Κατερίνα Μαλακατέ, Η απλή μέθοδος των τριών (διήγημα)

«Ποίηση στη σχάρα» του Πέτρου Γκολίτση: ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης

Μια κριτική προσέγγιση στο «Πέρασμα» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, της Εύης Κουτρουμπάκη

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Gottfried Benn, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Καλοκαιρινός ποιητής

Η Θράκα θυμάται: Τάκης Παπατσώνης, Όνειρο στην άπνοια (Εκλογή Α', Ursa Minor, Β' 'Εκδοση, Ίκαρος 1988)


Θεέ,

Θεέ, Ταξιδεύουμε χτυπώντας το κατάρτι με τα κύματα, ίσως Θεέ γιατί είναι σπαθί που με τη λεπίδα του πετσοκόβει τον ουρανό, ίσως γιατί συγκρατεί τον ουρανό με χέρια τόσο μεγάλα σαν τον Κρόνο, ίσως πάλι γιατί η φέτα που κόβει από τον ήλιο είναι τόσο πλατιά, όσο το απλωμένο στον ήλιο αμπέλι, εκείνο που ταξιδεύει στα ερμάρια και στα ντιβάνια με τον άνεμο των βαποριών.
Θεέ, ξέρεις τι θα έκανα με δαύτους; Θα τους έκλεινα όλους στην πρωταρχική τους συνθήκη, στο σπέρμα που τους γένναγε και έτσι, χωρίς πια κοινωνιολογικό προσδιορισμό, ηγέτες, ηγεμόνες, ηγεμονίσκοι, βασιλόπουλα, και βασιλιάδες θα τους έδινα στις αφράτες μήτρες των γυναικών της Συρίας να γεννηθούν πρόσφυγες, να θαλασσοπνίγονται από τους πολέμους τους.
Θεέ, τόση δύναμη δεν έχω, αυτοί όμως έχουν, και ορίζουν την ζωή μας από το πρώτο ραντεβού των γονιών μας Θεέ. Και Ξέρεις κάτι Θεέ, Εκείνοι, Αυτοί, θέλουν να μας χτίσουν φυλακή που μέσα θα υπάρχει, αλλά όχι έξω, εκεί που θα είμαστε μόνος και μόνη και θα φοβόμαστε τα μάτια του διπλανού, της διπλανής μήπως τάχα και φέρουν οβίδες. Θεέ, μην ανησυχείς όμως, εγώ την βρήκα ένιωσα τις οβίδες όταν την κοίταξα, και ξέρεις; Ξέρεις τις θα κάνουμε; θα γαμιόμαστε σαν τα ζώα, βέβαιοι για τα χύσια μας που καυτά και αφρισμένα θα τρέχουν έξω, θα φουσκώνουν το μαξιλάρι, θα απλώνονται σε ποταμούς τόσο λεπτούς αναβλύζοντες από βρύση. Εμείς οι δύο μαζί, μέσα από το σύνορο που μας ετοιμάσανε, μέσα εγώ σε αυτή, και αυτή σε εμένα, όπως όταν θα μας έπλαθες, κάπου, κάποτε, ο δεν ξέρω ποιος και η δεν ξέρω ποια. Θα ζούσαμε, μετρώντας τα άστρα σε πολλαπλάσια τόσο μεγάλα Θεέ, θα τα στοιχίζαμε σε σειρές λέξεις, κι εκείνα Θεέ θα έσερναν φωτιά, για να αφήσουμε πίσω τον παλιό κόσμο, να γυρίζει σαν τόπι. Θα κρύβαμε στο στόμα μας κρίνα, και θα τσαλακώναμε το σκοτάδι. Και ξέρεις Θεέ, τότε θα αφήναμε τα παιδιά που θα γεννούσαμε να φτιάξουν Μάηδες, Δεκέμβρηδες, Νοέμβρηδες. Θα κάναμε σεισάχθεια στον ήλιο και θα διαβάζαμε στην πλημμυρίδα του φωτός, τα άνθη που λυγίζουν τη μέση τους. Και ακόμα κι αν μας κλείνανε μόνους, θα γαμιόμασταν και μέσα από σχισμή στα κάγκελα. Κι ύστερα, ο δρόμος θα ξεφόρτωνε οχήματα, ο ουρανός θα ξεφόρτωνε άστρα, ο λόφος θα ξεφόρτωνε βουνά, το χρέος θα ξεφόρτωνε ανθρώπους και η γη θα ξεφόρτωνε την κίνηση της. Τότε Θεέ, μονάχα τότε, ίσως ήμασταν ελεύθεροι.
Εκτός κι αν Θεέ, εκτός κι αν, δεν τα καταφέρναμε, αν αυτή κι εγώ σπάζαμε σαν ρόδι, τότε θα μου έμενε μόνο να γίνω Νέρων, θα αποσιωπούσα  τα πραγματικά γεγονότα, θα έκλωθα φλόγα μεταξύ θανάτων και θα με χαροποιούσε ο χάρος. Θα ανέβαινα Θεέ, στο υψηλότερο σημείο της πόλης μόνο και μόνο για να τη δω να λάμπει, τις φωτισμένες όψεις της και τη δίψα της φλόγας Κομπάνι, Δαμασκός, Παρίσι, Μυτιλήνη. Θα ήμουν φονιάς, θα ήμουν δήμιος, θα ήμουν απειλή, θα ήμουν τρόμος, για τα παιδιά τους, για τις ζωούλες τους, για τα χύσια τους, για όλα. Θα είχα και δικαιολογία Θεέ, θα με έλεγαν τρελό, οι Δυτικοί οι έξυπνοι, Θεέ.

Θεέ, ξέρω ο Θεός δεν υπάρχει, ούτε και το Τείχος





Ποιός φοβάται τους αχινούς;

Διήγημα




«ΤΡΙΑΝΤΑΜΙΑ ΜΑΗ, ΞΗΜΕΡΩΝΕ ΚΥΡΙΑΚΗ. Οι σειρήνες ακούστηκαν στις έντεκα το βράδυ». Μιλούσε, όμως δεν γύριζε το κεφάλι να κοιτάξει προς το μέρος σου. «Μας είχαν πει τι να κάνουμε αν ακούγονταν σειρήνες, αλλά τέτοια ώρα—ξημερώματα Κυριακής—ήταν αδύνατο να κάνεις το παραμικρό. Ούτε να σκεφτείς καλά-καλά. Κι όμως—θα το πιστέψεις;—δεν φοβόμουν. Κανείς μας δε φοβόταν».
Ο άντρας, με το αχνό μουστάκι και τα γυαλιά πρεσβυωπίας κρεμασμένα γύρω από το λαιμό του, τράβηξε άλλη μια φορά το μοχλό: μια μπανάνα, ένα σήμα δολαρίου, ένα ζάρι. Το βλέμμα του σταθερά φιξαρισμένο στη σχισμή, η οποία αρνούνταν από το πρωί να φτύσει έστω και μια μάρκα για χάρη του.
«Μέναμε σ’ ένα μεγαλούτσικο διαμέρισμα στη Manderscheiderplatz—απέναντι το πάρκο—η μητέρα, ο πατέρας, εγώ και μια θεία—μακρινή ξαδέρφη της μητέρας—που είχε χάσει τον άντρα της στο ανατολικό μέτωπο κι έμενε πια μόνιμα μαζί μας. Είχαμε κι οι τέσσερεις κολλήσει στο τζάμι και βλέπαμε τις φωτιές. Παντού φωτιές. Κι οι βόμβες να σκάνε στον ουρανοί. Σαν φωτεινοί αχινοί. Κι εγώ να προσπαθώ να τις μετρήσω—από παιδί είχα μια εξάρτηση από τους αριθμούς». Σου δείχνει συνωμοτικά το σβηστό τσιγάρο που κρατά ανάμεσα μέσο και παράμεσο. Κουνάς το κεφάλι αρνητικά, όχι εδώ μέσα. Το βάζει πίσω από το δεξί αυτί και ξανατραβά το μοχλό. Το βλέμμα του, η στάση του σώματός του, δείχνει μια παραίτηση. Λες και δεν πιστεύει πως μπορεί να κάνει τη σχισμή να κελαηδίσει.
«Ο πατέρας, για παράδειγμα, δεν ήταν ο Αλεξάντερ Σβαρτς με το γυάλινο μάτι, ήταν ο νούμερο ένα, με ύψος 1.80 και βάρος 91 κιλά». Στα δυο τραβήγματα του μοχλού που είχαν μεσολαβήσει η μπανάνα είχε δώσει τη θέση της σε ένα τσαμπί κόκκινα σταφύλια κι ύστερα σε ένα ακόμα σήμα δολαρίου, κι αυτό ήταν όλο. «Η μητέρα ήταν η νούμερο δύο, ύψος 1.61, βάρος 44 κιλά. Μη ρωτήσεις τι χρώμα μάτια είχε, με τα χρώματα δεν τα πάω καλά. Εγώ ήμουν ο νούμερο τέσσερα. Αλλά δεν φοβόμουν. Ούτε όταν άρχισε να γίνεται δύσκολο ν΄ανασάνεις. Η μητέρα έφερε βρεγμένα πανιά να καλύψουμε μύτη και στόμα, κι ύστερα κατεβήκαμε στο κελάρι περιμένοντας να πάψουν οι σειρήνες». Στο διπλανό μηχάνημα μια κυρία γύρω στα πενήντα κερδίζει. Βγάζει μια κραυγή χαράς, που έμοιαζε να την είχε χρόνια κρυμμένη μέσα της, και η τσίχλα νικοτίνης που μασούσε εκτοξεύεται από το ανοικτό της στόμα στο πάτωμα. «Μπράβο της», σου λέει και ξανατραβάει το μοχλό: δυο μπανάνες, μια ομπρέλλα.
«Η Δευτέρα και η Τρίτη που ακολούθησαν ήταν ήσυχες. Δεν ήταν μόνο που δεν ύπηρξε άλλη επιδρομή, ήταν μια γενική ησυχία. Παντού. Λες κι ο καθένας μας φοβόταν μη τυχόν και ξυπνήσουμε το τέρας. Εκείνη η ησυχία ήταν ο φόβος μας. Ήταν ένα βήμα πιο πέρα κι απ’ τον φόβο. Πολλά βήματα πιο πέρα, πάρα πολλά». Η κυρία μεταφέρει τις μάρκες σε ένα πλαστικό κυπελλάκι προς το δίπλα δωμάτιο. Ο φωτισμός είναι χαμηλός, στον αέρα πλανάται ο σιγανός βόμβος του κλιματισμού και η μυρωδιά αποσμητικού χώρου.
«Το βλέμμα μου τραβούσαν πάντως τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω μου. Τα βράδια που οι φωτιές ακόμα έκαιγαν και, συχνά πυκνά, τα στενά φωτίζονταν από κάποια έκρηξη, φωτίζονταν και τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων στους δρόμους. Στο σκοτάδι ήταν όλοι ίδιοι—ένα τσούρμο κακοφωτοτυπημένες, σκοτεινές σιλουέτες. Με κάθε έκρηξη όμως ο τύπος που μασούσε μια μπουκιά από το χάρτινο κεσεδάκι με το στόμα ανοικτό, ξεχώριζε από την κοπέλα μπροστά του που είχε τα πόδια γυμνά και ματωμένα». Στο βάθος της Spielhalle, στα σκοτεινά, σε έναν καναπέ ντυμένο με ψεύτικο μπορντώ δέρμα, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι είχαν μπλεχτεί ο ένας στα ρούχα του άλλου δίπλα στην κονσόλα του πόκερ. Ο άντρας αγνοούσε την ύπαρξή τους, εσύ τους κοιτούσες να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται υπό το φως του ηλεκτρονικού καντράν.
«Είχαμε φτιάξει ομάδες. Σβήναμε φωτιές με την άμμο από τα ερείπια, ψάχναμε για επιζώντες στα ρημαγμένα κτίρια—ενήλικες, παιδιά, γέροι, δεν είχε σημασία—χωρίς να μιλάμε. Μόνο ψίθυροι και χειρονομίες. Σε τραβούσε κάποιος από το χέρι και πήγαινες. Αυτή ήταν η σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των ζωντανών. Όσο είχε φως περπατούσαμε στο ίδιο ρημαγμένο σκηνικό που το Υπουργείο Προπαγάνδας μας υποσχόταν πως ήταν το Λονδίνο». Το τηλέφωνο στα χέρια σου χτυπά, το βάζεις στη σίγαση. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί το έκανες αυτό. «Το πάρκο της Manderscheiderplatz ανέγγιχτο. Κι αν σκαρφάλωνες σε κάποιο δέντρο μπορούσες να δεις τον Καθεδρικό να στέκεται ακόμα. Ακόμα πιστεύω πως όσοι έλεγαν πως ο Θεός τον κράτησε όρθιο για να προστατεύσει το Ράιχ από τους συμμάχους ήταν άνθρωποι θυμωμένοι με αυτό ακριβώς το γεγονός. Με το ότι ο Καθεδρικός έμενε ακόμα όρθιος, ενώ τους ίδιους τους είχε γονατίσει ο Θεός». Το νεαρό ζευγάρι, χωρίς να ξεπλεχτεί, κατευθύνθηκε προς την έξοδο, την οποία μάρκαραν μια σειρά από φωτεινά βέλη στο χαμηλό ταβάνι.
«Τις επόμενες μέρες είχαμε σκόρπιες επισκέψεις βομβαρδιστικών—τα κουνούπια. Είχαμε μάθει πια. Ήταν το ξυπνητήρι μας από τη βουβαμάρα. Οι σειρήνες προειδοποίησης, οι σειρήνες για τα καταφύγια. Χίλια βομβαρδιστικά, από πενηνταδύο αεροδρόμια της Αγγλίας, χίλιοι πεντακόσιοι τόνοι βομβών, πεντακόσιοι νεκροί, πέντε χιλιάδες τραυματίες, είκοσι χιλιάδες κτίρια—σχεδόν τριακόσια εκτάρια γης—καμμένα, εξήντα χιλιάδες άστεγοι. Η εξάρτησή μου από τους αριθμούς, βλέπεις. Η ανάγκη μου όλα να είναι μετρήσιμα—και οι χασούρες και τα κέρδη». Κοίταξε γύρω του, πρώτη φορά που ξεκόλλησε το βλέμμα του από τον κουλοχέρη, και μισοκλείνοντας τα μάτια άναψε το τσιγάρο. Δεν του ζήτησες να το σβήσει.
«Ένα βράδυ, τίποτα δεν είχε μείνει από την πόλη, στο σπίτι μας έμεναν πάνω-κάτω είκοσι άνθρωποι, τα ονόματα των οποίων δεν γνώριζα, βγήκα έξω αφού είχαν όλοι κοιμηθεί. Στο τέλος του δρόμου στεκόταν φωτισμένος πάνω από ένα βουνό από μπάζα ο δεύτερος όροφος ενός σπιτού. Μπροστά στα ανοιχτά παράθυρα, που δεν είχαν πια τζάμια, μια ομάδα ανθρώπων έπαιζαν μουσική. Ένα βιολί κι ένα τσέλο, ένας ψηλός να καμπουριάζει πάνω από ένα πιάνο, δυο τύποι με φλάουτο. Τους κοιτούσα χωρίς να επιβραδύνω το βήμα μου. Ήταν λες και το διαμέρισμα σάλπαρε μες τη νύχτα—για καλό ή για κακό—και η παρέα των μουσικών το ξεπροβόδιζε». Τράβηξε το μοχλό ξανά: μια μπανάνα, δυο ζάρια. Η κάφτρα του τσιγάρου έπεφτε στα γυαλιά που κρέμονταν από το λαιμό του. Τον έπιασε δυνατός βήχας, δάκρυσε. Έκανες να τον χτυπήσεις στην πλάτη, αλλά σε σταμάτησε μ’ ένα νεύμα. Τότε κατάλαβες πως είχε περάσει σχεδόν 60 χρόνια βαλσαμωμένος. Απόψε έλυνε τους επιδέσμους να δει τι έχει μείνει από κάτω.
«Τίποτε άλλο δε θυμάμαι από το ‘42 και το ‘43. Οι υπόλοιποι δεκαοχτώ μήνες είναι λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ούτε εικόνες, ούτε μυρωδιές, ούτε ήχοι. Οι μνήμες μου έχουν γεμίσει με τους φωτεινούς αχινούς του Μάη και του Ιούνη του ’42, δεν υπάρχει χώρος για νέους φόβους. Αλλά ποιός φοβάται τους αχινούς, ε;», σου είπε γελώντας και βήχοντας μαζί. Και ξανατράβηξε το μοχλό.

*



 O Άκης Παπαντώνης (Αθήνα, 1978) είναι Επίκουρος Καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Πεζά του έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιοδικά, καθώς και σε ανθολογίες. Βιβλιοκριτικές του δημοσιεύονται στην Εφημερίδα των Συντακτών. Για τη νουβέλα του, Καρυότυπος (Κίχλη, 2014), τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του Αναγνώστη (2015).
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, “ Α΄ Παθολογική ”, εκδόσεις “ Μικρή Άρκτος ”, 2013



Ο Δημήτρης Πέτρου εκδίδει την πρώτη του συλλογή στα σαράντα τρία του χρόνια ζωής. Πράγμα όχι συνηθισμένο, τουλάχιστον τα τελευταία δέκα χρόνια στην Ελλάδα, που βρίθουν από τις εκλάμψεις των νέων πέριξ των είκοσι ετών. Τι συμβαίνει στα ποιήματα του Πέτρου και χρειάστηκαν αυτά τα χρόνια υπομονετικής κύησης; Αυτό που συμβαίνει είναι ένα είδος αντιστροφής της κίνησης της μνήμης. Από τη στιγμή που αρχίζει να πλάθεται η μνήμη μέχρι να γίνει συμπαγής εικόνα και μέχρι (και εδώ βρίσκεται η αντιστροφή) αυτή η μνήμη να γίνει η αφετηρία μιας ενδοσκόπησης του βίου (σε όλες του τις πτυχές) του ποιητή. Έτσι λοιπόν ο καμβάς που στήνει ο Πέτρου δεν είναι απλά ένα οικογενειακό άλμπουμ, αλλά  (ίσως) μια αλάνα όπου θα “ ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του” (όχι με διάθεση αρνητική , αλλά σίγουρα από μια θετική απόσταση) προκειμένου να συνεχίσει. Η γραφή του λιτή και υπονοούμενη διαπερνά σαν αιθέρια, σχεδόν ανύπαρκτη, ραχοκοκαλιά τις αφηγήσεις και τις σκέψεις που γεννιούνται από την  κοίτη της ανάμνησης. Προσεκτικός στις διατυπώσεις του και στο λεξιλόγιό του, γοητευτικός όταν χρειάζεται, στεγνός όταν πρέπει ο Δημήτρης Πέτρου μας έδωσε ένα πολύ καλοζυγισμένο βιβλίο.


Το περιοδικό Ο Αναγνώστης και το περιοδικό Θράκα επέλεξαν τους ποιητές που ξεχώρισαν στον διαγωνισμό «Με αφορμή ένα στίχο του Μ. Αναγνωστάκη».
Οι επιλεγέντες ποιητές είναι:
Δέσποινα Δίπλα,Στέλλα Δούμου,Ανδριάνα Ηλιοπούλου,,Ελένη Κανάβου ,Κατερίνα Καπουλέα,Αθανασία Καραγιάννη,  Αντιγόνη Κατσαδήμα,Έφη Κατσουρού,Χρήστος Κατρούτσος,Θεοδόσης Κοντάκης,Χάρις Κοντού,Παναγιώτης Μηλιώτης,Γεωργία Ντεμίρη, Δημήτρης Ξυδερός, Βασίλης Παυλίδης, Ιφιγένεια Σιαφάκα.

Οι ποιητές θα διαβάσουν τα ποιήματα τους στην εκδήλωση που θα γίνει την Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου στο Black Duck Garden ( πλατεία Κλαυθμώνος, ( Ι. Παπαρρηγοπούλου 5), στις 8.30μμ.
Στην ίδια εκδήλωση θα παρουσιαστούν video και μουσικές με αφορμή  το έργο του ποιητή.
Montecchio Estefania
Σαρτρ και Βιάν: Δύο τζαζίστες σε σύγκρουση

απόδοση: Στάθης Ιντζές

«Δύο ονόματα μονοπωλούσαν το μεταπολεμικό Σεν Ζερμέν ντε Πρε: ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ και ο Μπορίς Βιάν», αναφέρει ο Νοέλ Αρνώ στο Οι παράλληλες ζωές του Μπορίς Βιάν. Ακόμα, παρατηρεί η Σελέστ Ντέυ Μουρ, «ο Σαρτρ και ο Βιάν είχαν μια φιλική και εργασιακή σχέση, όχι μόνο λόγω της συνεργασίας τους στην εφημερίδα του Σαρτρ, αλλά και λόγω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ τους και μεταξύ των συντρόφων τους». Η σχέση, μεταξύ των προαναφερθέντων προσώπων, της συγκεκριμένης παριζιάνικης περιοχής, διήρκησε σχεδόν δύο χρόνια, μέχρι που κάποιες διαφορές –στις οποίες θα εμβαθύνουμε πιο μετά– επέφεραν τον σχεδόν οριστικό χωρισμό τους.
    Ο Φρανκ Τενώ, με τη σειρά του, αναφέρει ότι το Café de Flore¹ είχε μετατραπεί, από την αρχή της Κατοχής, σε καταφύγιο για τους διαννοούμενους. Έτσι ακριβώς το περιγράφει και ο Βιάν στο Manuel de Saint-Germain-des-Prés.  Έπειτα, ήρθε η Απελευθέρωση και το Bar Le Tabou², παρέμενε ανοιχτό και μετά τα μεσάνυχτα. Από το 1946, γίνεται το σημείο συνάντησης όλων των λογοτεχνών και εκδοτών, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζαν τα ονόματα των Σαρτρ, Κενώ, Λεμαρσάν, Μερλώ-Ποντύ και Καμύ.
    Την 11η του Απρίλη του 1947, εγκαινιάζεται το Club. Αναφέρει ο Αρνώ:
   
Ο Μπερνάρ Λουκά, μπάρμαν του Bar Vert, προτίνει στους ιδιοκτήτες του Tabou να χρησιμοποιήσουν το υπόγειο-κελάρι για να ανοίξουν ένα club. Έτσι γεννήθηκε η φημισμένη «σπηλιά» και όταν, τον Ιούνιο του 1947, ο Λουκά αποκτά το Bar Vert και τη διεύθυνση του Club du Tabou, εμπιστεύεται τον Φρεντερίκ Σοβαλώ, έναν εκ των ιδρυτών του μπαρ, ο οποίος αποφασίζει να αντικαταστήσει το τζουκ-μποξ του μαγαζιού με μια ζωντανή ορχήστρα, την ορχήστρα του Μπορίς Βιάν.

Και κάπως έτσι τα αδέφια Βιάν μαζί με τον σαξοφωνίστα Κι Μοντασσού, εγκαθίστανται στο μπαρ.

Οι πρώτοι θαμώνες του Tabou –φιλόσοφοι και συγγραφείς- συνέχιζαν να επισκέπτονται σποραδικά το Club, εξαιτίας της παρουσίας του Βιάν [Τενώ, 1993: 40]. Μία σειρά από φωτογραφίες δείχουν, ανάμεσα στους ακροατές της ορχήστρας, την 27η Ιανουαρίου του 1947, τους Σαρτρ, Κενώ, Λεφεβρ-Πονταλύ μεταξύ άλλων προσωπικοτήτων, να βρίσκονται εκεί για τον Βιάν και εμφανώς να το διασκεδάζουν [Αρνώ, 1990: 74]. Η ομάδα των υπαρξιστών θα αντικαταστήσει, στη συνέχεια, τους γνωστούς σε όλους ζαζού³. Σε τέτοιο βαθμό ήταν παρουσία των υπαρξιστών στη «σπηλιά», που ο κόσμος συνήθισε να αποκαλεί το μέρος, «υπαρξιακά σπήλαια». [Βιάν, 1997:40]. Αυτό αναφέρει επίσης ο Στοβάλ, για τον οποίο «μετά το 1945, η τζαζ, διατήρησε τη δημοφιλία της χάρη στη σχέση της με τον υπαρξισμό». Ο Βιάν τραβάει την προσοχή από το γεγονός ότι η πιο αντιπροσωπευτική φιγούρα στο μαγαζί ήταν ο Σαρτρ [Βιάν, 1997:40]. Ο Στοβάλ περιλαμβάνει στη μαρτυρία του, ότι «ο συνδυασμός τής γαλλικής τζαζ και της δημοτικότητας του εξιστιαλισμού, γέννησε ένα νέο είδος νυχτερινών κέντρων, τα περίφημα σπήλαια του Σεν Ζερμέν ντε Πρε», τα οποία χαρακτηρίζονται από τη ζωντανή μουσική που παρέχουν στον κόσμο μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Ο Στοβάλ θυμάται ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε από το Samedi-Soir τον Μάϊο του 1947, που επιβεβαίωνε τη φήμη του Ταμπού μόλις ονόμασε τους πελάτες του «ανθρώπους των σπηλαίων». Ο Βιάν και οι συνεργάτες τους –ανάμεσα στα ονόματα των οποίων φιγουράρει αυτό της Ζιλιέτ Γκρέκο4– δεν προσπαθούσαν σε καμία περίπτωση να ηρεμήσουν τους πελάτες, αλλά απεναντίας, κατέβαλλαν κόπους να ικανοποιήσουν την απληστία τους. Εκείνο που συνέβαλε, επίσης, στη διάδωση της φήμης του «σπηλαίου» ήταν το σκάνδαλο που είχε να κάνει με το Θα φτύσω στους τάφους σας «[…] του οποίου ο μεταφράστης και συγγραφέας είναι ο τρομπετίστας του Ταμπού, πράγμα που φαινόταν στο μαγαζί και στο κέρδος του. Φτάνουμε στο σημείο να νομίσουμε ότι στο Ταμπού είναι δυνατό να δει κανείς «πραγματικά» τις φανταστικές σκηνές του μυθιστορήματος» [Αρνώ, 1990: 74]
    
Σε εκείνο το διάστημα, συγκεκριμένα τον Μάϊο του 1946, ο Βιάν ξεκινά τη συνεργασία του με την Les Temps Modernes5. Ο Μπορίς ήταν πολύ χαρούμενος. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, τη Σιμόν Ντε Μπουβουάρ, τον Μορίς Μερλώ-Ποντί, τον Ζακ Λορώ Μποστ και όλη την ομάδα της εφημερίδας. [Αρνώ, 1990: 121]
Ο Σαρτρ με τον Βιάν θα συνεργαστούν επίσης στην εφημερίδα Jazz 47. Ο Σαρτρ θα γνωρίσει μέσω του Μπορίς την Κλωντ Λιτέρ και τους θαμώνες του Ταμπού. Η Σιμόν Ντε Μπουβουάρ, που «αρχικά βρήκε τον Μπορίς επιπόλαιο» [Τζόουνς, 1994: 212] θα προταθεί από τον τρομπετίστα για τη δημιουργία της βιβλιοθήκης του της τζαζ.
    Ο Βιάν συμμετείχε, επιπλέον, στην εφημερίδα La Rue, μέσα από τα φύλλα της οποία υπερασπίστηκε τον Σαρτρ με το άρθρο του «Sartre et la merde», το οποίο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 12ης Ιουνίου του 1946 και εκφράζεται με αγριότητα ενάντια στους πολέμιους του Σαρτρ.
    Να μη λησμονηθεί ότι ο δεσμός ανάμεσα στους δύο συγγραφείς δεν περιορίστηκε στη συνεργασία τους, αλλά ο Βιάν και η γυναίκα τους διοργάνωναν αυτό που αποκαλούσαν «fiestas-tarta», γιορτές όπου το κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι τάρτες. Σε εκείνες τις γιορτές συμμετείχαν ακόμα η Σιμόν Ντε Μπουβουάρ, ο Καμύ και διάφορες προσωπικότητες της Les Temps Modernes [Αρνώ, 1990: 146].
    Σχετικά με τη δουλειά στη Les Temps Modernes, ο Σαρτρ θα είναι ο πρώτος που χαίρεται με όσα κατόρθωσε ο Μπορίς κατά τη διάρκεια των δύο ετών της συμμετοχής του, παρά τα παράπονα μερικών αναγνωστών. Τον Ιούνιο του 1946, θα δημοσιευθεί για πρώτη φορά στην εφημερίδα το πρώτο διήγημα από το Les Fourmis, δηλαδή Τα Μυρμήγκια, και τον Οκτώβριο του 1946, ένα σημαντικό απόσπασμα από τον Αφρό Των Ημερών. Ο Βιάν προσπάθησε να ανανεώσει την εφημερίδα μέσα από την υποβάθμιση του σοβαρού χαρακτήρα της. Γι αυτό το λόγο πρότεινε την εισαγωγή φωτογραφιών και την αύξηση σε εκατόν ενενήντα σελίδες των χρονικών, που ίδιος έγραφε, Chroniques du menteur. Αριθμούνται πέντε Chroniques du menteur που δημοσιεύθηκαν στα φύλλα 9ο, 10ο, 13ο, 21ο και 26ο. Ένα έκτο χρονικό με αναφορά στον Αλεξαντρ Αστρούκ, πάρθηκε πίσω από τον ίδιο τον Βιάν [Αρνώ 1990: 122], ενώ δύο χρονικά δεν έγιναν δεκτά από τους εκδότες.
  

Μετά από αυτά τα δύο χρόνια αδιάκοπης φιλίας, οι δύο πιο διάσημες φιγούρες του Σεν Ζερμέν μετά την Απελευθέρωση, αποστασιοποιήθηκαν. Ο Αρνώ αναφέρει ότι ο Μπορίς θα δει τον Σαρτρ άλλες δυο φορές κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών.
    Μετά την Απελευθέρωση, ο Σαρτρ κυριαρχεί στη λογοτεχνική σκηνή, όπως πιο πριν το είχε καταφέρει ο Αντρέ Ζιντ. Κατά αυτόν τον τρόπο τη σκυτάλη που αφήνει ο Ζιντ, την παίρνει ο Σαρτρ, αλλά πια δεν πρόκειται για την ίδια εποχή. Μέχρι τον πόλεμο, ο μελλοντικός φιλόσοφος, είχε παραμείνει απόμακρος από τις πολιτικές ευθύνες που βαραίνουν τον συγγραφέα [Γούινοκ, 1997: 395 και 396]. Είναι η διαδικασία του Épuration légale6 που τον κάνει να στοχαστεί πάνω σε αυτό το θέμα.
    Ο Αρνώ μας μεταφέρει ένα σημείωμα του Βιάν το οποίο συντάχθηκε την 11η Φεβρουαρίου του 1953, στο οποίο ομολογούσε: «Η αδιαφορία μου για την πολιτική διήρκησε κατά έναν απίστευτο τρόπο, τουλάχιστον, μέχρι τα τριάντα μου. Πραγματικά είχα με τόσα πολλά πράγματα να ασχοληθώ όπως, τη Σχολή, την τρομπέτα, τις γυναίκες». Είναι φανερό, συνεπώς, ότι η οπτική του Βιάν σε σχέση με τη δέσμευση του συγγραφέα διαφέρει πολύ από την αντίληψη του Σαρτρ, τη λεγόμενη écrivain engagé7. Στην πραγματικότητα, αυτή η κεντρική ιδέα για τον Σαρτρ είναι αυτή που μάχεται ο Βιάν μέσω του Αφρού των ημερών.
    Ήδη έχουμε δει, ότι ο συγγραφέας μας, παρά τη φιλική του σχέση με τον Σαρτρ και τη Μποβουάρ, δεν έφτασε ποτέ στο σημείο να συμμεριστεί την πολιτική τους στάση. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Αρνώ, κάθε τι δεσμευτικό τον απωθούσε, πόσο μάλλον η πολιτική δέσμευση.
    Από το ζεύγος Βιάν, η Μισέλ είναι αυτή που νιώθει πιο κοντά στον Σαρτρ και την Μποβουάρ. Θαυμάζει τον φιλόσοφο και έχει υιοθετήσει όλες του τις απόψεις. Τη στιγμή που η σχέση ανάμεσα στον Μπορίς και τη γυναίκα του αρχίζει να έχει προβλήματα, ο Σαρτρ την πλησιάζει και μετά την εγκατάλειψη της συζυγικής στέγης από τον Βιάν, η σχέση τους γίνεται πιο ενδόμυχη. Παρατηρεί ο Αρνώ ότι «έτσι ανοίγει το χάσμα ανάμεσα στον Μπορίς και τον Σαρτρ».
    Πλέον, ο Μπορίς είχε αποφασίσει να πολεμήσει τον Σαρτρ, όχι σε προσωπικό επίπεδο, αλλά τις πολιτικές και φιλοσοφικές του ιδέες [Λαφορέ, 1999:43].

Montecchio, Estefanía
Asimilación, caricatura, implosión: clichés y estereotipos
según Boris Vian y Vernon Sullivan

***

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Το Καφέ ντε Φλορ (Café de Flore) βρίσκεται στο διάσημο βουλεβάρτο Σεν - Ζερμέν στην Αριστερή Όχθη (Rive Gauche) του Παρισιού. Ήταν ανέκαθεν, όπως και σήμερα, προσφιλής χώρος ανθρώπων των γραμμάτων, των τεχνών και της διανόησης.

² Το Le Tabou ήταν ένα κλαμπ-κελάρι και βρισκόταν στον αριθμό 33 της Rue Dauphine στο Σεν Ζερμέν Ντε Πρε, στο Παρίσι. Στην αρχή πέρασε απαρατήρη ως ένα απλό μαγαζί που σέρβιρε ποτά αργά τη νύχτα, αλλά γρήγορα έγινε γνωστό ως ένα μέρος όπου σύχναζαν οπαδοί του εξιστενσιαλισμού. Η τζαζ σύντομα θα καταλάμβανε το κλαμπ με ένα τρίο που είχε δημιουργήσει ο Μπορίς Βιάν, μαζί με τα δυό του αδέρφια.

³ Οι ζαζού ήταν μια υποκουλτούρα στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επρόκειτο για νέους ανθρώπους που εξέφραζαν την ατομικότητά τους φορώντας φανταχτερά ρούχα και χορεύοντας ξέφρενα σουίγνκ.

4 Δημοφιλής Γαλλίδα ηθοποιός και τραγουδίστρα. Ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ είπε για εκείνη ότι είχε «εκατομμύρια ποιήματρα στη φωνή της». Ήταν γνωστή σε πολλούς από τους συγγραφείς και καλλιτέχνες του Σεν-Ζερμέν-Ντε-Πρε, όπως ο Σαρτρ και ο Μπορίς Βιάν. Για αυτό το λόγο την αποκαλούσαν και Μούσα του εξιστενσιαλισμού.

5 Γαλλική εφημερίδα που το πρώτο της φύλλο εμφανίστηκε τον Οκτώβριο του 1945. Ήταν γνωστή ως η εφημερίδα του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Το όνομά της το πήρε από την ομώνυμη ταινία του Τσάρλυ Τσάπλιν και κάλυψε το κενό που δημιουργήθηκε από την απουσία του πιο σημαντικού προπολεμικού λογοτεχνικού περιοδικού, La Nouvelle Revue Française (The New French Review), που θεωρείτο ως το περιοδικό του Αντρέ Ζιντ και το οποίο έκλεισε μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας λόγω της συνεργασίας του με τις κτοχικές δυνάμεις.

6 Η έννομη κάθαρση, Épuration légale, ήταν ένα κύμα δικών που ακολούθησε την Απελευθέρωση της Γαλλίας ενάντια στην γαλλική πολιτεία, δηλαδή την κυβέρνηση με επικεφαλής τον Φιλίπ Πετέν, που υπήρχε πριν τον Άξονα, από το 1940 ως το 1944 κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου.

7 Ο όρος littérature engagée αφορούσε έναν γενικό κανόνα κατά τον οποίο ένας συγγραφέας, ποιητής ή δραματουργός, υπερασπιζόταν την ηθική, την πολιτική, την κοινωνική και θρησκευτική του ιδεολογία.






Δεν έχει άλλο πιο πέρα

Ρημάξαμε
αναδιπλούμενοι
σκορπισμένοι σ’ ένα γέλιο
σ’ ένα ανέκδοτο
στις προεκτάσεις μιας κάλπης
μέσα σε λόγια κολλαριστά
και παζαρέματα.
           
Eδώ είμαστε
δεν έχει άλλο πιο πέρα
το βλέπεις;







Το μαύρο φως

Ήλθε ένα σκοτάδι πνιγηρό

αλκοολούχο
πληκτροφόρο
υπόγειο σκοτάδι

το μαύρο φως που κουβαλάμε μέσα μας.







Παρασκοτείνιασε

Όμως εγώ σε νοσταλγώ
και περιμένω να’ ρθεις

σαν σκίρτημα βαθύ
σαν άνεμος
σαν ξωτικό
μέσα σ’ αλλόκοτες φωτιές κι αντανακλάσεις

να διώξεις τις μαύρες αράχνες
να πνίξεις τα μαύρα σκυλιά
που το σάλιο τους με ορίζει

γιατί παρασκοτείνιασε
κι άλλο νερό
κι άλλο αίμα
δεν έχω.






  
Θα βγούμε πάλι

Μπορεί ν’ άλλαξαν όλα
να σάλεψαν οι εποχές
σκοτεινοί
κατακλυσμένοι δρόμοι να μας πνίγουν
μπορεί τα πλήθη
να βάζουν βόμβες στα θεμέλια του μυαλού
λυγμοί να κόβουν τα κεφάλια
κι οι λέξεις να σαλπίζουν υποχώρηση
μπορεί να’ ναι αργά
πολύ αργά
ο Μινώταυρος να μας έστρωσε για τα καλά στο κυνήγι
κι ο μίτος της Αριάδνης να’ ναι αξεδιάλυτο κουβάρι
όμως σας το λέω
και να το ξέρετε:

θα βγούμε πάλι.
Με το χέρι στην καρδιά
με το πείσμα του σίδερου
και το βλέμμα στο στόχο
θα βγούμε πάλι

για την επόμενη μέρα.





 *



Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 κα ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, συνεργάζεται με τα περιοδικά ‘’Μανδραγόρας’’, ‘’Το Κοράλλι’’, ‘’Ένεκεν’’, κ.α. και κείμενά του μεταδίδονται από ραδιοφωνικές εκπομπές. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν και μεταφράστηκαν στα Γαλλικά, Ιταλικά και Πολωνικά.



ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA