σε ηλεκτρονική μορφή στην ηλεκτρονική διεύθυνση : thracamagazine@gmail.com  μέχρι και τις 5 Φεβρουαρίου 2016

Στο παραπάνω e-mail εκτός από το κείμενο θα σταλούν τα στοιχεία του συγγραφέα ήτοι: ΄Ονοματεπώνυμο, πόλη, και στοιχεία επικοινωνίας συγγραφέα ( διεύθυνση, e-mail, τηλέφωνο επικοινωνίας)

Το σενάριο θα πρέπει να είναι δημιούργημα του αναγραφόμενου συγγραφέα και δεν θα έχει δημοσιευθεί σε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο.

Ο συγγραφέας παραχωρεί τα δικαιώματα δημοσίευσης του σεναρίου με αναγραφή του δημιουργού και χωρίς εμπορικούς σκοπούς, για τις ανάγκες προώθησης του Φεστιβάλ.

Ο συγγραφέας συναινεί στην περίπτωση που βραβευτεί το σενάριό του και συντρέχουν οι κατάλληλες συνθήκες, να γίνει ταινία μικρού μήκους από την ομάδα κινηματογράφου της artfools  η οποία θα προβληθεί στο διαγωνιστικό τμήμα του 9ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Λάρισας/ artfools.

Κριτική επιτροπή από 3 άτομα επιλογής της ΑΜΚΕ « Θράκα» θα απονείμει ένα βραβείο στο καλύτερο σενάριο.

Η επιτροπή θα ανακοινωθεί μέσα από τα sites της ΑΜΚΕ «Θράκα» και του Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Λάρισας www.artfoolsvideofestival.gr .


Το βραβείο θα απονεμηθεί στον δημιουργό στις 28 Φεβρουαρίου 2016 κατά την τελετή λήξης του 8ου Διεθνούς Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Λάρισας.


Ο δημιουργός με την αποστολή του σεναρίου, συμφωνεί με τους όρους της συμμετοχής.





Οθόνη πάλι ασπρόμαυρη
χάλασαν τη μικροφωνική στη Φαραντούρη.
Το απόγευμα οι νεκροί κάτι μουρμούρισαν
μα τα τραγούδιαμέρα επετείου
σκέπασαν τη φωνή τους
και τα λουλούδια ανελέητα 
τους έπνιξαν.


followers



Πανάρχαιοι φόβοι
τα αθέατα
των υπονόμων τρωκτικά

βήμα το βήμα
αφουγκράζονται πανηγυρικά
τη φθορά μας.


πιστο-ποιητικό




Κουράστηκε ν’ αποδεικνύει
Απ’ την αρχή κάθε φορά
Ότι δεν είναι ελέφαντας.

Ένα μικρό απόκομμα
Στη μέσα τσέπη του φυλά
Κι αμίλητος το επιδεικνύει.


πρωινό



Γράφεται κάπως έτσι η Ιστορία
Εσύ όμως θες να βαυκαλίζεσαι
Προσηλωμένος στην αφετηρία
Ενώ ήδη εντός σου τερματίζεσαι.





-

O Ντέμης Κωνσταντινίδης έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές (Διαθέσεις, 2009, Ιχθύων λόγος, 2011, Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, 2013, Ευλύγιστες μελαγχολίες, 2014), από τους εκδ. οίκους University Studio Press (τρεις πρώτες) και Vakxikon.gr. Πρόσφατα (2015) κυκλοφόρησαν σε free e-book από τα 24γράμματα τα Εφημερόπτερα, όπως και η αυτοέκδοση H ασφαλής ομήγυρη. Έχει κερδίσει (2013) το β’ βραβείο σε Πανελλήνιο ποιητικό διαγωνισμό του Συλλόγου Φίλων του Βαφοπούλειου Π.Κ., για τα 100 χρόνια ελεύθερης Θεσσαλονίκης. Δημοσιεύει τακτικά στο vakxikon.gr, skorpieslekseis.blogspot.gr, καθώς και σε φιλόξενα ηλ. περιοδικά και ιστολόγια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. 

Πέρα από τη βιωμένη ιστορία: ο Ηλίας Τσέχος στο Γιαννακοχώρι
«Άκου πουλάκι μου! Αδιάφοροι οι θεοί για ανθρώπους Αυτοί για θεούς ενδιαφέρονται Άντε ! Πέτα Οι φωλιές είναι Θάνατοι γλυκείς Μήτε γουλιά στο σύμπαν Στάλα θάματος Πτερέ Δεν γράφω να Αποφυλακιστώ Να αποκεφαλιστώ Να μετανιώσεις Ζαλιστώ Ελλάδα Κάμε τη δουλειά σου Μείνε μακριά μου Να μια ανάστροφη». (Ηλίας Τσέχος, ‘Στόμα’).


Ο εκ Γιαννακοχωρίου προερχόμενος ποιητής Ηλίας Τσέχος επικαλύπτει με το ποιητικό του έργο την ιστορική περίοδο που διανύουμε.  Το χρονικό διάστημα 2011-2015 έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, με την πρώτη που έχει τίτλο ‘Ή σταγόνα ή ωκεανός,’ να εκδίδεται το 2011. Ακολούθησαν οι ‘Νόμοι Αφιερώσεων’ (2012), ‘Τα πλήθη του ενός’ (2013), και το ‘Αγριόχορτο στόμα’ (2015). Ο ιδιαίτερα ενεργός ποιητής διαυγάζει το ποιητικό του έργο στο βιωμένο ‘τώρα’, «ζητώντας» ουσιαστικά από τον ίδιο τον αναγνώστη να εγκιβωτίσει, στο ‘χώρο’ και στον ‘χρόνο’, την ποιητική του έκφραση και έκφανση. Και το κάθε ‘αυτόνομο’ ποίημα δύναται να εκφράσει ένα ολόκληρο νοηματικό ‘σύμπαν’ το οποίο ενσωματώνει ολικά μνήμες, στάσεις, την ίδια τη βιωμένη ιστορία του τόπου και του καιρού του.
 Ο ποιητής μετουσιώνει ακριβώς  αυτή την ιστορία, τη βιωμένη ιστορία, σε ποίηση, σε ‘κειμενικές’ λέξεις που θρυμματίζουν το οικοδόμημα των απλοϊκών αφηγήσεων, της ιστορικής λήθης που μετασχηματίζεται σε καθημερινή έξη, των «μεγάλων» πράξεων που ζητούν και απαιτούν τη «νομιμοποίηση» του καιρού τους. «Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι Δεν είμαι μύθος ή 17 Νοέμβρη Νόμος οφθαλμών Πτωχός και άγαμος Οι χίλιοι ελληνικοί χοροί Ο Ηράκλειτος Οι στάβλοι του Αυγεία Δεν είμαι ύπατος μαντείων αλάθητος Η βολεμένη φάρα Στο παντελόνι τσάκιση ευτυχισμένης μάνας Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι Δεν είμαι».[1]
Πραγματικά, εδώ συντελείται η εμβάπτιση στα νάματα της ποίησης, της ποίησης που αίρει τις βεβαιότητες, αναγόμενη όχι στο απλό και στο «τυχαίο», αλλά στην πολλαπλότητα που συγκροτεί τον κοινωνικό βιόκοσμο. Η ποίηση μετατρέπεται σε βίωμα, σε καθημερινή παρουσία, σε ‘εργαλείο’ και τρόπο εξορκισμού της δυστοπίας που μας περιβάλλει. Ο ποιητής διαυγάζει το πάθος του διαμέσου της πολύσημης άρνησης, αντιστρέφοντας αριστοτεχνικά τους όρους πρόσληψης της ποιητικής του πράξης: ‘Δεν είναι΄ σταθερός, ο ποιητής του «ενός» και μοναδικού πλήθους αλλά ο ποιητής της διαρκούς ετερονομίας, ο ποιητής που παίζει με τους όρους της ανομοιογένειας και της άρσης μίας δεδομένης και δοσμένης «σιγουριάς».
Πέρα και πάνω από τις καθιερωμένες ποιητικές νόρμες, συγκροτείται διαρκώς ως υπαρκτή-γραπτή «πραγματικότητα» η «υπόγεια» ποίηση του Ηλία Τσέχου, η οποία ως άλλη «μήτρα γεννήσεως» περιλαμβάνει και παράγει συνάμα τις εγκλήσεις ενός άλλου ποιητικού κόσμου, αυθύπαρκτου και αυτονομημένου από ότι ορίζεται και προσδιορίζεται ως τέχνη του μέτρου και της εν πολλοίς «αυτιστικής ωραιοπάθειας». Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει η ποιητική τέχνη του Ημαθιώτη ποιητή: η ποίηση του Ηλία Τσέχου, «διάφανη και αληθινή», αποτελεί το κατοπτρικό «είδωλο» μίας τέχνης που χαράζει και διαπερνά το «είναι» του ανθρώπου της κρίσης, για την ακρίβεια ενός συγκεκριμένου «ανθρωπολογικού» τύπου ο οποίος και «συγκροτείται» την ιστορική περίοδο της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Οι τέσσερις τελευταίες ποιητικές συλλογές του Ηλία Τσέχου, ανατέμνοντας την κρίση και τις πολλαπλές της εκφάνσεις αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο της διαρκούς αμφισβητησιακής πρακτικής και δράσης.
Η ποίηση ως κατεξοχήν «κοινωνική» απόπειρα ερμηνείας του όλου δεν προκύπτει εν κενώ. Αντιθέτως αποτελεί «προείκασμα», δομικό-γραπτό στοιχείο επανερμηνείας του πεδίου του κοινωνικού, ‘εργαλείο’ μίας περαιτέρω γείωσης της αμφισβητησιακής-συγκρουσιακής πρακτικής. Για να υπεισέλθουμε και στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας, θα αναφέραμε (παραπέμποντας στον Λουί Αλτουσέρ), πως οι τέσσερις «κρισιακές» ποιητικές συλλογές του Ηλίας Τσέχου συγκροτούμενες σε ολότητα, αποτελούν μία «δομή με ορίζουσα». Σε αυτή την περίπτωση, η ίδια η ποιητική δομή (το ποιητικό του γίγνεσθαι), είναι το κομβικό και δεσπόζον σημαίνον της παρέμβασης του ποιητή, το οποίο ακριβώς ορίζει τα πολλαπλά σημαινόμενα (πεδία) της παρέμβασης και του σκεπτικού του.
Η ποιητική δομή συγκροτείται με ορίζουσα το εύρος της ποιητικής-κοινωνικής του παρέμβασης, την ανασημασιοδότηση της όλης ποιητικής του παρουσίας και πορείας, την ανάδυση της κοινωνικής ετερότητας και πολλαπλότητας, την διάδραση και ώσμωση με ότι δύναται να  νοηθεί και να μετουσιωθεί σε ποίηση. Οι ποιητικές συλλογές του Ηλία Τσέχου, από την ‘Ή σταγόνα ή ωκεανός’ μέχρι και το ‘Αγριόχορτο Στόμα’ προσδιορίζονται ως ποιητική «δομή με ορίζουσα» που προκύπτει από τα βιώματα και τις αγωνίες του ποιητή. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «ορίζουσας» προσλαμβάνει μία διφυή διάσταση: από τη μία πλευρά νοείται ως «ταυτολογική συγκρότηση», η οποία  προκύπτει και παραπέμπει στις προσλαμβάνουσες του ποιητή, στις διάφορες και διάσπαρτες επιρροές του, εν τέλει στη διαμόρφωση και αποκρυστάλλωση του ποιητικού του ‘σύμπαντος’.
Από την άλλη πλευρά, γίνεται αντιληπτή ως το εύρος της ποιητικής παρέμβασης του ποιητή την τρέχουσα ιστορική περίοδο. Έτσι, η «ορίζουσα» συνθέτει τη μεγάλη εικόνα, υποστασιοποιεί τα «θέλω» του ποιητή, κατηγοριοποιεί τη μνήμη και τα βιώματα, καταδεικνύει τις εγκάρσιες τομές που προκαλεί στο «σώμα» της τέχνης. Ακόμη και η μακρόχρονη «σιωπή» του ποιητή Ηλία Τσέχου, διεκδικεί, με τον δικό της τρόπο και τους δικούς της όρους την εγκιβώτιση και «εδαφοποίηση» της στο ποιητικό του έργο. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου αποτελεί μία διαρκή και κοινωνική αναπαράσταση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος «συγκροτεί» βήμα-βήμα την πορεία του εντός της «χωροχρονικής μήτρας», «παλεύει» με τους γενέθλιους μύθους του, «ξορκίζει» τους δαίμονες του.  Πραγματικά, η συγκεκριμένη επιτελεστική κοινωνική αναπαράσταση της ποίηση του σχετίζεται με τις αναγκαιότητες, τα θέλω και τα πάθη του παλλόμενου συλλογικού πλήθους (multitude).
«Οι Καρπαθιώτες χορεύουν ασταμάτητα Σα μεθυσμένα τοπία Βωμός «ζερβός» χορός Κλείνει ανοίγει το σώμα του καθώς βεντάλια Νυμφεύοντας ευθύς όλες τις Καρπαθιώτισσες Έμνοστες Ανοιχτοαγκαλούσες Και η Μαρία; Αυτή η θαλασσωμένη λιγνή ποίηση Με λαϊκά κεντήματα Φούρνους ευωδιαστούς στην ποδιά; «Να αγαπάς όταν καταφτάνει Να αποσύρεσαι πριν προφτάσει…» Θυμάμαι από την Κάρπαθο -Ο ταχυδρόμοοοος…».[2] 
Εδώ ακριβώς προκύπτει το νόημα της ποίησης του Ηλία Τσέχου.  Για την Μαρία και από τη Μαρία προσλαμβάνει τις Μαρίες όλου του κόσμου, «φέρνοντας» έναν αέρα ανανέωσης και αναζωογόνησης του ποιητικού πράττειν. Στο συγκεκριμένο ποίημα ο χορός των Καρπαθιωτών εκφράζει το παρόν, το διαρκές τώρα που διεκδικεί την αναπαράσταση του στο μέλλον. Ο ποιητής δεν φείδεται τρόπων και μεθόδων: αρθρώνει την ποίηση στους ρυθμούς ενός «τρελού» χορού, τη συγκροτεί σαν δεσπόζουσα παρέμβαση, την ανάγει στη Μαρία της πρωτεϊκής και πρωταρχικής ύπαρξης. Εδώ το βιωμένο πεδίο γίνεται ο χορός που εμφιλοχωρεί στο «σώμα» της ποίησης. Έτσι ακριβώς θέλει  ο ποιητής την ποίηση: «ανοιχτοαγκαλούσα», φέρουσα  πράξεις, πραγματολογικό πεδίο μίας βαθιάς υποκειμενοποίησης η  οποία και ενέχει τις θεσμίσεις της κοινωνικής συγχρονίας.  Ο «ταχυδρόμος» είναι εδώ και μας φωνάζει. Η  πρώτη ύλη του έργου του Ηλία Τσέχου είναι η υπενθύμιση της στιγμής και των αναγκαιοτήτων.
Διεκδικώντας τις ‘δάφνες’ μίας πραγματολογκής ποιητικής γραμματείας της ευρύτερης «κρισιακής» περιόδου, ο Ηλίας Τσέχος δεσπόζει στο χώρο της υφέρπουσας πράξης του ανθρώπου και του συλλογικού υποκειμένου της κρίσης. «Στο βουνό Ιούλιος Άγνωστο αν καταλήξω ποίημα Αν κλάψω πριν αγαπηθώ Όσο δε γράφω ανεμίζομαι Πλέω αναστατωμένα Αφορούντα Χώρισα την Πειθώ Άνοιξα τα μπουμπούκια Στη χήρα θάλασσα Επείγοντα μετάλλια Εις στους ιχθείς Που αν ζωή δε μετανιώσεις Για όσα σήμερα συμβαίνουν Ματαιώνεσαι».[3]
Η ποιητική συλλογή ‘Τα πλήθη του ενός’ ανασημασιοδοτούν  την έγκληση του ενός, συναιρόντας το ειδικό με το γενικό, το ποιητικό μικροεπίπεδο με το κοινωνικό μακροεπίπεδο. Το πλήθος ως αυθύπαρκτη «κατασκευή» και ολότητα διαπερνά τις διαχωριστικές γραμμές και συμβάσεις, γινόμενο το (τα) ‘πλήθη του ενός’, ήτοι του ποιητή που αναιρεί και αναιρείται, του ποιητή που τέμνει την μοναδικότητα χάριν μίας πληθυντικής σήμανσης και εκφοράς. Η ποίηση του «δρόμου» καμώνεται από το μέταλλο των πολλών, προϋποθέτει την επαφή, την ώσμωση, την ίδια την ταυτοτική συγκρότηση του πλήθους. Το πλήθος μέσα στο έναν, και ο ένας μέσα στο πλήθος. Αυτή είναι η ανάγκη, η «ανάσα», η ευρύτερη και η ειδική παρουσία της ποίησης του Ηλία Τσέχου, που γνωρίζει ότι τα «πλήθη» είναι η «πληθυντική» ποίηση, η ποίηση που απευθύνεται στης «γης τους κολασμένους». Η συγκρότηση της ποίησης ως οργανωμένης «πράξης» συγκροτεί μία δομή ενεργούς σήμανσης και έκφανσης η οποία και καταρρίπτει τους παγιωμένους μύθους της αέναης σταθερότητας. Αυτού του είδους η ποίηση «ανατρέπει» το καθεστώς άχρονης λήθης και των σημάνσεων του τρέχοντος «κρισιακού» κοινωνικού-πολιτικού γίγνεσθαι. Ακόμη αίρει τη διάκριση βάση-εποικοδόμημα, θέτοντας στο ενδιάμεσο πεδίο το συλλογικό (λαϊκό-εργατικό) «πλήθος» ως οντολογία ύπαρξης και ως ιστορική-ποιητική «παραδοξότητα», ακριβώς διότι το «παράδοξο» της ποίησης είναι το «παράδοξο» και αστάθμητο της κοινωνικής-πολιτικής ανατροπής. Η ποίηση του Ηλία Τσέχου ενέχει ένα διάχυτο ιστορικό «βάθος», μία ιστορικότητα της σύμφυσης «χώρου» και «χρόνου». Η δομή είναι εδώ.
«Οι τάφοι ταχυδρόμοι Μεθυσμένα δρόμια Έρημες απολαύσεις  Ξερόκωλες θυρίδες Απ’ την πλατεία Νάουσας -Ανάπηρη θα πεις- Ευνούχα αφοπλισμένη Έξι χιλιόμετρα Από τον τάφο της πλατείας Γιαννακοχωρίου  Ένα κερί σε μπόι Ανάβομαι να λιώσεις  Να φωτιστείς Απ’ το κουφάρι μου Κρίμα που λίγο στάζω  Υγραίνοντας Οπίσθια σας Στοιχειοθετημένα».[4] Αυτή είναι η ποιητική κατακλείδα: «Οι τάφοι ταχυδρόμοι Μεθυσμένα δρόμια» μίας ποίησης που «στάζει» ανθρωπισμό όσο και τραχύτητα, μία «άγρια» ποιητική πράξη ενός «άγριου» στόματος που δεν συμβιβάζεται με ότι θεωρούν και ορίζουν ως παρόν χρόνο.
Στο Γιαννακοχώρι «φύεται» μία ποίηση που κανονικοποιεί τα πάθη του φθαρτού σώματος, συγκροτώντας και συναιρόντας, διαμέσου του ‘ενός’ τα πολλά σώματα του «άγριου» και διαμεσολαβημένου βίου. Το ‘Αγριόχορτο στόμα’ μετατοπίζει τις δομικές ορίζουσες της σύνολης ποίησης του Ηλία Τσέχου προς την κατεύθυνση της συμπερίληψης της αέναης και άφθαρτης ουσίας: η ποίηση του τότε και η ποίηση του τώρα. Το ένα του χρόνου και το δύο της ρηξιακής πράξης. Αυτού του είδους η ποίηση διατρέχει γρήγορα και βιαστικά, με μια ανάσα τους δρόμους που διάβηκαν και θα διαβούν οι άνθρωποι που θα μεταβάλλουν τον «καιρό».
Το ‘Αγριόχορτο στόμα’ είναι το στόμα που κλαίει και γελά, που συγκροτεί παραδοξότητες και αντιφατικότητες διαμέσου της ποίησης. Το στόμα που επικοινωνεί με το «σώμα» της ποίησης, σώμα έμφορτο με την «πράξη» του αγγίγματος που αμφισβητεί και «καταργεί» τις όψεις του «εμπορευματικού σώματος».
Η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Αγριόχορτο Στόμα’ ορίζει τον «άγριο» καιρό μας, τον πολύσημο χρόνο του τώρα, ποίημα και ποίηση μίας εποχής που προβάλλει ως κανονικότητα «αγριάδας».
Ο Ηλίας Τσέχος αναδεικνύεται σε ποιητή της εποχής του, ποιητής των ανθρώπων που βαδίζουν με μία «σιωπηρή» και υφέρπουσα περηφάνια, πέρα και πάνω από τον ποσοτικοποιημένο οικονομισμό. Με τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη: «Τα δέντρα είναι τ’ αναλόγια που τα πουλιά ακουμπάνε τα φλύαρα αναγνώσματα τους οι δρόμοι προς την ηδονή τη νύχτα χάνονται στο άπειρο – ως ας μην ξαναγυρίζαμε αλλά το πρωί βγάζω το καπέλο μου στην καθημερινότητα που ξαναγράφει απ’ την αρχή την Ιλιάδα».[5]
Η ιστορία είναι εδώ, γραμμένη από τους ποιητές, από τον ποιητή της πληθυντικής «μονάδας». Άλλοτε σαν μικρή σταγόνα και άλλοτε σαν ορμητικός ωκεανός ο Ηλίας Τσέχος δεν παύει να δείχνει ότι η ίδια η ιστορία (από τα κάτω προς τα άνω) περιέχεται στην ποίηση.




[1] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Η δια καύσεως ταφή. Τόπος χλοερός,’ ποιητική συλλογή:’ ‘Η σταγόνα ή ωκεανός’, Εκδόσεις Η Συν (+) είδηση, Νάουσα, 2011, σελ. 18.
[2] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Διαρκεί ο χορός’, ποιητική συλλογή: ‘Νόμοι αφιερώσεων’, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Ούτις, Αθήνα, 2012, σελ. 14.
[3] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Νόστιμα πλήττω’, ποιητική συλλογή: ‘Τα πλήθη του ενός’, Εκδόσεις Κουΐντα, Αθήνα, 2013, σελ. 13.
[4] Βλέπε σχετικά, Τσέχος Ηλίας, ‘Τι χαρά κι αυτή’, ποιητική συλλογή: ‘Αγριόχορτο στόμα’, Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα, 2015, σελ.21.
[5] Βλέπε σχετικά, Λειβαδίτης Τάσος, ‘Χαιρετισμός στην Ιστορία’, ποιητική συλλογή: ‘Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου’, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2005, σελ.99.
Πέντε ποιήματα από την τροχιά του Ζυγού




Η  γλώσσα των ονείρων

Ένα από τα πρώτα μου όνειρα που θυμούμαι
σε νηπιακή ακόμα ηλικία είναι, πως ήμουνα λέει θαλασσοπόρος.
Κάτι μεταξύ Μαγγελάνου και κάπταιν Κουκ!
Όμως στο συγκεκριμένο όνειρο υπήρχε πυκνή ομίχλη
και έτσι το όνειρο σε μια γλώσσα που μόνο τα όνειρα
την κατέχουνε και την μιλούνε, δεν μου έδωσε
να καταλάβω ποιός από τους δύο θαλασσοπόρους ήμουνα
ή αν ήμουν κάποιος τρίτος.
Αρκετά χρόνια αργότερα έμαθα από τα χείλη μιας άλλης κυρίας
που την λένε Ιστορία, ότι αμφότεροι, οι δύο αυτοί τυχοδιώχτες
βρήκανε τραγικό θάνατο.
Όσο για ’μένα που συνέχισα στον πλου του ονείρου,
σαν ξύπνησα, βρέθηκα μπροστά σε μία έκπληξη.
Ο Υπερίων είχε ήδη μπουκάρει από τα παράθυρα,
ενώ η Βακτριανή τροφός μου Ελλωπία σκεκότανε
από πάνω μου, βαστώντας έναν ασημένιο δίσκο,
όπου επάνω του άχνιζε μιά κούπα με διπλό ελληνικό καφέ,
δύο φέτες ψωμί σικάλεως με ταχίνι και μέλι,
καθώς και δύο αυγά από τις αλλανιάρες πουλάδες
της γειτόνισσάς μας Ευτυχίας.


Επί παθών ασκητεύματα

Ά-σκηση επί
χάρτου αειπάρθενου.
Ά-σκηση επί
χρησμού Οιδιπόδειου
Ά-σκηση επί
ταριχευμένου σχοινοβάτου
Ά-σκηση επί
δια ταύτα πάνδειμης λοτοφαγίας
Ά-σκηση επί
Βουκεφάλειας αναρρήχισης πυγμιαίων
Έτσι,
άλλο η νύχτα και άλλο το σκότος.


Αν

α’ γνώση
Αν ήξερες τα ψάρια να τα τρως,
τώρα δεν θάπινες το πικρογάλα του πατρός
κι αν ήξερες πως είσαι αιώνιο παιδί
δεν θα φοβόσουν του θανάτου το αθέατο κλειδί.

β’ γνώση
Αν γνώριζες τους κόπους και τους μόχθους της νυκτός,
θα τα ’πινες στο «Α» του Κενταύρου διαρκώς
κι αν μελετούσες τον κήπο του καλού και του κακού,
θα ’χες προσβάσεις και δίοδους γι’ αλλού

γ’ γνώση
Αν ανακάλυπτες του νου την μυθική την θούλη,
θα μάθαινες ότι η αίγα η θεϊκή ήτανε κάποτε βετούλι
κι αν νυμφευόσουν του κενού την Ορφική χορδή,
θα ’χες στα χέρια σου χρυσάφι και σπαθί.

δ’ γνώση
Αν είχες τα γένια και τα χτένια του ενός,
θα θέριζες βραβεία και εύγε επιμελώς
κι αν ήξερες  τα Νικομάχεια και την δίκη του Σωκράτη
θα σου ’χε απομείνει τουλάχιστον το ένα μάτι.



Χρονομαχία

Παρακαλείται ο αναγνώστης να διαβάσει το παρακάτω...τραγουδιστά
Ψιθύρους να φέρει η νύχτα
όπου αγρυπνούν οι «τρελλοί»
εκεί που οι φίλοι μετρούνε
τα χρόνια τους μες στο κρασί.

Οι μοίρες να παίζουν το ντέφι
η σκέψη ένα άλμπατρος μακρυά
και ’συ ολοένα ρωτάς για να μάθεις
τι ν’ απογείναν οι Θεοί τελικά.

Μα ένα ένα σβήνουν τα φώτα
και δεν μιλώ εδώ για κεριά.
Η  πόλη μου μια έρημη αρένα
που την κοιμούνται άγιοι και θεριά.

  
Ανταπόκριση

Εδώ είν’ όλα αλησμόνητα.
Όπως: ο Βερίγγειος των νεκρών,
η γέφυρα των αναστεναγμών,
οι προφητείες της μελλοθάνατης Κασσάνδρας,
η κατάρευση του Υπαρκτού,
η μοναξιά του τερματοφύλακα
και ο θυμός του Αχιλλέα.






Ο Βασίλειος Αθανασίου κατάγεται από Ελασσόνα και μένει στον Καναδά 



Βασίλης Κυριαζάκης- Η επίπεδη σφαίρα -Εκδ. Γκοβόστη 2015



Ο Βασίλης Κυριαζάκης με το πρώτο του βιβλίο μας δείχνει πως δεν πρέπει κανείς να βιάζεται. Και δεν εννοώ πως έπρεπε να περιμένει, το αντίθετο. Πως είναι από τους ποιητές που έκαναν υπομονή, δούλεψαν αρκετά τα ποιήματά τους και ολοκλήρωσαν αυτό το βήμα με ωριμότητα. Τα ποιήματα στην επίπεδη σφαίρα έχουν στηθεί σαν ένα οικοδόμημα με σχέδιο, αρχή, μέση και τέλος. Και ενώ δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ποιητική σύνθεση με κάποια αυστηρά συγκεκριμένη θεματική ή μια ιστορία που εξελίσσεται σαν ποιητική νουβέλα, είναι ξεκάθαρο πως η αισθητική των ποιημάτων δένει. Δηλαδή ο ποιητής φρόντισε να έχει ξεκάθαρο ύφος που δεν παλαντζάρει έντονα. Αυτό το ύφος δεν είναι ούτε αυτό του κυνικού παρατηρητή ή  της  αυστηρής στοχαστικής ποίησης αλλά ούτε μας δίνει μια ποίηση που είναι αυστηρά προσιτή στις αισθήσεις ή δημιουργήθηκε από αυτές. Ισσοροπεί όμως σε κάποιο σημείο και για αυτό και θεωρώ πως είναι ένα βιβλίο με σταθερό σχετικά ύφος.  

Ο Κυριαζάκης ικανός για αισθαντικότητα σε πρώτο χρόνο, περιμένει και εδώ, μπαίνει στο ρόλο του παρατηρητή και από αυτόν γράφει, έχοντας πια τον αισθαντικό κόσμο του υπαρκτό αλλά σε καταστολή. Εξαίρεση κάποια ποιήματα κυρίως ερωτικά που είναι οι  λίγες παρορμητικές εκλάμψεις του. Μια αποσύνδεση τεχνητή που βοηθά τον παρατηρητή να έχει αυτός την εξουσία της γλώσσας , τη φιλτραρισμένη θλίψη.Τη ζωή τη δικιά του και των άλλων ενώ την εκλαμβάνει σαν πρώτο πρόσωπο περιμένει μέχρι να μπορέσει να την εκφράσει σαν τρίτος. Πολλές φορές έτσι, διηγείται ποιητικά ιστορίες και οι επιθυμίες ή τα πιο άμεσα συναισθήματα απευθύνονται συνήθως και αυτά φιλτραρισμένα είτε στο παρελθόν , είτε λίγες φορές σε πρώτο χρόνο αλλά με την ουσία τους εκεί. Σε μερικά ποιήματα επίσης υπάρχει έντονα το στοιχείο της εξομολόγησης ή του μυστικού ακόμα και προς το εγώ παρά αυτό της άμεσης συνομιλίας.   

Επιστρέφοντας στη γλώσσα στην ουσία της ποίησης, ο Κυριαζάκης κερδίζει το στοίχημα και μας δίνει ένα βιβλίο με ποιήματα μικρής αλλά και πιο μεγάλης φόρμας,  χωρίς φλυαρία και με καλή ροή στους στίχους του.  


Ο ΣΟΛΙΣΤ



Απόλυτη σιωπή στο ακροατήριο. Οι προσδοκίες ήταν μεγάλες. Ο μουσικός, τριανταπεντάρης με τριγωνικό μουσάκι, γυαλιά και ανακατεμένα μαλλιά περιμετρικά μιας γυαλιστερής φαλάκρας, πέρασε στην σκηνή με βήμα εμφατικό και προσεγμένο, πρόσωπο ανέκφραστο και με το μαύρο, διχαλωτό του σμόκιν να ανεμίζει ελαφρά πίσω του. Φτάνοντας στο κέντρο, περιέστρεψε το κορμί του προς τον κόσμο με στρατιωτική ακρίβεια κι έφερε το βιολί του μεταξύ του σαγονιού και του ώμου. Το ακροατήριο παρέμεινε σιωπηλό, παρακολουθώντας κάθε κίνηση του βιολιστή. Ο μουσικός περιεργάστηκε με το βλέμμα του πρώτα τους ανθρώπους στα βελούδινα καθίσματα, έπειτα τα κρυστάλλινα πολύφωτα της οροφής και τέλος τους ιμπρεσιονιστικούς πίνακες στους τοίχους της αίθουσας. Μετά άφησε το δοξάρι στις χορδές του βιολιού. Απ' τις πρώτες νότες, ο χώρος ξεχείλισε από μια συγκινησιακή μελωδία. Ο σολίστας θα ακολουθούσε μια λυπητερή μουσική κατεύθυνση, με δραματικές κορυφώσεις και μετριοπαθή περάσματα (όπως έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες). Όσο η ώρα κυλούσε, οι προσδοκίες επιβεβαιώνονταν. Το δοξάρι χόρευε στο βιολί γεννώντας θλίψη, πόνο, λησμονιά, οδηγώντας προς μια ψυχική κάθαρση. Οι νότες πετούσαν ελεύθερες και παντοδύναμες στην ψηλοτάβανη αίθουσα, παρασέρνοντας το ακροατήριο σ' ένα ταξίδι μαγευτικό. Κάποιοι ενέδωσαν, τα πρόσωπά τους δάκρυσαν. Ο μουσικός συνέχισε να παίζει, σπάζοντας διακριτικά την μέση του μπρος-πίσω. Η παράσταση έφτανε στο αποκορύφωμά της. Το βιολί αναμόχλευε συναισθήματα κι αναμνήσεις στο ίδιο τσουκάλι, όπως μόνο μια αληθινή μουσική εποποιία μπορεί. Μετά το απόγειο της δημιουργικής του απόδοσης, ο σολίστ κατέβασε τον ρυθμό και έγραψε τον επίλογο της βραδιάς. Βάσταξε το δοξάρι με το βιολί στο ένα του χέρι, το χαμήλωσε, κι έμεινε για λίγο ακίνητος μπροστά στο κοινό. Σιωπή. Στη συνέχεια, έσυρε το ελεύθερο χέρι πίσω απ' τη μέση του και υποκλίθηκε βαθιά. Το ακροατήριο τον αποθέωσε ξεσπώντας σε χειροκροτήματα κι αφού πρώτα είχε σηκωθεί σύσσωμο απ' τα καθίσματα. Στο προσκήνιο εμφανίστηκε ο διευθυντής του ωδείου κι αγκάλιασε τον μουσικό απ' τους ώμους. Έπειτα έγνεψε στο ακροατήριο να σταματήσει. Ευχαρίστησε για τη μαζική προσέλευση κι αναφέρθηκε στο λαμπρό παίξιμο και στον ατόφιο χαρακτήρα του ανθρώπου που είχε δίπλα του. Μόλις τα διαδικαστικά τελείωσαν –δεν άρεσαν καθόλου στον μουσικό–, τοποθέτησε το όργανό του στη θήκη και κατέβηκε στο κοινό. Αντάλλαξε μερικές κουβέντες με το κοινό άλλοτε με ενθουσιασμό κι άλλοτε με στωικότητα. Εκείνες που δεν μπορούσε να χωνέψει με τίποτα, ήταν ορισμένες ηλικιωμένες κυρίες οι οποίες συνήθιζαν να ντύνονται και να βάφονται τόσο έντονα και απελπιστικά γραφικά, που έμοιαζαν με παγώνια. Το πιο ανυπόφορο όλων, ήταν τα γελοία, βαρυσήμαντα λόγια, που εκστόμιζαν με στόμφο και σιγουριά μετά το τέλος της παράστασης.
            Όταν ο μουσικός χαιρέτησε και τους τελευταίους, φόρεσε το μακρύ του παλτό και αποχώρησε. Περπατούσε και σκεφτόταν πόσο τυχερός ήταν που βιοποριζόταν από τη μουσική. Ωστόσο, κάθε φορά το ακροατήριο του έδινε την εντύπωση πως ενδιαφερόταν περισσότερο για ανούσιες κολακείες, παρά για αληθινή τέχνη. Και δυστυχώς η εντύπωση αυτή υπερίσχυε. Την επομένη δεν εμφανίστηκε στο ωδείο για την προγραμματισμένη του παράσταση. Ούτε κι άπραγος έμεινε. Κατά το σούρουπο, πήρε το βιολί του και κατέβηκε σε έναν πολυσύχναστο πεζόδρομο. Δειλά-δειλά, άρχισε να παίζει μερικούς ευχάριστους σκοπούς. Τα πρώτα κέρματα κατέφθασαν. Σταμάτησε. Έβγαλε ένα χαρτόνι απ' το εσωτερικό του παλτού του που έγραφε: «ΔΕΝ ΔΕΧΟΜΑΙ ΧΡΗΜΑΤΑ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» και το τοποθέτησε ακριβώς μπροστά του. Ένιωσε ντροπιασμένος που 'χε τολμήσει να ξεχάσει κάτι τόσο σημαντικό, αλλά γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, ξανάπιασε το βιολί. Στην αρχή οι περαστικοί τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Οι περισσότεροι τον προσπερνούσαν κοιτώντας λοξά. Αυτό συνέβη τις πρώτες ημέρες. Καθώς όμως ο σολίστ επέμενε, κάθε καινούργια παράσταση στον πεζόδρομο προσέλκυε συνεχώς και μεγαλύτερο κοινό: πρόσωπα χαρούμενα, πρόσωπα ανυπόκριτα, μανάδες με παιδιά, ολόκληρες οικογένειες, ερωτευμένα ζευγάρια. Και ναι, ο δεξιοτέχνης βιολιστής ένιωθε αναμφίβολα πιο γεμάτος σε σύγκριση με τις παραστάσεις του ωδείου. Πάμπολλες φορές, είχε προσέξει τις περίφημες "γριές -παγώνες" –συνήθως αγκαζέ με τους συζύγους τους– να τον κοιτάζουν από απόσταση. Ακριβώς οι ίδιες που στο ωδείο δεν πρόφταιναν να εκφράζουν τον θαυμασμό τους προς αυτόν. Κάθε φορά που γινόταν αυτό, ο βιολιστής τις αγνοούσε και συνέχιζε να παίζει με ακόμη μεγαλύτερη ζέση. Ζούσε τη νέα του ζωή με πάθος.
            Μετά το πέρας μερικών εβδομάδων, ένα τηλεφώνημα απ' τον διευθυντή του ωδείου τάραξε την ησυχία του. Του ζητούσε να επιστρέψει στο ωδείο για μερικές παραστάσεις. Ο βιολιστής αρνήθηκε αρχικά, αλλά η επιμονή του διευθυντή τον μετέπεισε. Η πρώτη παράσταση του μουσικού στην επίσημη αίθουσα του ωδείου, μετά τη φυγή του, είχε φτάσει. Όλα κυλούσαν ομαλά. Η μουσική πλημμύρισε τις αισθήσεις των ακροατών. Ο σολίστ συντόνιζε, με τις διακριτικές του κινήσεις, τα αόρατα νήματα της βραδιάς. Τώρα πια σαν μια ανάσα, η παράσταση είχε φτάσει στο τέλος της. Ακούστηκαν και πάλι ορισμένα εκθειαστικά λόγια απ' το στόμα του διευθυντή, κι έπειτα είχε έρθει η ώρα που ο σολίστ έπρεπε να… συνομιλήσει. Κατέβηκε στο κοινό διατηρώντας επιφυλακτική στάση. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και τραβήχτηκε στον διάδρομο, στο πλάι της αίθουσας, κρατώντας απόσταση απ' τον κόσμο. Ψαχούλεψε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του περπατώντας αργά κατά μήκος του διαδρόμου. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, άρχισε να πετά στην αρχή, στη μέση και στο τέλος κάθε σειράς καθισμάτων, κέρματα. Αργό περπάτημα, μικρές παύσεις και δυο-τρία κέρματα κάθε φορά: στην αρχή, στη μέση, στο τέλος. Ο θαμπός γδούπος των μεταλλικών αντικειμένων στην πορφυρή μοκέτα της αίθουσας συγχρονιζόταν με τα μικρά, απότομα τινάγματα των "γριών - παγώνων" προς τα πίσω. Αφού ανεβοκατέβηκε στον διάδρομο αρκετές φορές, εκτελώντας πάντα το ίδιο έργο, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Κανείς δεν άρθρωσε ούτε μισή λέξη. Κοντοστάθηκε μπροστά απ' τα ανάγλυφα, ξύλινα θυρόφυλλα, στράφηκε προς το εμβρόντητο κοινό, κι εγκατέλειψε το ωδείο. Είχε αποφασίσει ότι η δικιά του ζωή ήταν προορισμένη για τον δρόμο.


Ξένια Παπαδοπούλου
Το κάλεσμα του φασιανού
Εκδόσεις Ηριδανός 2015

του Στάθη Ιντζέ

Η ποιητική συλλογή, «Το κάλεσμα του φασιανού», τής Ξένιας Παπαδοπούλου, αποτελείται από 18 ποιήματα. Αλλά, προφανώς δεν πρόκειται για έλλειψη ποιητικής παραγωγής ή κάποια συνθετική δυστοκία, παρά για καλλιτεχνική αυστηρότητα. Αυτό το δείγμα γραφής, που κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Ηριδανός, διατρέχεται από ένα κοινό ρεύμα, που στην πραγματικότητα είναι οι εμπειρίες της ποιήτριας, σε συνδυασμό με κάποιες πολύ χαρακτηριστικές, εκφραστικά, εικόνες. Διαβάζω σε ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ότι «ο Φασιανός είναι γένος πτηνών με καταγωγή από την Ασία. Σήμερα, με την ανθρώπινη παρέμβαση, το πτηνό έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο». Οι εμπειρίες τής Ξένιας Παπαδοπούλου που αποτυπώνονται στα ποιήματά της, είναι κυρίως ταξιδιωτικές, καθ’ ότι πολυταξιδευμένη η ίδια και έχει διαμείνει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Έτσι επιτυγχάνεται η αναγωγή αυτών των εμπειριών μέσα στην ποίησή της. Περιπλανιέται στους τόπους που έχει επισκεφτεί και έχει διαποτιστεί από τις εικόνες που έχει συναντήσει. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα με τίτλο «Νωπογραφία σε Αιγυπτιακό μπλε» όπου η ποιήτρια «παθαίνει ναυτία στους δρόμους του Καΐρου» ή στο ποίημα με τίτλο «Παραπόταμος του Νείλου» όπου «όλα ξεκίνησαν στον μεσημεριανό καφέ… …σε μια αποικία για αρχαιολόγους»

Η ποιητική της συλλογή ξεκινάει με το ποίημα «Με μια τουφεκιά» όπου παρομοιάζει την αντίθεση ανάμεσα στο φαινόμενο Ντόπλερ και το πινγκ πονγκ, με τις δεσμεύσεις στο κάλεσμα του φασιανού.

Στα επόμενο δύο ποιήματα, συναντούμε τις λέξεις κυνήγι, κυνηγός, θήραμα, ήχος ζευγαρώματος που κάνουν το βιβλίο να διαπνέεται από εικόνες και περιγραφές που παραπέμπουν στο συμπαθές πτηνό, για το οποίο μιλήσαμε πιο πριν.

Μέσα στα ποιήματά της υπάρχουν στίχοι που δεν είναι συνηθισμένοι και δεν συναντώνται συχνά στα πρωτόλειά των ποιητών. Διαβάζουμε στο ποίημα «Υδατογραφία»:

Στις σχολές καλών τεχνών
ασύμμετρα πρόσωπα
γεννούν δύστροπες θηλές
οι φοιτητές-
βάζουν πάτους στα παπούτσια
πάτους στα μπουκάλια και
φτιάχνουν καλειδοσκόπια
σε σκοτεινούς φωταγωγούς


Ερχόμαστε σε επαφή με μια ποίηση εξωτερικής εστιάσεως, όπου το βίωμα συνδέεται με τον τόπο και την περιήγηση της ποιήτριας σε αυτόν:

Όταν έσταξαν τη μονάστερη μπύρα στην διψασμένη έρημο
έσβησα
έσβησα στην Πέμπτη Λεωφόρο
Η σωρός μου σύρθηκε απο τη γη των μορμόνων
στην Κοιλάδα του Θανάτου για να καταλήξω
στις φωτιές του δυτικού Τέξας


γράφει στο ποίημα «Στον πρωινό μου εραστή» και αναφέρεται σε τόπο στον οποίο έχει διαμείνει.

Συνεχίζοντας την ανάγνωση, γινόμαστε μάρτυρες μια θεματικής «εμμονής» με το λευκό: «σε λευκό τοίχο σφαγείου», «με λευκό τοξικό σπρέϋ», «συναντήσαμε το κάθετο λευκό που μαυρίζει τα σκαλπ». Κι άλλοτε «Ψάχνουμε τόνους του γκρι» ή «κυνηγάμε το απόλυτο σκοτάδι», για να έρθει «Ένα κορίτσι με κόκκινο κραγιόν και να βάλει φωτιά στην κόκκινη κάντιλακ».

Στο ποίημα με τίτλο «Πολιτεία Τσιουάουα, Βόρειο Μεξικό» παρατηρείται μια μαθητεία της ποιήτριας στους ποιητές της γεννιάς των μπιτ. Διαβάζουμε:

Ο Αθανάσιος Διάκος είναι το αλάτι της ζωής. Η έρημος είναι απέραντη και
ο τροπικός του καρκίνου λάμπει σαν το χρυσόμαλλο δέρας. Το αίμα στα χέρια του εκδοροσφαγέα δεν είναι Γαλατικό. Η αντιλόπη που ονομάσαμε Don έχει μισοφαγωμένα πλευρά. Της επιτέθηκε ένα πεινασμένο πούμα. Κάθε απόψε πενήντα αστέρια φλογίζουν την ατμόσφαιρα προσφέροντας ένα θέαμα ανεπανάληπτο. Η Μαρία Μαγδαληνή σνίφαρε αστερόσκονη, η Ιωάννα της Λωραίνης μπαρούτι


Στίχοι ακόμα και για έννοιες τετριμμένες, όπως η θάλασσα. «Η ταύτισή μας είναι παραθαλάσσια» γράφει στο ποίημα «Ταβάν Ταμπουρού» ενώ «πεινασμένες γάτες/ μαθαίνουν κολύμπι/ στ’ ανοιχτά» στο ποίημα με τίτλο «Υδατογραφία».

Αποφεύγει, με αρκετη δεξιοσύνη, οποιαδήποτε ανεδαφική λυρική και συναισθηματική  διάχυση και καταφέρνει να περιορίσει τον ερωτισμό σε στίχους που θα συνταντούσαμε σε κάποιον ποιητή της γεννιάς των μπητνικ. «Ο σεξουαλικός ιδρώτας των κορμιών, γράφει,  έσταζε πάνω στο Ουρλιαχτό». Εδώ πρόκειται για μια αναφορά στο Ουρλιαχτό του Άλλεν Γκινσπμεργκ, ο οποίος υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι της «Ιερής Τριάδας» των Μπίτ μαζί με τους Κέρουακ και Μπάροουζ, και βασικός εκπρόσωπος της γεννιάς εκείνης.

Όπως, αναφορά στον ίδιο ποιητή γίνεται και στο ποίημα «Στον πρωινό μου εραστή», όπου η ποιήτρια «φύλαξε τη φωτογραφία του Άλεν στο ψυγείο».

Ο συσχετισμός τής Ξένιας Παπαδοπούλου με τη γεννιά των μπητνικ δεν είναι τυχαίος. Στο έργο της αντιδρά στις φόρμες του μοντερνισμού. Έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που κινέται στο μεταμοντέρνο και μια ποίηση ελευθερόστιχη με τολμηρές φόρμες, όπως στο ποίημα «Προορισμός Ηammarkullen». Παρατηρούμε στο ποίημα αυτό ότι στο δεύτερο σκέλος του, η ποιήτρια χρησιμοποιεί τον τρόπο με τον οποίο ανοιγοκλείνει το κλείστρο μιας φωτογραφικής μηχανής, για να συνθέσει το ποίημα. Κύριο χαρακτηριστικό τής γεννιάς των μπιτ, υπενθυμίζουμε, είναι η απόρριψη των καθιερωμένων αφηγηματικών αξιών:

κόκκος χιόνι αυτοκινητόδρομος δάσος κλικ
τσιμέντο κλικ σκίαση
φως κλικ γήπεδο πατίνια
πάροδος κλικ πάροδος
κλικ πάροδος απέραντη σιωπή
όνειρο κλικ όροφος όροφος όροφος
κλικ θέα απο παιδική χαρά
σε δύσπεπτους μιναρέδες


Οι δε μπίτνικ αντέδρασαν ενάντια στον κονφορμισμό:

κουράστηκα να ματώνω τα ούλα
φεύγω
φεύγω
αλλά δεν
φρονιμεύω


διαβάζουμε στο ποίημα «Αβάτεφ».

Επίσης, αξίζει να σημειωθεί πως η ποιήτρια συνομιλεί και με τον Γκινσμπεργκ, έστω και ασυναίσθητα. Ακολουθεί απόσπασμα από το ποίημα «Πίσω στην Τάιμς Σκουέαρ...» του σπουδαίου Αμερικάνου ποιητή:

Αφήστε κάποιον θλιμμένο τρομπετίστα
να σταθεί στους άδειους δρόμους την αυγή
και να φυσήξει ένα ασημένιο ρεφρέν
στα κτίρια της Τάιμς Σκουέαρ,
εις μνήμην δέκα χρόνων, στις 5 το πρωί
με το λεπτό λευκό φεγγάρι μόλις
ορατό
πάνω απ’ τα πράσινα και υπερυψωμένα γραφεία
των Μακ Γκρόου - Χιλλ
ένας μπάτσος περνάει, μα είναι αόρατος
μέσα στη μουσική το
υ

Και η απάντηση της ποιήτριάς μας στο ποίημα «Σκότωσέ το Πάτι» όπου:

Ο άνθρωπος σαξόφωνο αυτοσχεδιάζεται
κρατάει τις σωστές διάρκειες στη μνήμη
και αφήνει πίσω οτιδήποτε περιττό
βουτάει εκεί που ίσως πνιγεί
και κάνει πεταλούδα.


Τέλος, ολοκληρώνοντας τον συσχετισμό της με την μπιτ γεννιά, σημειώνω ότι αναφορά στην μπιτ λογοτεχνία βρίσκουμε ακόμα και στον στίχο «μακάρι στο ραδιόφωνο να ακούγαμε πάντα τζαζ» στο ποίημα «Με μια τουφεκιά», λαμβάνοντας υπόψη ότι ο όρος μπιτ, δημιουργήθηκε μεν από τον Τζακ Κερουάκ, αλλά σημαίνει κτύπος, ρυθμός και συνδέεται με τον ρυθμό της τζαζ.

Παρόλο αυτά δεν λείπουν οι συνειρμοί και κάποιες ελλειπτικές εικόνες από την ποίηση της, καθώς «η ζωή, στο ποίημα με μια τουφεκιά, μεταδίδεται με κύματα ερτζιανά ενώ οι δεσμεύσεις αντιτίθενται στο κάλεσμα του φασιανού».

Υπάρχει, σε μικρή δόση μια γενική αοριστία, σαν να γυρεύει το ποίημα να εξαπλωθεί πέρα από τα όριά του και να μην μπορεί να ενσωματώσει τις κατάλληλες λέξεις στον κορμό του: «άχυρο και λάσπη σε/ υποστήριγμα πλεξιγκλάς/ για λευκά μονόχρωμα/ σε λευκό τοίχο/ σφαγείου.» γράφει ή στο ποίημα «Την ώρα του λύκου» όπου γράφει επίσης «τις παγίδες του τυφλού νερού/που σου σπιρουνίζει την πλάτη»

Αλλά ίσως πάλι, να πρόκειται για μια φάρσα της ποιήτριας καθ’ ότι γράφει στο ποιήμα «Σκότωσέ το, Πάτι»:

Κυρίες και κύριοι,
Κάθε ποίημα έχει μια κεντρική ιδέα,
εσωτερικό ρυθμό και κλείσιμο.
Σε αυτήν την ποιητική παραφωνία
θα σας συνοδεύσουν o άνθρωπος σαξόφωνο,
ο άνθρωπος αλεξίπτωτο
και ο Χάρυ
.

Η Ξένια Παπαδοπούλου, είναι μια από τους εκφραστές της σύγχρονής γενιάς αν και λείπει, ακόμα, η αίσθηση της πλήρους οικονομίας. Μ’ αυτό δεν θα ήθελα να πιστέψει κανείς πως στα ποιήματά της υπάρχει μια ακατάσχετη φλυαρία. Αντιθέτως, το βιβλίο της είναι από τα αξιόλογα της χρονιάς που κυκλοφόρησε, τουλάχιστον απ’ όσα έχω διαβάσει. Ωστόσο δεν θα ήθελα να προτρέξω σε βιαστικά προγνωστικά για το μέλλον της γραφής της. Πρόκειται, μόλις, για το πρώτο της βιβλίο και αν μη τι άλλο με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται και μια προσμονή για το επόμενό της βήμα.


το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου

Η ΣΤΑΧΤΗ

Το ηφαίστειο που μάζευε τη δύναμή του σαν το κακό σπυρί 
ξέσπασε ένα πρωί 
κι όλη μέρα ξερνούσε στάχτη 
μέχρι που γέμισε το τόπο στάχτες και ησύχασε .
Την άλλη μέρα βγήκε o ήλιος ο παντοτινός ,γκρίζος .
βγήκαν κι οι άνθρωποι και κοίταζαν και κοιταζόντουσαν.
Κι ήταν οι δρόμοι ποτάμια στάχτης 
κι όσα δε σκέπασαν οι στάχτες γκρίζα κι αυτά 
κι οι άνθρωποι σταχτιοί και τα μάτια των ανθρώπων γκρίζα 
και ο αέρας σάπιος , βαρύς , όπως μέσα στα βαθιά πηγάδια 
και ήχος κανείς 
και όλα ακίνητα , κι ούτε πουλί πετούμενο .
Κι οι φωνές τους δεν πήγαιναν μακριά 
έπεφταν κοντά , σαν πέτρες στον βαρύ αέρα.
και περίεργα ζώα , που οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ούτε τ όνομά τους 
που ήταν κρυμμένα;
να έρπουν και να χαράζουν δρόμους στο συνεχές γκρίζο.
Και μετά έπιασε τους ανθρώπους ένας πανικός να καθαρίσουν τον τόπο 
να καθαρίσουν τα ρούχα τους και τα σώματά τους από το γκρίζο 
μα ήταν το ίδιο το φώς γκρίζο .
Kι απελπίστηκαν και ησυχάσανε
κι απόμειναν να κοιτάζουν το καινούργιο τόπο άφωνοι.
Μέχρι που νύχτωσε και βγήκε το φεγγάρι και φώτισε απόκοσμα 
Το Αλλόκοτο , και την Σιωπή.
Και άρχισε να σέρνεται στις στάχτες το μεγάλο φίδι 
που πάντα έλεγαν πως δεν υπάρχει.
Και ιδού οι άνθρωποι ,επιτέλους ήσυχοι, επιτέλους ειρηνικοί 
χορτασμένοι από το απόκοσμο και το γκρίζο , κοιμήθηκαν.
και ζήτησα εξηγήσεις
και έρχεται ο ποιητής που γράφει 
την Μεγάλη Γεωμετρία των Παθών 
και γελούσε.
Δες μου λέει
ειρήνεψαν τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα 
και τα χάχανα των χρωμάτων
κ έπαψαν τα όργανα των ήχων
και των ανέμων οι ψίθυροι.
Και ιδού ο όφις ο αρχαίος ο αλαζών
και τα ακατανόμαστα ,φανερά και τετραχειλισμένα.
Και ιδού οι άνθρωποι ειρηνικοί
οτι κατοικούν επιτέλους 
σε τούτο τον τόπο που άλλος δεν ειναι 
παρά οι ακατοίκητες ψυχές τους.
7-12-2015
 
 
ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ, “ΑΛΜΠΑ”, εκδ.“Εκάτη”, 2015
 
 
 
 
 
Στην ιστορία της Ιταλίας η πόλη Άλπμα Λόνγκα (Alba Longa) βρίσκεται μόλις μερικά χιλιόμετρα έξω από την Ρώμη και αποτελεί το θέρετρο των αυτοκρατόρων. Κάποτε όμως η Ρώμη θα φτάσει σε  ανυπολόγιστα σημεία τρυφηλής περηφάνιας και σιγουριάς, μέχρι την παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με το όνομα “Άλμπα” ο Θωμάς Τσαλαπάτης τιτλοφορεί την δεύτερη ποιητική του συλλογή, της οποίας το θέμα είναι η “ποιητική παρουσίαση” μιας πόλης. Της  Άλμπα. Στην Άλμπα, λοιπόν, οι καταστάσεις μάλλον περιγράφονται με μία αίσθηση λύπης για τα τεκταινόμενα της. Μάλλον επικρατεί η κρυφή αναμονή και αναζήτηση (μέσω της μνήμης όλων των εποχών, άρα και του μέλλοντος) μιας άλλης καλύτερης κατάστασης. Υποψιάζομαι ότι στην Άλμπα το δυστύχημα είναι η μοναξιά. Η Άλμπα όμως είναι και μια γυναίκα στην σύνθεση του Τσαλαπάτη. Εκεί θα τεθεί το ζήτημα του έρωτα Καθώς η περιπλάνηση στην Άλμπα συνεχίζεται ο Θωμάς Τσαλαπάτης, μας περιγράφει ουσιαστικά τις ανησυχίες ενός νέου ανθρώπου απέναντι σε μια όχι και τόσο σίγουρη εποχή... Η μοναξιά είναι ερωτική, είναι πολιτική, είναι ανθρώπινη. Ίσως κάποιες στιγμές τα γραφόμενα βρίσκουν κενά αέρος, επικίνδυνα για πτώση και συντριβή του όλου εγχειρήματος του. Όμως η γραφή του Τσαλαπάτη κυρίως είναι σταθερή. Η σύνθεση αυτή είναι γραμμένη έτσι ώστε (χωρίς να εκβιάζει τον αναγνώστη για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, μια συγκεκριμένη οπτική) να δίνει ταυτοχρόνως στον αναγνώστη την δυνατότητα πολλαπλών ερωτήσεων και σκέψεων και σίγουρα προσωπικής ενδοσκόπησης του καθενός.

Η περούκα
Μαρία-Ελένη Φραγκιαδάκη

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Φέτος δεν άνθισε η λεμονιά. Πιπίλιζε αχόρταγα η ρίζα, το χώμα το στεγνό, βογγούσαν τα κλαδιά, μα η λεμονιά δεν άνθισε. Ωραία που μυρίζαν τα μαλλάκια σου, Θαλιώ μου! Στεφάνι, χλωμά ανθάκια λεμονιάς σκέπαζαν το πορφυρό σου το κεφάλι. Είκοσι δύο, είκοσι τρεις, είκοσι τέσσερις… «Με αγαπάς Γιωργή μου;» ψιθύριζες δειλά, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Έπλεαν τα δάχτυλά μου, βάρκα ακυβέρνητη στις κόκκινές σου μπούκλες. Κάποτε αγγίζανε το στήθος κι από εκεί έφταναν ως το χνούδι  σου το αγκάστρωτο. «Με αγαπάς Γιωργή μου;» γινόταν ο ψίθυρος κραυγή, «αγαπώ σε Θαλιώ μου μα τα μαλλάκια σου πιο πολύ». Κι ίδρωνε η παλάμη κι εγώ βλαστήμαγα τη μάνα που σε γέννησε, έτσι ψηλοκάπουλη.. Και πλάκωναν οι σάρκες. τα σκεπάσματα κι αλάφραινε η ψυχή. Ξεστήθωτη έχασκες μετά το χόρτασμα, και τάιζες τώρα ντελικάτα στα φιλντισένια δόντια τα ασυγύριστα μαλλάκια. Σαράντα εννιά, πενήντα, πενήντα μία, πενήντα δύο, πενήντα τρεις… Χθες στη γειτονιά -τι να σου λέω Θαλιώ μου- τη θυμάσαι τη φουρνάρισσα; «Να! Δεν με πιστεύετε να σας χαρώ;» έλεγε και ξανάλεγε και σταυροκοπιόταν, «σαν να πήρε το μάτι μου απ’ τη μισάνοιχτη τη γρίλια, το Θαλιώ του Γιωργή, καλέ. Σαν να καθόταν στον καθρέφτη, στα σκοτάδια, σας λέω, και χτένιζε τα μαλλιά, λες και την άκουγα να μετρά τις βουρτσιές της, θιοσχωρέστην». Και δώστου να σταυροκοπιέται η κακομοίρα. «Καλό το παραμύθι σου μα σα να λείπει κάτι», κορόϊδευαν οι γειτόνοι. «Ταμπλάς μού ’ρθε σας λέω» κι άντε πάλι σταυροκόπι κι έφτυνε τον κόρφο της. Ρε την κακομοίρα… Εβδομήντα δύο, εβδομήντα τρεις, εβδομήντα τέσσερις, εβδομήντα πέντε… Έφυγαν και σκορπίσαν τα μαλλάκια σου, δάσος φυλλοβόλο. Τι έφταιγες κι εσύ; «Με αγαπάς Γιωργή μου;» δειλός ο ήχος της φωνής σου.  Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρα, υπάκουα χαλινάρια, «αγαπώ σε Θαλιώ μου». «Μα τα μαλλάκια μου πιο πολύ;» κι ήρθε κάλπης ο λόξυγγας για αντιπερισπασμό κι εγώ τσιμουδιά κι έξω έριχνε βροχή μελανιασμένη. Να ’ξερες πώς βελονιάζει ακόμα το χτενάκι σου με τα λειψά τα δόντια, τα ψεύτικά σου τα μαλλιά Θαλιώ μου. Κι ας έγιναν στο κεφάλι μου παρηγοριά, να μου χαϊδεύουν τους ώμους. Τις νύχτες ακόμα ονειρεύομαι σαράκια. Ενενήντα οχτώ, ενενήντα εννιά, εκατό. Καληνύχτα σου Θαλιώ.


  
Στο υπόγειο του κόσμου



Σάλια τρέχουν στα μάτια μου
ένας γκιώνης μες στο σκοτάδι
ένα κορνάρισμα δυο κορναρίσματα
γυρίζω πάλι το κλειδί
της πόρτας ή της μηχανής;
Τα πούλια της σκακιέρας κολλημένα
σ’ εκείνο το τελευταίο ρουα ματ
το χρώμα της θλίψης μου
Κύκνεια μου λέξη Ρεν
Σάλια τρέχουν στα μάτια μου
σύκα σκουληκιασμένα
Το ραδιόφωνο εύχεται μια διακοπή του ρεύματος
Το ξυπνητήρι κολλημένο στις έντεκα και δέκα του περασμένου μήνα
Το παράθυρο που χτυπά κάθε φορά που ανασαίνει η μέρα
κάθε που ξεφεύγει του κόσμου ένας αναστεναγμός
τόσο που κάθισε στην άκρη να δει τι θ’ απογίνουμε
Σήκωσα πάνω το γαλάζιο άρωμά σου
σχήματος χειλιών
Γούρλωσα το στόμα μου
και το φίλησα
Μα τη γλώσσα σου δεν τη βρήκα
Σάλια τρέχουν από τα μάτια μου



Το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου και ώρα 9μ.μ., τα περιοδικά θράκα και biblioteque διοργανώνουν εκδήλωση όπου έντεκα ποιητές θα διαβάσουν ανέκδοτα ποιήματά τους στα πλαίσια του Φεστιβάλ Μαγικών Βιβλίων στον χώρο της βιβλιοθήκης Βολανάκη.

Ποιήματά τους θα διαβάσουν
οι ποιητές:

- Ζήσης ΑΪναλής
- Γιάννης Αντιόχου
- Νίκος Βιολάρης
- George Le Nonce
- Λένα Καλλέργη
- Χάρις Κοντού
- Βασιλεία Οικονόμου
- Λαμπριάνα Οικονόμου
- Ευτυχία Παναγιώτου
- Θωμάς Τσαλαπάτης
- Αντώνης Ψάλτης





Βιβλιοθήκη Βολανάκη
Στουρνάρα 11, Εξάρχεια, 10683 Αθήνα
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ-ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ-ΡΙΖΕΣ
της Μαρίκας Συμεωνίδου

Ο καθρέφτης είναι μνήμη. Βλέπεις εκείνo το κοριτσάκι με τα μεγάλα παραπονιάρικα μάτια, αυτά που έχουν όλοι οι πρόσφυγες, από την Πόλη, τη Σμύρνη, από όπου κι αν φεύγουν. Ο καθρέφτης γίνεται κομμάτια, πολλές φορές, όπως οι πόθοι, όμως τα κορμιά του Αντονιόνι θέλουν να ξανακολλήσουν και η ιστορία του κάτοπτρου αρχίζει. Οι καθρέφτες είναι σαρκοφάγοι, ζωγραφίζουν πολύ μακριά μαλλιά, ριγμένα στην πλάτη για να αρέσουν στον θάνατο και ενώ η ορχήστρα παίζει γεωμετρικά σχήματα, πράξεις που δεν έγιναν, επαναστάσεις που σταμάτησαν, μεγεθύνει το φτερούγισμα, το φως, το καλοκαίρι. Ποιος κρυμμένος θησαυρός θα ανατρέψει τον κόσμο; Τα χρόνια, η ηλικία σαν τις τούρτες των γενεθλίων φωτογραφίζουν ότι είσαι από την αρχή χαμένος. Δανειζόμαστε ζωή χωρίς να την ανατρέπουμε• όλα τ’ άλλα χρήμα και τιμές είναι περιττές προσεγγίσεις που οδηγούν αργά ή γρήγορα σε αδιέξοδο. Aπρόβλεπτο το αποτέλεσμα όταν συναντιούνται οι ενοχές με τις εμμονές κι όλα αυτά τα βλέπεις μέσα στις οικογενειακές φωτογραφίες. Ένας ανατολίτης Κουμουνιστής Πατέρας που είχε τον Αύγουστο μέσα του, αλλά «Γκελ μπουρντά» έλεγε, κι εγώ ήθελα να ξεφύγω. Ατέλειωτα ταξίδια οι φωτογραφίες νεκρών αγαπημένων, ταξίδια χαμένης ζωής. Ο σβέρκος του πατέρα σου, η ρίζα του δέντρου, η βρύση, αυτός που πάντα θα μαρτυρά τις ελπίδες τού ότι εσύ θα σώσεις τον κόσμο. Aπώλεια αδελφού, φίλου, σαν το βάζο που δεν έχει λουλούδια. Στη βιτρίνα του νεκροταφείου το πορτραίτο του πατέρα σου θα θυμίζει την ιστορία που σου έλεγε στην αγκαλιά του για να σε νανουρίσει. Σου μιλούσε πάντα σοβαρά, σαν σε μεγάλο άνθρωπο, για τα προβλήματά του κι όλα αυτά που καίνε οι ακτίνες. Το μεράκι σε ό,τι κι αν κάνεις, ό,τι σε καίει να το πειράζεις, αυτό είναι το χιούμορ, να τραγουδάς αυτά που έχεις μέσα σου. Όταν κοιτάς το φεγγάρι, με ή χωρίς άντρα, είσαι κι εσύ απ' αυτούς που είναι έξω από τη μάντρα. Άκουγα, χρόνια, τον δικό σου μονόλογο, πατέρα, και θα τον κουβαλάω μέχρι να περάσω απέναντι. Το μονοπάτι του θανάτου σε οδηγεί στη ζωή γι’ αυτό δεν τη σπαταλάς. Ανάσκελα στη ρίζα του δέντρου ζεσταίνεις το σώμα και κρατάς αυτούς που πέρασαν μια στιγμή και σε σημάδεψαν για να γίνεσαι καλύτερος. Υπάρχουν μέσα μου, το κορίτσι, η αγκαλιά σου, το πρωί που κόπηκε το στήθος μου. Σιωπή... τι να πω; Ό,τι και να πω μυρίζει αμαρτία. Σιωπή στην τζαζ. Βάλε όποια νότα θες. Γεμίζω. Σιωπή, μέχρι να σε φέρω στη δική μου σιωπή, επιτυχία συγγραφική. Άναρχη σιωπή, έπρεπε να περιμένει ο χρόνος, ο λόγος, ο έρωτας για να ’ρθει η αλήθεια, η ηδονή, η αγάπη. Αυτή η μανία να μην μπορείς να πεις πολλά, να κόβεσαι κι αυτό να σε φωτίζει. To «γιατί» δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο ο ήλιος και το φεγγάρι, πάντα δίπλα. Σκισμένα χαρτιά από τα χέρια που αγαπώ πιο πολύ και πρέπει να γράψω για όλα αυτά που με κρατούν εδώ. Όταν η αγάπη είναι κοντά, τραγουδά το μελάνι, η καρδιά μου μεστώνει και ο κύκνος πετά. Μοιάζω να μένω ασάλευτη, όμως περιστρέφομαι γύρω σου όπως το στήθος μου στη χούφτα σου, όπως η γλώσσα μου όταν λογχίζει τη δικιά σου, όπως όταν προσπαθείς να εισδύσεις βαθύτερα μέσα μου, όπως όταν στρέφομαι στο θάνατο ή στον έρωτα. Το δειλινό δαγκώνω ένα ξινόμηλο, κι ενώ έχει άλλο χρώμα, τη λίμνη μου τη βάφει πορφυρή όπως το πάθος μιας στιγμής. Κατέληξα, ο φόβος και η ηδονή αρχή και τέλος! Τι βαρετά που είναι η δόξα, το χρήμα, η σοφία… «Κράτησε το και προχώρα», αυτό μου είπες. Νομίζεις πως πλάθεις μύθους. Απλά επιχρωματίζεις ειπωμένα μιας ζωής που δεν στοχεύει στην προσποίηση, αλλά στην ποίηση, στο ρίγος της απόλαυσης με ή χωρίς δεξιότητα. Βολιδοσκοπείς, ψυχή μου, αλλά δεν θα μπορέσεις ν’ απαντήσεις στις ερωτήσεις πάσης υποψίας. Πώς αντέχεις την πραγματικότητα; Πώς πολεμάς να μην αφομοιωθείς; Κάνω τις προεκτάσεις μου, θυμάμαι το χέρι μου στο χέρι σου και στέλνω διακοπές τα όνειρα μου. Κάποτε αγάπησα αυτόν που μου είπε «εσύ θα αποφασίσεις τι θα είσαι στη ζωή μου». Μετά είδα οφθαλμαπάτη. Πέρασε χρόνος, είπα, υπεραγορές ονείρων ή σκόνη όλοι και όλα. Αυτή η έκσταση, αυτή η λήθη της ζωής κυριεύει τον καλλιτέχνη, μήτρα του χρόνου. Ό,τι έχει χαθεί μας κάνει ελεύθερους. Μόνο οι Φαρισαίοι στοιχειώνονται, γιατί αποφεύγουν έντεχνα τον εαυτό τους. Δεν διαλέγει ο άνθρωπος. Όσο χορεύει το πνεύμα, δίνεις παράταση στη ζωή και νόημα μόνο όταν συναντάς τον εαυτό σου. Ο εαυτός μας, αυτός ο ξένος, όπως λέει και ο καθρέφτης. Τις εκφράσεις που καταλαβαίνεις μέσα από τις ρυτίδες. Προτιμώ το κλάδεμα από το λουστράρισμα, προτιμώ την προσμονή από τον προορισμό, προτιμώ την οικειότητα της νοσταλγίας από τον απολογισμό. Οι αληθινοί ήρωες, λέει ο καθρέφτης, δεν κερδίζουν τίποτα παρά μόνο αυτά που αισθάνονται. Το μόνο χρυσάφι. Διατυμπανίζουμε, εξουσιοδοτούμε. Μια ζωή εντολοδόχοι και πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στον αριθμό. Μου αρέσει να εισχωρώ στον απέναντι, κάτι σαν καθρέφτης, κάτι σαν εραστής και να παίρνω την πραγματικότητα από πεθαμένη-ζωντανή και να συνεχίζω κατά λάθος. Ένας καθρέφτης μέσα σ’ έναν άλλον, σωλήνες που μου δείχνουν το πριν, το τώρα, το μετά και ξανά με ροκανίζουν. Πώς γίνεται να λάμπει στα δυο μου χέρια συνεχώς το δικό σου;



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA