Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου
ΖΑΦΕΙΡΗΣ  ΝΙΚΗΤΑΣ , “ Τα νερά του μετανάστη ”, εκδόσεις “ Μελάνι ”, 2015



Ποιο θα ήταν άραγε το μέλλον ενός μετανάστη [στην χώρα του ή και αλλού], αν δεν τον ξέβραζαν τα απόνερα [των πολέμων και των πολιτικών που εφαρμόζονται] νεκρό, ή ρακένδυτο σε μία ευρωπαϊκή ακτή; Μπορεί το ερώτημα να μοιάζει κραυγαλέα επίκαιρο, όπως θα μπορούσε κάποιος πρόχειρα να το σκεφτεί και για την νέα συλλογή του Ζαφείρη Νικήτα, αλλά το ζήτημα είναι διαχρονικό, ακόμη κι αν μια κυματώδη έξαρση του παρακολουθούμε αυτό τον καιρό. Ας το ρωτήσω διαφορετικά: ποιο μέλλον (σχεδόν αναμενόμενο, διανθισμένο με τις περιχαρείς εξαιρέσεις της ρουτίνας) περιμένει τον καθένα μας καθώς τα νερά του μετανάστη στεγνώνουν στις ακτές των ευρωπαϊκών συνόρων; Είτε με την πρώτη, είτε με την δεύτερη ερώτηση ως θεμέλιο, ο Ζαφείρης Νικήτας [πέντε έτη μετά την πρώτη του συλλογή]  συνθέτει δύο ποιητικές ενότητες που θα μπορούσαν να παρουσιάζουν, να  δρομολογούν τα ερωτήματα που εν τέλει αυτό το βιβλίο θέτει. Η πρώτη ενότητα ονομάζεται “τα νερά του μετανάστη”. Εδώ ιστορούνται, σαν να βλέπουμε ταινίες ή ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, περιστατικά από την ζωή των μεταναστών. Η δεύτερη ενότητα ονομάζεται “το μέλλον”. Εδώ περιγράφονται πάλι με τον ίδιο τρόπο περιστατικά της καθημερινής ζωής ανθρώπων που δεν είναι μετανάστες. Μοιάζει απλό το εγχείρημα αλλά δεν είναι. Σε κάθε ποίημα εμφιλοχωρεί μια δεύτερη σκέψη, μια μικρή ανατροπή, μια ξαφνική ενατένιση, έτσι ώστε τίποτα να μην είναι εντελώς ευχάριστο και δεδομένο. Η γλώσσα του Νικήτα στην δεύτερη συλλογή του [σε αντίθεση με τον χειμαρρώδη και πληθωρικό λόγο της πρώτης] είναι λιτή μέχρι “θανάτου του ιδίου του ποιήματος” [σαν να είναι η ίδια η ποιητική γραφή που μεταναστεύει ρακένδυτη και δίχως μέλλον στο τυπογραφικό χαρτί], είναι απλή και δωρική σαν να καταγράφει δίχως αισθηματικούς λυρισμούς [που συνήθως εκβιάζουν] αυτά που βλέπουμε όλοι μας να συμβαίνουν καθημερινά. Και όχι δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που θέλει να μας ραπίσει και να μας εγείρει “ανθρωπιστικά”, αντιθέτως η συλλογή αυτή απαιτεί ήδη έναν κάποιο βαθμό “ανθρωπιστικής συνείδησης” από τον αναγνώστη. 


Η φωτογραφική αποτύπωση της έμπνευσης για έναν λογοτέχνη : Διαδραστική έκθεση που συνδέει τον Λόγο με την Εικόνα. Ο συγγραφέας ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ συνδέει αποσπάσματα από βιβλία του με λήψεις εικαστικής πρόθεσης σε θαλασσινούς ορίζοντες. Στόχος, η αποτύπωση της ποιητικής έμπνευσης μέσα από τον φακό της κάμερας.
Οι επισκέπτες της έκθεσης θα έχουν την ευκαιρία να περιηγηθούν στον χώρο ακολουθώντας τις «υποδείξεις» των στίχων που προτείνονται μέσα από το διανεμόμενο φυλλάδιο.
Παρουσίαση: Θάνος Γώγος, Γιώργος Σαράτσης
Επιμέλεια: περιοδικό-εκδόσεις ΘΡΑΚΑ
Εγκαίνια: Σάββατο 31 Οκτωβρίου 19:00 
Διάρκεια έκθεσης: 31 Οκτωβρίου – 9 Νοεμβρίου
Είσοδος ελεύθερη, ώρες λειτουργίας του πολυχώρου
[Η έκθεση ταξιδεύει στη συνέχεια σε Τρίκαλα, Ηράκλειο, Λευκωσία,
Πάτρα, Ρέθυμνο, Καλαμάτα, Αθήνα]


Στην εργογραφία του Βασίλη Ρούβαλη περιλαμβάνονται 18 τίτλοι (ποίηση, διήγημα, μετάφραση). Ασχολείται με την κριτική, αρθρογραφεί και δίνει λογοτεχνικές διαλέξεις. Διευθύνει το περιοδικό & τις εκδόσεις (.poema..). Ασκεί τη δημοσιογραφία σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο-τηλεόραση (ΕΡΤ). Το έργο του έχει τύχει μετάφρασης σε οχτώ γλώσσες. Συνεργάστηκε στη βίντεο εγκατάσταση Ανάμεσα(ποιητικοί αφορισμοί πάνω σε εικόνες του εικαστικού Παναγιώτη Τεμπελόπουλου, 2013) και στο θέατρο (δραματοποίηση της ποιητικής σύνθεσης Λεύγες, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2014 – σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός, μουσική: Νικήτας Κίσσονας). Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ, της Εταιρείας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών.
[ Χώρος: δύο παράλογοι και άνισοι μονόλογοι.
Πρόσωπα: δύο άφωνοι, άφρονες, πτωχοί, άλογοι και ολιγόλογοι ωρολογοποιοί. ]


Αποφάσισα να παίξω αυτό το αναίτιο παιχνίδι με τον Μιχάλη Σιγανίδη, για εντελώς προσωπικούς λόγους. Τον παρακολουθώ και τον αγαπώ παιδιόθεν. Ως μουσικό τον παρακολουθώ και ως ακροατής τον αγαπώ. Η δουλειά του, η γλώσσα και το ιδίωμά του, ακούγονται και μοιάζουν παράδοξα, παράταιρα και διαρκώς ανύπαρκτα στα ελληνικά. Παραμένουν πάντως – ευτυχώς – άγνωστα. Είναι σχεδόν ένας μουσικός και ένας συνθέτης που δεν υπάρχει. Παρόλο που έχει παίξει και συμπράξει σε έναν μεγάλο αριθμό κομματιών, σχημάτων, συνθετών. Είναι όμως εδώ. Η μουσική που φτιάχνει, διατηρεί και μεταδίδει την αγωνία και το ρίγος, το ξάφνιασμα και την χαρά, όπως και την επίδραση του ακαριαίου, του ανοίκειου, του ευρήματος στον ακροατή. Στα μάτια και στα αφτιά μου,  ακούγεται πάντα σαν ένας πρωτοεμφανιζόμενος. Μοιάζει πάντα ένας άλλος.
Παιδάκι άλλαζα ονόματα διαρκώς και καλούσα τα σπουργιτάκια της πλατείας Μακεδονομάχων μέσα στο σπίτι. Αυτά τα έλεγε η μητέρα κυρία Καίτη στις λούπες που συνοψίζουν οι παλαιοί τη ζωή.
Μετά μαγεύτηκα από το πικ-απ Philips της οικογένειας και το drum 'n bass που έφθανε σε έρημα οικόπεδα, έξω από νυχτερινά κέντρα στην Αρετσού.

Το πρόσωπο ως άλλο. Ως άλλο πρόσωπο. Και ως Άλλος, όπως θα έλεγε ο Lacan. Αλλά και ως άλλα πρόσωπα. Ή και σαν άλλα πράγματα, αντικείμενα, που δεν είναι πρόσωπο. Το πρόσωπο ως αντικείμενο: αυτός είναι ο μόνος τρόπος που εννοώ το προσωπικά στην αρχή αυτού του κειμένου και ένας από τους λόγους που πιστεύω ότι αυτά που κατασκευάζει ο Σιγανίδης δεν είναι προσωπικά, δεν είναι μουσική, είναι άλλα, είναι αντικείμενα.
Τέλος, υπάρχει και το πρόσωπο ως άλως. Πρόσωπο μετέωρο. Το πρόσωπο ως μετέωρο. Σαν νέφος πιθανών και απίθανων. Ισορροπία υγρασίας λεπτής που ιριδίζει στο άφωνο φώς.
Οι Άλλοι ήσαν ωραίοι, κάπνιζαν με φοβερό στυλ, διέπρεπαν στις περιστάσεις, έναντι του δικού μου πανικού και της αφελείας μου.
Ο Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης με αντιλαμβάνεται ως τσαλακωμένο πουκάμισο και όποτε σιδερώνει ακούει μουσική μου. Έτσι, απ' το ατμοσίδερο και μέσω νεφών, που έλεγε ο φίλος μας ο Νίκος Παπάζογλου, το πρόσωπό μας αφαιρεί όλα τα περιττά επιχρίσματά του, ελπίζω. "Σκέπασόν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επηρείας του αντικειμένου..." [2]

Ένας εν εξελίξει θυμός: τέχνη είναι η ανάπτυξις ενός στίλβοντος εν εξελίξει θυμού. Αλλά ερώμενου. Και μετά εραστού. Αγκαλιά, όπως ο Έκτορας με τον Αχιλλέα. Ή, μάλλον, αγκαλιά, όπως ο πρώτος με το δόρυ του δεύτερου. Πολλές φορές πιστεύω ότι σε αυτήν την γλώσσα, ο Άλλος λείπει – έλειπε πάντα – και έχει μείνει το δόρυ του. Στο λαιμό μας. Η εκδρομή αυτή, όπως λένε, δεν έχει τέλος.
Διαλογισμός μετά σπέρματος (αντικειμένου) έγραψε ο Πατάντζαλι.  Ενός σπαρματσέτου. Προβάλλει σκηνές τέλειας ομοθυμίας κι επικοινωνίας των εραστών. Η εκδρομή ή η θητεία δεν έχει τέλος;
"Η ποίηση λείπει" [3] όπως έχετε ήδη γράψει.

Το ειρωνικό κολάζ: είστε ο μικρός ή ο μεγάλος αδερφός; Μητέρα είναι μια μαγνητοταινία, μια βουβή παρουσία ή μια ηχηρή ανυπαρξία; Ή μήπως απλώς μια ασυνείδητη ομοιοκαταληξία;
Ειρωνεύομαι, αγαπώντας πάντως, τα ψυχολογικά στερεότυπα της οικογένειας, της κατά σάρκα και της ευρύτερης, αυτής των target groups του μάρκετινγκ. Όμως, μου μετέφερε ο φίλος μουσουργός Χάρης Παπαδόπουλος,  ότι κάποτε σ' ένα τραπέζι ο Νίκος Καββαδίας την είπε στον Μανώλη Αναγνωστάκη, όταν ο δεύτερος μελοποίησε στίχους του πρώτου, μάλλον με άκομψο χιούμορ: " η ειρωνεία είναι το όπλο των αδυνάτων".
Μητέρα είναι μια ηχηρή παρουσία που ομοιοκαταληκτεί.  Αναπαράγοντας τους ήχους της εξουδετερώνω το ψυχικό φορτίο τους, με τον τρόπο που ο γύφτος -πριν την εποχή της φιλοζωίας- διέταζε την αλυσοδεμένη αρκούδα του να παραστήσει τη Βουγιουκλάκη κι ο Barrows πρότεινε στους διαδηλωτές να χρησιμοποιούν ηχογραφήσεις από διαδηλώσεις για να μεγεθύνουν τον όγκο της διαδήλωσης (Ηλεκτρονική επανάσταση) ή ο Godard μοιράζοντας κάμερες στους  εργάτες. Έτσι, δια του décollage (μεταποίηση, μεταβολή, καταστροφή), μεταμορφώνομαι σε παντεπόπτη μεγάλο αδερφό! Αντι- ποίηση αρχής δηλαδή.

Γράμματα γράφετε; Έχω τρακ ή έχω Τράκλ [4]; Το άγχος δεν είναι πάντα το πρώτο γράμμα – το πρώτο σημάδι, το πρώτο σινιάλο – ότι κάτι υπάρχει εκεί, κάτι είναι κοντά;
Ο Georg Trakl έδινε μορφίνη στους ετοιμοθάνατους στα χαρακώματα κι έπαιρνε κι ο ίδιος, για να αντέξει το άγχος του. Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά τον Μίλτο Σαχτούρη το '90 στην οδό Μηθύμνης στην Κυψέλη, μου είπε - μετά από την τάφρο της σιωπής του - "μοιάζετε με τον Τρακλ". Εγώ δεν τον ήξερα.
Με όλο αυτό το δίκτυο των false alarms που ανέπτυξα μου είναι δύσκολο να εμπιστευθώ αυτά τα σινιάλα που λέτε. "Sono allergico" (N.O.R.M.A, ιταλικό συγκρότημα σύγχρονης μουσικής) και "Δεν εμπιστεύομαι τη μουσική σου αδύναμο κατατρεγμένο ποίημα" (Ν.Ασλάνογλου).

Τί είναι αυτό που σας κάνει να γράφετε; Η απόσταση; Η διαφορά ενός γράμματος; Το άγχος ή μήπως μια παραγνώριση;
Αυτό που λέμε "παραγνωριστήκαμε" εννοείτε;

Τί ρόλο παίζουν οι παραγνωρίσεις, τα lapsus στην ζωή ή στην διαδικασία της δουλειάς σας;
ALLOTRIA treiben: κάνω ανοησίες, ασχολούμαι με πάρεργα.   

Δίνετε συμβουλές; Ταξιδεύετε συχνά, σιωπηλά ή μεγαλόφωνα;
Σπάνια ταξιδεύω για αναψυχή και χωρίς το πρόσχημα του περιοδεύοντος μουσικού. Όταν έχω την ανάγκη να βρεθώ κάπου αλλού νοερά, πηγαίνω στην ταβέρνα "ο Ψαράς", στους Κάτω Καρυώτες Σαμοθράκης. Δίνω συμβουλές πνευματικού τύπου, που δεν ακολουθώ όμως εγώ. Το πρότυπό μου είναι ο αδερφός μου και οι ουρακοτάγκοι, που αισθάνονται πλήρεις κι ευδαίμονες μέσα στο σώμα τους.

Εμπειρίκος, Αναγνωστάκης, Εγγονόπουλος ή Σαχτούρης; Ή μήπως ο Στεριάδης;
"...κι ακόμα τους θαυμάσια πεθαμένους"
Ναι! Ντικ ο χλωμός αλλά Πεντζίκης και Ασλάνογλου και Ιωάννου και Σαραντάρης; Και Θεοδωρίδης-Γραμμένος και Γιάννης Βαρβέρης, Πάνος Κουτρουμπούσης, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Γιώργος Μουρέλος; Κι ο Φαίδρος Μπαρλάς; Ο Χρίστος Λάσκαρης; Ο Χριστιανόπουλος; Ο Τάσος Ναούμ;
Και οι ποιήτριες;


Ο ακατάληπτος πόνος, τι πιστεύετε, ομιλεί ή ηχεί; Ή βουβά επιστρέφει;
Αυτός είναι υπέροχος στίχος! Ας τον αφήσουμε στην (αν)ησυχία του.

Έχετε κλάψει ποτέ; Το σώμα υπάρχει στην μουσική; Πώς; Ποια είναι η σχέση του σώματος με τον ήχο;
Έχω κλάψει. (Remish)[5]: https://youtu.be/L849FsC6EIc
Το σώμα - υπηρετικό προσωπικό, θρηνεί στο καμαράκι. Το σώμα παίζει, όχι τα όργανα. "The piano has been drinking, not me" (Tom Waits).
Το σώμα τραγουδά και δεν ψεύδεται (Alice Miller). Ο πιο ταπεινός συγγενής, το 97% της ύπαρξης, ακούει τα πάντα.

Η αγάπη, η τύψη ή η ενοχή; Γιατί ο βιαστής ήταν γυναίκα [6];
"...Και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν."
Ο Παγκρατίδης και η μητέρα μου, κατά σειρά εμφανίσεως στα καρέ του βίου-μάστερ, νομίζω, αποκωδικοποιούν το τραγούδι που γράφτηκε για τη μουσική του έργου "Αναζητώντας τον δολοφόνο" των Φούλη Μπουντούρογλου - Δέσποινας Πανταζή, το 1982, στο Καφέ-Θέατρο Καλαμαριάς.

Beckett ή Schwitters (Ursonate); Τι να σημαίνουν όλες αυτές οι λέξεις; Τι ήχο έχει η γλώσσα και πώς ηχεί για σας;
Beckett: "απέναντί μου το χειρότερο / μέχρι να με κάνει να γελάσω" [7]
[αλλά στο αυτοκίνητο επαναλαμβάνω  συχνά τη σονάτα της αρκούδας(Ursus-sonate)]
Αγαπητέ, αντιπαθώ τις αναλύσεις αγώνων και παρτίδων πόκερ  από τους παίκτες. Ίσως αδυνατώ να περιγράψω αισθήσεις βαθύτερες. Συγγνώμη.


Η ανία, το ανοίκειο ή η άνοια; Εκτιμάτε ότι οι λέξεις είναι δίπλα σας ή μακριά σας;
Το "Ανοίκειο" θα μπορούσε να είναι όνομα μπαρ  γκέι ζευγαριού, αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.
Σε βαθμό παρενόχλησης κοντά μου οι λέξεις: "όχι πια λέξεις και ονόματα" (Γ. Ρίτσος, Ελένη).

Μιλάτε στον ύπνο σας; Έχετε σκοτώσει άνθρωπο;
Στον ύπνο μου οργανώνω σχέδια εξόντωσης των κατσικιών της Σαμοθράκης καθώς και των κεχαγιάδων που τα εκμεταλλεύονται. Είναι τόσο προσβλητική η ασυδοσία τους! Έχουν καταφάει όλο το βουνό με επιδότηση. Αίσχος!
Έχω σκοτώσει, νομίζω, τον ζωγράφο Brian Morris, άντρα της εξαδέλφης μου, καθ' ύπνον.

Ο φόβος είναι ένας τοίχος ή μια φωνή απ’ την άλλη μεριά του;
Ο παιδαριογέρων φοβάται, κύριε Λεοντζάκο, αλλά μια φωνή απ' την άλλη μεριά του τοίχου λέει:
"Συνέχισε να σεργιανίζεις και μη συνεχίζεις άλλο"
"Όταν ταιριάζει το παπούτσι ξεχνιέται το πόδι"
"Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων"
"Δεν ομιλώ όμως εγώ"
"Τυμφρηστός"
"Jungfrau"

Η ευτυχία τι σχέση έχει για σας με την μουσική; (Ευτυχία ή επιθυμία;)
Ο "ευτυχής τετράπους γαμέτης" εξελίσσει διαρκώς μιαν απόλαυση.
"...και οι ερωτευμένοι ζητούν το πολλαπλάσιο" (Δ. Σαββόπουλος).
Τί θα λέγατε ότι είναι η λήθη; Τί είναι το όνειρο; Επιστροφή υπάρχει;
Λένε ότι απ' το LSD μια μέρα ο Gerry Garcia των Greatful Dead ξέχασε εντελώς να παίζει κιθάρα και ο Pat Martino, μετά από εγχείρηση στον εγκέφαλο, έσβησε κάθε δεσμό του με το όργανο.
Σκέφτομαι επίσης την τεράστια απόσταση που κρατούμε από τον Εαυτό μας και κατά συνέπεια από τους Άλλους, καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σαν αποτέλεσμα της λήθης.
Όσο αναπνέουμε διατηρούμε δικαίωμα προσδοκίας για την επιστροφή. Ο Σεμπάστιαν στο όνειρο επιστρέφει.

Ας ακουστεί ολόκληρο το ποίημα. Αναφέρατε νωρίτερα έναν στίχο του. Ας κλείσουμε έτσι. Με την μνήμη του Γιώργου Μακρή. Με την μνήμη του Μίλτου Σαχτούρη.
Με την μνήμη μόνη. Μα τι άλλο θα πει "στους θαυμάσια πεθαμένους";
Σας ευχαριστώ πολύ.

Έζησα κοντά
μνήμη Γιώργου Μακρή

Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους
κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους
όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά
στους άγριους άρρωστους με τα φτερά
στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς
κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους [8]


κείμενο: Σιγανίδης Μιχάλης - Λεοντζάκος Δημήτρης

φωτογραφίες: Νικόλας Χρυσός, ποιήτριες + μαμά: Μ.Σ.



[1]Απ’το τραγούδι "Γλυκό μου χώμα", 97% (MLK, 2014)
[2]Ευχή εις τον φύλακα-Άγγελο, Μικρό Απόδειπνο
[3]Punctum caecum, Ποιήματα χωρίς ποίηση, Δημήτρης Λεοντζάκος
[4]Λογοπαίγνιο του Μ.Σ. από παρελθούσα, ιδιωτική συνομιλία
[6]Ο βιαστής , LP Μικρός Αδερφός , Μιχάλης Σιγανίδης (Lyra, 1988)
[7]Samuel Beckett, Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες (Ερατώ, 2004)
[8]Μίλτος Σαχτούρης, Το Σκεύος (1971)
εκδόσεις Θράκα


Τότε από ανάγκη

ντυθήκαμε μισθοφόροι κάποιας ιδέας

και μοιράζαμε προκηρύξεις ξημερώματα

με τις προσφορές των αλλαντικών.

Μας είπαν παρανόμους

γιατί στις εισόδους των πολυκατοικιών συχνά έγραφε :

Απαγορεύεται η ρίψη φυλλαδίων.

Λες και η μορταδέλα θ’ ανέτρεπε τον κόσμο.




Δεν είναι θέμα ταλέντου

το γράψιμο,
η σύνθεση,
η ζωγραφική,
είναι οικειότητα.
είναι η διαδικασία
που ακολουθείται
για να φτάσεις στο
οικείο.
το γνώριμο,
το άγνωστο,
το ανοίκεια οικείο.
στη ζωή, έχουμε βρει
πως να παρακάμπτουμε
την διαδικασία αυτή.
φέρνουμε τα κορμιά μας
κοντά,
αλλά όχι το πετσί μας.
όμως η οικειότητα δεν
προσεγγίζεται έτσι·
θέλει σκληρή δουλειά,
όπως και η τέχνη.
οικειότητα είναι το φιλί.
όχι όμως και κάθε φιλί.
υπάρχει το πρώτο φιλί
το παθιασμένο φιλί
το βαριεστημένο φιλί
το αμήχανο φιλί
το φιλί του Ιούδα
το καθημερινό πεταχτό φιλί
το φιλί της σιωπής
και υπάρχει και το
πρωινό φιλί.
το φιλί που θέλεις να δώσεις
με το που ξυπνάς,
δίπλα σε ένα στόμα υπέροχο
που όμως έχει την πιο άσχημη
ανάσα που μπορείς να φανταστείς
και δεν μπορείς να μην το φιλήσεις,
δεν μπορείς να σταματήσεις
να το φιλάς
και όχι παρά την άσχημη
αναπνοή,
αλλά εξαιτίας αυτής,
αναγνωρίζοντάς την ως κομμάτι
του άλλου, του όλου, του όλοι,
ως κομμάτι δικό σου
και δικό σας.
ολόδικό σας.
ένα τέτοιο φιλί
είναι η ζωγραφική,
η σύνθεση,
το γράψιμο.
δεν είναι θέμα ταλέντου,
είναι θέμα σκληρής δουλειάς.

Πάντα.




Γρατζουνιά μαζί και χάδι το νέο ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή «Αρκαδία χαίρε», δεκαπέντε σχεδόν χρόνια μετά το μνημειώδες «Αγέλαστος πέτρα». Ένας δρομέας μεγάλων αποστάσεων τρέχει μόνος μες στη νύχτα τη διαδρομή που ‘χε διανύσει πρώτος χιλιάδες χρόνια πριν ο Φειδιππίδης. Η γη της Τεγέας και η χιονισμένη κορυφή του Μαινάλου. Βροχή πάνω σε λείψανα αρχαίων κιόνων. Μέσα απ’ το βραχώδες τοπίο ξεπροβάλει ξεχασμένο το μνημείο για τη μάχη της Μαντινείας. Κίτρινα και μωβ αγριολούλουδα προσφορά στον Θηβαίο στρατηγό και μια γριά που επιμένει μες στον χαλασμό να λιχνίζει το σιτάρι της χρονιάς. Οι ανασκαφικές εργασίες ομάδας βορειοευρωπαίων αρχαιολόγων και φοιτητών στο ρωμαϊκό Παλλάντιο και μια μετανάστρια απ’ τη Βουλγαρία βουρκώνει τη στιγμή που εκμυστηρεύεται την αγάπη της για την Αρκαδία. Της θυμίζει, λέει, την δική της πατρίδα.



Περιπλάνηση στο χώμα μιας γης όπου άλλοτε φύτρωναν αμυγδαλιές, βυσσινιές, μηλιές και τώρα στέκει χέρσο, ακαλλιέργητο μπροστά στο από δεκαετίες σενάριο ερημοποίησης της ελληνικής υπαίθρου. «Δεν αρκεί να τραβήξεις κάποιες εικόνες∙ πρέπει αυτό στη συνέχεια να μεταγραφεί για να γίνει μνήμη μέσα από τον κινηματογράφο», θα πει σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης. Η ήρεμη φωνή του αφηγείται μια ιστορία για το λαμπρό παρελθόν, το θλιβερό παρόν και το αβέβαιο μέλλον ενός τόπο, μιας χώρας, η οποία αν και αποδεκατισμένη, χαρίζει ακόμα απλόχερα την ομορφιά της. Κείμενα ποιητικά, τα περισσότερα παρμένα απ’ τα ημερολόγια έξι χρόνων γυρισμάτων. Κι η αναπνοή συντονίζεται απ’ τα ηχοχρώματα του Κωνσταντίνου Βήτα.

«Η Αρκαδία παραπέμπει σε έναν κόσμο πριν από το προπατορικό αμάρτημα, όταν ο έρωτας ήταν άδολος», ακούγεται κάποια στιγμή στην ταινία κι εγώ μόνος σε μια γωνιά της αίθουσας να κλαίω σιωπηλά για μια Ελλάδα που ‘χει από καιρό χαθεί.


ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Τῆς Πόπης Πιερίου



Τρόπαια
«ἠδὲ παρ’ Ἠελίοιο Πύλας καὶ δῆμον ὀνείρων ἤσαν…»
 Ὀδύσσεια Ὢ 12

Ι

Δὲν εἶχαν τὰ μάτια μου φῶς
δὲν εἶχαν τὰ χέρια μου
δάκτυλα
κ’ οἱ νύχτες χωρὶς ἀστέρια

Περασμένα μεσάνυχτα
οἱ μελῳδίες τῆς νύχτας
χωρὶς στόματα
χωρὶς τὰ φτερουγίσματα
τῶν πουλιῶν

Θὰ κοιμηθοῦμε ἀπόψε
μὲ ἄδειους οὐρανοὺς
δίχως βροχὴ
δίχως ἀστέρια


ΙΙ

Καπνὸς θρώσκων
στῶν μεθυσμένων γλάρων
τὰ στόματα

Τρόπαια πυρακτωμένα
διψασμένα φυλλώματα
τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς μου
ποτίζει τὶς ρίζες
τῶν δέντρων

Στοὺς βάλτους
στὰ λασπόνερα
σβήνουν ἤρεμα
οἱ θρῦλοι τῶν νεκρῶν

*

Γῆ ὀργισμένη

Τὰ ἡλιοσπιτα σημαδεύουν
τὶς πληγές σου
μὲ οὐράνια τόξα
σ’ ἀτέλειωτους ἐμπαιγμοὺς
χωρὶς σχήματα
κι ὁράματα ἀκολασίας
στὸ φῶς

Κι ὡς σίφουνας σ’ ὀργισμένη γῆ
ξεριζώνεις τὴν καρδιά σου
μὲ σύνεργα ἀκονισμένα
στὰ πριονίσματα
τ’ ἀνέμου

Γίνε μάγος
ν’ ἀναστήσεις τοὺς νεκροὺς
στὰ πρῶτα βήματά τους νὰ μυηθεῖς
κάτω ἀπὸ τὰ πέλματά σου

Τὴ φωνή σου
τὴν τραγούδησαν οἱ θάλασσες
Τὴ μορφή σου
τὴν πυρώσανε οἱ ἥλιοι

Τὰ χέρια σου
ἐνέδωσαν σὲ γῆ ἀλλόφρονα
γιὰ νὰ σὲ ξαναπλάσει.

*

Νόστος

Τὰ δάκρυα ποὺ στεγνώνουν
στὰ μάτια σου
ἄναψαν
πυρκαγιὲς

Τ’ ἀστέρια
κ’ οἱ ἄπειροι ἥλιοι
μαγνητίζουν
ἡφαίστεια

Ναύλωσε καράβι
μὲ πυξίδα καὶ σκοπὸ
τὸν ἥλιο ξένε

Προσπέρασε τὶς Συρακοῦσες
κι ὅταν
φτάσεις σὲ λιμάνι ἀπάνεμο
δέσε ἄγκυρα
ν’ ἀναπαύσεις τὸ κορμί σου

Τὶς νύχτες στὸ ξέφωτο
ἡ ἀναπνοή σου θὰ
ὀσφραίνεται
μοσχομπίζελα καὶ κρίνους

Εἶναι
ἕνα παιδὶ
ποῦ γεννιέται
μίαν Ἀνάσταση

Εἶναι ἕνα στοιχειωμένο σπίτι
ποῦ καίγεται στὸ φῶς


ΣΠΥΡΟΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ, “ Ντυμένος επίσημα ”, εκδ. “ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ ”, 2008


Ο Σπύρος Θεριανός δεν γράφει συχνά και δημοσιεύει ακόμη σπανιότερα. Τούτο βέβαια δεν αποτελεί αναγκαστικά εχέγγυο καλής ποίησης, άλλα πρόσκληση για σκέψη περί τούτου. Στα ποιήματα του Θεριανού αυτό που κυριαρχεί και λεπτομερώς περιγράφεται είναι η στιγμή, ως απόλυτο (και διαισθητικά αιώνιο) παρόν. Το απαύγασμα τούτων των στιγμών και η στίλβη που μας δημιουργούν δεν είναι συχνό φαινόμενο, ούτε ένα καθημερινό στοίχημα. Μοιάζουν αυτές οι στιγμές κρυμμένες πίσω από μία σκυμμένη ωμοπλάτη, έτσι όπως η μητέρα πλένει τον τάφο της αδελφής της, μοιάζει με το φτερούγισμα του περιστεριού στο περβάζι, αναφέρομαι στο εκπληκτικό ποίημα της συλλογής με τον τίτλο “ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ” . Αυτό το φτερούγισμα κυνηγάει ο Θεριανός, αυτό προσπαθεί και να ποιήσει, εξ' ου και λιγομίλητος. Εξ' ου και καίρια, εξ' ου και ουσιώδης η γραφή του. Αν θεωρηθεί από αυτό το σημείωμα ότι απλά η παράθεση ενός “μικροσυμβάντος” ή ενός κάδρου ελάχιστης φωτογραφίας ισοδυναμεί με ποίημα θα έχω κάνει λάθος. Η διερευνητική ματιά, η σύλληψη ενός αγαλμάτινου δευτερολέπτου εκ του οποίου σαν από συντριβάνι εξφενδονίζεται μια ολάκερη σκέψη, μια καθολική έποψη του κόσμου  τίθενται ως ζητούμενα στο ελάχιστο πλην στιβαρό έργο του Θεριανού. Αυτή η ματιά και η γραφή του Θεριανού, που τον φαντάζομαι να διαλέγει σχεδόν τελετουργικά την κάθε λέξη και να την τοποθετεί με σταθερή σιγουριά και ηρεμία σαν να φτιάχνει ψηφιδωτό, λαμπρύνουν με γοητεία τα ποιήματα του. 


                                  
  Μουσείο



Οι πέτρες παραπονιούνται
πως νιώθουν μοναξιά τις Κυριακές.

Σφραγισμένες στο σκληρό τους σώμα,
ξεκινούν έναν ατέλειωτο μονόλογο
που εκνευρίζει τους τουρίστες.

Όταν μας βλέπουν πιάνουνε τις προσευχές
- δεήσεις να μην τις προσέξουμε.
Δεν ξέρουν πως το μέσα τους είναι καλά κλεισμένο.

Όσες υπέστησαν ανθρώπινη παρέμβαση,
υπέφεραν βαθύτατα και προσπαθούν να το ξεχάσουν.
Οι άθικτες φιλενάδες τους, έχουν πιο στέρεες άμυνες.
Προνόησαν να επιλέξουν τα μεγάλα σχήματα, που
δε χωρούν σε χέρια.

Είναι εχθρικές προς τη μεταφορά: θέλουν
την ησυχία τους. Παρ’ όλα αυτά,
μια μικρή θλίψη την αισθάνονται
για τους τολμηρούς και τις απόπειρές τους.

Σκέφτονται: «τι βαρετό αυτό το πλήθος
                        με τη σαχλή του περιέργεια!»

Όσοι τυγχάνει να τις γνωρίζουνε σε βάθος,
αναφωνούν:
«Α, να!
                                                Ο παλιός καλός εαυτός μας!»

  
Την
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 
και ώρα 21:00
στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη
Στουρνάρα 11 στα Εξάρχεια

το λογοτεχνικό περιοδικό και οι εκδόσεις Θράκα
παρουσιάζουν το νέο διπλό τεύχος

θα μιλήσουν οι εκδότες 
Θάνος Γώγος και Στάθης Ιντζές

θα διαβάσουν συνεργάτες του τεύχους

στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα       
            «Θαυμασμός είναι ο πλατωνικότερος έρωτας προς το ωραίο»
                                                                                                               Ν.Κ.             

I                    
ΠΡΟΦΑΣΗ γινόμαστε ό,τι αγαπάμε ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ σου γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος ΤΟ ΦΛΥΑΡΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ ασκαρδαμυκτί παρασάγγας οσονούπω ακαταλαβίστικες λέξεις στο βουβό σκοτάδι ΕΓΩ δέκα χρονών αναρριχώμενο φιλί μέχρι να ξαναπιώ στο στόμα σου ΑΡΧΑΙΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ η θεός η παις η άνθρωπος ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ απόψε αποστήθισα τον κόσμο κατασπάραξα τον καρπό της γνώσης αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟΓΙΑ ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ σου γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος
ΙΙ
ΧΑΔΙ(ΤΟ)ή όπως θυμάμαι Έκλειψη σελήνης Ευθυγραμμιστήκαμε Οι χούφτες σου δίδυμοι ήλιοι Τα στήθη μου γυμνά φεγγάρια Τα έκρυψες πανσέληνα ΦΙΛΙ (ΤΟ) ή όπως σου το έδωσα Άφεση αμαρτιών Η γλώσσα μου Το φίδι Ο λαιμός σου Πρωτόπλαστο κάθε φιλί στο μήλο του Αδάμ Από αυτόν τον παράδεισο Κανείς δεν θα με διώξει ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ (Ο) ή όπως μου ορκίστηκες Συνδαιτυμόνες Θα ξαπλώσω στο τραπέζι Θα ξαπλώσεις πάνω μου Θα μας δειπνήσει Ένας ανθρωποφάγος Έρωτας

ΙΙΙ
ΚΑΛΗΜΕΡΑ κοιμήθηκα όλο το βράδυ αγκαλιά με το χρώμα του κραγιόν μας ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ μόνο όταν κοιμάμαι δεν σε σκέφτομαι τότε σε ονειρεύομαι κι ενδιάμεσα μικροί ΑΙΩΝΕΣ οι στιγμές που ξετυλίγονται καθώς απομακρύνομαι και πάλι ΕΓΩ δέκα χρονών ναυαγισμένο χάδι μεγάλη για μικρή μικρή για μεγάλη αρκετή για να ξέρω τα τρία γένη της ΥΠΟΜΟΝΗΣ ο διψασμένος η δίψα το ξεδίψασμα ΚΥΚΛΑΔΕΣ οι άγονοι τόποι της απουσίας σου ΔΗΛΟΣ το πυρίκαυστο κέντρο του εύφορου πόθου

ΙV

ΠΑΡΑΔΟΞΟΝ Είσαι δικός μου Όπως λέμε Ακαριαίος έρωτας Κεραυνοβόλος θάνατος Χιόνι στον Όλυμπο μέσα Αυγούστου  Δεκέμβριος κατακαλόκαιρο του Νότου ΕΥΧΗ Αν όπως λες είναι αλήθεια ότι κάθε πρωί ακούς την καλημέρα μου από μακριά τότε μπορώ να περάσω τη ζωή μου αμίλητη κι ευτυχής γνωρίζοντας ότι όλες οι ευχές μου έχουν πραγματοποιηθεί ΕΠΕΚΕΙΝΑ Διαβιούμε καταχρηστικά κατά φαντασίαν ανδρόγυνο μέχρι ο θάνατος να μας ενώσει  στην επόμενη ζωή


Έντομο

Σκιάχτηκα
καθώς βυθιζόμουνα
στις σκέψεις μου
το μυαλό μου έτρεξε
με χίλια
έκανε το γύρο της γης
φοβήθηκα
μήπως μου στρίψει
και χάσω το δρόμο
που έχω χαράξει
για τον εαυτό μου
μοναχική μέλισσα
σφήκα
που τσιμπάει τους δυνατούς
και μοιράζει
το λιγοστό της μέλι

στους αδυνάτους.


Υπέργηρη προσμονή

Τυλιγμένο το κεφάλι στα δυο μου χέρια,
γδαρμένο το σώμα να κρέμεται μετέωρο,
να υφαίνει η αράχνη ένα δίχτυ ρυτίδες
προδηλώνοντας το γήρας του χρόνου μου.
Τι ανατριχίλα να τριγυρνάς δίπλα μου
κι όμως, τ` αυτιά μου να ακούνε τη σιγή σου!
Μακριά έφυγες, κι ακόμη φεύγεις
και το φιλί σου του Ιούδα αποχαιρετισμός
ακόμη απανθρακώνει τα μάγουλα.
Γωνιά ψάχνω ν` ακουμπήσω, με προσοχή και δεξιότητα
τη γερασμένη από τις εξαντλημένες προσμονές, μοναξιά
και να τώρα, θαρρώ πως βλέπουν τα μάτια μου,
να τρεμοπαίζει φλόγα αθάνατης λάμψης
θα ξετυλίξω το κεφάλι, θα ξεκρεμάσω το σώμα
ευφρόσυνα να σε ασπαστώ.


( Ιούνιος 2015)




Ερωτική επιβίωση

Αντοχές
αδιάντροπα ανέντιμα αδιέξοδα
κυνηγημένες
ξεψυχούν στης φθοράς το κατώφλι
λευκό σεντόνι απλώνεται.
Καρφωμένες υπερηφάνειες παγώνουν
κρεμασμένες σε πολύχρονες αναμονές
φασαρία αφόρητη φυσάει.
Πασχίζεις να φύγεις,
πασχίζεις να μείνεις
και ό,τι περιμένεις να γυρίσει
δια βοής κατάρα θα γίνει
αφού δεν μπορείς
αληθινά να το κρατήσεις
φευγαλέες αλήθειες στριφογυρίζουν.
Του εγωισμού οι ταλαντεύσεις ελαφρότητας
διαμελίζουν την απλότητα
των ερωτικών αποχρώσεων.


( Ιούλιος 2015)



Αξίωση

Ανταμώνομαι συχνά με τα σύννεφα,
συχνότερα με το κλάμα τους,
μ` αρέσει, δεν είναι πως δε μ` αρέσει,
μα να, έχω την αξίωση και ο ήλιος
να περνά από τα μάτια μου
μεταβιβάζοντας μια στάλα φως
στο ρημαγμένο μου ανοίκειο κόσμο.



( Απρίλιος 2015)





ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA