Ανακοινώθηκαν οι Μικρές Λίστες των λογοτεχνικών βραβείων του "αναγνώστη": Τρεις υποψηφιότητες για τη "Θράκα"

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Bertolt Brecht, Ποιήματα

«7» του Ζαχαρία Στουφή: Οι αυτοκτονικές τάσεις στην ποίηση του Στέφανου Μαρτζώκη (1855-1913)


ΣΤΑΣΙΜΟ

Σηκώθηκε, με το ισχνό της άκρο πάτησε στο πάτωμα,
Όπως η βελόνα του διαβήτη πατά στο χαρτί,
Προσπάθησε να υψωθεί στο μηδενικό του ήλιου
Αλλά δεν έβρισκε χέρι να τη μετεωρίσει.
θυμήθηκε ένα παράξενο ποίημα,
με τίτλο,  Στάσιμο. Πήγαινε ως εξής:
Η Ιοκάστη στοίχειωνε τα μάτια του,
Η μήτρα της, ένα μακάβριο ενυδρείο,
Το στόμα της, αινιγματικό, άλικο.
Τον τρόμαζε η οικειότητα
και το κομμένο του πλευρό.
Ύστερα εκείνη η ανάμνηση.
Ο μυχός της, στα χείλη του.



ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ ΣΕ ΜΠΛΕ

Μπλε όστρακο βυζαντινό το μέτωπο
από τη μελάνη,
τα δάχτυλα στάζουν
σε ύφεση
βαθύ Ειρηνικό.
Με μελαγχολεί η αντίστιξη
των  σωμάτων
που αλμυρίζονται
στο φως ----όλα, σε μοναξιά μείζονα.



ΓΥΜΝΑ

1
Παντού εσύ.
Συνημμένη στο υποκείμενο του έρωτα
με ένα γυμνό πυρηνικό.
Και μέσα του, βαθιά, ο άξονας
του μαχαιριού.


2
Γεννημένη
στον αστερισμό του Κυνός
με μια λευκότητα μονάχα.
Ο στήμονας του Μινώταυρου.
Σε διεκδικεί.


3
Χτύπησες, με μίσος, τη σφαγίτιδα
του ήλιου .Φύγε. Θα σε σπαράξουν τα χρυσάνθεμα.



Σ Μ

Μαγευόταν από τους δίκοπους
ανθρώπους,
όπως και να τους άγγιζε
μάτωνε τα χέρια του,
Έδινε μαχαίρι και έπαιρνε, πίσω, μαχαίρι.
Έβρισκε παντού τις άδειες επιδερμίδες τους-----
στο ελάχιστο της γης----- στα λίκνα των νηπίων
και στα φωτόνια.
Η ζωή του μέσα στις ζωές τους,
ένας ασήμαντος εγκιβωτισμός.
Ένα θαμιστικό
σώμα.



Η   Κατερίνα   Λιαράκου   γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα.
Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας  και  Αρχαιολογίας.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός.


Κάθε παράσταση του είναι αισθητικό γεγονός.Οι σκηνικές του συνθέσεις είναι μεγαλειώδεις,αποτελούν μια σύνθεση ήχων,εικόνων,φωτός υψηλής δραματικής  έντασης οπου οι λέξεις είναι ελάχιστες, θα λέγαμε στοιχειώδεις.Με σπουδές σκηνογραφίας στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Μπολόνια το 1981,ο Ρομέο Καστελούτσι ίδρυσε μαζί με τον Paolo Guidi την εταιρεία θεάτρου “Societas Raffaello Sanzio”.Η ομάδα έχοντας σπουδάσει ζωγραφική και όχι θέατρο,αντλεί το υλικό της από την πρώιμη Αναγέννηση,αλλά και την αφηρημένη τέχνη.Με πρωτοποριακές θεατρικές φόρμες,δημιουργεί μια νέα θεατρική σκηνική γλώσσα που δεν στηρίζεται στην κλασική αφήγηση και στους καθιερωμένους θεατρικούς κώδικες.Ο λόγος λοιπόν,για τον αρχιτέκτονα,ζωγράφο,σκηνογράφο,περφόρμερ και σκηνοθέτη  Ρομέο Καστελούτσι.
   «Ανοίγουμε μια τρύπα στην αφηγηματική τάξη του κόσμου,κατεβαίνουμε μέσα της και είναι εκεί,στη σκοτεινή πίσω πλευρά των λέξεων,στο εσωτερικό του καθρέφτη,στο μέρος εκείνο που δεν μπορεί να ιδωθεί,που υπερβαίνουμε τη φύση με το να την μιμούμαστε»
   Το θέατρο του Καστελούτσι είναι εικονοκλαστικό.Οχι ενα θέατρο  εικόνων,αλλά ένα θέατρο που αναιρεί τις ήδη υπάρχουσες εικόνες,τις θρυμματίζει και ανασυνθέτει νέες, καινούργιες,μοναδικές.Η εικόνα προβάλλεται ως εργαλείο,ως γέφυρα,ως κλειδί ενός άλλου κόσμου.Ο θεατής προκαλείται να τις διασχίσει κάθετα,να βρεθεί από την άλλη πλευρά,εκείνη της σκιάς και να αποκρυπτογραφήσει το κρυπτικό νόημα τους.Το θέατρο της ομάδας  Societas Raffaello  Sanzio είναι οντολογικό,με έμφαση στη σωματικότητα και επιρροές  από τούς   Αντονέν Αρτό,Γέρζι Γκροτόφσκι,Εντουαρτντ Γκόρντον Κρέιγκ.Δεν είναι θέατρο χαρακτήρων.Ολες οι ανθρώπινες μορφές είναι σωματικές οντότητες που πλάθουν μαζί με τους ήχους,το φωτισμό,τις εικόνες,τα σκηνικά αντικείμενα,τις λέξεις,ένα δαιμονικό σύμπαν που επανέρχεται με διαφορετικά σχήματα και εμμονική συχνότητα μπροστά στα μάτια μας,δίνοντας μια θεολογική και μεταφυσική διάσταση στο θεατρικό γεγονός.
    Η παράσταση “ Go down,Moses” είναι η τρίτη θεατρική δημιουργία του Ρομέο Καστελούτσι και των Societas Raffaello Sanzio που φιλοξενείται στο Φεστιβάλ Αθηνών.Το 2009 το αθηναϊκό κοινό,είχε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο του σκηνοθέτη, μέσα από μια παράσταση βασισμένη στην Θεία Κωμωδία Του Δάντη(Κόλαση-Καθαρτήριο-Παράδεισος) και το 2011 οι Societas επανήρθαν με την παράσταση «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού».
    Στο “Go down, Moses”,η βιβλική μορφή του Μωυσή γίνεται η αφορμή για να επιχειρήσει ο σκηνοθέτης μια κατάβαση στο σκοτεινό σπήλαιο της αρχής του κόσμου,στην μήτρα και για να ψηλαφήσει στη συνέχεια την δίοδο γυμνός και φοβισμένος, βρίσκοντας την έξοδό του σε ένα περιβάλλον άγνωστο και απρόβλεπτο.Ο τίτλος της παράστασης παραπέμπει στο νέγρικο spiritual των Αμερικανών δούλων που προφητικά σήμαινε την δική τους έξοδο από την δουλεία και επιστροφή τους στην ελευθερία. Ο Μωυσής δεν εμφανίζεται στη σκηνή. Ακούμε για αυτόν μέσα από την αφήγηση μιας γυναίκας. Η γυναίκα αφήνει το μωρό της(σε ένα κάδο από σκουπίδια)και μας εξηγεί ότι χρειαζόμαστε έναν άλλο Μωυσή και μια άλλη συμφωνία με τον Θεό.Η γυναίκα εγκαταλείπει το μωρό της για να το σώσει και να μας σώσει.
    Η παράσταση που είδαμε,ήταν μια σκηνική σύνθεση πέντε εικόνων.Ενας μακρόστενος με ολοένα αυξανόμενη περιστροφική ταχύτητα κύλινδρος-λαιμητόμος συνθλίβει κεφάλια που πέφτουν από ψηλά,ενώ ενας σκληρός υψίσυχνος βιομηχανικός ήχος που κατακλύζει σκηνή και πλατεία,μας δημιουργεί την αίσθηση μιας απειλητικής ατμόσφαιρας.Η γέννα στο πάτωμα μιάς τουαλέτας,δοσμένη με ρεαλιστική ωμότητα,σκηνή μεγάλης διάρκειας,φορτίζει ιδιαίτερα την σκηνική εικόνα, διασπείροντας τους πόνους του τοκετού και τους  σπασμούς της γέννας στην πλατεία. Στην επόμενη εικονοποιία, παρακολουθούμε μια τυπική ανάκριση. Η μητέρα της προηγούμενης σκηνής,εχει μεταφερθεί και ανακρίνεται με σκοπό να αποκαλύψει πού ακριβώς εγκατέλειψε το νεογέννητο μωρό της.  Από τις ελάχιστες λέξεις που προφέρει,καταλαβαίνουμε  ότι η εγκατάλειψη ηταν μια πράξη αναγκαία,μια πράξη εξόδου από την σκλαβιά.Στην συνέχεια,τα σώματα των ηθοποιών μέσα σε ένα σπήλαιο-μήτρα, δημιουργούν ένα υπέροχο ταμπλώ βιβάν προιστορικής θεματολογίας,ένα εικαστικό γεγονός σχεδόν αναγεννησιακής ζωγραφικής,εκπέμποντας το sos της ανθρώπινης ύπαρξης.Εχοντας οδηγηθεί στην πέμπτη και τελευταία εικόνα,θα μας αποκαλυφθεί ένας αξονικός τομογράφος-μια άλλη μήτρα-κάψουλα χρόνου,που θα μας επαναφέρει στο σήμερα.
   Η παράσταση του Καστελούτσι,εγγράφεται ως  προφητεία για την εποχή μας.Συνιστά μια θεατρική πράξη,που αναμοχλεύει τα όρια της ανθρώπινης συνείδησης,στρέφει το βλέμμα σε εκείνη την μοναχική διαδρομή του καθένα μας από το σκοτάδι στο φώς,προσκαλώντας μας να επαναπροσδιορίσουμε την ατομική μας διαδρομή αλλά και την σύνολη αντίληψή μας για την υπαρξιακή πορεία του πολιτισμού  μας.


 Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Κοστούμια – Φωτισμοί: Romeo Castellucci
Μουσική: Scott Gibbons
Κείμενα: Claudia Castellucci, Romeo Castellucci
Ερμηνεύουν: Rascia Darwish, Gloria Dorliguzzo, Luca Nava, Stefano Questorio, Sergio Scarlatella
Εκτέλεση παραγωγής: Socìetas Raffaello Sanzio

Η παράσταση παρουσιάστηκε 28-30 Ιουνίου στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.





Τ’ αμάξια

Μη βλέπετε τις νεκροφόρες
τ’ αμάξια μας προτιμούν με την ψυχή μας
σε σκοτεινές γωνιές μ’ ένα κορίτσι
μ’ ένα αγόρι μόνους μας
αναζητάνε εκείνη τη θλίψη
κι αν βρεθούμε κανένα βράδυ μαχαιρωμένοι
παίρνουνε τον κατήφορο
κι ούτε που λένε
σ’ άνθρωπο καλημέρα πια


Συνάντηση

Τρυφερές πιστολιές απ’ τα παλιά
ένα πελώριο στόμα
έβγαζε στρατιώτες
στον κήπο
Μ’ έσφιξες
ο χυμός σαν ψέμα
βρήκε τη θάλασσα
σ’ έν’ άλλο ποτήρι
από το μέσα ασήμι
ερχόταν αργά
η άνοιξη



Γλυκός και δίκαιος θάνατος*

Κυρτωμένες δυάδες, σαν αρχαίοι ζητιάνοι κάτω από σακιά,
Στραβοπόδηδες, βήχουμε όπως οι παλιόγριες, καταραμένοι εμείς
μέσα στη λάσπη
Κι όσο για τις φωτοβολίδες που μας κυνηγούν, τους γυρίσαμε την πλάτη
Μέχρι ν’ απομακρυνθούμε οι περισσότεροι βαδίζουμε με κόπο.
Οι άνδρες προχωρούν άυπνοι. Πολλοί έχασαν τις μπότες τους,
Κινούνται αργά, αίμα παπουτσωμένο ! Όλοι σχεδόν κουτσοί ! Όλοι τυφλοί !
Μεθυσμένοι από την κούραση. Κωφοί ακόμα και στα σφυρίγματα,
Εξαντλημένοι, ξεπεράσαμε κατά πολύ το ωράριο 5-9 παραπεταμένο κι αυτό.
Αέριο ! Αέριο ! Γρήγορα, αγόρια ! – Η έκσταση της αφής
Να τοποθετήσεις τα αστεία κράνη ακριβώς στην ώρα.
Ένας μόνο φώναζε ακόμα τόσο δυνατά και σκόνταφτε
Και παράδερνε σα να βρισκόταν σε φωτιά ή ασβέστη
Σκοτεινός μέσα σε ομιχλώδεις υαλοπίνακες και λεπτά πράσινα φώτα
Σαν κάτω από μια πράσινη θάλασσα, τον είδα να πνίγεται.
Σε όλα μου τα όνειρα πριν από την ανήμπορη όραση,
Αυτός καταδύεται μέσα μου, καίγεται, στραγγαλίζεται, πνίγεται.
Αν σε κάποιο από τα πνιγμένα όνειρα, μπορέσεις να βρεις ρυθμό,
Πίσω από το βαγόνι που τον πετάξαμε
Κοιτώντας τα λευκά του μάτια να σφαδάζουν μες το πρόσωπο,
Το πρόσωπο να κρέμεται όπως ο διάβολος άρρωστος από αμαρτία,
Αν μπορείς ν’ ακούσεις σε κάθε τράνταγμα το αίμα
Να έρχεται γάργαρο προς τα πάνω αφού κατέστρεψε τους πνεύμονες
Αισχρό σαν καρκίνος, πικρό σαν τροφή,
Χυδαία, ανίατη πληγή σε αθώες γλώσσες,
Φίλε μου, δεν θα πεις με τόση ζέση
Σε ενθουσιώδη παιδιά κάποιας απελπισμένης δόξας
Το παλαιό Ψέμα : Γλυκός και δίκαιος ο θάνατος*
Για την πατρίδα.


Η παραβολή του γέρου και του νέου

Έτσι ο Αβραάμ σηκώθηκε, έσκισε το ξύλο και πήγε,
Και πήρε μαζί του τη φωτιά, κι ένα μαχαίρι.
Μόλις έμειναν οι δύο τους,
Ο Ισαάκ ο πρωτότοκος πήρε το λόγο και είπε, Πατέρα μου,
Ιδού οι προετοιμασίες, φωτιά και σίδερο,
Όμως πού βρίσκεται το αρνί του ολοκαυτώματος-θυσίας;
Τότε ο Αβραάμ έδεσε τον νεαρό με ζώνες και ιμάντες
Και έκτισε παραπετάσματα και τάφρους εκεί,
Και άπλωσε το μαχαίρι να φονεύσει τον γιο του.
Τι στο καλό ! Άγγελος έξω από τον ουρανό του φώναξε,
Λέγοντας, Δεν θ’ απλώσεις χέρι στο παιδί,
Ούτε θα κάνεις κάτι άλλο. Ιδού,
Ένα κριάρι, πιάστηκε στο δάσος από τα κέρατά του.
Θυσίασε το Κριάρι της Περηφάνιας αντί γι’ αυτόν.

Αλλά ο γέρος δεν έπραξε κατ’ αυτό τον τρόπο, κατέσφαξε τον γιο του,
Και τον μισό από τον σπόρο της Ευρώπης, έναν προς έναν. 

 ***

Dulce et decorum est *

Bent double, like old beggars under sacks,
Knock-kneed, coughing like hags, we cursed through sludge,
Till on the haunting flares we turned our backs
And towards our distant rest began to trudge.
Men marched asleep. Many had lost their boots
But limped on, blood-shod. All went lame; all blind;
Drunk with fatigue; deaf even to the hoots
Of tired, outstripped Five-Nines that dropped behind.
Gas! Gas! Quick, boys! – An ecstasy of fumbling,
Fitting the clumsy helmets just in time;
But someone still was yelling out and stumbling,
And flound’ring like a man in fire or lime …
Dim, through the misty panes and thick green light,
As under a green sea, I saw him drowning.
In all my dreams, before my helpless sight,
He plunges at me, guttering, choking, drowning.
If in some smothering dreams you too could pace
Behind the wagon that we flung him in,
And watch the white eyes writhing in his face,
His hanging face, like a devil’s sick of sin;
If you could hear, at every jolt, the blood
Come gargling from the froth-corrupted lungs,
Obscene as cancer, bitter as the cud
Of vile, incurable sores on innocent tongues,
My friend, you would not tell with such high zest
To children ardent for some desperate glory,
The old Lie: Dulce et Decorum est
Pro patria mori.


*η πλήρης φράση είναι παρμένη από τις Ωδές του Οράτιου (III.2.13) και είναι αυτή που ολοκληρώνει και το ποίημα (Dulce et decorum est pro patria mori = Γλυκός και δίκαιος ο θάνατος για την πατρίδα)
 

Parable of the old man and the young

So Abram rose, and clave the wood, and went,
And took the fire with him, and a knife.
And as they sojourned both of them together,
Isaac the first-born spake and said, My Father,
Behold the preparations, fire and iron,
But where the lamb for this burnt-offering?
Then Abram bound the youth with belts and straps,
And builded parapets and trenches there,
And stretched forth the knife to slay his son.
When lo! An angel called him out of heaven,
Saying, Lay not thy hand upon the lad,
Neither do anything to him. Behold,
A ram, caught in a thicket by its horns;
Offer the Ram of Pride instead of him.

But the old man would not so, but slew his son,
And half the seed of Europe, one by one.

***
Ο Βίλφρεντ Όουεν υπήρξε Βρετανός ποιητής και στρατιώτης. Πρόκειται για έναν από τους πιο εμβληματικούς ποιητές του Α΄ Παγκοσμίου. Σκοτώθηκε στο πεδίο στις 4 Νοεμβρίου του 1918, μια εβδομάδα πριν να υπογραφεί η Ανακωχή (Συνθήκη) με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.



«Άντε χάσου ρε αποτυχημένε σε βαρέθηκα , βαρέθηκα τη μιζέρια σου, είχε δίκιο ο πατέρας μου, δεν έπρεπε ποτέ να σε παντρευτώ» — «Σε παρακαλώ μη φεύγεις, μη με αφήνεις σε έχω ανάγκη, μείνε, κράτα με κοντά σου» — «Ναι αλλά εγώ δε σε έχω καμία ανάγκη και σε βαρέθηκα παλιομεθύστακα, μαζεύω τα πράγματα μου και αντίο» Το φερμουάρ της βαλίτσας, ο επαναλαμβανόμενος ήχος από τα τακούνια της καθώς και το δυνατό κλείσιμο της πόρτας συνόδευσαν τη φυγή της.
Ήταν μήνες που ο πάλε διάσημος γλύπτης δεν είχε φτιάξει κανένα καλό έργο και δε μπορούσε να αντεπεξέλθει στα έξοδα του σπιτιού. Τα βράδια δεν είχε ύπνο διανυκτερεύανε — βλέπεις — οι τύψεις που σαν κάμπιες από πεύκο πέφτανε στο διάβα του θυμίζοντας τις λάθος επιλογές του. Μόνος εχθρός η πέτρα και τα χέρια του που τόσο σωτήρια φάνηκαν στην ανθρωπότητα, πάνω του φάνταζαν σπασμένα κλαριά.  
Κατέβηκε στο κελάρι να βάλει κρασί. Όλο το βράδυ έπινε και κάπνιζε. Κοίταζε το φεγγάρι που ήτανε θολό και λαβωμένο, έμοιαζε τόσο με της ψυχής του τα πυογόνα ηφαίστεια. Τα μάτια του κλείσανε βαριά, κλειδώνοντας τις άσχημες μνήμες της μέρας ΄κείνης στου ύπνου το δώμα.
Οι ηλιαχτίδες ή αλλιώς οι λεγόμενες και ιππόκαμποι του ουρανού, αγκιστρωμένες στη γη σέρνανε το άρμα του ήλιου, αποθεώνοντας τον ανατολικά. Με στωικότητα δέχθηκε το γεγονός και άρχισε το μέλλον του να πλάθει. Έβαλε κρασί να πιει παρόλη τη σκοτεινάγρα που τύλιγε σα πάχνη το κεφάλι του. Κοίταζε την πέτρα σα να τη μισούσε, ήθελε να της ρίξει μια γροθιά μα φοβόταν τη μνήμη της και το κακό που θα έκανε στο χέρι του. Το πρόβλημα όλο ήταν ο εαυτός του, οι σκέψεις του σύννεφα που είχανε χάσει την πυξίδα και περιφέρονταν τρελλά, παραδομένα στου Αιόλου τους ασκούς. Τόσες πέτρες γύρω του μα καμιά της Λυδίας. Ήθελε να αφήσει ένα έργο πίσω του ικανό ώστε να μπολιάσει τη ζωή του με αθανασία.
Ήταν στο μπάνιο και ξυριζότανε μπροστά στο είδωλο του όταν του ήρθε μια ιδέα. Ναι! Είχε βρει τι να κάνει, θα έφτιαχνε την προτομή του. Πήρε ένα καθρέπτη τον έβαλε δίπλα στην πέτρα και άρχισε με σύμμαχο μια μποτίλια με κόκκινο μεθυστικό υγρό να σμιλεύει την πέτρα.
Τα πρωινά ξυπνούσε δίπλα στην πέτρα απορώντας αν ήταν τα δικά του χέρια που ιδρώνανε πάνω της. Δε θυμόταν τίποτα, με ρίγος στο στομάχι και μια αλκοολική ανάσα σερνότανε ψάχνοντας για την επόμενη κόκκινη μποτίλια που θα του χάριζε απλόχερα — νόμιζε —  τη λησμονιά.
Όσο περισσότερο πλησίαζε στο τέλος του έργου, τόσο το είδωλο του θάμπωνε και με δυσκολία πια μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπο του, τα χείλη σπαρτάρισαν μια φράση αγανάκτησης «Αϊ στα κομμάτια», έδωσε μια σπρωξιά στο κάτοπτρο κι αυτό πιστό υπάκουσε. Η προτομή του ήτανε έτοιμη, ένα ακριβές αντίγραφο και κάτι παραπάνω. Έπεσε άδειος και εξαντλημένος από του πιοτού τη ζάλη, μα ευχαριστημένος για το έργο που μόλις είχε αποτελειώσει.
Το επόμενο πρωινό ξύπνησε βίαια από πόνους στο στομάχι του. Με στεναγμό πλημμύρισαν τα χείλη του, οι πύλες της μνήμης άνοιξαν χύνοντας ορδές κοράκων με ματωμένα ράμφη. Οι κόκκοι στην κλεψύδρα του τελείωναν, σίμωνε η ώρα η στερνή, του λυτρωμού η φέξη. Τα τύμπανα χωρίς αχό, φυρό το σώμα, χρόνος νωθρός.      
Άκουσε χτύπους στην πόρτα και πήγε να ανοίξει. Αυτό που αντίκρισε τον άφησε με το σαγόνι κρεμασμένο, ένας κλόουν, τι δουλειά είχε ένας κλόουν με άσπρη φάτσα, παρδαλά ρούχα και κόκκινη μύτη στο σπίτι του. Ο παλιάτσος τον κοίταζε ακίνητος και τρομαγμένος. Από πίσω ακουγότανε ένας άλλος κλόουν που έψαχνε τον πρώτο «Πάμπλο Πάμπλο που έμπλεξες πάλι;». Ο δεύτερος παλιάτσος πήρε μια βαθιά ανάσα τρομαγμένος. «Δεν έχει… » —  «Πρόσωπο» — «Φίλε είσαι σε άσχημη θέση έλα να σε βάψουμε λίγο, να σου φτιάξουμε ένα πρόσωπο βρε αδερφέ και να έρθεις μαζί μας»      
Πριν καλά καλά προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς γινότανε του είχανε ήδη φορέσει μεγάλα παπούτσια και παλιά ρούχα με μπαλώματα. Του δώσανε μια σπρωξιά φιλικά στον ώμο, του πατήσανε καλά τον πίλο στο κεφάλι μην τον πάρει ο αέρας και του είπανε «Εμπρός παλιάτσο για την τελευταία σου παράσταση», «Αβάντι μαέστρο» είπε ο ένας στον άλλο. Ένα ντέφι και ένα φλάουτο ακομπανιάρισαν το φευγιό τους.   
Έπαψε να ορίζει ο ίδιος τις κινήσεις του και σπάγκοι κρεμασμένοι από του ουρανού τα τούλια, καθοδηγούσανε τα βήματα τους. Ένας μικρός θίασος μέσα στην πόλη, που κατευθυνότανε προς τη γέφυρα. Ποια γέφυρα είναι αυτή που πρέπει να περάσει; Ποιο όνειρο είναι αυτό και θέλει να ξυπνήσει;
Φθάνοντας εκεί τους περίμενε ένας άλλος κλόουν με βλέμμα αυστηρό και ένα φρύδι σαν κεραυνός που εκτεινόταν από το μάτι μέχρι τους κροτάφους. Χωρίς να βγάλει μιλιά του δείχνει με το χέρι τεντωμένο το δρόμο, που μόνος πρέπει να βαδίσει. Από μια πολεμίστρα του κάστρου πρόβαλλε μια σάλπιγγα — η πέμπτη στη σειρά  — και ακούστηκε ένας ήχος αλγεινός. Οι παλιάτσοι τον κοιτούν με βλέμματα άδεια.
Πάνω στο γιοφύρι λοιπόν. Περπατάει λες και είναι σχοινοβάτης. Γυρίζει τους κοιτάει, το βλέμμα του γίνεται πράσινο, μυρμηγκιάζει, κονιορτοποιείται. Ένα σμήνος από ακρίδες βγαίνει από τα ρούχα του που πέφτουν κάτω άψυχα. Ένα τρένο έφθασε στο σταθμό στολισμένο με λουλούδια…


Ο «Εραστής του Ευρίπου» είδε το πράσινο νεφούρι που έσβηνε μακριά στον ουρανό, έτρεξε πήρε τα ρούχα, τα δίπλωσε ευλαβικά και έκανε να φύγει. Ένας άντρας, άρτι αφιχθείς από την «Παράδοξη κόρη του Βορρά» με μάτια αιχμάλωτα σε πλάνες, αντίποινα της προδοσίας, τον παρακολουθεί και του λέει ψιθυρίζοντας — τάχα μου κάποιος τους ακούει —  «Δε θα είχε τη σφραγίδα» — «Μπα πως κι έτσι;» — «Απώλεια Προσώπου»     


στο βάθος κήπος

εκεί στον πάτο δεν μπορεί
όλα θα είναι ακίνητα
όχι δεν είναι αυτό πεθαμός
η αποκρυσταλλωμένη μόνο
νύχτα των αιώνων
ήσυχη και γλυκιά
σαν τίποτα
ούτε λύπες και χαρές
μόνο ύπαρξη


μόνο πάνω

το πουλί που έσκιαξε
το μπαμ σου
δεν θα βρει φωλιά
θα καταπιεί
όλους τους αέρηδες
να φουσκώσει ζωή
στα χαμηλά
δεν θα ξανακυλήσει


αιτία διαζυγίου

δεν το θυμάσαι αλλά
χωρίσαμε όταν τράβηξες
το στόμα απ’ τ’ αυτί μου,
όταν σταμάτησες
ν’ ακουμπάς τα δάχτυλα
σαν άπιστος Θωμάς
στον αφαλό μου,
να φυσάς τον καπνό σου
στα πνευμόνια μου,
να σφίγγεις με τα
δάχτυλα του ποδιού σου
τα δικά μου,
κι εγώ σαν έπαψα
να τυλίγομαι
τον ομφάλιο λώρο σου

τώρα μένει να βγάλουμε τα χαρτιά
ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ, “Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ”,
εκδόσεις “ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ”, 2012



Στην νουβέλα αυτή, το δεύτερο βιβλίο της Μαρίας Φακίνου, η συγγραφέας επιτυγχάνει την σχεδόν τέλεια συμπύκνωση του λόγου, χωρίς αυτή να προδίδει ελλείψεις ή αφηγηματικά κενά. Η ηρωίδα, διατείνεται η ιστορία, είναι μια γυναίκα που φτάνει σε μια επαρχιακή πόλη. Έκτοτε σ' όλη την πολίχνη συμβαίνουν σε όλους, και αφορούν με εμπλοκή όλους, διάφορα περίεργα γεγονότα. Ένα συνθετικό έργο που μας δίνει την ιδιοσυστασία της κοινότητας όταν σ' αυτή εισβάλει απροειδοποίητα, μα και απολύτως ειρηνικά, ένας “ξένος” άνθρωπος. Μοιάζει εν τέλει ο ήρωας σ' αυτή την πολίχνη να είναι το ίδιο το σύνολο και μοιάζει αυτή η νουβέλα να είναι αλληγορικά ένα έργο πολιτικής και πολιτειακής σκέψης. Αναφέρει η Φακίνου σ' ένα σημείο: “ Ο δρόμος για την αγιοσύνη περνούσε μέσα από βρόμικα πεζοδρόμια, νοτισμένα παρτέρια και χαλίκια που αποτυπώθηκαν σαν επίπονος χάρτης στα πέλματά της. ” 


Αφορμή για τη συνέντευξη του συγγραφέα Γιάννη Σκαραγκά για το περιοδικό Θράκα ήταν πράγματι η θράκα στην οποία όλοι πατάμε αυτόν τον καιρό. Η ευαίσθητη γραφή του, η οποία σκληραίνει χωρίς καν να το καταλάβεις, είναι κάτι που έχουμε ανάγκη στην εποχή μας. Ο Σκαραγκάς συγκινεί με τη συνέπεια, την ακρίβεια και προσγειωμένη αισθητική του.



Μέσα στο πρόσφατο βιβλίο σου, Ο ουρανός που ονειρεύτηκες, που κυκλοφορεί στις Εκδόσεις Κριτική, μιλάς για την αγάπη και την αποκαλείς τροφή. Μίλα μου γι’ αυτό.

Η ηρωίδα της ιστορίας προσπαθεί να αντέξει την εξάντληση συγκρίνοντας την πείνα με την ανάμνηση της αγάπης. Στο μυθιστόρημά μου, η αγάπη έχει να κάνει με το αίσθημα της καταγωγής, με την αναφορά σε μια χαμένη προέλευση — έναν κόσμο που αποκαλύπτεται μετά την απώλειά του. Η ανάμνησή της είναι το νόημα που δεν καταφέρνουν να ξαναβρούν στη ζωή τους οι ήρωες της ιστορίας. Έχουν απομονωθεί σε ένα πανδοχείο της Τιχουάνας στο Μεξικό και έχουν χάσει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, σε βαθμό που θα μπορούσαν να είναι φανταστικά πρόσωπα στη φαντασία ενός ξένου. Έτσι ξεκινάει η ιστορία τους.  

Η ερωτική αγάπη προκαλεί μεγαλύτερη πείνα;

Δεν ξέρω αν προκαλεί μεγαλύτερη, αλλά σίγουρα είναι πιο απροκάλυπτη. Είναι αφοπλιστικοί αυτοί που δεν μπορούν να κρύψουν από το βλέμμα τους τη λαγνεία και τη λαχτάρα τους. Σε πανικοβάλλουν γιατί αναρωτιέσαι πότε θα βρεθείς στην ίδια θέση — αν δεν έχεις ήδη βρεθεί.

Μπορούμε να μιλάμε για αγάπη στη σκληρή πραγματικότητα των ημερών μας;

Σκέφτομαι τις πρωτοβουλίες εθελοντισμού που αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι ένα είδος αγάπης αυτή η προσπάθεια να προστατέψουμε τον άλλο ακόμα και με το υστέρημά μας; Είναι περίεργο, αλλά η κρίση μπορεί εξίσου να οξύνει την αντίληψή μας για τη δυσκολία του διπλανού μας όσο και να την απονεκρώσει. Θυμάμαι εκείνες τις χυδαίες ειρωνείες που γράφονταν από κάποιους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τους μαθητές που λιποθυμούσαν. Το παρουσίαζαν ως ελληναράδικο αφήγημα. Αυτή η χωρίς καμία αναστολή απάθεια ήταν για μένα ένδειξη για το πόσο κλονίστηκε η στοιχειώδης μας ικανότητα για ενσυναίσθηση. Όχι μόνο επειδή γνώριζα από φίλους και συγγενείς εκπαιδευτικούς τη θλιβερή πραγματικότητα με τα κρούσματα αυτά, αλλά επειδή μου φαινόταν αδιανόητο το να περιφρονείς το ενδεχόμενο μιας τέτοιας πραγματικότητας και να απολαμβάνεις το σαρκασμό.

Προτού σε διαβάσει κάποιος, έχει τη (λανθασμένη;) αίσθηση ότι μπορεί και να είσαι υπερβολικά τρυφερός. Το πιστεύεις; Το έχεις ξανακούσει;

Μακάρι. Πέρασα πολλά χρόνια, ιδίως ως σεναριογράφος, που το όνομά μου ήταν συνδεδεμένο μόνο με σκοτεινά θέματα.

Νομίζω ότι σε σένα το καύκαλο είναι από μέσα και το κυρίως σώμα απέξω, αναποδογυρισμένα. Η σκληρότητα βρίσκεται στον πυρήνα σου. Περιμένει τον αναγνώστη ως έκπληξη.

Μου αρέσει αυτή η περιγραφή, αλλά η αλήθεια είναι ότι μού πήρε χρόνια να αφεθώ. Παλιότερα μπέρδευα το άφημα με το χάσιμο. Στην πορεία έμαθα να εκτιμώ τον πάτο. Όσες περισσότερες οι ήττες, τόσο μεγαλύτερο το φιλότιμο κι η ευστροφία με τα οποία συμβιβάζεσαι. Αυτό ίσως είναι η έκπληξη που περιγράφεις: ότι μαθαίνεις να μην κρύβεις καθόλου το πόσο ευάλωτος είσαι για να προστατευτείς.

Tο θεατρικό σου, Η εποχή του κυνηγιού, που θα συνεχιστεί και φέτος, είναι μια ιστορία της ελληνικής κρίσης;

Είναι η ιστορία μιας σύγχρονης γυναίκας  που χάνει τα πάντα στην κρίση και προσπαθεί να ξαναβρεί τη θέση της στη ζωή με τη βοήθεια ενός πλάσματος που φτιάχνει με τη φαντασία της. Η έκπληξη με αυτό το έργο ήταν το πόσο βαθιά άγγιξε τον κόσμο που το παρακολούθησε. Περίμενα ότι θα συγκινήσει μόνο ένα ειδικό κοινό, αλλά έπεσα έξω.

Πάντως ήταν από τις λίγες φορές που, αν με ρωτούσε κάποιος, θα του απαντούσα πως τίποτα δεν θα πετούσα από το κείμενο. Είναι τόσο χειρουργικά επεξεργασμένο, ώστε έχει κανείς την αίσθηση ότι το δούλευες πολλά χρόνια.

Πολλά πράγματα μπορείς να επεξεργαστείς σε μια ιστορία. Υπάρχει όμως κάτι απελπιστικά προσωπικό που δεν μπορείς να το κρύψεις: το πόσο έτοιμος είσαι να πεις αυτή την ιστορία. Εγώ ήμουν πολύ έτοιμος για να διηγηθώ την εποχή του κυνηγιού. Η ζωή μου άλλαξε απροσδόκητα πολύ μέσα στην κρίση. Η εποχή του κυνηγιού είναι μια εκδοχή και της δικής μου ήττας.

Και τώρα το καινούργιο θεατρικό, Αυτοί που περπατούν στα σύννεφα. Πες μου γι’ αυτό.

Είναι ένα έργο με αφορμή τη ζωή του Άγγλου ποιητή Ρούπερτ Μπρουκ, ο οποίος υπηρέτησε στο Βρετανικό Ναυτικό στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και πέθανε από σηψαιμία στα ανοιχτά της Σκύρου το 1915. Πρόκειται για μια παράσταση που συνδυάζει την πρόζα με την όπερα, την οποία σκηνοθετεί η Λίνα Ζαρκαδούλα και υπογράφει μουσικά ο Θοδωρής Λεμπέσης. Παίζουν η Παναγιώτα Βλαντή, ο Χριστόδουλος Στυλιανού και τραγουδά η Μαργαρίτα Συγγενιώτου. Είναι οι εξομολογήσεις μιας σειράς ανθρώπων, φανταστικών και πραγματικών, που συνδέθηκαν με τον Μπρουκ σε κάποια ευαίσθητη και απεγνωσμένη στιγμή τους. Είναι ιστορίες για όλα όσα μπορεί να αντέξει και να συγχωρέσει η μνήμη, για το κενό που αφήνει η απώλεια αλλά και για όσα μπορεί να αναπληρώσει η ανάμνηση, είτε είναι ερωτική, είτε πηγάζει από τη βαθιά ανάγκη να παγώσει το χρόνο στην πιο ευτυχισμένη στιγμή του.

Είναι αιθεροβάμονες οι ήρωες αυτών των ιστοριών σου; Είναι αφελείς; Ρομαντικοί; Αποστασιοποιημένοι; Τι είναι;

Είναι άνθρωποι που επιστρέφουν σε μια ιδιαίτερη στιγμή στο παρελθόν, όπως κάνουμε όλοι μας. Προσπαθούν να καταλάβουν την απώλεια μέσα από αυτή την επιστροφή. Να ξαναζήσουν την πιθανότητα μιας άλλης ζωής. Αυτό που κάνουμε όλοι μας: Επενδύουμε στην αθανασία με κομματάκια ζωής που δεν ολοκληρώθηκαν.


Θες να ξεφύγεις από την πραγματικότητα; Την πολιτική, την κοινωνική, την προσωπική;

Το αντίθετο. Θέλω να παραμείνω κομμάτι της για να την κατανοήσω και να συμφιλιωθώ. Δεν με απειλεί η πραγματικότητα. Πολλές φορές με απελπίζει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλω να την αποφύγω.

Συγγραφή ή καλοπέραση; Τι επιλέγεις;

Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να διαλέξω το δεύτερο, αλλά θα έπεφτα σε κώμα.

Ο Γιώργος Χειμωνάς έλεγε ότι η φαντασμαγορία που προσφέρουν τα βιβλία είναι το θέμα. Ότι το νόημα είναι να διαβάζεις ό,τι δεν θα ζήσεις, την καλύτερη εκδοχή του ζην.

Το ερεθιστικό με το διάβασμα είναι η υπόσχεση ότι η ψυχή του κόσμου θα συνυπάρξει για λίγο με τη δική σου στο πρόσωπο ενός φανταστικού ανθρώπου που θα ζήσει για πρώτη φορά μια ιστορία. Επίσης έχω αναπτύξει από πιτσιρικάς μια θεωρία συνωμοσίας για την ανάγνωση. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι βιβλιόφιλοι είμαστε κύτταρα μιας αλλόκοσμης και απόκρυφης λειτουργίας που έχει να κάνει με το νου αυτού του κόσμου. Είμαστε λίγοι και ευάλωτοι και μας πολεμούν σκοτεινές δυνάμεις, αλλά κάθε φορά που διαβάζουμε μια επινοημένη ιστορία, γεννιέται και μια πιθανότητα να συμβεί σε κάποιον άνθρωπο στη γη.

Και μετά τι; Γράφεις κάποιο νέο βιβλίο;

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Αγαπημένο είδος.

Τι θα διάλεγες να αναπτύξεις από την περίοδό μας σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα του μέλλοντος;

Το κενό της λογικής, ακόμα και για ανθρώπους που προσπαθούν ψύχραιμα να αντιληφθούν τη συνέχεια. Εξαντληθήκαμε όλοι μας από τη διαρκή διάψευση που δεν μπορούμε να καταλήξουμε ούτε καν σε μια κοινή φαντασίωση. Τα πράγματα κάνουν συνεχώς κύκλους, και εμείς ωριμάζουμε μαζί τους, χωρίς όμως επίκεντρο, χωρίς κάποια αναφορά σε έναν πυρήνα που να μπορεί να μας συγκρατήσει πολιτικά, ιδεολογικά—ή έστω και συναισθηματικά.

Το δημοψήφισμα δεν ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα; Το Ναι και το Όχι δεν ήταν μια συναισθηματική συσπείρωση;

Ήταν, και μάλιστα τόσο απεγνωσμένη που ενοχοποίησε το ενδεχόμενο της διαφωνίας, και για τις δύο πλευρές. Ο ιδεολογικός στόχος όμως αυτής της συσπείρωσης ανατράπηκε τόσο άμεσα, που αντί για συμπεράσματα άφησε πίσω της μια κοινή σύγχυση. Για ακόμα μία φορά. Μετά από μία πενταετία βίαιης προσαρμογής εξαντλήσαμε και τα φαντάσματα, και τις θεωρίες και τις μπλόφες—αλλά δυστυχώς εξαντλήσαμε και οποιαδήποτε πιθανότητα ελπίδας. Αυτή ήταν η βαθιά ήττα και των δύο πλευρών. Δεν εκπροσωπούσαν μια καλύτερη λύση, αλλά μία όχι τόσο καταστροφική. Στην αυτοκριτική μας, ό,τι και να ψηφίσαμε, θα πρέπει να προσθέσουμε και αυτό.


Πιστεύεις ότι στην κρίση οι πνευματικοί άνθρωποι οφείλουν να μιλούν και να παίρνουν θέση;

Οφείλουν να είναι μέρος του διαλόγου και κυρίως να αποσαφηνίζουν τη φορτισμένη αφήγηση της κρίσης. Δεν ξέρω πώς καταλαβαίνει ο καθένας την απόφαση να πάρει θέση. Υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα αλλά και θλιβερά. Αν μιλάμε για συγγραφείς, μου είναι αδιανόητο να συμμετέχουμε σε όλα αυτά τα αφηγηματικά εκτρώματα του διχασμού και της πολεμικής ρητορικής που έχουν παγιωθεί τα τελευταία χρόνια στα κοινωνικά δίκτυα. Αν έχει σημασία να έχουμε κάποια θέση, αυτή είναι να συμπεριλάβουμε στις ερμηνείες μας την οπτική των άλλων, όσο ξένη και να μας είναι.

Να κλείσουμε με μια ευχή. Προς τον εαυτό σου, τους αγαπημένους σου, όλους μας. 

Αντοχή και συνεννόηση. Μαζί θα ξυπνήσουμε αύριο.




Ο Ιάκωβος ήταν ταβερνιάρης στην επαρχία. Είχε κληρονομήσει την ταβέρνα από τον πατέρα του, που κι αυτός με τη σειρά του την είχε κληρονομήσει από τον δικό του κι αυτό το βιολί πήγαινε πίσω πέντε γενιές.

Η ταβέρνα λεγόταν «ο Πουνέντες» και κανείς δεν είχε καταλάβει από πού ορμώμενος ο προ-προ-προ-προ πάππος Ιάκωβος είχε εμπνευσθεί, καθώς η θάλασσα απείχε καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα και πουνέντες ουδέποτε φύσηξε στο χωριό.
Παρ’ όλ’ αυτά, το όνομα είχε εδραιωθεί, τόσο που αντί για το κανονικό όνομα, τον Ιάκωβο τον φώναζαν στο χωριό, ο Πουνέντες.

 Πατημένα εξήντα, κάθε μέρα την ίδια τελετουργία. Άνοιγμα από τις 8, η ταβέρνα εκτελούσε και χρέη καφενείου, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, τακτοποίηση τραπεζοκαθισμάτων, και μετά ξεκινούσε το μαγείρεμα. Έφτιαχνε μόνος του τις δύο συνταγές που είχε κρατήσει από τους προγόνους, κόκορα κρασάτο και ντολμάδες αυγοκοφτούς. Στο ενδιάμεσο έψηνε και κανέναν ελληνικό με διπλό καϊμάκι για τους πρώτους μερακλήδες πελάτες

Μέχρι τη μία είχε έτοιμα τα φαγητά, και εκείνη την ώρα κατηφόριζε και η κυρά του να βοηθήσει με τις παραγγελίες, να ψήσει και τις πίτες της που όμοιές της δεν είχες ξαναφάει. Από βραδύς ξεκούραζε τη ζύμη και το πρωί άνοιγε το φύλλο, έβαζε τη γέμιση και τις άφηνε στο ψυγείο. Μέχρι να συγυρίσει, να μαζέψει έφτανε η ώρα να κατέβει στο μαγαζί. Έπαιρνε τα ταψιά στην αγκαλιά και κατέβαινε στην ταβέρνα.

 Σαράντα χρόνια παντρεμένη με τον Ιάκωβο, ίδιο βιολί. Είχανε γίνει ένα καλοκουρδισμένο σύνολο. Καλός άνθρωπος, της τον έδωσαν με προξενείο, τον αγάπησε με τα χρόνια, έκαναν και δυο παιδιά κι αυτό ήταν όλο. Τίμιος ήταν, καλός ήταν, δεν χαρτόπαιζε, δεν έπινε, νοικοκύρης, τα παιδιά του τα ανάθρεψε, τα προίκισε, τα πάντρεψε. Τι άλλο να ζητούσε η Κατίνα; Τότε βέβαια δεν είχαν τηλεόραση και κανείς δεν της είπε ότι μπορούσε κι αυτή να ερωτευτεί. Αυτό το κατάλαβε μεγάλη όταν είδε στην τηλεόραση ένα απόγευμα Κυριακής ένα τούρκικο σήριαλ. Από τότε δεν έχασε επεισόδιο, και κάθε βράδυ έφτιαχνε ιστορίες με εκείνη και τον Ιάκωβο να μένουν σε ξενοδοχεία, να έχουν αλυσίδες εστιατορίων και να φοράνε ρούχα ακριβά και χρυσαφικά.

Μια φορά τόλμησε κάτι να πει στον παπά την Κυριακή της εξομολόγησης, αλλά αυτός
την κατακεραύνωσε που έβλεπε τέτοια ανήθικα πράγματα και μάλιστα των εχθρών της ορθοδοξίας που είπε να μην επεκταθεί σε άλλες αμαρτωλές λεπτομέρειες.

Το πρωί της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου ο Ιάκωβος ετοίμαζε το μαγαζί ως συνήθως. Την ώρα που έβαζε τον κόκορα να βράσει, χτύπησε το τηλέφωνο. Άφησε τον κόκορα στην κατσαρόλα με το μάτι σβηστό κι έτρεξε να σηκώσει το τηλέφωνο που χτυπούσε επίμονα κι αποφασιστικά. Ή τουλάχιστον έτσι του φάνηκε τότε.

Με το λαχάνιασμα στο λαιμό απάντησε ως συνήθως – Πουνέντες λέγεται.

Από την άλλη άκρη της γραμμής, μια φωνή αιθέρια, με προφορά λίγο ξενική του απάντησε λέγοντας

Ο κύγιος Ιάκωβος Παπαναστασίου;

Σάστισε, κανείς ποτέ σε αυτό το τηλέφωνο δεν του είχε απευθυνθεί με αυτόν τον τρόπο. Όλοι έλεγαν ρε Πουνέντε έμεινε καθόλου κόκορας;, είναι εκεί ο Μήτσος ο Αράντζογλου; Ναι η γυναίκα του Θωμά είμαι πείτε του κυρ-Ιάκωβε να μαζευτεί επιτέλους και άλλα παρόμοια. Μόνο στις τράπεζες και στην εφορία του είχαν μιλήσει έτσι. Προς στιγμήν, θορυβήθηκε, σκέφτηκε δεν είναι για καλό αυτό το τηλεφώνημα. Αλλά η γυναικεία φωνή επέμενε.

Ναι; Ο κύγιος Ιάκωβος; Προτού προλάβει να αντιδράσει διαφορετικά, άκουσε τη φωνή του να λέει ναι ο ίδιος, σαν να τον είχαν γητεύσει.

- Ονομάζομαι Αγιέλ Καγαπάνου και μόλις ανέλαβα την εκπγοσώπηση της εταιγείας ΠοτηγοΠλαστ ΑΕ. Η εταιγεία στα πλαίσια της διαφημιστικής της καμπάνιας θα ήθελε να προσφέγει δωγεάν, το τονίζω δωγεάν 20 συσκευασίες πλαστικών ποτηγιών σε κάθε επιχειγηματία της πεγιοχής.

 Ο Ιάκωβος δεν άκουγε πλέον τίποτα, είχε μαγευτεί εντελώς από αυτή την τόσο ερωτική προφορά του ρο που το μυαλό του πέταξε, η καρδιά του σκίρτησε και όλες οι λέξεις με ρο μέσα ξαφνικά απέκτησαν μαγικές ιδιότητες. Ξερόβηξε και μόλις που κατάφερε να πει - Βεβαίως, να πεγάσετε εεε να περάσετε ήθελα να πω. Αύριο το πρωί; Μα ναι ναι εδώ θα είμαι. Θα σας περιμένω.
 - Ω γεβουάγ !

Αυτό ήταν. Ο Ιάκωβος έπαθε ταχυπαλμία. Αυτός που ήταν γερός σαν ταύρος, αυτός που ούτε ασπιρίνη δεν είχε καταδεχτεί να βάλει στο στόμα του, ίδρωνε και φούσκωνε, κρύωνε και ξεφούσκωνε.

Όπως έμαθε από τον κουμπάρο του, μετά το θάνατο του Δημήτρη Καρκάντζογλου, μεγαλοβιομήχανου της περιοχής και ιδρυτή της ΠοτηροΠλαστ, η εταιρεία κόντευε να κλείσει λόγω κακοδιαχείρισης, ώσπου αποφάσισε να αναλάβει η πρώτη του γυναίκα, μια Ελληνογαλλίδα και πολύ σικ κυρία, όπως του τόνισε ο κουμπάρος, η οποία με πολύ δουλειά και ριζοσπαστικές ιδέες ρίχτηκε στην αγορά και κατάφερε να ξαναζωντανέψει
 την εταιρεία.
 - Ατσίδα η γαλλίδα Ιάκωβε. Διαόλου κάλτσα.
 - Τι τα θες βρε Παντελή, αυτές οι ξένες είναι άλλο πράμα.

Το βράδυ στο σπίτι ο Ιάκωβος άναψε το θερμοσίφωνο. Η γυναίκα του σάστισε. Ο Ιάκωβος να ανάψει το θερμοσίφωνο Τετάρτη; Κάθε Σάββατο ήταν τα μπανιαρίσματα κι αυτά με το ζόρι.
 - Τι έπαθες καλέ;
 - Τι να πάθω; Επειδή θέλω να είμαι καθαρός;
- Πού λερώθηκες; Στο μαγαζί με τις σάλτσες;
- Άσε μας ρε Κατίνα, και βγάλε καθαρές φανέλες, σώβρακα και κάλτσες.
Εκείνο το πουκάμισο το καφέ είναι σιδερωμένο;
- Τι σε έπιασε χριστιανέ μου βραδιάτικα;
 - Ωωωωωωωωω! Πες μας τώρα ότι σε ενοχλούμε που βλέπεις τα τούρκικα κι ας τις
πολλές κουβέντες.

 Μια και δυο, σηκώθηκε η Κατίνα και του ετοίμασε τα ρούχα.

Την άλλη μέρα ο Ιάκωβος, πιο καθαρός κι από όταν πήγαινε για γαμπρός, άνοιξε το μαγαζί με την καρδιά του να σκιρτά σαν πουλί νεογέννητο που δοκιμάζει τα φτερά του. Όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η Αριέλ τα πάντα άστραψαν. Στη μία ώρα που κάθισε στο μαγαζί ο Ιάκωβος δεν άκουγε τίποτα άλλο από το ρο, σαν να καταργήθηκαν όλα τα γράμματα από το αλφάβητο και όλοι οι ήχοι της οικουμένης να ντύθηκαν αυτό το ρο που ακουγόταν γο και έκανε τα πάντα να κυλούν σαν γάργαρο νερό από ρυάκι.

Ποτέ δεν θα σερβίριζε σε πλαστικά ποτήρια τους πελάτες. Ποτέ δεν θα χρησιμοποιούσε πλαστικά ποτήρια στο σπίτι.

Κι αν έκλεινε συμφωνία όλοι θα καταλάβαιναν και πρώτη η Κατίνα. Κράτησε όμως σαν πολύτιμο θησαυρό τις είκοσι συσκευασίες δώγο και όταν κανένα βράδυ η καρδιά του θυμόταν το ρο και σκίρταγε και φτεροκοπούσε και δεν ησύχαζε με κανέναν τρόπο, άνοιγε το ντουλάπι, έβγαζε ένα πλαστικό ποτήρι και έπινε λίγο κρασί στην υγειά του έγωτα.



Από το 1ο τεύχος της έντυπης θράκας
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA