Η Άννα Γρίβα γράφει στο fractal για τον "Άνθρωπο τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Ένα ανέκδοτο διήγημα του Κωνσταντίνου Γαλάνη

Απόσπασμα από το υπό έκδοση πεζογράφημα του Πέτρου Μπιρμπίλη, από τις εκδόσεις Θράκα (Κυκλοφορεί στις 16 του Οκτώβρη)

Ένα ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη

Ο Κώστας Κουτρουμπάκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου


Ἀκινησία


Ἀκίνητος! σοῦ φωνάζουν.
Ἔνοπλοι.

Ἀκοῦς τὴν προσταγὴ καὶ προσπαθεῖς
νὰ παγώσεις, νὰ γίνεις πέτρα.
Κρατᾶς τὴν ἀνάσα σου, σφίγγεις τὰ δόντια
ἀλλὰ μάταια: σὲ προδίδει
ὁ τρόμος στὰ χείλη,
ἡ ροὴ τοῦ αἵματος,
ὁ χτύπος τῆς καρδιᾶς.

Ἡ πραγματικὴ ἀκινησία ἔρχεται
λίγα λεπτὰ μετὰ τὸν πυροβολισμὸ
καθὼς ἠρεμοῦν τὰ σπλάγχνα
στεγνώνει τὸ αἷμα
παγώνουν οἱ φλέβες.
Ξεραίνεσαι.
                   Καὶ μόνο τότε
ὑποτάσσεσαι ὁλοσχερῶς
ὅχι πιὰ γιὰ νὰ ἀποφύγεις
ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσεις.





Προαυλισμὸς

Σὲ μιὰν αἴθουσα μᾶς εἶχαν ἀχανὴ
μὲ γκρίζο τσιμέντο στὸ πάτωμα
ποὺ πλένανε μὲ τὴ μάνικα κάθε τόσο.
Ἡ ἐπίπλωση ἐλάχιστη
τὰ χρειώδη μόνο: σιδερένια κρεβάτια στὴ σειρὰ
ἄσπρα βαμμένα, μὲ τὴ λαδομπογιὰ νὰ ξεφλουδίζει,
ὅλα ἴδια καὶ μετὰ τὸν προαυλισμὸ κανεὶς δὲν ἤξερε
ποιό εἶναι τὸ δικό του νὰ πάει νὰ τὸν δέσουνε.

Ἔτσι κι ἀλλιῶς, ὑπάρχοντα δὲν εἴχαμε,
δὲν εἴχαμε σημάδια τὸν χῶρο μας νὰ σημαδέψουμε,
νὰ ξέρουμε ποῦ ἀνήκει ὁ καθένας, τί τοῦ ἀνήκει,
ποιό κρεββάτι, ποιό σεντόνι, ποιά κουβέρτα,
ποιά ἐνδύματα ὑπόλευκα αὐτῆς τῆς φυλακῆς.
Μόνο χάπια καὶ κάγκελα, ἁλυσίδες στὰ κρεββάτια,
καὶ μάντρες πανύψηλες παντοῦ ἀπὸ σαγρὲ τσιμέντο.

Οὔτε ξέρω κι ἐγὼ νὰ πῶ πῶς δραπέτευσα,
πῶς βρέθηκα ἐδῶ, σὲ ἄλλα τσιμέντα.
Ἀκόμη τρέμω, κι ἀπὸ φόβο κι ἀπὸ κρύο
χειμώνα καλοκαίρι,
ἀκόμη πεινάω, ἀκόμη πονάω
ἀλλὰ δὲν ἔχει μάνικα ἐδῶ
ἐδῶ μπορῶ πάντα νὰ τρέξω νὰ ξεφύγω
ἀπ᾽τοὺς περαστικοὺς ποὺ φτύνουνε
καὶ ἄχ! ἐδῶ πῶς κοιμᾶμαι, πῶς κοιμᾶμαι!
γυρίζω πλευρό, κουνάω χέρια πόδια,
ὅ,τι θέλω, χωρὶς ἁλυσίδες καὶ ζῶνες,
καὶ πάντα στὴν ἴδια γωνιὰ τὴ δική μου,
στὰ δικά μου χαρτόνια, στὰ δικά μου κουρέλια,
τὰ γνωρίζω, μὲ γνωρίζουν,
ἔχουμε ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου τὴ μυρωδιά.

Καὶ κάθε πρωὶ προαυλίζομαι
σὲ δρόμους ποὺ ἁπλώνονται χωρὶς μάντρες
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη ὣς τὴν ἄλλη τῆς πόλης.






Αν το μοναδικό πράγμα που έχεις να χάσεις είναι ένα τρένο,
τότε δεν έχεις να χάσεις και πάρα πολλά…


Ο Δημήτρης Γκιούλος μετρά ήδη τρία βιβλία, όλα από τις πατρινές εκδόσεις Χαραμάδα. Το πρώτο, Δι άρλεκιν πάροντι και άλλες καταστάσεις, θα εκδοθεί το 2011. Ένα χρόνο μετά θα κυκλοφορήσει το σπονδυλωτό αφήγημα 12 Καρέ ενώ το τρίτο του βιβλίο, Ο τροχός της τύχης, θα εκδοθεί το 2015, φιλοξενώντας μάλιστα στις σελίδες του ενδιαφέρουσες σκιτσογραφικές απόπειρες.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι ο συγγραφέας, γεννήθηκε πρόωρα σε νοσοκομείο της Λαμίας, βιαστικός να βγει στον κόσμο. Μεγάλωσε στην Άμφισσα και ζει στην Πάτρα όπου και δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο μαθηματικό. Αρθρογραφεί, φωτογραφίζει, γράφει σενάρια και διατηρεί το ιστολόγιο beingparanoidandroid.blogspot.com

Τα αφηγήματά του σατιρικά, αγγίζουν συχνά την παρωδία. Ενδιαφέρουσες περιγραφές και ευφάνταστοι διάλογοι εναλλάσσονται με εύστοχες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις και άμεσες ή έμμεσες πολιτικές νύξεις αποδοκιμασίας του συστήματος. Πολιτικοί, τηλεαστέρες και μεροκαματιάρηδες, ο Χαρούλης, οι Χαΐνηδες και ο Μικρός Πρίγκιπας, ο παναθηναϊκός, οι σχέσεις και οι αρουραίοι. Κι ανάμεσα σ’ αυτά, εμβόλιμα δικά του καυστικά σχόλια για το κωμικοτραγικό του παρόντος, τη μπαρούφα της αστρολογίας και τις ψευδαισθήσεις που έγιναν βίωμα. Σημείο αναφοράς και των τριών βιβλίων, το εκφραστικό ύφος και η επιλογή της θεματολογίας. Ο Δημήτρης Γκιούλος μοιάζει να αυτοβιογραφείται σ’ ένα εκτενές σαρκαστικό, ελευθερόστομο ημερολόγιο με τη μορφή σπονδυλωτών αφηγημάτων.

Ακολουθούν ενδεικτικά αποσπάσματα του έργου του:

«Κάπου είχε ακούσει πως το μέτρο της αγάπης είναι να αγαπάς χωρίς μέτρο. Τώρα πια του φαινόταν τόσο απλοϊκό όσο οι καρδούλες και τ’ αστεράκια που ζωγραφίζουν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο. Ο κόσμος είναι πια πολύ δύσκολος για να επιβιώσει η αγάπη κι έτσι αυτός έπρεπε να κάνει ξεχωριστές προσπάθειες για να τη βρει. Μαργαριτάρια και κάρβουνα, διαμάντια αλλά και βότσαλα έβρισκε στο δρόμο του. Οι θεσμοί, «η σαβούρα των επινοημάτων» όπως έλεγε ο Πεσσόα, είχαν αναγκάσει την αγάπη να μετατραπεί στο μεγαλύτερο φυγά των σύγχρονων κοινωνιών. Ενός συστήματος στο οποίο τα ρολόγια χτυπάνε γρηγορότερα από ποτέ και που τα τρένα έχουν συνεχόμενα δρομολόγια. Από νωρίς. Από μικρά παιδιά. Κάποια που είχαν το θράσος να ονειρευτούν κατέληγαν με μια σφαίρα στο κορμί. Ένας μπόμπιρας, με γκρίζα από το άγχος μαλλιά, του σφύριξε μια αλήθεια. «Παλιά δίναμε εξετάσεις με φόβο μήπως δεν μπούμε στη σχολή που θέλαμε. Τώρα δίνουμε εξετάσεις με φόβο μη και δεν βρούμε δουλειά».» [Δι άρλεκιν πάροντι και άλλες καταστάσεις, σελ. 59-60]

«Κάτω στην πόλη γινόταν πόλεμος κανονικός, καθώς οι δυνάμεις καταστολής λύσσαγαν να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Παρόλα αυτά ο κόσμος ήταν αποφασισμένος. Είχε πάει από τα μηδέν στο ένα. Το πρώτο βήμα, το σημαντικότερο. Από κει και πέρα δεν υπήρχε επιστροφή. Ήταν ένας δρόμος χωρίς σωτήρες, ένας δρόμος που μπορεί να μην κατέληγε σε ένα ανθισμένο περιβόλι με πολύχρωμα λουλούδια και κελαριστό νερό, αλλά έπρεπε να διανυθεί ολόκληρος για να δούμε τι γίνεται στο τέλος του». [12 Καρέ, σελ. 57-58]

«Στο θέμα δουλειά ακολούθησες την ίδια τακτική για την οποία εκπαιδεύτηκες στο πανεπιστήμιο. Ήσουν πολύ καλή στο αντικείμενό σου (να πουλάς αέρα κοπανιστό δηλαδή), ιδιαίτερους ηθικούς φραγμούς δεν είχες, ήσουν έτοιμη να φτάσεις ψηλά. Ο στόχος σου ήταν να γίνεις πλούσια με τα δικά σου μέσα, να μην εξαρτάσαι από κάποιον και ήταν κάτι που πέτυχες πολύ γρήγορα. Από εκείνο το σημείο και μετά, στόχο είχες την κορυφή και έφτασες κι εκεί. Αναίμακτα όχι, αλλά ποιος πόλεμος είναι αναίμακτος;

Εγώ δεν είμαι εδώ σήμερα για να μιλήσω ούτε για την ηθική σου, ούτε για τους ανθρώπους που ποδοπάτησες ανεβαίνοντας. Είναι ένας άγριος κόσμος εκεί έξω. Εγώ είμαι εδώ για να μιλήσω για κείνη τη φορά. Ναι, ξέρεις πολύ καλά για ποια φορά μιλάω. Για κείνη τη μοναδική φορά που μπορούσες να ρίξεις τις πόρτες του οχυρού σου και να αφήσεις εκείνον να μπει. Και συ τί έκανες; Έτρεξες και τράβηξες τον θεμέλιο λίθο γκρεμίζοντας όλο το σκοτάδι σου πάνω του. Αμέσως μετά άρχιζες να χτίζεις ξανά, δεν υπήρξες στιγμή ανοχύρωτη. Αυτό είναι και το έγκλημά σου και γι’ αυτό είσαι εδώ». [Ο τροχός της τύχης, σελ. 33]

Κλείνουμε με τον επίλογο του δεύτερου βιβλίου του Δημήτρη Γκιούλου, όπου γράφει τα εξής: «Τα πράγματα από όπου κι αν τα πιάσει κανείς μόνο χειρότερα μπορούν να χαρακτηριστούν, και μεις δώσαμε έτσι αβίαστα “το καλό μας” σ’ αυτούς που το ήθελαν. Τώρα που με φρίκη καταλαβαίνουμε πως ο εφιάλτης είναι κάτι που ζούμε κι όχι κάτι από το οποίο ξυπνάμε, μένει μόνο να παλέψουμε για να πάρουμε πίσω όλα όσα χάσαμε κι ακόμα περισσότερο. Όλα. Τα λέμε εκεί έξω…»


ΕΝΕΧΥΡΑ

Την μονάκριβή μου λύπη
έθαψα ένα βράδυ.
Είπα να γίνω η γελοιότητα του πεζοδρομίου
 και να αρχίσω να απαγγέλω ποίηση˙
έτσι για να νιώσω τις πόρνες πιο οικείες.
Τις αδίκησα.
Να πουλάς την ψυχή σου είναι πιο δύσκολο από μια τσαλαπατημένη
σάρκα.




ΜΕ ΕΞΟΡΓΙΣΕΣ

Με εξόργισες
Στα πεζοδρόμια να παίζεις μουσική
κι εγώ να κάθομαι σε τσιγάρο αναμμένο.
Γιατί ο καταπιεσμένος θυμός είναι οργή κι η καταπιεσμένη οργή δάκρυ.

Ό,τι καλύτερο έχω καταφέρει στην ζωή μου
είναι να σε κρατάω στην ζωή μου, τσιγάρο αναμμένο.
Γιασεμί ολάνθιστο όλον τον χρόνο.
Όταν τραγουδάς να σείεται το στήθος μου αναβλύζοντας
 καταπιεσμένη σιωπή που γίνεται ένα μηδέν ζωγραφιστό,
ένα βουβό στόμα που κραυγάζει. Τσιγάρο σβηστό.

Επιτέλους ,σπουδαίε Προμηθέα,
κατάλαβα την αξία της φωτιάς.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ:
Ζει στην Αθήνα και έχει σπουδάσει Γλωσσολογία στην Πάτρα. Ασχολείται με την ζωγραφική και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.




ΕΤΕΡΩΝΥΜΑ 

κατά σειρά εμφάνισης στο τεύχος
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ 

αλφαβητικά

ΠΥΡΟΒΑΣΙΕΣ ποίηση 

ΠΥΡΡΩΝ Ο ΥΣΤΕΡΟΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΥΙΩΤΗ
ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ
ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΧΕΚΤΟΡ ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ ΜΠΑΓΚΛ
ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
LENKA ROMANOVA
ΝΙΚΟΣ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΕΝΣΑΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ
ΟΞΥΟΣ ΝΤΑΒΙΝΤΣΙ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΑΣ
ΕΦΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΗ
ΣΟΥΛΗΣ ΤΣΑΚΜΑΚΙΔΗΣ
ΣΤΑΘΗΣ ΙΝΤΖΕΣ
ΒΙΤΟΡΙΟΣ ΝΙ
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ
ΛΕΑΝΤΡΟ ΠΟΛΕΝ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΥΡΙΑΖΑΚΗΣ
ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΜΑΥΡΟΠΕΤΡΗΣ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΛΥΜΠΕΡΗ
ΒΛΑΣΗΣ ΨΩΜΑΣ
ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ
ΕΥΗ ΕΙΡΙΩΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ
PIERRE MENARD
ΝΙΚΟΣ ΜΙΧΑΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΗΜΟΥΛΗΣ
ΜΑΡΙΟΣ ΜΩΡΟΣ
ΕΛΠΗΝΩΡ Ο. ΟΜΗΡΟΥ
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΠΟΝΤΙΦΙΚΑΣ
ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ
ΣΥΜΕΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ
ΠΩΛ ΝΤΕ ΠΑΓΙΕΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ
BRENTHIS RAMANTHIS
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΤΥΡΤΑΙΟΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΛΤΗΣ
Ε. ΞΑΝΘΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΑΡΗΣ

ΠΥΡΟΒΑΣΙΕΣ διήγημα 

IAN WICKER
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΕΛΛΗ
ΛΙΝΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
ΘΑΝΟΣ ΓΩΓΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΡΑΔΙΚΗΣ
ΠΑΝΟΣ ΖΩΗΣ
ΝΑΝΣΥ ΛΕΣΚΑ
ΜΠΕΛΙΚΑ ΚΟΥΜΠΑΡΕΛΗ
ΓΑΛΗΝΗ ΚΑΤΜΑΝΤΟΥ
ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΦΟΓΙΑΝΝΗ
ΙΡΙΣ ΤΥΦΛΩΣΟΥΡΤΗ
ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΤΑΛΟΥΣΗΣ
ΤΕΡΗΣ ΧΙΟΝΙΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ-ΡΟΔΑΝΔΗ ΣΚΟΥΝΑΚΗ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΗ
ΧΑΡΑ ΣΙΩΜΟΥ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΒΒΟΥΝΙΔΗΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΨΑΡΡΑ


ξανά και πάλι

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

με χλωρίνη καθάρισα,
τις γλώσσες προσπέρασα.

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,
και με θάβει το σπίτι.
και μου τα έλεγε η μαμά,
να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,
μη σκοτωθώ.




Ο Φετίχ Ντογάν Κότς είναι Κούρδος. Ζει στην Ελλάδα αρκετά χρόνια και μπορεί καθείς να τον συναντήσει στο καφενείο που δουλεύει. Στο ποιητικό του βιβλίο δεν υπάρχει κάποιο βιογραφικό σημείωμα, όμως τον υποθέτω, διότι τον έχω γνωρίσει, γύρω στα σαράντα πέντε. Το βιβλίο του είναι γραμμένο στα ελληνικά και εύκολα γίνεται η διαπίστωση ότι ο συγκεκριμένος ποιητής έχει χρειαστεί να κρατήσει όπλο και έχει περάσει τα πάνδεινα της μεταναστευτικής πορείας μέχρι την Ελλάδα. Ποιήματα τραχιά θα έλεγα, έτσι ακριβώς όπως φαντάζομαι την ζωή του, και -ίσως- ξεπερασμένα λυρικά για την δύση, μα σίγουρα έμπλεα ανατολίτικης γραφής. Εκτός από τις δύσκολες εμπειρίες του που περιγράφονται στο βιβλίο βρίσκουμε καταγεγραμμένες και τις καθημερινές του ανησυχίες και τις ερωτικές του σκέψεις. Μα πάγιο στοίχημα του Κότς είναι η ελευθερία : “Είμαι στη μέση μιας θάλασσας αγώνα / Γεννιέται ελευθερία πέρα από τα σύνορα.”

«Η τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που κάνεις τους άλλους να δουν», θα γράψει στις αρχές του περασμένου αιώνα ο Γάλλος καλλιτέχνης Edgar Degas, φράση που επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο ο Ισπανός σκηνοθέτης Alberto Rodriguez στη νέα του ταινία “Το Μικρό Νησί” (La Isla Minima) σε σενάριο του ίδιου και του Rafael Cobos.

Η ιστορία διαδραματίζεται το ‘80 σε μια μικρή πόλη της Ανδαλουσίας, λίγο μετά το καθεστώς Φράνκο, βουτηγμένη κυριολεκτικά στα λασπόνερα του Γουαδαλκιβίρ. Ένας αριθμός ανατριχιαστικών δολοφονιών νεαρών κοριτσιών θα φέρει από τη Μαδρίτη δυο ντετέκτιβ του τμήματος ανθρωποκτονιών για να λύσουν το αίνιγμα. Ο ένας πρώην συνεργάτης του καθεστώτος και ο άλλος νεότερος με καθαρό μυαλό και τσαγανό.


Μετά από ένα προοίμιο με μαγευτικές αεροφωτογραφίες από τους υδροβιότοπους της Νότιας Ισπανίας και τα πρώτα “θολά” λεπτά της ιστορίας, οι ρυθμοί σύντομα γίνονται καταιγιστικοί, δημιουργώντας ένα αστυνομικό θρίλερ με πολλές κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις που είχαν σίγουρα καιρό να δουν οι κινηματογραφικές αίθουσες.


Ωμές σκηνές και ρεαλιστικές ερμηνείες των Javier Gutierrez και Raul Arevalo, συνομιλούν αριστουργηματικά με τη φωτογραφία του Alex Catalán και τα υποβλητικά ηχοχρώματα του Julio de la Rosa, ανεβάζοντας στα ύψη τους καρδιακούς παλμούς. Ωστόσο, οι πολυάριθμοι χαρακτήρες που παρελαύνουν καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ και δύο-τρία σκηνοθετικά ατοπήματα (ή απροσεξίες;) δεν φαίνεται να υπονομεύουν ιδιαίτερα το σπονδυλωτό σάρωμα της αφήγησης, αναγκάζοντας συχνά γροθιές και σαγόνια να σφίγγουν ενστικτωδώς από την αγωνία.


Η ταινία υπήρξε υποψήφια για 16 βραβεία Goya της Ισπανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, από τα οποία απέσπασε συνολικά τα 10 μεταξύ των οποίων εκείνα της καλύτερης ταινίας, της καλύτερης σκηνοθεσίας, του Α’ ανδρικού ρόλου, φωτογραφίας και μουσικής.

Ο Κώστας Ρεούσης είναι καλεσμένος και θα συμμετάσχει στο 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης «Cosmopoética 2015-Poetas del mundo en Córdoba», που διεξάγεται στην Κόρδοβα της Ισπανίας από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 9 Οκτωβρίου 2015. Ο Κώστας Ρεούσης θα απαγγείλει την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, στις 7 το απόγευμα στη σάλα Orive, στο πλαίσιο της ενότητας «La poesía es poesía», μαζί με τους ποιητές Matilde Cabello, Javier Sánchez Menéndez και Cristina Morano. Το φεστιβάλ θεωρείται από τα σημαντικότερα του ισπανόφωνου κόσμου, και μέσα στα δώδεκα χρόνια διεξαγωγής του έχει φιλοξενήσει και παρουσιάσει γνωστούς, λιγότερο γνωστούς και άγνωστους ποιητές από όλο τον κόσμο. Περισσότερες πληροφορίες για το «Cosmopoética 2015» στην επίσημη ιστοσελίδα του φεστιβάλ www.cosmopoetica.es.

Ο Κώστας Ρεούσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία. Συνεργάζεται με τα έντυπα περιοδικά «Κλήδονας» (Αθήνα), «Ο Φαρφουλάς» (Αθήνα), «Straw Dogs magazine» (Λευκωσία), «θράκα-λόγος και να καίει» (Λάρισα) και τη διαδικτυακή επιθεώρηση ποιητικής τέχνης «Ποιείν» (Αθήνα). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην ισπανική και στην ιταλική γλώσσα από τους Mario Domínguez Parra και Crescenzio Sangiglio, αντίστοιχα.
   
ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ
-Χαμαιλέων, Αθήνα, 1995, ²2000-ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου (αριθμημένη έκδοση 500 αντιτύπων, 01-41 αναθεωρημένα με το χέρι και εκ νέου αριθμημένα)
-Feuille Volante Υπερπραγματικής Θρασύτητας, εκδόσεις Τυφλόμυγα, 2008-αριθμημένη έκδοση 230 αντιτύπων
-Ο Κρατήρας του Γέλιου μου, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009-σειρά Λοξή Γραφή 4 (800 αντίτυπα)
-Καρίνα [ποιήματα 1993-1997], εκδόσεις Φαρφουλάς, 2012-σειρά Λοξή Γραφή 10 (500 αντίτυπα)
-Ναρικατέ-μία γυναίκα που δεν υπήρξε, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013-σειρά Λοξή Γραφή 11 (500 αντίτυπα)
-Η Ωδή του Αλεξικέραυνου Κατακεραυνωμένου Ανθρώπου, εκδόσεις Ενδυμίων, Ιούνιος 2014-ψηφιακή πλακέτα εκτός εμπορίου (issuu.com/basilislaliotis/docs/reousis/1)
-Η Ωδή του Αλεξικέραυνου Κατακεραυνωμένου Ανθρώπου, Λευκωσία, Δεκέμβριος 2014-φωτοτυπωμένη πλακέτα εκτός εμπορίου (100 αντίτυπα

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ
-Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, η Κύπρος μετά το ’90, επιμέλεια Βάκης Λοϊζίδης, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2011
-Uva di Cipro, antologia della giovane poesia greco-cipriota, cura e traduzione dal greco di Crescenzio Sangiglio, Joker edizioni, 2014

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ

-Straw Dogs, a multimedia magazine of arts, τχ. 4, Λευκωσία, Φεβρουάριος 2014, μία συνέντευξη με τον Γιάννη Ζελιαναίο, ένα κείμενο του Βασίλη Λαλιώτη και δεκατρία ανέκδοτα ποιήματα του Κώστα Ρεούση


Εκτιμώ πολύ, εδώ και χρόνια, τη δουλειά του Αλέξανδρου Πλωμαρίτη. Ο Αλέξανδρος είναι performance artist, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του είδους στον ελληνικό χώρο και όχι μόνο. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του, όταν το 2014 σκηνοθέτησα την παράσταση Φιλάνθρωπο Όπλο στο Αλατζά Ιμαρέτ της Θεσσαλονίκης, όπου συμμετείχε ως performer. Ανάμεσα στις συνεργασίες του υπάρχουν ονόματα όπως ο Ulay, άλλοτε συνεργάτης της Marina Abramovic, ο Manuel Vason, και άλλοι.

Η τέχνη που αντιπροσωπεύει ο Αλέξανδρος, η performance art, είναι μια παραστατική τέχνη, που διαφοροποιείται από το παραδοσιακό θέατρο, καθώς βασίζεται πριν απ’ όλα στην ενέργεια των σωμάτων και τη δύναμη της παροντικότητας, την άμεση διάδραση με το κοινό. Η νέα performance που ετοιμάζει ο Αλέξανδρος μιλά για τη μνήμη και εμπνέεται από την ιστορία του παππού του, το τατουάζ που ο παππούς Αλέξανδρος έχει χαραγμένο στο χέρι του. Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη και μιλήσαμε γι’ αυτό.

Πώς απέκτησε το τατουάζ ο παππούς σου;

Ο παππούς μου έκανε φαντάρος γύρω στα τρία χρόνια. Τον επηρέασε ότι έχασε έναν αδερφό στον πόλεμο, ο οποίος ήταν ο πιο μικρός, που ήταν να μην πολεμήσει, τελικά πολέμησε και σκοτώθηκε στον πόλεμο. Μετά το χαμό του αδερφού του, λίγο καιρό μετά, επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του, έφτιαξε ένα τατού μόνος του στο χέρι του, απλά με μια βελόνα και μελάνι, έγραψε τα αρχικά του ονόματός του. ΑΒΣ: Αλέξανδρος Βασίλειος Συρόπουλος. Αυτό το τατού με την πάροδο του χρόνου, έγινε γκρι ανοιχτό, στην αρχή ήτανε μαύρο.

Από πού είναι ο παππούς σου; Και τι δουλειά έκανε;

Ο παππούς μου έχει καταγωγή από δω, Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα απ’ τα Βασιλικά. Όταν ήταν νέος δεν ήξερε με τι να ασχοληθεί και συχνά κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στο Καπάνι και στην Ερμού. Εκεί γνώρισε ένα μπαρμπέρη, ο οποίος τον μύησε σε αυτή την τέχνη. Έγινε κουρέας στο μπαμ, μέσα σε ένα βράδυ.  Ήταν τυχερός γιατί το χέρι του δούλευε πολύ γρήγορα το ψαλίδι, κι έτσι δεν χρειάστηκε πολλά μαθήματα. Μέσα σε μια βδομάδα εργαζόταν ήδη

Πώς εξελίχθηκε η δουλειά του;

Με την πάροδο του χρόνου άνοιξε δικό του μπαρμπέρικο, μαζί με ένα συνεργάτη. Το μαγαζί ήταν στο Καπάνι, ήταν πολύ μικρό, σε ένα στενάκι. Ίσα ίσα είχε μια καρέκλα και έναν καθρέφτη. Από πάνω από το κουρείο ήταν ένα οδοντιατρείο, που είχε την ίδια καρέκλα, ίδιου τύπου καρέκλα με το μπαρμπέρικο. Δηλαδή, φαντάζεσαι, και ο οδοντίατρος έλεγε πως ξέρει τι κάνει, αλλά ήταν κάπως χύμα.

Μετά το οδοντιατρείο έγινε μπουρδέλο, μετά έγινε μαγαζί για ξηρούς καρπούς. Έτσι άλλαζαν οι οσμές που μύριζε ο θείος μου, οι ήχοι, όλο το συναίσθημα της δουλειάς του. Παράλληλα ενώ δούλευε μύριζε φιστίκια, παράλληλα ενώ δούλευε άκουγε τις γυναίκες με τους πελάτες τους ή κραυγές από ανθρώπους που τους βγάζουν τα δόντια.

photo:ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΥΡΠΙΛΗ


Πες μου για την επικείμενη συνεργασία σου με τον Γιάννη Σταμενίτη.

Το Φεβρουάριο σκοπεύω να κάνω μια έκθεση στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, με τον εικαστικό Γιάννη Σταμενίτη, ο οποίος χρόνια χρησιμοποιεί ως θέμα στη δουλειά του τη μνήμη και τις αναμνήσεις. Ο Γιάννης Σταμενίτης θα εκθέσει έργα κι εγώ παράλληλα θα κάνω ένα performance για τη μνήμη.

Πώς θα αξιοποιήσεις τις μνήμες του παππού σου;

Θέλω να συνδέσω τις αναμνήσεις του παππού μου, από το Καπάνι, με τις δικές μου αναμνήσεις από την πόλη, και θέλω να διερευνήσω πώς η μνήμη του παππού μου επηρεάζει τη δική μου, ώστε να φτιάξω μια νέα μνήμη, μια καινούργια ανάμνηση.

Θα χρησιμοποιήσω δηλαδή τις ιστορίες του και θα μαγνητοσκοπήσω το χέρι του, το σημείο με το τατουάζ. Την ώρα της performance θα χτυπήσω εκείνη τη στιγμή, live, με μελάνι και βελόνα τα αρχικά του δικού μου ονόματος, στο αριστερό μου χέρι. Όλο αυτό είναι μια έρευνα για την οικογένεια, τη σχέση του ανθρώπου με τους συγγενείς του.

Τα έργα σου είναι κυρίως κοινωνικοπολιτικά. Αυτή είναι η δεύτερη performance που κάνεις με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η πρώτη λέγονταν 18.10.81 και μιλούσε για τη γέννησή σου.

Ναι. Τη μέρα που γεννήθηκα έβγαινε πρωθυπουργός ο Ανδρέας Παπανδρέου. Η μάνα μου γεννούσε σπίτι με μαμή, γιατί δεν ήθελε να πάει στο νοσοκομείο. Ο πατέρας μου πήγαινε κάθε τόσο στο μπιλιαρδάδικο του Μητσάρα για να μάθει τα αποτελέσματα κι όταν γύρισε είχα γεννηθεί. Είπε στη μάνα μου να με βγάλουν Ανδρέα. Αλλά εκείνη είπε όχι, θα βγει Αλέξανδρος, το όνομα του παππού μου. Όλα αυτά είναι στοιχεία που αξιοποίησα στη σχετική performance.

Πόσο σημαντική είναι η αυτοβιογραφία;

Τώρα με την performance για τη μνήμη και τον παππού μου, συνεχίζω την ίδια έρευνα, που ξεκίνησα με την performance για τη γέννησή μου. Εδώ ο στόχος είναι προσωπικός, έχει σημασία για μένα ως άνθρωπο. Κάθε καλλιτέχνης πρέπει, κάθε τόσο, να επιστρέφει στις ρίζες του.





Robert Frank
Charles Bukowski

Σφοδρός Έρωτας

μικρό μελαχρινό κορίτσι με
μάτια γεμάτα καλοσύνη
όταν έρθει η ώρα να
αρπάξεις το μαχαίρι
δε θα τραβηχτώ 
δε θα σου ρίξω
φταίξιμο,
καθώς οδηγώ μονάχος πλάι στην ακτή
ενώ οι φοίνικες κυματίζουν,
φοίνικες παράταιρα φορτωμένοι,
και οι ζωντανοί δεν έρχονται
οι πεθαμένοι δε φεύγουν,
δε θα σου ρίξω φταίξιμο,
αντί γι’ αυτό
θα θυμηθώ τα φιλιά
τα χείλη μας ματωμένα από έρωτα
και πως μου έδωσες
όλα όσα είχες
και πως σου πρόσφερα όλα όσα
απομείναν από μένα,
και θα θυμάμαι το μικρό σου δωμάτιο
την αίσθηση σου
το φως στο παράθυρό σου
τους δίσκους σου
τα βιβλία σου
τον πρωινό μας καφέ
τα μεσημέρια μας τα βράδια μας
τα σώματά μας να ξεχειλίζουν
ενώ κοιμόμασταν
το ανεπαίσθητο τίναγμα
στη στιγμή και παντοτινά
το πόδι σου το πόδι μου
το χέρι σου το χέρι μου
το χαμόγελό σου και τη
ζεστασιά σου
που μ’ έκαναν να γελάω 
ξανά.
μικρό μελαχρινό κορίτσι με μάτια 
γεμάτα καλοσύνη
δεν κρατάς μαχαίρι, το μαχαίρι
είναι δικό μου και δεν θα το καρφώσω
ακόμα.


Μετάφραση: Κώστας Παπαθανασίου

 (από τη συλλογή «Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την κόλαση»)


Ξεκλείδωσε την εξώπορτα του πατρικού του ιδρωμένος. Την έκλεισε με κλοτσιά. Όρμησε στη σκάλα τρέχοντας. Κλείστηκε στο δωμάτιο των γονιών του. Στάθηκε απέναντι απ’ τον καθρέφτη λαχανιασμένος. Στο ένα χέρι το μπουκάλι με τη βενζίνη. Στο άλλο, αναπτήρας. Παρατήρησε τα δάχτυλά του: λεπτά, μακριά με φαγωμένα νύχια. «Κοριτσίστικα» έλεγε γελώντας η μάνα του κι ο πατέρας του νευρίαζε. Έλεγξε το είδωλό του. Σώμα ψηλό και βαρύ. Πρόσωπο χλωμό και γένια γκρίζα. Μάτια χωμένα σε μαύρους κύκλους. Άφησε το μπουκάλι και τον αναπτήρα κάτω. Έκανε μεταβολή. Το βλέμμα του πάγωσε στις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες στο κομοδίνο της μάνας του. Τις γύρισε μπρούμυτα. Να μην τον βλέπει. Ξαναστράφηκε στον καθρέφτη. Έσφιξε το λαιμό του, πιέζοντας με τους αντίχειρες το μήλο του Αδάμ. Άρχισε να βήχει. Σταμάτησε ξερνώντας σάλια. Έβγαλε τα γυαλιά του. Δεν είχε ποτέ μυωπία. Αύξαναν την απόσταση από τον κόσμο που τον μισούσε. Ξερίζωσε τα κουμπιά του παλτού του, το πέταξε στο κρεβάτι. Το πουλόβερ του, γεμάτο κεντίδια –άλλο ένα γελοίο δώρο της μάνας του. Έψαχνε για ψαλίδι αλλά δεν ήξερε πού να το βρει. Έπιασε τα κλειδιά του. Κάθισε οκλαδόν κι άρχισε να μαδάει το πουλόβερ γελώντας. Θυμήθηκε τον εφιάλτη που τον στοίχειωνε από παιδί: περπατούσε μέχρι που πονούσαν οι πατούσες του και τότε καταλάβαινε ότι ήταν ξυπόλητος. Έβγαλε τα παπούτσια του. Τα μάτια του δυο ματωμένες λίμνες. Έβγαλε το λευκό μακό του. Οι μύξες και τα δάκρυα γυάλιζαν πάνω στο άτριχο στήθος του.

           
        Σηκώθηκε όρθιος. Κατέβασε αργά το τζιν παντελόνι με την τσάκιση. Η μάνα του τα σιδέρωνε έτσι και συνέχισε το χούι της. Η μάνα του. Που πέθανε. Πριν έξι μήνες. Γιατί δεν άντεξε να ζει χήρα με μια αδελφάρα δίπλα της, είπε. Τεντώθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Ρούφηξε την κοιλιά του. Κατέβασε και το σλιπ. Έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του. Κρυφοκοιτώντας την αντανάκλαση του σώματός του μέσα απ’ τα λιγνά δάχτυλά του. Κοιτώντας το σχεδόν γυναικείο σώμα του, όπως του έλεγε η μάνα του. Αγκαλιάστηκε με τα χέρια στις ωμοπλάτες. Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να χαϊδεύεται, ύστερα να τσιμπιέται, στις ρώγες, στους γοφούς, στα αρχίδια. Άγρια. Έβλεπε το πλαδαρό σώμα του να κουνιέται, να κοκκινίζει. Άρχισε να λικνίζεται. Έπιασε τον πούτσο του. Τραβούσε μαλακία κοιτώντας με γουρλωμένα μάτια το σώμα του. Κόλλησε το κούτελο στον καθρέφτη να δροσιστεί. Τον θόλωσε απ’ το λαχάνιασμα. Πάνω στο χύσιμο ούρλιαξε. Το ουρλιαχτό γύρισε σε λυγμό καθώς το σιντριβάνι έπεφτε πάνω στο μαξιλάρι της μάνας του. Ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι της με χέρια και πόδια ανοιχτά. Έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι για ώρα. Σηκώθηκε ήρεμος. Ξανάστησε τις φωτογραφίες στο κομοδίνο της. Φόρεσε τη ρόμπα της, εκείνη την κλαρωτή με το κορδόνι αντί για ζώνη. Έπιασε το μπουκάλι με τη βενζίνη και τον αναπτήρα.


-

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Λίνος Μαύρου είναι Κύπριος και παίζει συχνά με βενζίνη κι αναπτήρα καθώς και άλλες πιθανότητες.


ΕΤΕΡΩΝΥΜΑ 

κατά σειρά εμφάνισης στο τεύχος
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ 

αλφαβητικά

ΠΥΡΟΒΑΣΙΕΣ ποίηση 

ΠΥΡΡΩΝ Ο ΥΣΤΕΡΟΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΥΙΩΤΗ
ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΑΚΗΝΟΣ
ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΧΕΚΤΟΡ ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝ ΜΠΑΓΚΛ
ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
LENKA ROMANOVA
ΝΙΚΟΣ ΒΟΥΤΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΕΝΣΑΣ
ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ
ΟΞΥΟΣ ΝΤΑΒΙΝΤΣΙ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΤΖΑΡΙΑΣ
ΕΦΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΗ
ΣΟΥΛΗΣ ΤΣΑΚΜΑΚΙΔΗΣ
ΣΤΑΘΗΣ ΙΝΤΖΕΣ
ΒΙΤΟΡΙΟΣ ΝΙ
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ
ΛΕΑΝΤΡΟ ΠΟΛΕΝ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΥΡΙΑΖΑΚΗΣ
ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΜΑΥΡΟΠΕΤΡΗΣ
ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΛΥΜΠΕΡΗ
ΒΛΑΣΗΣ ΨΩΜΑΣ
ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ
ΕΥΗ ΕΙΡΙΩΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ
PIERRE MENARD
ΝΙΚΟΣ ΜΙΧΑΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΗΜΟΥΛΗΣ
ΜΑΡΙΟΣ ΜΩΡΟΣ
ΕΛΠΗΝΩΡ Ο. ΟΜΗΡΟΥ
ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ
ΠΟΝΤΙΦΙΚΑΣ
ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ
ΣΥΜΕΩΝ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ
ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ
ΠΩΛ ΝΤΕ ΠΑΓΙΕΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ
BRENTHIS RAMANTHIS
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΤΥΡΤΑΙΟΣ
ΑΝΤΩΝΗΣ ΨΑΛΤΗΣ
Ε. ΞΑΝΘΗΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΥΑΡΗΣ

ΠΥΡΟΒΑΣΙΕΣ διήγημα 

IAN WICKER
ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΕΛΛΗ
ΛΙΝΟΣ ΜΑΥΡΟΣ
ΘΑΝΟΣ ΓΩΓΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΡΑΔΙΚΗΣ
ΠΑΝΟΣ ΖΩΗΣ
ΝΑΝΣΥ ΛΕΣΚΑ
ΜΠΕΛΙΚΑ ΚΟΥΜΠΑΡΕΛΗ
ΓΑΛΗΝΗ ΚΑΤΜΑΝΤΟΥ
ΕΛΕΝΗ ΚΟΥΦΟΓΙΑΝΝΗ
ΙΡΙΣ ΤΥΦΛΩΣΟΥΡΤΗ
ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΤΑΛΟΥΣΗΣ
ΤΕΡΗΣ ΧΙΟΝΙΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ-ΡΟΔΑΝΔΗ ΣΚΟΥΝΑΚΗ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΗ
ΧΑΡΑ ΣΙΩΜΟΥ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΒΒΟΥΝΙΔΗΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΨΑΡΡΑ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA