02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

02/04: Οι εκδόσεις Θράκα σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέα ποιητικής συλλογής της Στέλλας Δούμου

Η Βάγια Κάλφα γράφει στο περιοδικό "Φρέαρ" για την πρώτη ποιητική συλλογή της Αντωνίνης Σμυρίλλη "Βλέπω ακόμα παιδικά" (Θράκα, 2017)

«Sturm und Drang» του Γιώργου Λίλλη: Hans Magnus Enzensberger, Ποιήματα

Ο Πάνος Σαράκης γράφει για τον "Κούκο" (Θράκα, 2016) της Πελαγίας Φυτοπούλου, στην Εφημερίδα των Συντακτών

“Αυγά Μαύρα” στο θέατρο Άρατος, γράφει ο Γιώργος Σαράτσης

«Σήματα καπνού»: Νάνα Παπαδάκη, Encore - Γυναίκες της Οδύσσειας (Μελάνι, 2016)



Για χρόνια η Μισέλ ισχυριζόταν… 

-Η Σ. και στο πόδι της εκείνη η μικρή ελίτσα;
-Εσύ και στο πόδι σου εκείνο το επιπλέον βαρίδι. 

-Ίδιο με το βαρίδι της Σ.;

-Πρόσωπα στρογγυλά, πρόσωπα σχεδόν φεγγαρίσια.
-Μέτωπα;
-Μέτωπα μάλλον μικρά, χείλη μάλλον σαρκώδη.

-Χαμόγελα με φόντο στάχυα και καλαμιές;
-Καλάμια θεόρατα, βάλτος. 

-Να υποθέσω όλοι μαζί στο μονοπάτι για τον Μέρμηγκα; 
-Με Ζανέτ, Ίωνα και Μισέλ, στο δρόμο για τη Μαγάρα.

Σορτσάκια εμπριμέ, μνημειώδη πέδιλα Μούγερ. Εμφάνιση ομοιόμορφη, μαλλιά κομμένα αλά γκαρσόν, αποτέλεσμα των στιλιστικών απόψεων της Μισέλ. Από μακριά, έτσι όπως σας έχει πάρει ο φακός, παρουσιάζετε τις έντονες, ανατριχιαστικές ομοιότητες των διδύμων. Στην πραγματικότητα, η διαφορά υπερισχύει της ομοιότητας. Οι φιγούρες σας παραπέμπουν σε κόσμους ξένους. Η Σ. είναι ένα μαυριδερό σκατό που τις περισσότερες φορές θυμίζει προσφυγάκι.
-Προσφυγάκι σε καταυλισμό;
-Αν το θες και γυφτάκι στη γύρα. Δυο σειρές μισοσαπισμένων δοντιών ακυρώνουν τη φρεσκάδα του παιδικού της χαμόγελου, που όμως σπάνια αποκαλύπτεται αφού η Σ. κρατάει ως συνήθως το στόμα κλειστό.
Τρύπια σάνταλα, μαύρα γόνατα. Σε αντίθεση τώρα εσύ, μάτια τσακίρικα που όμως καλύπτονται από χοντρά γυαλιά στραβισμού. Στο απόγειο της εσωστρέφειας, έχεις όψη και αντιδράσεις παραχαϊδεμένου.    
-Κατεβασμένα μούτρα; 
-Πείσματα αναίτια.
-Υστερικές τσιρίδες;     
-Παρορμητικότητα. Έλξη σε ό,τι μπορεί να δώσει τροφή στην πλήξη σου. Σπαστικά τινάγματα, ανακλαστικά πηδήματα, νευρικά τικ. Ανατριχίλες σε ώμο και γόνατα από ήχους της καθημερινότητας που φόβος ακαθόριστος μετατρέπει σε εκκωφαντικούς θορύβους.
-Βάδισμα ιδιόρρυθμο;
-Αυτί που έχει τη δυνατότητα να μετατρέπει σε βόμβο και τον ελάχιστο ψίθυρο. 
-Βόμβο τον ψίθυρο; Τόσο ευαίσθητη;
-Τόσο.         
-Ευερέθιστη;
-Λίαν.
Λεπτοφυής;
Ντελικάτη. Το ασταθές νευρικό σου σύστημα συνεπικουρούμενο από το συνεχές κανάκεμα της Μισέλ σε ωθεί συχνά στην οξυθυμία. Κάποτε σε βυθίζει σε κόσμο παράξενο.
-Όπως;
-Μόνο η Σ. θυμάται την εμμονή σου; Το αξιομνημόνευτο σάστισμά σου; Την υφέρπουσα, εσωτερική δυσθυμία σου; Τι ήταν αυτό που σε είχε αναγκάσει να σταματήσεις; Ένα κλαδάκι παραδομένο στον άνεμο; Ένα σάπιο καλάμι στη μέση τού χωματόδρομου; Το συναπάντημα με το τρύπιο κέλυφος κάποιου μισοπεθαμένου σαλιγκαριού; 
Θυμάσαι; Ήσασταν όλοι εκεί.
-Εκεί;
-Στο πάλαι ποτέ τσιφλίκι του πατέρα του Ίωνα, τον αναφερόμενο και ως λόφο του Ράσκα. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Μπροστά σου το κουφάρι μιας σαύρας. Στα μάτια σου όλο αυτό έχει ήδη πάρει μορφή τραγωδίας.
-Κόκαλο;
-Δεν λες να ξεκολλήσεις το βλέμμα σου από το κουφάρι. Η Ζανέτ το τραβάει από την ουρά και σου το ρίχνει στα πόδια. Και να την πάλι η αναθεματισμένη ιστορία με τη βαρύτητα. Γουρλώνεις κι άλλο τα μάτια, πισωπατάς. Απλώνεις τα χέρια μπροστά, επιχειρείς να πιαστείς από τη Σ., θέλεις, αλλά δεν προλαβαίνεις. Τελικά; Πιάνεσαι; Κλυδωνίζεσαι. Το βάρος σου σας παρασύρει και τις δυο στο χαντάκι.
Ιδού. Εσύ με τη Σ. στο χαντάκι. Οι σκλήθρες από τ’ αγκάθια έχουν χωθεί στο δέρμα σας, βελόνες έχουν τρυπώσει στα σορτσάκια. 
Χώνεις τη μύτη σου στα μαλλιά της Σ. Τη γαργαλάς; Η ανάσα σου άυλη χαρακιά στο λαιμό της. Της χαϊδεύεις το αυτί; Τη δαγκώνεις; Ναι. Στο λαιμό. Κι η Σ.; Η Σ. σου γλείφει το μπράτσο; Η Σ. θυμάται το δέρμα σου. Λείο και στις παλάμες τραχύ. Μαλακό στη μέσα μεριά του βραχίονα, κι εκεί που το βλέπει ο ήλιος ξεφλουδισμένο.
Η πλάτη σας γεμίζει χαρακιές. Οι χαρακιές χορεύουν. Τι είναι αυτά που τρέχουνε στην κοιλιά σας; Κάμπιες; Μυρμήγκια κόκκινα; Της λες: «Δεν είναι χαρακιές. Είναι ρίζες». Σου λέει: «Δεν είναι ρίζες. Είναι κλαδιά». Μια επιφάνεια από γυαλί. Τα μυρμήγκια, έτσι όπως πέφτουν πάνω σας, μεταμορφώνονται σε κουδούνια.
-Ίνες φύλλων;
-Ήχοι.
-Ήχοι που σβήνουν;
-Ήχοι πουλιών. Που όχι. Δεν σβήνουν.
-Μικρά σπασμένα κλαδάκια; 
-Χώμα και φως ιλαρό. 
-Κίτρινο; Όχι κόκκινο; 
Κρεμάς τα χέρια σου στο λαιμό της. Το σώμα σου ανεβαίνει. Άρα και το σώμα τής Σ. Αιωρείστε; Ταξιδεύετε. Αν νιώθετε πόνο; Είπαμε. Ταξιδεύετε. Πού ταξιδεύετε; Πάνω από το χαντάκι, το στόμα της Μισέλ μακραίνει. Το σώμα του Ίωνα γέρνει.
-Μπροστά;
-Προς εσένα.
-Η μύτη του;    
-Αυτή παραδόξως στρίβει ζερβά.
-Ύφος οσιομάρτυρα; 
-Γκριμάτσα ξωμάχου που αγκομαχά. 
-Κι η Μισέλ;
- Η Μισέλ σε μαύρο περίγραμμα, μια μεγάλη ζάρα στο μέτωπό της.
«Ήμαρτον… θεέ… τι θα κάνω μ’ αυτά τ’ αγρίμια;»

Τι είσαι γι αυτήν; Φάρμακο ανώδυνο; Αφροδισιακό σε ρόλο πλασέμπο; Το κέντρο από το οποίο απορρέει το σύμπαν της; Το σημείο από το οποίο ξεκινάει το παν της; Ποιο παν; Η γαλλική μυτούλα της; Η αλεπουδίσια ματιά της; Η Μισέλ επαναλαμβάνει: «Ήμαρτον!»
Πράγματι. Το πράγμα βοά. Και στα πόδια σας η ομοιότητα ακόμα πιο έκδηλη. Τι έκδηλη; Ξεφωνημένη. Ενώ βαδίζετε, οι αστράγαλοι και των δυο σας απομακρύνονται, τα γόνατά σας κλειδώνουν.
Γόνατα που σπρώχνουν προς τα έξω τα καλάμια της γάμπας. Η Σ. σκέφτεται: Βάδισμα πάπιας. Τα δικά σου, λίγα χρόνια αργότερα, η μανούλα θα φροντίσει να σου τα χώσουν σε λάμες. Ποια μανούλα; Αυτή που μιλά σαν να καταπίνει ξυράφια; Στην ηλικία της, αρκετά κοντά στην κλιμακτήριο, εσύ και η τέχνη της συγκροτείτε, υποτίθεται, το στενό της πυρήνα.
Πίσω ξανά στην πανσιόν, ο Ίωνας καταφανώς αμήχανος. Έξω από το ατελιέ της Μισέλ πιάνει το χερούλι της πόρτας και το τραντάζει. «Μισέλ, είσαι καλά;»  
Ο σύζυγος της Μισέλ κλοτσάει την πόρτα. Πίσω από την πόρτα οι γδούποι δίνουν τη θέση τους σε τρυφερό τραγουδάκι.
-Τραγουδάει η Μισέλ; 
-Ας πούμε πως τραγουδάει η Μούσχουρη.
-Και τι τραγουδάει η Μούσχουρη; Κάτι από Χατζιδάκι;
-Η ένταση στο πικάπ δυναμώνει. Ο Ίωνας με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο τρίβει το γόνατό του. Τι κάνει η Μισέλ; Ο Ίωνας ξαναπιάνει το χερούλι και το ανεβοκατεβάζει.
-Η πόρτα ανοίγει;
-Η πόρτα μένει κλειστή.
-Κι ο Ίωνας τώρα την σπρώχνει;
-Την σπρώχνει. Η πόρτα όμως ανθίσταται. Ο σύζυγος της Μισέλ σκύβει και κοιτάει μες από τη κλειδωνιά.
-Το κλειδί είναι εκεί;
-Η πόρτα δεν πρέπει να είναι κλειδωμένη. Έχει μήπως φρακάρει; Σπρώχνει ξανά. Τίποτα; Μέσα από την τρύπα βλέπει τη σύζυγο ανάσκελα στο ντιβάνι.
-Ξεροβήχει;
-Σκυμμένος στα τέσσερα τραβάει προς το μέρος του το χερούλι.
-Κι εκείνη;
-Έρποντας και αυτή, σε απόσταση αναπνοής από τον Ίωνα, φτάνει μέχρι την πόρτα και σταματά. Τα χέρια της ακουμπούν στο πάτωμα.
-Πού ακριβώς; Εκεί όπου το απότομο άνοιγμα κλείσιμο -περισσότερο από τα νεύρα της και λιγότερο από τον αέρα- είχε ανεξίτηλα χαράξει το παρκέ;
-Με το μάτι στην κλειδαρότρυπα, ο Ίωνας βλέπει αυτό της συζύγου του να διασταυρώνεται με το δικό του. 
-Μάτι μισό;
-Μάτι θολό.
-Βλέμμα; Λοξό;
-Βλέμμα πράσινο.
-Πράσινο από την κούραση;
-Απ’ τον ήλιο που, πριν καταλήξει εκεί, έχει προλάβει να ρίξει βλέφαρο και στο βάλτο. Η έλλειψη φωτισμού πολλαπλασιάζει τώρα την όσφρηση. Ο διάδρομος πιο σκοτεινός, με τη μυρωδιά του γύψου να κυριεύει το υπόλοιπο σπίτι. 
-Ποιο υπόλοιπο; Εκεί που βρίσκεται τώρα η Μισέλ δεν υπάρχουν οσμές. Υπάρχουν;

-Καλοκαίρι του ΄56 και βάλε. Η Σ. ακόμη σουφρώνει διάφορα.
-Ακόμη;
-Ακόμη.
-Πράγματα αξίας;
-Πράγματα ασήμαντα.
-Όπως; Ένα φτηνό δαχτυλιδάκι από την κούκλα μου; Το δεξιό κορδόνι από τα παπούτσια του Ίωνα; Της Μισέλ το πασπαλισμένο με μπογιές πατσαβουράκι;
-Τέτοια.
-Να υποθέσω και καμιά φουρκέτα της Ουρανίας;
-Της Ουρανίας ομού και του Θόδωρου, να μην. Με τόσες βιτσιές να το αποκλείσεις.
-Και πώς τα σουφρώνει; Τα κρύβει κάτω από το φουστάνι της; 
-Συνηθέστερα τα χώνει μες στο βρακί της. 
-Κι ύστερα; Τα τρυπώνει σε διάφορες κρύπτες;
-Τα εξαφανίζει μέσα στις τρύπες του φράχτη. Τώρα όμως ένα ζευγάρι ακριβές, αραχνοΰφαντες κάλτσες, -μετάξι προορισμένο να δίνει κατάλυμα στις αρωματισμένες πατούσες της Μισέλ- τρίβεται στις τριχούλες της ήβης της, ενώ αυτή προχωρά στον προθάλαμο που οδηγεί στο ατελιέ.
-Της Μισέλ η πόρτα κλειστή;
-Παραδόξως ορθάνοιχτη.
-Κι η Μισέλ; Όρθια, με βλέμμα στο καβαλέτο;
-Η Μισέλ γερτή, με τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι.
-Ρόμπα από μουσαμά;
-Μπροστέλα πιτσιλισμένη γύψους. Μαλλιά πιασμένα πρόχειρα με ένα πινέλο. Χέρια που αφηρημένα χώνονται στον πηλό, παλάμες που ακόμα δουλεύουν.
-Πρόσωπο ωχρό;
-Αύρα κόκκινη. Ωστόσο, μιλάει στη Σ. όπως θα μιλούσε σε αδερφούλα. Σίγουρα όμως όχι την Μπλανς.
-Φωνή ζεστή και ελαφρώς επιβλητική;
-Ζεστή αλλά κουρασμένη.  
-Μεγαλόπρεπη;
-Όχι πομπώδης.
-Υπόγεια; Σαν μέσα από υποβολείο; 
-Σαν μέσα από λάκκο.
-Τον λάκκο όπου είχατε πέσει εσείς;
-Τον λάκκο όπου έπεφτε η ίδια οσάκις κάτι τη ζόριζε.
-Και; Φορτώνει τη Σ. με θελήματα;
-Της αναθέτει μικρές αγγαρείες. 
-Όπως; Πράγματα που η ίδια δεν έχει ποτέ χρόνο να πραγματοποιήσει; Να της ποτίσει φερ’ ειπείν η Σ. κάποια γλάστρα; Να της φέρει από τη σάλα τα γυαλιά της; Να πεταχτεί μέχρι το χωριό για να της αγοράσει τσιγάρα; Να υπενθυμίσει στην Ουρανία να βγάλει για χάρη του Ίωνα τα πάκα με τους «κερδώους» στη βεράντα; Το τελευταίο και λίγο ναζιάρικα, κάπως γαλίφικα;
-Το τελευταίο με νεύμα αβέβαιο όπως σκοτούρα.
-Σκοτούρα που επανέρχεται;
-Όπως ακόμα μία σκοτούρα.
-Κι η Σ.; Τι κάνει τώρα η Σ.; Πλησιάζει; Απομακρύνεται;
-Η Σ. απομακρύνεται. Η Μισέλ με το σφυρί στο χέρι έχει αρχίσει να κοπανάει. Aνδριάντες μαρμάρινοι, αγάλματα από πηλό πέφτουν με δύναμη στο χαλί. Στα διαμελισμένα χέρια, τα δάχτυλα είναι όμοια μ’ εκείνα του Ίωνα.   
-Κι αυτός; Χαμπαράκι;


              (απόσπασμα από το ανέκδοτο    
              μυθιστόρημα «η ιστορία της Σ»).
                ******

            

----


Η Χρύσα Φάντη γεννήθηκε το 1957 στην Αθήνα. Σπούδασε Παιδαγωγικά και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1985 μέχρι το 2012 εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση. Την δεκαετία 1992 - 2002 έζησε διαδοχικά στο Κάιρο, τη Μόσχα, τη Δαμασκό και τη Λευκωσία της Κύπρου. Ασχολήθηκε επίσης με τη δικηγορία, τη μετάφραση κειμένων από τα γαλλικά και τα αγγλικά, και τη μελέτη θεμάτων που αφορούν την παιδεία.
  Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά:
1.        «Πανδώρα»( τχ. 11, 2002, τχ. 12, 2002, τχ. 13, 2003,τχ. 14, 2003, τχ. 15, 2004, τχ. 17, 2005),
2.       «Πλανόδιον» (τχ. 36, Δεκέμβρης του 2004),
3.       «Ακτή», (έτος ΙΗ, τ. 71, καλοκαίρι 2007),  
4.       «Εντευκτήριο» τχ. 101, σελ. 98-105, Απρ. 13,
5.       «Δέκατα» τχ. 8, σελ. 116-125, Χειμώνας 2007, τχ. 17, σελ. 116-125, τχ. 21, σελ. 34-43, Άνοιξη του 2009, τχ. 21, σελ. 122-123, Άνοιξη 2010, τχ. 33, σελ. 100-104, Άνοιξη 2013, τχ. 35, σελ. 85-86, Φθινόπωρο 2013, τχ. 36, σελ. 122-125, Χειμώνας 2013, τχ. 37, σελ. 124-127, Άνοιξη 2014, τχ. 38, σελ. 102-106, Καλοκαίρι 2014, τχ. 39, σελ. 81-88.

                Εργογραφία
1.       (2007) Το δόντι του λύκου, διηγήματα, σελ. 208, επιμ. σειράς Μ. Φάις, εκδόσεις Πατάκη.
2.       (2007) Είμαστε όλοι μετανάστες, «στην αγκαλιά του κανένα» σελ.101-137, διευθ. σειράς Μ. Φάις, (συλλογικό), εκδόσεις Πατάκη. 

                Κριτικογραφία
1.       Σκάβοντας στα γεγονότα, (Χορός στα ποτήρια, Γεωργία Τάτση, εκδ. Γαβριηλίδης), περιοδικό «Δέκατα», τχ. 39, 2014.
2.       Τέσσερεις γυναίκες, τέσσερεις εποχές, τέσσερα κεφάλαια, (Καιροί τέσσερεις, Χριστίνα Καράμπελα, εκδ. Πόλις) τχ. 9,  περιοδικό fractal, Φεβρουάριος 2015.
3.       Σκιά, η άλλη όψη, (Αυτός ο ένας ο Αρίστος, Εύα Μαθιουδάκη) τχ. 10, περιοδικό fractal,Μάρτιος 2015
4.       Η επανάσταση της καθημερινότητας, (Κατάσταση φούγκας, Νίνα Ράπη, εκδ. Κέδρος) τχ. 11, περιοδικό fractal, Απρίλιος 2015.
5.       Σπουδή στην κενότητα, ( Μετάlipsi, Ιφιγένεια Σιαφάκα εκδ. Γρηγόρης), τχ. 12, περιοδικό fractal, Μάιος 2015.
6.       Ανδρείκελα στη σκιά της Κρίσης, (Ακόμα φεύγει, Ευγενία Μπογιάνου, εκδ. Πόλις),τχ. 13, Ιούνιος 2015. 

 

 




Παραδεισανού Ειρήνη, Ρητορική ένδεια, Vakxikon.gr 2013, 
γράφει ο Γιώργος Λίλλης

Θα σας προσφέρω τη δίψα μου

Θα τη στραγγίξω σε κανάτι διάφανο

Και θα προσμένω τα χορτάτα λαρύγγια σας

Να’  ρθουν να καμωθούν πως τα’ γγιξε η δίψα



Θα σας προσφέρω τη λύπη μου

Θα τη στερνιάσω σε χωμάτινο σινί

Και θα προσμένω τα δάκρυα του πόνου σας

Έτσι ως θα καμώνεστε τους πένητες



Θα σας προσφέρω τους στίχους μου

Εγώ ο μόνος

Ο στερημένος από νότες ουρανού

Εγώ που μ’ άγγιξε  η λάβα του κενού

Μου τσουρούφλισε το νου

Κι από τότε σέρνω τα βήματά μου και τρεκλίζω

Σε τούτη τη γη που με διώχνει


Παραθέτοντας το παραπάνω απόσπασμα από την πρώτη ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού, θέλω να δείξω με τον πιο έμπρακτο τρόπο, δηλαδή αφήνοντας την ίδια την ποίηση να μιλήσει, πώς η ποιήτρια εισχωρεί στον χώρο των γραμμάτων  με τον πιο ελπιδοφόρο τρόπο. Διαβάζοντας την Ρητορική ένδεια, διέκρινα ένα πηγαίο ταλέντο, μια φωνή που ξέρει να μεταφράζει σε λέξεις τα αισθήματα. Η ποίηση δεν χρειάζεται ρητορικά σχήματα. Χρειάζεται ελεύθερο βλέμμα, τόλμη και σαφήνεια σε σχέση με τα αισθήματα που καλλιεργούνται μέσα μας, αλλά σπάνια έχουμε το θάρρος να φέρνουμε στο φως. Θα έλεγα πως σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένας έντονος πόθος για αναζήτηση της αλήθειας πέρα από τα καθιερωμένα πρότυπα. Η Παραδεισάνου ξεδιπλώνει τον εσωτερικό της κόσμο, μοιράζεται τις ανησυχίες, τους φόβους και τα αδιέξοδα, όσο και επώδυνο να είναι αυτό. Πότε γίνεται όμως αυτό ποίηση; Μα φυσικά όταν υπάρχει ως βάση μια ευαίσθητη ψυχή που έχει την τόλμη να μιλήσει αληθινά, μια ψυχή που βίωσε την ποίηση όχι ως τρόπο γραφής, η καλλιτεχνικής ταυτότητας, αλλά σαν ένα βαθύτερο αίσθημα δύναμης που βοηθά να φτάσουμε στα όρια και να τα ξεπεράσουμε, ανακαλύπτοντας τις μέσα μας δυνάμεις:



Κι λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο

Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά

Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο

Στων άλλων τη βοή

Στων άλλων την ολότελα άγνωστη

Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα. 

Η αυτογνωσία οδηγεί στην συνειδητοποίηση του κενού, το μάταιο των πράξεων. Εδώ ακριβώς όμως η ποιήτρια μεταμορφώνεται σε δραματουργό που επιδιώκει παρά το σθεναρό βάρος των καιρών να επενδύσει στο σταθερό χώρο του ρεαλισμού παίζοντας με τις λέξεις το παιχνίδι της ειρωνείας. Ο αυτοσαρκασμός προδίδει την συναίσθηση της πτώσης, της ρήξης του ανθρώπινου στην ευτέλεια.   Η Ειρήνη Παραδεισανού δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων τις οποίες επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που μας προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Βιωματική ποιήτρια, οριοθετεί το γλωσσικό της χώρο και εντάσσεται υπερασπίστρια της ουσίας της τέχνης της χωρίς την επιδίωξη εντυπωσιασμών και επιφανειακών μεθόδων προβολής. Ποίηση ουσιαστική, αντανάκλαση της αγωνίας της να μεταφέρει ακέραια το αίσθημα ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε στον ιδιαίτερο κόσμο που στεγάζεται η ποιητική της ιδιοσυγκρασία:

Θα’ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια

Μια τέλεια ευθεία

Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.

Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές

Κι εσύ θα είσαι εκτός

Μόνιμα εκτός

Με τη λύπη

πνιγμένη απ’ το βρόχο της σιωπής της

να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου

την αρυτίδωτη όψη της.

Κοπέλα νωρίς που γέρασε  εντός της

με μαλάματα ποικίλα

το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει

κι είναι νωρίς για να το δει

κι είναι αργά για να το νιώσει.



Γι’ αυτούς που αλώθηκαν

ο χρόνος αξία δεν έχει.


Το επίθετο 'λιλιπούτειος' - 'λιλιπούτεια' -'λιλιπούτειο' προέρχεται από το Liliput, τη φανταστική χώρα με τους μικροσκοπικούς κατοίκους, μόλις έξι ιντσών, από το μυθιστόρημα Gulliver΄s Travels του Swift. Το επίθετο αναφέρεται σε αυτόν που είναι πολύ μικρός στο σώμα, στις διαστάσεις, τον νανοειδή, τον μικροσκοπικό.

Η επιλογή της λέξης ως τίτλος στην ποιητική συλλογή του Ηλία Κεφάλα προφανώς οφείλεται -και είναι ορατό με την πρώτη ματιά- στην μικρή έκταση των 71 ολιγόστιχων ποιημάτων που περιλαμβάνει η συλλογή. Ταυτόχρονα η συγκεκριμένη επιλογή υποδηλώνει και κάτι άλλο:

Είναι γνωστό ότι εδώ και πολλά χρόνια ο Ηλίας Κεφάλας ζει στο χωριό Μέλιγος Τρικάλων. Στο πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο “Τρίκαλα 1951-1969, Η πόλη που γεννήθηκα” (1) αναφερόμενος στο μικρό χωριό του το αποκαλεί “λιλιπούτειο”. Έτσι μας επιτρέπει να συνδέσουμε τον τίτλο της ποιητικής του συλλογής όχι μόνο με την ολιγόστιχη έκταση των ποιημάτων αλλά και με τoν γεωγραφικό εντοπισμό της ποιητικής του αφόρμησης. 

Ως μότο της ποιητικής συλλογής ο Ηλίας Κεφάλας επιλέγει τα λόγια του Κινέζου φιλόσοφου Τσουάγκ Τσέου: “Οι λέξεις χρειάζονται για να πιάνεις τις ιδέες. Όταν όμως έχεις πιάσει τις ιδέες, δεν χρειάζονται οι λέξεις”. Πρόκειται για ένα σημαντικό ερμηνευτικό συγκείμενο (2). Ο Τσουάγκ Τσέου, ταοϊστής στοχαστής του 4ου αιώνα, διδάσκει τη συγχρονική σύλληψη των αντιθέτων, αυτά που, αν και αντίθετα, αναβλύζουν από την ίδια μήτρα, την μήτρα του συμπαντικού γίγνεσθαι. Επομένως η αλήθεια πρέπει να αναζητηθεί στη δημιουργική πράξη που εστιάζει στον ρυθμό των αντιθέτων. Ο δημιουργός λοιπόν -ο ποιητής- ζώντας ανάμεσα στα αντίθετα διακυβεύει μόνιμα την ταυτότητά του (3). Το μότο μας δείχνει το ντάο, το δρόμο στα κινέζικα, δηλαδή τη διαλεκτική ατραπό της ποιητικής του Ηλία Κεφάλα. Με δεδομένο δε ότι αντίστοιχους στοχασμούς του Τσουάγκ Τσέου χρησιμοποίησε ο Λακάν μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε στο έδαφος όπου δοκιμάζεται το ποιητικό υποκείμενο με τη φύση και τη φύση της γλώσσας του.(4)

Ας επικεντρωθούμε στα τρία στοιχεία που συνδέονται άμεσα με την ποιητική του Ηλία Κεφάλα κι ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε τρία αντίστοιχα ζητήματα: α) τι συνεπάγεται το ολιγόστιχο για την ποίηση του Κεφάλα, β) τι σημαίνει η σύνδεση της ποιητικής μικρογραφίας με τον συγκεκριμένο γενέθλιο τόπο γ) τι συνεπάγεται η σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τη φύση/πραγματικότητα και τη φύση της ποιητικής γλώσσας του.


α) Τι συνεπάγεται το ολιγόστιχο για την ποίηση του Κεφάλα;


Κατά τον Alain Montandon “η σύντομη μορφή δεν είναι ζήτημα έκτασης, αλλά αφορά μια συγκεκριμένη ρητορική, υφολογία και ποιητική”(5).

Η σύντομη ποιητική μορφή υποχρεώνει τον δημιουργό της:

α) να αποκλείσει την χρήση της ποιητικής αφήγησης (η οποία λόγω της φύσης της απαιτεί μεγαλύτερη έκταση για να αναπτυχθεί),


β) να υιοθετήσει λόγο συμπυκνωμένο και αφαιρετικό,


γ) να χρησιμοποιήσει ηθελημένα ως ποιητικό τρόπο την αποσπασματικότητα γιατί τα ενδιάμεσα «κενά» είναι πλήρη από σημασίες και κατά κάποιο τρόπο αποτελούν την «σκοτεινή ύλη» που ολοκληρώνει τους σημασιολογικών τόπους των κειμένων (τα φραγκμέντα των αρχαίων λυρικών μας δείχνουν ακριβώς αυτή τη διαδικασία της σύγχρονης πρόσληψης και της ανάδειξης του λυρικού αποσπάσματος ως αυτόνομου ποιήματος).

Ενδεικτικά το μονόστιχο ποίημα “Μονόβολο”:


Νεκροί είπε. Οι πιο εχέμυθοι. (“Μονόβολο” σελ. 56)


δ) να δημιουργήσει πυκνότητα συμβολισμών, πυκνότητα εικόνων με λογής συμφυρμούς,


ε) να χρησιμοποιήσει ευρέως τη μεταφορά και τη μετωνυμία

στ) να αναζητήσει «Άφωνες λέξεις στην ύψιστη σαφήνειά τους» (6), και τέλος


ζ) να υιοθετήσει ως δημιουργική θέση τον “καθαρό” λυρισμό.


Το τελευταίο αφορά την ελευθερία του ποιητικού “εγώ” το οποίο δίνει την εντύπωση ότι προσπερνά τους ακροατές του ποιήματος και μιλά σαν να απευθύνεται στον εαυτό του. Ο λυρικός μιλά σε ένα επικοινωνιακό κενό κι αυτό τον διευκολύνει να αποκαλύψει το υποκειμενικό του βίωμα και τις εντελώς μύχιες σκέψεις του. Βέβαια εύκολα κάποιος λυρικός ποιητής μπορεί να ξεπέσει σε λόγο πληθωρικό και να υπονομεύσει την αυθεντικότητα της εμπειρίας και του συναισθήματος. Όσο κι αν η ολιγόστιχη φόρμα υψώνει μόνη της ένα ανάχωμα, ταυτόχρονα απαιτεί περισσή μαστοριά στη χρήση του λόγου και της ποιητικής των εικόνων: εικόνες που λειτουργούν κυριολεκτικά και γνωστοποιούν ή υποσημαίνουν πράγματα και καταστάσεις άμεσα αντιληπτές από τις αισθήσεις, εικόνες μεταφορικές που παίζουν με τις αναπάντεχες αναλογίες των πραγμάτων και των καταστάσεων και εικόνες που σχετίζονται με την “συμβολική όραση” του ποιητή και σημαίνουν αυτό που “βλέπει” μόνο ο ποιητής ως όντως υπαρκτό (7). Πάντως εικόνες που πρέπει να είναι μετουσιωμένες σε λόγο καίριο και “αυθεντικό”.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η έκταση δεν είναι ένα επιφανειακό και κριτικά αμελητέο χαρακτηριστικό των ποιητικών κειμένων.

Στην περίπτωση των “Λιλιπούτειων” του Ηλία Κεφάλα, εκτός όσων αναφέρθηκαν, πρέπει να επισημανθούν και τα εξής τρία επιπλέον στοιχεία:

1) Η επιλογή της ολιγόστιχης φόρμας διευκολύνει την ιδιωτική αναδίπλωση· συγκεκριμένα διευκολύνει τον ποιητή να ανιχνεύσει κυρίως το εσωτερικό του τοπίο, εκεί όπου αντικρίζει τη φύση και τα αντικείμενα και πλέον τα επενδύει με φορτίο ψυχικό, εκεί πλέον κυριαρχεί η επιθυμία και το όνειρο που χρωματίζει τις εικόνες. Γιαυτό και πολλά κείμενα της συλλογής δίνουν την αίσθηση ότι προέρχονται από συναισθήματα σαν εκείνα που γεννιούνται από σταματημένα στη μέση όνειρα.



Ακίνητος φυγαδεύομαι

Κάτω από διάφανα φυλλώματα-

Τι πλανερή ψευδαίσθηση

Ω ρυάκι - άτακτο παιδί

Κλέβεις αδιάκοπα τις σκέψεις μου

Επιφορτίζοντας με θλίψη

Ένα ποταμό (“Διάχυση” σελ.26).



Ή το ποίημα



Η κλαίουσα κρέμασε τα μαλλιά της

Ως τη γη

Λες και ψάχνει

Τον νεκρό πατέρα μου

Πατέρα και για εκείνη. (“Η κλαίουσα Ιτιά” σελ 102)



2) Στην ποίηση του Ηλία Κεφάλα η συντομία και η αποσπασματικότητα λειτουργούν ως στοιχεία που προκαλούν κλίμα αβεβαιότητας - ο αναγνώστης νιώθει πίσω από τους στίχους του σα να υπάρχει κάποιο επικίνδυνο μυστικό, σαν να υπάρχει κάποιος μη διατυπωμένος ακόμη κίνδυνος ή σα να υφίσταται κάποια άρρητη απαγόρευση. Ο ποιητής μιλά σαν μύστης σχεδόν κρυπτικά.



Το βουνό υψώνεται πλησιόχωρο

Τάχα προέκταση της σκέψης μου

Που θέλει ν' ανεβαίνει

Απ' τα φαράγγια του ακούγονται

Οι πνιχτές κραυγές των θηραμάτων

Κανένα αίνιγμα δεν μένει άλυτο ( “Αινίγματα” σελ 74).



Ή το ποίημα



Ήταν το απέραντο σιωπηλό χωράφι

Με αγριολούλουδα που είχαν αντιγράψει

Όλες τις σκέψεις μου

Μια κότα πέρασε κακαρίζοντας

Κυνηγημένη από κάτι αόρατο

Και τότε ξαφνικά θυμήθηκα (“Το αόρατο” σελ 86)



3) Καθώς η συντομία και η αποσπασματικότητα δημιουργούν ατμόσφαιρα μυστηρίου (> μύω), ο αναγνώστης νιώθει να γίνεται συνένοχος σε ένα μη διατυπωμένο μυστικό και μετατρέπει την ανάγνωση σε κυνήγι της υποψίας, της αμφισημίας, της ανοιχτής ερμηνείας.



Μαυροφόρα νύχτα-

Θολό τέναγος-

Ισχυρή μνήμη-

Συνάντησα το ίδιο βάθος

Και το ίδιο σκοτάδι

Μέσα στα μάτια σου (“Σκοτάδια”σελ 52)



β) Τι σημαίνει η σταθερή σύνδεση της ποιητικής μικρογραφίας με τον συγκεκριμένο γενέθλιο τόπο ή ορθότερα με τη φύση του γενέθλιου χώρου;

Αφετηρία των ποιημάτων λιγότερο ή περισσότερο εμφανώς είναι ο οικείος χώρος του χωριού του, ο κόσμος και η φύση στο Μέλιγο (8). Όμως η γενέθλια φύση δεν προσλαμβάνεται απλώς όπως στην πάγια ρομαντική αντίληψη ως μια “ζωντανή”, μία έμψυχη ύπαρξη εντός της οποίας τα ζώα τα πουλιά, τα φυτά, οι πέτρες, το χώμα, τα αστέρια είναι ενεργά πλάσματα του σύμπαντος (9). Είναι περισσότερο ο χώρος όπου η παρουσία του ποιητή διά του λόγου του, ανατρέπει τις παγιωμένες σχέσεις των πραγμάτων, καταλύει τη φυσική τάξη και εγκαθιδρύει μια νέα υπερπραγματικότητα· με απροσδόκητες συνάψεις και τολμηρές συνάφειες αποκαλύπτει τα άρρητα ή τα μη διατυπωμένα μυστικά του φυσικού και του ψυχικού κόσμου του.



Καπνίζουν οι νεκροί;

Αναμφιβόλως

Να και η καύτρα του τσιγάρου τους:

Οι αναμμένες μαργαρίτες ( “Ερώτημα” σελ. 104)



Ο Ελύτης το 1944 στο “Τέχνη-Τύχη -Τόλμη” έγραφε πως “πίσω από τη ρήση: υπάρχει ένα σημείο του πνεύματος όπου όλες οι αντιθέσεις συμφιλιώνονται, κρύβεται η πίστη στην υπερπραγματικότητα και μες απ' αυτή, στην πολυπόθητη ενότητα των πάντων” (10). Η ενότητα των πάντων γίνεται έτσι το μυθολογικό υπόστρωμα της συλλογής, το φιλοσοφικό της έρεισμα. Εξ ου και η συχνή διδακτική τάση πολλών ποιημάτων της συλλογής.


Ο Ζαν Μποντριγιάρ μας έδειξε ακολουθώντας τη μεγάλη γαλλική παράδοση της σχέσης λογοτεχνίας και φιλοσοφίας ότι “τα συστήματα της σημασίας και του νοήματος μπορούν να γίνουν κατανοητά μόνο μέσω των αλληλοσυσχετισμών τους, δηλαδή αυτών που με μία λέξη μπορούμε να ονομάσουμε υπερπραγματικότητα. Έτσι, το κάθε νόημα δεν μπορεί παρά να είναι αυτοαναφορικό. Κατανοούμε επομένως τον κόσμο όχι μέσω των συστημάτων της δύναμης ή των όποιων ορθολογικών σχημάτων αλλά της γοητείας που ασκούν τα αντικείμενα πάνω μας” (11). Και τα “Λιλιπούτεια” είναι ακριβώς αυτό: αυτοαναφορικό νόημα που αφορά τη γοητεία των πραγμάτων πάνω στα όνειρα του ποιητή (και του αναγνώστη).



Εγώ

Και από την πέρα μεριά

Το κοτσύφι

Τι πολλοί (“Κόσμος” σελ. 142).



Η γοητεία που περνάει στο όνειρο και το μεταμορφώνει, (ή το όνειρο που περνάει στο λόγο και τον μεταλλάσσει γοητευτικά) βασίζεται στην τεχνική της “εισβολής του ανοίκειου”. Σε μια εικόνα ή μια κατάσταση ορθολογική και κοινά αναγνωρίσιμη εισβάλλει μέσω του λόγου το “ανοίκειο” (12), η παράξενη μικρή λεπτομέρεια που τορπιλίζει την ασφάλεια της κυριολεξίας και της λογικής συνάφειας, και ανατινάζει με τρόπο αποκαλυπτικό τη βεβαιότητα της συνείδησης. Το “ανοίκειο” αίφνης μεταμορφώνει το χώρο, αλλάζει τη σημασία των πραγμάτων, διαταράσσει το γραμμικό χρόνο, διαλύει την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλάζει τη φυσική ή λογική θέση των γνώριμων πραγμάτων, αλλοιώνει τη χρήση τους και μας αναγκάζει να επανανοηματοδοτήσουμε τα στοιχεία της. 

Πασχίζω γράφοντας

Πέρα μακριά φεγγοβολούν ηλιαχτίδες

Στις τέσσερις κηδεύεται ο γείτονας

Θα του βάλουν άραγες μαζί του την τραγιάσκα

Αφήνοντας εκκωφαντικά άδειο

Το καρφί στον τοίχο; (“Τραγιάσκα”, σελ. 42)



Η ποιητική γραφή του Ηλία Κεφάλα λειτουργώντας ανατρεπτικά μέσα στην ίδια τη γλώσσα και μέσω της γλώσσας προκαλεί “ρήξεις” και εκεί πλέον που “τα λόγια δεν αρκούν” μεταμορφώνει τις συνήθεις εικόνες σε νέες εικόνες απροσδόκητες, αιφνίδιες, παράδοξες. Με τον τρόπο της απόκλισης από τη φυσική τάξη ο Ηλίας Κεφάλας πετυχαίνει να μπει σε αναστοχασμό για τον κόσμο του και μέσα από τη γλώσσα και τη γραφή μεταβαίνει από την εξωτερική πραγματικότητα σε ένα εσωτερικό τοπίο στο οποίο προσκαλεί και τον αναγνώστη. Ουσιαστικά ο ποιητικός λόγος του Ηλία Κεφάλα συνιστά μια “επίθεση” στον ίδιο τον κόσμο του. Ενώ από τη μία αισθάνεται τον εαυτό του ως αναπόσπαστο μέρος της κοσμικής ολότητας, την ίδια στιγμή με τη χρήση του ανοίκειου, της λεπτομέρειας που ανατινάζει την σημασιολογική τάξη, του επιτίθεται και τον αναδιατάσσει.



Κοίτα να δεις

Από ολόκληρο ροδώνα

Ένα «μη με λησμόνει» μόνο

Σκαρφάλωσε στο ποίημά μου (“Έκπληξη”, σελ. 144).



Έτσι τα πράγματα, τα στοιχεία του κόσμου και τα ερεθίσματα, γίνονται αφετηρίες νέων σημασιών και το έξω με το μέσα τοπίο συνενώνεται σε ένα νέο όλον.




Άνθρωπος γίδια και πρόβατα

Γίνονται όλα μαζί
Μια παλλόμενη κολλώδης μάζα
Επικρεμάμενη στην πλαγιά του βουνού


Σαν ένας πλαγιασμένος γίγαντας

Που κυλιέται απαλά
Και τρώει μόνο φως (“Πλαγιά”, σελ. 54)



γ) Τι συνεπάγεται η σχέση του ποιητικού υποκειμένου με τη φύση/πραγματικότητα και τη φύση της ποιητικής γλώσσας του;



Στα “Λιλιπούτεια” γίνεται προσπάθεια να συνυπάρξουν δύο αντίθετοι κόσμοι. Ένας κόσμος απτός και ένας κόσμος φευγαλέος, ένας συγκεκριμένος και ένας φανταστικός, ένας με δεδομένες βεβαιότητες κι ένας αινιγματικός ή και παράλογος. Γι' αυτό και οι ποιητικές εικόνες και τα ποιητικά συμβάντα που περιέχονται στα “Λιλιπούτεια” μοιάζουν με σπαράγματα ονείρων που δίνουν σήματα και ίχνη, παρά προβάλλουν λογικά και ολοκληρωμένα νοήματα. Έτσι τα ποιήματα της συλλογής παραπέμπουν στην εγγενή αδιαφάνεια των ονείρων. 

Σε μια συνέντευξη του Ηλία Κεφάλα στην Έφη Δούλη ο ποιητής είπε: “Κάθε λόγος για την τέχνη είναι και μια ενίσχυση της ονειρικής θέασης της ζωής. [...] Ο ονειρικός λοιπόν κόσμος είναι για μένα ένα μετείκασμα του πραγματικού και μια ασυναίσθητη συνέχεια της παγιωμένης καθημερινότητας.”


Ο Κεφάλας έχει επίγνωση ότι η θέση του ως ποιητή σχετίζεται με το όνειρο. Ο ποιητής όπως και κάθε ποιητής είναι πρόσωπο “ελλειμματικό”. Οι ελλείψεις του δεν μπορούν να ικανοποιηθούν από κανένα πραγματικό αντικείμενο. Πόσο μάλλον όταν επιθυμεί την σύλληψη της “ολότητας”. Δεν έχει άλλο δρόμο λοιπόν παρά να καταφεύγει διαρκώς στη γλώσσα. Εκεί, στους τόπους της γλώσσας, είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί μερικώς η επιθυμία γιατί λόγω της φύσης της γλώσσας το αντικείμενο της ανάγκης/ενόρμησης μετατρέπεται πάντα σε ένα μετωνυμικό αντικείμενο της επιθυμίας. Χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της συμπύκνωσης, της μετάθεσης, της μεταφοράς και της μετωνυμίας ως τεχνικές απόκρυψης και μεταμφίεσης, δηλαδή τα εργαλεία του ονείρου, ο ποιητής μπορεί να περνά από το επίπεδο της πραγματικότητας στο επίπεδο όπου δικαιοδοσία έχει η φαντασία και το όνειρο. Αυτό όμως το παιχνίδι των αντικατοπτρισμών, επειδή συμβαίνει μέσω της γλώσσας δείχνει και συγχρόνως αποκρύπτει την υποφώσκουσα πίεση της επιθυμίας. Τελικά η επιθυμία παραμένει ανικανοποίητη, η έλλειψη υφίσταται εσαεί, και θα επανέρχεται διαρκώς και θα μετονομάζεται με συμβολικά υποκατάστατα, όμως πάντοτε θα παραμένει λόγος.


Στην περίπτωση του Ηλία Κεφάλα συμβαίνει και κάτι που περιέγραψε ο Lyotard : στα ποιήματά του “η πραγμάτωση της επιθυμίας μέσω του λόγου ανάγεται όχι στο περιεχόμενο του ονείρου αλλά στην ονειρική διαδικασία, στην πράξη του ονείρου και της φαντασίωσης, στο ξεδίπλωμα της φαντασίας” (13) Έχει την επίγνωση ότι είναι αδύνατο να εκπληρώσει την επιθυμία, έχει την επίγνωση ότι πάντα η ποιητική ενόρμηση θα τον ωθεί διά του λόγου να επανακάμπτει στους τόπους του ποιήματος. Όμως δεν έχει άλλη διέξοδο. 

Έτσι η ποιητική γραφή μετατρέπεται σε εργαλείο για “να αποσοβήσει τη σύγκρουση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο” (14)Επειδή ξέρει ότι με την ποίηση υπηρετεί τις μετατοπίσεις της επιθυμίας του μέσα στην γλώσσα, ελπίζει να βρει στο δημιουργημένο ποίημα «το ορατό προϊόν του εγώ» (15) και να ξεπεράσει έτσι την αυταπάτη επανάκτησης της θρυμματισμένης ολότητας και της διάκρισης ανάμεσα στο πραγματικό και τη φαντασία.

Απόδειξη της επίγνωσης το παλιότερο ποίημα του Ηλία Κεφάλα “Η ποίηση σε γονατίζει και αδιαφορεί”.




Το αν γυρίζω κατάμονος στους λόφους
φταίει που είμαι ποιητής;

Αν αποφεύγω το πυκνό και θορυβώδες πλήθος
η ποίηση είναι μια αρκετή δικαιολογία;
Αν απουσιάζω από δεξιώσεις και συναθροίσεις
από αξιώματα και τιμές
αν στέκομαι μακριά από φιλοδοξίες
φταίει τάχα θανάσιμα η ποίηση που με ποδηγετεί;
Και αν πράγματι έτσι πάντα και σταθερά συμβαίνει
η ποίηση είναι εκείνη που με φυγαδεύει
στ’ απόμερα κι ερημικά σκοτάδια;
Η ποίηση – λέει μια φωνή – είναι μόνο μια αλήθεια
– ανυπεράσπιστη κι αυτή – σαν όλες τις αλήθειες.
Η ποίηση είναι μια αλήθεια
που αντιστρατεύεται όλες τις άλλες τις αλήθειες.
Μία φωνή που καταργεί όλες τις άλλες τις φωνές.
Η ποίηση τίποτα δεν δικαιολογεί
Η ποίηση είναι αυτή που όλα τα ανατρέπει
Και εξάπαντος τον εαυτό της πάνω απ’ όλα.
Τον ποιητή της θα σκεφτεί;



σημειώσεις


(1) Ηλίας Κεφάλας, “Τρίκαλα 1951-1969, Η πόλη που γεννήθηκα”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014


(2) Αντίστοιχο μότο του Τσουάγκ-Τσέου υπάρχει και στο “Βάραθρο” του Ε.Χ.Γονατά. Δεν είναι προφανώς τυχαίο. Γιατί και ο Γονατάς και ο Κεφάλας είναι δημιουργοί που διακονούν τη μικρή σε έκταση φόρμα, την ονειρική μικρογραφία, σε πρόζα ο ένας, σε ποίηση ο άλλος.


(3) Σε μια παραβολή ο Τσουάγκ-Τσέου λέει πως ονειρεύτηκε ότι ήταν πεταλούδα και πως ξυπνώντας διαπίστωσε έκπληκτος ότι είναι ο Τσουάγκ-Τσέου. Αναρωτιέται λοιπόν: «Ποιος είμαι, λοιπόν, στην πραγματικότητα; Ο Τσουάγκ-Τσέου που ονειρεύεται πως είναι πεταλούδα ή μια πεταλούδα που φαντάζεται πως είναι ο Τσουάγκ-Τσέου;»


(4) Την παραβολή της πεταλούδας χρησιμοποιεί ο Λακάν για να φωτίσει την άποψή του ότι «η θέση μας μέσα στο όνειρο είναι, τελικά, να είμαστε αυτός που κυρίως δεν βλέπει»: «το υποκείμενο δε βλέπει πού αυτό οδηγεί, ακολουθεί... δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συλλάβει τον εαυτό του μέσα στο όνειρο με τον τρόπο που, μέσα στο καρτεσιανό cogito, τον συλλαμβάνει σα σκέψη». Ο Λακάν συνεχίζει λέγοντας: «'Ετσι, όταν ο Τσουάγκ Τσέου είναι πεταλούδα, δεν του έρχεται στο νου να αναρωτηθεί αν, όταν είναι ο Τσουάγκ Τσέου ξύπνιος, δεν είναι η πεταλούδα που ονειρεύεται πως είναι. Γιατί καθώς ονειρεύεται ότι είναι πεταλούδα... είναι πεταλούδα αιχμαλωτισμένη, αλλά λάφυρο κανενός, γιατί, μέσα στο όνειρο, δεν είναι πεταλούδα για κανέναν. Όταν είναι ξύπνιος, είναι ο Τσουάγκ Τσέου για τους άλλους, και είναι πιασμένος στο δίχτυ για πεταλούδες». Δες Λακαν Το σεμινάριο βιβλίο ΧΙ: οι τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1982 σελ 103 και 104.

Ο Κεφάλας στο ποίημα «Γραφή» της συλλογής «Τα μνήστρα της αβύσσου» (2003) έγραψε το στίχο: «Αυτήν τη λέξη εγώ την έγραψα ή μήπως μια απορημένη λέξη είμαι κι εγώ που μυστικά την έγραψε ένας άλλος;» και στα “Λιλιπούτεια” στο ποίημα “Σκεπτικισμός” : “Δεν ξέρω αν ήρθα ή αν έφυγα/ Ωστόσο βλέπω τα πόδια μου/ Στον δρόμο/ Όσοι με βλέπετε στην εικόνα/ Τι λέτε επ' αυτού;/ Έρχομαι ή φεύγω;” (σελ 148)


(5) Alain Montandon, Les formes brèves, Hachette 1994


(6) Ηλίας Κεφάλας, “Τα Λιλιπούτεια”, εκδ Γαβριηλίδης, Αθήνα 2015, στίχος από το ποίημα “Ανοιχτό βιβλίο”, σ. 10


(7) Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα, εκδ Καστανιώτης 1995


(8) Στην ερώτηση της Έφης Δούλη πόσο επηρέασε ο γενέθλιος τόπος την έμπνευση του ποιητή, ο Ηλίας Κεφάλας απάντησε: “Σίγουρα το μικροπεριβάλλον, που καθορίζει την ηλικιακή ωρίμανση του κάθε ανθρώπου, επιδρά καταλυτικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και του εν γένει συναισθηματισμού του. Το περιβάλλον στην περίπτωση τη δική μου ήταν μία μικρή αγροτική οικογένεια του συνεχούς μόχθου, που τη διαπερνούσε δυναμικά ένα αίσθημα ανυποχώρητης αξιοπρέπειας και τιμιότητας, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο κόσμο τού μικρού χωριού, που διέθετε αρετές ακέραιας συνύπαρξης. Αυτά με σημάδεψαν για όλη μου τη ζωή. Φανταστείτε τις δράσεις αυτές τοποθετημένες στον ανοιχτό ορίζοντα και να αλληλοεπηρεάζονται ανεπαίσθητα από τις φυσικές μεταβολές. Αυτό υπήρξε μάθημα για μένα. Έτσι κάθε πλοκή και κάθε προβληματισμός τής ποίησής μου τοποθετείται μέσα στην πολύφυλλη φύση, για να υπονοούνται όλες οι μεταβολές σαν μέρος της φύσης και σαν απόλυτα φυσικό επακόλουθο. Γι' αυτό και ο κάθε ποιητής εμπνέεται όχι τόσο από τον κόσμο που τον περιβάλλει, αλλά από τον κόσμο που έχει διαμορφώσει μέσα του και τον κουβαλά μαζί του κάθε στιγμή.”

Επίσης είναι αξιοπρόσεκτη η εναρκτική ποιητική δήλωση στα “Λιλιπούτεια” προς την ποίηση-φύση «Χαίρε ω καμπυλόγραμμη / Υψιπετώ μαζί σου και φλέγομαι / Επειδή δεν αφήνεις να σβήσει καμία πνοή» (σελ. 8)


(9) Lilian Furst, Η προοπτική του ρομαντισμού, Μια συγκριτική μελέτη των ρομαντικών κινημάτων στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2001 σελ 121-122


(10) Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987, σ. 140


(11) Αναστάσης Βιστωνίτης, Ζαν Μποντριγιάρ - η απουσία του ποιητή της γοητείας (και της ειρωνείας), Το ΒΗΜΑ, 08/03/2007 

(12) Το ανοίκειο εδώ δεν χρησιμοποιείται όπως το ορίζει στην ψυχανάλυση ο Φρόυντ : «το ανοίκειο είναι μια μορφή του τρομακτικού, η οποία ανάγεται σε κάτι παλαιόθεν γνωστό και οικείο». Δες στο Σίγκμουντ Φρόιντ, Το ανοίκειο, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2009


(13) Jean Francois Lyotard, “Discours, figure”, Klincksieck Paris 1971


(14) Octavio Paz, Η αναζήτηση της αρχής. Δοκίμια για τον υπερρεαλισμό. Ηριδανός Αθήνα 1983, σ. 66


(15) Novalis, Romantische Welt: Die Fragmente, σ. 292




                                                                                                                                   Λάρισα 15-6-2015


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA