Ο Πέτρος Μπιρμπίλης μιλά στην Athens Voice και στον Γιάννη Νένε, για το "Μπελ Ετουάλ" (Θράκα, 2017)

Μια “ηρωίδα” πλάι σε ανθρώπους αντιηρωικούς: Ένα κριτικό σημείωμα του Στάθη Ιντζέ για το "Γονυπετείς" της Τζούλιας Γκανάσου

Για την ποιητική συλλογή της Μαρίας Αγγελοπούλου "Η απουσιολόγος" (Θράκα, 2016), γράφει ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Στέφανος Ξένος γράφει στο diavasame για τον "Άνθρωπο Τανκ" (Θράκα, 2017) του Γιώργου Λίλλη

Για το βιβλίο της Μαριάννας Κουμαριανού «Τόπος στη Γαλήνη» – γράφει η Ανθούλα Δανιήλ

Φάνης Παπαγεωργίου, Ποια γενιά; Σκέψεις για τη σχέση μεταξύ βιολογικής και δυνάμει καλλιτεχνικής γενιάς.

Δύο ανέκδοτα/αδημοσίευτα ποιήματα του Δημήτριου Δημητριάδη

Ο Παναγιώτης Βούζης γράφει στην εφημερίδα "Τα Νέα" για το "Χρονορυχείο" (Θράκα, 2017) της Στέλλας Δούμου



1. Ωραίες Γυναίκες

ΓΥΝΑΙΚΕΣ κάθονται ή κινούνται πέρα δώθε -άλλες μικρές, άλλες μεγάλες.
Είναι ωραίες οι μικρές –αλλ’ οι μεγάλες είναι ωραιότερες απ τις μικρές.



2. Για Κείνον Εγώ Τραγουδώ

Για κείνον εγώ τραγουδώ,
(Σαν ένα δέντρο αιωνόβιο, έξω από τις ρίζες του, με το παρόν επάνω από το παρελθόν:)
Μαζί του διαστέλλομαι στον χρόνο και στον χώρο -και λιώνω νόμους αξεπέραστους στον χρόνο,
Για να τον κάνω, μέσω αυτών, τον ίδιο για τον εαυτό του νόμο.

3. Σα Να Με Χάιδεψε ένα Φάντασμα

ΣΑ να με χάιδεψε ένα φάντασμα,
Νόμιζα πως δεν ήμουν μόνος, εδώ που περπατούσα στην ακτή.
Αλλά ο ένας που τον νόμιζα μαζί μου, σαν τώρα που βαδίζω στην ακτή  -ο ένας που αγάπησα,
που
μου’ δωσε το χάδι,
Έτσι όπως γέρνω για να δω μες απ' το φως που τρεμοπαίζει  -αυτός ο ένας έχει εξαφανιστεί τελείως,
Και εμφανίζονται εκείνοι που μου είναι μισητοί, και με εμπαίζουν.


4. Ούτε Οι Εχθροί Μου Με Πατήσανε Ποτέ

ΟΥΤΕ οι εχθροί μου με πατήσανε ποτέ –κακό απ΄ αυτούς στην περηφάνεια μου κανένα δε φοβάμαι×
Αλλ’ όμως οι εραστές που αψήφιστα αγαπώ –ιδού! πώς με δαμάζουν!
Ιδού! ο πάντα ανοιχτός κι ανήμπορος εγώ, απαλλαγμένος απ’ τη δύναμή μου!
Τελείως ντροπιασμένος, πάνω στη γη να σέρνομαι μπροστά τους.


5. Τόποι και Χρόνοι

ΤΟΠΟΙ και χρόνοι -τι είν’ εκείνο μέσα μου που συναντά τους πάντες, πάντα και παντού, και
νιώθω σα
στο σπίτι;
Φιγούρες, χρώματα, πυκνότητες, οσμές  -τι είν’ εκείνο μέσα μου που επικοινωνεί μαζί τους;


Επίμετρο

Ο Walt Whitman (Γουόλτ Γουίτμαν) γεννήθηκε στις 31 Μάη του 1819 στο Λονγκ Άιλαντ και μεγάλωσε στο Μπρούκλυν. Η εκπαίδευση που πήρε στα παιδικά του χρόνια ήταν φτωχή. Η πρώτη του συλλογή, «Φύλλα Χλόης», εκδόθηκε με δικά του έξοδα και, παρά τις αρχικές αρνητικές κριτικές που πήρε για «τα εν δυνάμει προσβλητικά σεξουαλικά της θέματα», γνώρισε τουλάχιστον άλλες οκτώ εκδόσεις μέχρι τον θάνατό του (26 Μάρτη 1892). Θεωρείται μαζί με την Έμιλυ Ντίκινσον ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς ποιητές.

Πηγές







Η νέα στήλη του διαδικτυακού χώρου του λογοτεχνικού περιοδικού “ΘΡΑΚΑ” που εγκαινιάζεται σήμερα με την παρούσα ανάρτηση έχει ως στόχο την παρουσίαση, από τον υποφαινόμενο Αντώνη Ψάλτη, άπαξ εβομαδιαίως, ενός βιβλίου κυρίως ποίησης αλλά όχι κατ' αποκλειστικότητα. Επίσης τα βιβλία που θα παρουσιάζονται θα έχουν εκδοθεί όσο το δυνατόν πιο πρόσφατα, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η “ειδησεογραφική προσέγγιση” της επικαιρότητας. Όμως παρά την συγκεκριμένη μας στόχευση θα παρουσιάζονται, ενίοτε, και βιβλία που έχουν εκδοθεί και παλαιότερα. Θα πρέπει να σημειωθεί εξαρχής ότι τα συγκεκριμένα ολιγόλεκτα σημειώματα – παρουσιάσεις δεν έχουν στόχο την κριτική ανάλυση των βιβλίων. Αυτό είναι καλοδεχούμενη δουλειά όσων επιθυμούν να γράφουν κριτική. Σε κάθε περίπτωση βεβαίως η επιλογή των βιβλίων που θα παρουσιάζονται δεν γίνεται παντελώς άκριτα. Οφείλω να καταθέσω ότι αυτή η στήλη δεν διεκδικεί δάφνες παντογνωσίας, αλάνθαστου ή απόλυτου. Έτσι θα χαρούμε, όπως ήδη συμβαίνει, να λαμβάνουμε τα βιβλία που επιθυμείτε να μας στέλνετε. Ευχαριστώ την “ΘΡΑΚΑ” για την ευγενική της φιλοξενία.

.........................................................................................................................................



ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ , “Βόλια” ,
εκδόσεις “ΤΥΠΩΘΗΤΩ – ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ”, 2015


Με την τέταρτη ποιητική του σύνθεση ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος στεριώνει ένα προσωπικό του ύφος γραφής και σκέψης, το οποίο ως γραφή πρωτοπαρουσιάζει στο βιβλίο του “Συμεών Βάλας” και ως σκέψη στο βιβλίο του “οι δώδεκα”. Αν, λοιπόν, στους “δώδεκα” (2011) είχαμε την ποιητική καταγραφή ενός τότε ανήσυχου πολιτικού κλίματος και μίας διερεύνησης των πιθανοτήτων, τώρα με τον “Βόλια” βλέπουμε από τον Παπαντωνόπουλο, σε συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου, την εντύπωση / αποτύπωση (και της κριτικής σε σχέση με ότι προηγήθηκε) της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας. Σε κάθε περίπτωση το στοίχημα (πολιτικό και ποιητικό) του Παπαντωνόπουλου παραμένει με συνέπεια λόγου το ίδιο: “Γιατί υπάρχει ακόμη ένας ουρανός που κραυγάζει το ματωμένο αντάρτικο”.


ΠΕΜΠΤΗ

Το χιόνι του Φλεβάρη
ζεστό
όπως το χέρι σου στο χέρι μου
πάνω στο λεβιέ των ταχυτήτων
που κόβει την ανάσα σου
όταν ανοίγεις το ψάρι και βλέπεις χιλιάδες
αυγά
όπως μια πόρτα μισάνοιχτη
στο σκοτάδι.


ΣΥΜΠΤΩΣΗ

O μάγος
στο δάσος
φίλοι με προστατεύουν
κανείς δεν καταλαβαίνει
το λαγό
που φτιάχνει την ιστορία
μάθαινες γράμματα εδώ για να γράψω εγώ
σύμπτωση ;





Oι (.poema..) εκδόσεις σάς προσκαλούν
την Παρασκευή 29 Μαΐου 2015 (ώρα: 8.00 μ.μ.) 

στην παρουσίαση του βιβλίου
ΕΥΑ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ
Της ψυχής μου αναλλοίωτο φως


στον Χώρο Τέχνη-Λόγος (Λυκαβηττός)
 
:::
Ομιλητές: Γιάννης Κουβαράς, Κατερίνα Χανδρινού, Σοφία-Στέλλα Σώσειλου
Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Πόλυ Σαΐιτη, Κώστας Μπαρμπεκίδης
 
Προλογίζει ο Βασίλης Ρούβαλης
 
 


Το Σάββατο 30 Μαΐου, στις 19:00,
21 
​Ν​έοι 
​Π​οιητές 
διαβάζουνε ποιήματά τους
στο θέατρο Άττις
.

Ο μαραθώνιος ποίησης, είναι η εναρκτήρια εκδήλωση του νέου project του Θεόδωρου Τερζόπουλου και του Θεάτρου Άττις, με τίτλο «Άταφοι νεκροί», που θα αναπτυχθεί τους επόμενους μήνες στη Νέα Υόρκη και τη Φιλαδέλφεια, με τη συμμετοχή πολύ σημαντικών δημιουργών απ’ όλες τις τέχνες.
Στο project συμμετέχουν το Θέατρο Άττις, το Wilma Theatre της Φιλαδέλφεια, το Columbia University της Νέας Υόρκης και άλλοι φορείς της Νέας Υόρκης. 

Αυτή είναι η τρίτη φορά που ο Θεόδωρος Τερζόπουλος και το Θέατρο Άττις
παρουσιάζουν ποιητές της νεότερης γενιάς
​.
Συμμετέχουν οι ποιητές:
​ ​


Ζήσης Αϊναλής, Αντιγόνη Βουτσινά, Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος,
Άννα Γρίβα, Νίκος Ερηνάκης, Νικόλας Ευαντινός,
Κατερίνα Ηλιοπούλου, Θωμάς Ιωάννου, Λένα Καλλέργη,
Αλέξιος Μάινας, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Δημήτρης Πέτρου,
Σταμάτης Πολενάκης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Γιάννης Σιδέρης,
Γιάννης Στίγκας, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Θωμάς Τσαλαπάτης,
Νίκη Χαλκιαδάκη, Δημήτρης Χιλλ, Θοδωρής Χιώτης.

​Την ποιητική συνάντηση επιμελείται ο Θωμάς Τσαλαπάτης. ​
Το Σάββατο 30 Μαΐου, στις 7μ.μ., στο Θέατρο Άττις
(Λεωνίδου 7, Μεταξουργείο, τηλ.: 210 5226260).

Είσοδος δωρεάν.
​ ​


Η πέμπτη κατά σειρά ταινία του 25χρονου Καναδού Ξαβιέ Ντολάν (Xavier Dolan) με καταγωγή από το γαλλόφωνο Κεμπέκ. Πρόκειται για ένα σκληρό ψυχογράφημα μεγάλου μήκους για την προβληματική συνύπαρξη ενός εφήβου με ελλειμματική προσοχή και υπερκινητικότητα, του Στίβεν, με την γοητευτική χήρα και προσφάτως απολυμένη μητέρα του, Ντάι. Την σχέση μητέρας και γιου ενισχύει ο ρόλος της ιδιόμορφης γειτόνισσας, Κάιλα, η παρουσία της οποίας «ανακουφίζει» κάπως την σκληρότητα της αφήγησης.

Ο Ντολάν τολμά να προσεγγίσει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το κρίσιμο ζήτημα μιας -από τις πλέον διαδεδομένες στον δυτικό κόσμο- παιδικής διαταραχής που απ’ ό,τι φαίνεται αποτελεί τη συχνότερη αποκλίνουσα συμπεριφορά σε παιδιά σχολικής ηλικίας, με τα αγόρια να κατέχουν την «πρωτιά».


Το «Mommy» σκιαγραφεί την τρυφερή αλλά ταυτόχρονα βίαιη σχέση μιας μητέρας με τον δεκαπεντάχρονο γιο της μέσα στο αποπνικτικό περιβάλλον του σήμερα: μονογονεϊκές οικογένειες, βία, αναμορφωτήρια, απόπειρες αυτοκτονίας, ανεργία και η ανάγκη ενός παιδιού για συντροφιά και επικοινωνία.

Τα στενά ασφυκτικά πλάνα συνομιλούν με ενδιαφέρουσες ψηφιακές λήψεις που φαίνεται να ανοίγουν για λίγο στις δύο πιο «ευρύχωρες» συναισθηματικά σκηνές. Για να ακολουθήσει σαν γροθιά στο στομάχι η απόπειρα αυτοκτονίας του ήρωα σε σούπερ μάρκετ ή η σκηνή όπου η μητέρα σταματάει με το αυτοκίνητο στη μέση του πουθενά και λίγο μετά η απρόσμενη ακινητοποίηση του παιδιού από ομάδα ψυχιατρικών υπαλλήλων. Το υπέροχο σκηνοθετικά fast forward που θέλει τη μητέρα (ή  τον θεατή;) να «ταξιδεύει» στο μέλλον που ίσως να μην έρθει ποτέ, συνδέεται σχεδόν αριστουργηματικά με τον επίλογο και τη φωνή της Lana Del Rey.


Ενδιαφέρουσες, τέλος, οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών, Αν Ντορβάλ και Σουζάν Κλεμάν αλλά και του νεαρού Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν που υποδύεται άρτια έναν τόσο απαιτητικό και λεπτό -από άποψη ευαισθησίας- ρόλο. Μία κινηματογραφική απόπειρα ενός παιδιού που φαίνεται να έχει μέλλον, παρόλο που η αποστειρωμένη ευρωπαϊκή κινηματογραφική παραγωγή εξακολουθεί να προσεγγίζει με ιδιαίτερο σκεπτικισμό σενάρια όπως αυτό του «Mommy».



«Να ζείς θα πεί να περιφέρεσαι,μόνος και τελευταίος των ζωντανών,στα βάθη μιας στιγμής χωρίς όρια ,όπου το φώς δεν αλλάζει ποτέ και τα ναυάγια είναι όλα ίδια»
(Ο Μαλόν πεθαίνει,Σάμιουελ Μπέκετ)

Οι «Ευτυχισμένες Μέρες»,ένα από τα εμβληματικότερα έργα του Μπέκετ, ολοκλήρωσε τον κύκλο του πριν από λίγες μέρες στο Εθνικό Θέατρο.

Το έργο του Ιρλανδού συγγραφέα γράφτηκε το 1961 στα Αγγλικά και ανέβηκε σε παγκόσμια πρώτη την ίδια χρονιά στην Νέα Υόρκη σε σκηνοθεσία Alan Schneider.

Στις «Ευτυχισμένες Μέρες» ο Μπέκετ δημιουργεί για πρώτη φορά γυναικείο πρωταγωνιστικό ρόλο.Την Γουίννυ ερμήνευσαν σπουδαίες ηθοποιοί της εποχής εκείνης,για να αναφέρουμε την Peggy Ashcroft,την Madeleine Renaud,την Billie Whitelaw,την Eva-Katharina Schultz,αλλά και την δική μας Χριστίνα Τσίγκου.

Εδώ στην παράσταση που παρακολουθήσαμε,τον ρόλο της Γουίννυ επωμίστηκε η καλή ηθοποιός  Σοφία Φιλιππίδου,που έκανε και την μετάφραση του έργου.

Η Γουίννυ,το μοναδικό γυναικείο πρόσωπο του έργου,μια γυναίκα γύρω στα πενήντα όπως περιγράφεται από τον Μπέκετ,ζεί χωμένη  στο κέντρο ενός λόφου θαμμένη μέχρι τη μέση .Στα δεξιά της και πίσω της,ξαπλωμένος,κοιμισμένος,κρυμμένος από τον λόφο βρίσκεται ο Γουίλλυ, ο σύντροφός της,γύρω στα εξήντα.

Το φώς είναι εκτυφλωτικό.Η Γουίννυ(σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα) κοιμάται με τα μπράτσα πάνω στο λόφο,με το κεφάλι πάνω στα μπράτσα.Δίπλα της μια μεγάλη  τσάντα,και μια ομπρέλλα.Στη διάρκεια του έργου και καθώς περνάμε στην δεύτερη πράξη του,η Γουίννυ θάβεται σταδιακά μέχρι το λαιμό,στο χώμα.Το κεφάλι της θα ακινητοποιηθεί και μόνο το βλέμμα της θα μπορεί πια να κινείται.

Τα αντικείμενα

Μέσα σε ένα έργο όπου δεν υπάρχει η αριστοτελική δομή,καμία συγκεκριμένη πλοκή ή ευθύγραμμη εξέλιξη,όπως αλλωστε συμβαίνει και στα υπόλοιπα έργα του Μπέκετ,η Γουίννυ θα προσπαθήσει να υπάρξει με όλους τους δυνατούς τρόπους χρησιμοποιώντας τον λόγο και γραπωμένη στην κυριολεξία από μια στοίβα μικροαντικείμενα καθημερινής χρήσης που σηματοδοτούν ωστόσο την εμπλοκή της με την ζωή.

Μια διαρκής ελικοειδής κίνηση, όπου οι  ίδιες λέξεις,οι ίδιες  κινήσεις και η σιωπή, υφαίνουν το νήμα της σκηνικής αφήγησης από την αρχή της πρώτης πράξης μέχρι το  τέλος.Σε ενα ατέρμονο παιχνίδι με τις λέξεις και τις σιωπές, όλοι οι  μπεκετικοί ήρωες,όπως ο  Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν από το « Περιμένοντας τον Γκοντό»,οι Χάμ και Κλόβ στο «Τέλος του παιχνιδιού» όπως και άλλοι, δίνουν την  μάχη τους κόντρα στην αποσύνθεση και την ανυπαρξία.

Λέξεις,ήχοι και αντικείμενα επαναλαμβάνονται, επαναχρησιμοποιούνται,γίνονται εργαλεία επανατροφοδότησης σε ένα παιχνίδι αιώρησης πάνω απ το κενό, όπου το σώμα αδυνατεί να παίξει τον φυσικό του ρόλο.

Η Γουίννυ ψάχνειτην τσάντα της,προσεύχεται,τραγουδά,χρησιμοποιεί πλήθος μικροαντικείμενα,κοιτάζεται στον καθρέφτη της,φορά τα γυαλιά της,βγάζει το μαντήλι της, το φακό της,χρησιμοποιεί την ομπρέλλα της,λιμάρει τα νύχια της,ενδιαφέρεται για το πιστόλι της,βάζει το καπέλο της, ξανά και ξανά, βυθισμένη μέσα σε μια  επαναληπτικότητα που μοιάζει με κατάρα!..


Ο Χρόνος

..Και μέσα στην ακινησία της ονειρεύεται και έτσι διορθώνει την πραγματικότητα,δημιουργεί σκέψεις,αισθήματα,συναισθήματα,παίζει με το χρόνο,φαντάζεται την ευτυχία των ημερών που θα έρθουν και μετατοπίζει διαρκώς τα όρια μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας. "Ο χρόνος ανήκει στο Θεό και σε μένα"λέει η Γουίννυ στις «Ευτυχισμένες Μέρες»όπως και ο Νάγκ στο "Τέλος του Παιχνιδιού" λέει "πρέπει να ζήσει ο καθένας τον δικό του χρόνο". Ο μπεκετικός χρόνος είναι ζωντανός και παρόν.

Ακόμη και αν τα πρόσωπα των έργων του ζούν σε ένα άχρονο τώρα,μέσα σε διαρκή αναμονή στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», ή μέσα σε ένα σκοτεινό κόσμο στο «Τέλος του Παιχνιδιού»,ακόμη κι αν είναι ακίνητοι όπως η Γουίννυ και ο Χάμ ή μέσα σε σκουπιδοτενεκέδες όπως ο Νάγκ και η Νέλλ,η σχέση τους με τον χρόνο προβάλλει τυραννική,εγγεγραμμένη στη μεταφυσική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης,εκεί που παρελθόν,παρόν και μέλλον γίνονται ένα.Ο χρόνος του Μπέκετ είναι ο χρόνος του Ελιοτ. 

Ανθρώπινα Ζευγάρια

Η Γουίννυ υπάρχει «ομιλούσα»,όπως υπάρχουν με τον τρόπο αυτό, ολοι σχεδόν οι μπεκετικοί ήρωες.Μιλούν στον ενεστώτα μιλώντας για το παρελθόν και τότε παρελθόν και παρόν συμπλέκονται μέσα σε μια ασάφεια χρόνου,μια αβεβαιότητα,όπου ωστόσο η ύπαρξη πασχίζει αέναα να επιβεβαιωθεί,από έναν έστω «μάρτυρα»-εδώ τον Γουίλλυ- πριν ακόμη και αυτή η συνομιλία εκπέσει σε οριστική σιωπή. Στο θέατρο του Μπέκετ,σε όλα τα ζευγάρια των ηρώων του, κραυγάζει η ανάγκη ο λόγος να διασωθεί,να επιστραφεί,ακόμη κι αν αποτελεί απλώς απόηχο του εαυτού του.Οι  παύσεις  επιτείνουν αυτή την αναγκαιότητα.Το πήγαινε έλα του λόγου είναι ζωτική ανάγκη επιβίωσης.Ο ομιλών πολλαπλασιάζεται μέσα στο χώρο και το χρόνο μέσα από τους επαναλαμβανόμενους αντίλαλούς του.Μα πάντα ο Άλλος παραμένει   ένα φράγμα στο κενό.Η Μονάδα εχει ανάγκη κάποιον να βεβαιώσει την ύπαρξή της.Ο Αλλος είναι το υποστήριγμα,το δεκανίκι,ένα μόλις βήμα πριν την ύστατη κατάρρευση.

Το βλέμμα
Ολοι οι μπεκετικοί ήρωες βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα του Αλλου. Η προσοχή και το βλέμμα του Αλλου,ένα μάτι ανοιχτό στραμμένο πάνω τους,ενεργό σε ολη την πλοκή της δράσης ,είναι εν τέλει το σημείο συνάντησης με το ρήμα υπάρχω.

Σιωπή

Η Σιωπή,ένα στοιχείο κεντρικό της δραματουργίας του, βοηθά στην εξόρυξη των εσωτερικών κραυγών των ηρώων του.Οι διαλογοί τους αλλά και οι μονόλογοι διαπερασμένοι από σιωπές,όπου η ηχώ των λόγων τους πολλαπλασιάζεται,σιωπές εύηχες,σιωπές κουρασμένες,σιωπές κρυψώνες,σπήλαια και ερείπια.

Το θέατρο του Μπέκετ υπονόμευσε την γλώσσα,θρυμμάτισε την πλοκή και την συνοχή των χαρακτήρων,αρνήθηκε να δώσει λύσεις,μηνύματα και λογικά συμπεράσματα.Με μια διαφορετική μορφή,έσπασε παραδοσιακούς θεατρικούς κώδικες και εγκαινίασε ένα διαφορετικό σκηνικό λεξιλόγιο.Η σιωπή και η ακινησία φωτίστηκαν  εκτυφλωτικά,αποκτώντας μια μεταφυσική συμβολική διάσταση και δυναμική.Τα έργα του είναι τραγικές μεταφυσικές φάρσες κι εκεί, συνυπάρχουν το τραγικό και το κωμικό στοιχείο.Απο το πρώτο του ακόμη έργο,την «Ελευθερία»,ο Μπέκετ  προσπάθησε  να διατηρήσει αυτήν την λεπτή ισορροπία μεταξύ τραγικού και κωμικού στοιχείου.Οι ήρωές του γίνονται κωμικοί μέσα από την προσπάθειά τους να τραβήξουν την προσοχή ο ένας του άλλου,να συνυπάρξουν,να κερδίσουν ένα ακόμη στοίχημα χαμένου χρόνου. Και τι μένει; Ενας αντίλαλος στο χώρο και στο χρόνο.Μια συνείδηση που πασχίζει να «δεί»,έως ότου  βουλιάξει στο απόλυτο  σκοτάδι.

Η παράσταση

Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, φυσικό ήταν,το βάρος να πέσει στους ώμους της έμπειρης ηθοποιού Σοφίας Φιλιππίδου που ανέλαβε και την ευθύνη της μετάφρασης.Η κυρία Φιλιππίδου, είναι μία ηθοποιός  με δυνατές ρίζες στο θεατρικό χώμα,πράγμα που τις επιτρέπει να μεταμορφώνεται ανάλογα με το ύφος του έργου. Συναντήθηκε με την Γουίννυ,κινούμενη στα δύσβατα μονοπάτια της υπαρξιακής αγωνίας ενός κατακερματισμένου κόσμου,με χιούμορ,σαρκασμό,τρυφερότητα,άλλοτε σκληρή και άλλοτε ειρωνική.

Επιχειρώντας να ανιχνεύσει και να διευρύνει τα υποκριτικά της όρια, μας έδωσε μια Γουίννυ ποιητική στα όρια του μεταφυσικού.Ιδιαίτερα στην δεύτερη πράξη, η εσωτερική ανέλιξη του ρόλου,εκφράστηκε απόλυτα με την εκφραστική δυναμική και την οξύτητα του βλέμματος.Ενός βλέμματος που εγκλώβισε την αγωνία αλλά σηματοδότησε και την ελπίδα.

Ο Γιάννης Γούνας απόκοσμος και σαρκαστικός στα όρια του ρόλου του.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Μανιώτη λιτή και γραμμική σε συνδυασμό με την μετάφραση της Σοφίας Φιλιππίδου, επέτρεψε στους ηθοποιούς να καταδυθούν στην πολυσημία του μπεκετικού λόγου. 

Οι ενστάσεις μας ως προς το σκηνικό της Θάλειας Ιστικοπούλου σίγουρα δεν ακυρώνουν την συνολική εικόνα της παράστασης.
Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη υπηρέτησαν τους στόχους του όλου εγχειρήματος.

Συντελεστές της παράστασης:

•           Μετάφραση Σοφία Φιλιππίδου
•           Σκηνοθεσία Γιώργος Μανιώτης
•           Σκηνικά- Κοστούμια Θάλεια Ιστικοπούλου
•           Μουσική επεξεργασία Θοδωρής Οικονόμου
•           Φωτισμοί Σάκης Μπιρμπίλης
•           Βίντεο Γρηγόρης Ρέντης
•           Βοηθός σκηνοθέτη Γιάννης Γούνας
Διανομή:
•           Γουίννυ :Σοφία Φιλιππίδου
•           Γουίλλυ: Γιάννης Γούνας


Εφη Καλογεροπούλου

θεατρολόγος



Ο ΔΙΣΤΑΓΜOΣ

Καλύτερα η ακινησία. Την προτιμώ!
Προστατεύει πολλάκις από αναπάντεχες συν-κινήσεις




Μη φεύγεις!
σου είπα.
Και συ κοκάλωσες
από το εύθραυστο της φωνής μου

προφανώς!

Τόσο σ’ άγγιξε η απελπισία μου
γυναίκα του Λώτ.
Και προτίμησες τη σταθερότητα 

του αλατιού
από την κινητική αβεβαιότητα
της θάλασσας.
Και σε διαφύλαξε αιώνια η ανωνυμία 

της Βίβλου
από τη στιγμιαία επωνυμία μιας 

πρόσκαιρης ζωής



Στο παρακάτω link διαβάζεται δωρεάν το δεύτερο βιβλίο της σειράς ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
ΧΟΑΚΙΝ ΧΙΑΝΟΥΤΣΙ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ




ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Νόμιζες ότι  θα στέκω
αρχαίο άγαλμα στην προκυμαία
απολιθωμένη στήλη άλατος
να ατενίζω νυχθημερόν
τα αναστυλωμένα Σόδομα.
Νόμιζες θα καμαρώνω
τους άθλους και τους τίτλους σου
«τον άνδρα τον πολύτροπο
που ανθρώπων γνώρισε πολλών
τους  τόπους και τα ήθη».
Νόμιζες  ότι θα ρήμαζε το βιος σου
δεν θα ‘βρισκες  αμπέλι
ούτε παλάτι ούτε σκυλί.

Μα τώρα προσκυνώντας τον ανίδεο
ποιος να τολμήσει να σου πει
«Τα πήγαμε περίφημα χωρίς εσένα»;

Πώς να μάθουμε
να σε έχουμε ξανά ανάγκη;


ΦΤΟΥ ΦΤΟΥ ΕΝΑ ΦΙΔΙ

Τον βρήκαμε μια νύχτα στην κρυψώνα του
ν’ αλλάζει δέρμα.
ΦΤΟΥ ΦΤΟΥ ένα φίδι.
Τώρα έχει την έκφραση εκείνου
που εγκατέλειψαν οι παιδικοί του φίλοι.
Κροκοδείλιο χαμόγελο.
Τις άκρες του κρατάνε δυο ψαλίδια.
Δεν τον πονάνε τα ψαλίδια.

Το χαμόγελο πονάει.



ΙΙ

Δεν αποδείχθηκες τίποτ' άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.

Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.

ΙΙΙ

Την ώρα που χαράζει
κι αφού ξεμπέρδεψε
με τα φαντάσματα της νύχτας,
ακούει Σοπέν-
παίρνει βαθιές ανάσες
για τα τέρατα της μέρας.



Ήτανε νύχτες που περνούσανε αργά πλάι στα χαλάσματα
Από βαθιά δεν έφτανε παρά σιωπή
Άλλοτε αγκαλιασμένοι στα χορτάρια, άλλοτε ανεβασμένοι στις σήτες  
και είχαμε τον ίλιγγο του παρανόμου.
Ήτανε νύχτες που κρυβόμασταν στις φυλλωσιές
ανάμεσα στα τελάρα με τις χασαμπαλιώτικες πέτρες
- εμείς θα κληρονομούσαμε τον κόσμο -
κι ανοίγαμε τους τάφους για να βρούμε το τρύπιο πετσί
της ύστερης κλοτσιάς.

Τι αμαρτίες παίρναμε ;

Ιστορία παλιά, που ακόμα μας στοιχίζει.

Η ομίχλη σβήνεται στα φώτα αλογόνου και στις σόμπες
δεν έφτασε ποτέ στο πρόσωπό μας
σαβανωμένοι γεωυφάσματα και φυλλοβόλους σταυρούς
και αμμόχωμα μην τύχει και ανθίσει ένα λουλούδι.
Η μυρωδιά της μπύρας και ο άνεμος των συγχυσμένων μουσικών
πολλές φορές ξαλαφρώνουμε στο στύλο
με την αφίσα κάποιας εκδήλωσης ψυχολογίας ή της παράστασης του Θεσσαλικού
Άγιε Αχίλλιε, ορμητήριο ληστών !

Ο δρόμος που ανοίγει είναι ακανόνιστος
όπως οι πλάκες που πονούν στα βήματά μας.
Θα πεις : Από ψηλά
υπάρχει μια πεποίθηση ολοκλήρωσης.
Μα ποιος έχει τη χάρη να κοιτά ψηλά ;
Είναι λοιπόν, προτιμότερο το πλέξι γκλάς στα κενοτάφια
ώστε να βλέπει ο επισκέπτης που πρόκειται να πάει,
τι πρόκειται να γίνει.
Ας είναι δίγλωσση η επιγραφή καθώς η φύση μας
και στα λουτρά, τα σπαραγμένα ας αναρωτηθούμε
Αυτό το έργο, ποιανού είναι ;




Το περιοδικό και οι εκδόσεις Θράκα διοργανώνουν παρουσίαση του καλαίσθητου κυπριακού περιοδικού λόγου & τέχνης Straw Dogs magazine την ερχόμενη Πέμπτη 21 Μαΐου στις 20.30 στο καφέ Kaveh Kanes (Ασκληπιού 38) στο κέντρο της Λάρισας.
Θα προλογίσει ο Θάνος Γώγος, ενώ για το περιοδικό και τις εκδόσεις Straw Dogs θα μιλήσουν ο Γιώργης Σαράτσης και οι εκδότες Γιάννης Ζελιαναίος και Γιώτα Παπαγιώτου.



Η πόλη σου
Η πόλη μας

οι νύχτες της μικραίνουν, οι μέρες φορτίζονται
ο ουρανός γίνεται στέρεος
εκπομπές ευφορίας γλυκαίνουν την ατμόσφαιρα
οι άνθρωποι περπατούν αργά, μιλούν πιο ήρεμα, χειρονομούν ευγενικά
τα πρωινά η ζέστη σφυρίζει ξεχασμένες μελωδίες στα χείλη των περαστικών
τα βράδια οι σκιες στους τοίχους των κτιρίων μεγαλώνουν χαμηλόφωνα
κι ας βηματίζουν ανάποδα, οι δείκτες στα ρολόγια
παρατηρώ τις αλλαγές από απόσταση
δεν μοιράζομαι τον ήλιο
μένω κρυμμένος
καιροφυλακτώ
το δέρμα μου σκληραίνει
οι τρίχες μου σηκώνονται
η όσφρησή μου οξύνεται
τα νύχια μου μακραίνουν
δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πια
πεινάω
διψάω
κρυώνω
σε ψάχνω
το πέρασμά σου ξυπνάει τα ζώα
δυναμώνει τον άνεμο
σβήνει τα φανάρια
ακινητοποιεί τα τρόλλει
σε βλέπω
σε μυρίζω
είσαι κοντά μου
αλλά πρέπει να τρέξω
πρέπει να σε προλάβω
η πλάτη σου με προκαλεί
αδύνατο να μου ξεφύγεις
αρχίζω να τρέχω
τρέχω πίσω σου
σ' ακολουθώ
σ' ακολουθώ παντού
στα πρωινά ψώνια
σε συναντήσεις με φίλους
στον τρόπο που ξεκουμπώνεις το φόρεμά σου
στο τελευταίο τσιγάρο της ημέρας
σ΄ακολουθώ
σε άδεια καφέ γεμάτα ανθρώπους, σε ανήλιες ταράτσες, σε σχολικά κενά, σε ιστορίες ενηλικίωσης, σε ευγενή αδιέξοδα, σε απροσπέλαστες διαβάσεις
σ' ακολουθώ
είμαι ακριβώς  πίσω σου
δεν μπορώ να σε φτάσω
δεν ξέρεις πως σ' ακολουθώ
δεν νιώθεις την αναπνοή μου στο σβέρκο σου
δεν ακούς το ποδοβολητό μου
οι μέρες διαδέχονται η μια την άλλη
ο χρόνος χύνεται καυτός στο πρόσωπό μου
τα γόνατά μου κόβονται, οι ώμοι μου πονάνε, το στόμα μου στεγνώνει
αλλά συνεχίζω να τρέχω
συνεχίζω να σ' ακολουθώ
δεν σταματάω
δεν σταματάω στιγμή
σε μια στιγμή οι πλατείες που κατακτήσαμε φλέγονται
υγρά τα μαλλιά σου ακουμπούν στο πρόσωπό μου
αν απλώσω το χέρι θα σ' αγγίξω
διαστάζω
μου ξεγλιστράς
χάνεσαι πάλι
δεν σε προλαβαίνω
συνεχίζω να τρέχω πίσω σου
συνεχίζω να σ' ακολουθω
συνεχίζω να τρέχω
δεν σε βλέπω πια
οι ήχοι της πόλης ξαφνικά σωπαίνουν, οι άνδρες εξαυλώνονται
τα δέντρα ανθίζουν, οι γυναίκες γίνονται διάφανες
βουνά υψώνονται στη θέση που άλλοτε έστεκαν πολυκατοικίες
πεδιάδες απλώνονται αντί για τις φαρδιές λεωφόρους
ρυάκια αναβλύζουν μέσα απ' τα στενά σοκάκια της πόλης
πού βρίσκεσαι;
κοιτάω γύρω μου
έχω μείνει μόνος
σταματώ να τρέχω
σκύβω
βρίσκω τις ανάσες μου
κλαίω
στο βάθος ένας γέρος ζητιάνος φωνάζει κοιτάζοντας το κενό
'Αλλαγή, κύριοι, αλλαγή! Καλύτερα να κλέβω παρά να ζητιανευω!'
σηκώνομαι
πλησιάζω αργά προς το μέρος του
βγάζω τα ρούχα μου
τον αγκαλιάζω.

Με τί θυσίες, με ποιά ανταλλάγματα, μπορεί να ξαναγεννηθεί μια πόλη;
Τίποτα δεν έχει μείνει πια απο εκείνη. Tίποτα δεν έχει μείνει πια από εκείνη την πόλη.
 Μόνο αυτή η αφήγηση.

Η ιστορία σου
Η ιστορία μας






ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Θρυμματισμένο χαρτί η φωνή
Ράγισε καμπάνα της νύχτας.

Τηλε-φονκός διάλογος
για την κόρη που έτρεξε
στα πέπλα να ντυθεί.

«Σάβανο να με τυλίξεις»
μουρμούρισε ο πόνος,

Ανέβηκαν δάκρυα
σολομοί στο ποτάμι

ΑΡΓΟΣ ΩΣ ΘΑΝΑΤΟΣ


Θύελλες ουρλιάζω
κι εσύ
κόκκινος χαρταετός
χάρτινους ανέμους σκίζεις
στη βροχή.

Πέφτω νεκρή.

Στροβίλισμα αργό
πούπουλα χλωμής οργής
νιφάδες του καλοκαιριού
ανεβαίνουν μαζί μου
στη σιωπή.

Η ποίηση, η ποιητική τέχνη είναι περισσότερο αναγκαία και επίκαιρη όσο ποτέ.  Η  ποιητική γραφή προσδίδει νόημα και βάθος στα πράγματα και στους ανθρώπους, χαράζει τους δρόμους του μέλλοντος. Υπάρχει ένα ορατό νήμα που συνδέει ποιητές όπως ο Pablo Neruda, ο Γιάννης Ρίτσος και ο Ηλίας Τσέχος: Αυτό το ορατό νήμα περικλείει τις ιστορίες και τα πάθη των ανθρώπων. Ο άνθρωπος εργάζεται σκληρά, ερωτεύεται, αναπνέει. Τα δικά τους προτάγματα μετασχηματίζονται σε ποίηση. Ο επικός Neruda συναντά τον ανθρώπινο Ρίτσο και τον γήινο Τσέχο.  Η ποίηση ως η τέχνη του λόγου συναρθρώνει το λέγειν με το πράττειν, προσδίδει νόημα, ουσία και περιεχόμενο στους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες.

Ο ποιητής τολμά, καινοτομεί, αφουγκράζεται το καινούργιο, αποδομεί το όλο εξουσιαστικό πλαίσιο. Η προσίδια στατικότητα δεν αποτελεί ίδιον της μαχόμενης ποίησης. Θα λέγαμε πως μία χαρακτηριστική λεκτική κινητικότητα συναρθρώνει τους ποιητές διαφορετικών εποχών. Οι σύγχρονοι ποιητές οφείλουν να είναι ενεργοί, να αφουγκράζονται τις 'κρισιακές' περιστάσεις και τις ανάγκες των 'από κάτω'. Το ποιητικό έργο έτσι ανάγεται στο διηνεκές, χωρά μέσα τις πολλαπλές αγωνιστικές στάσεις, μεταπλάθει  το πεδίο του κοινωνικού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Canto General του Pablo Neruda. O σπουδαίος Χιλιανός, ορμώμενος από το ιστορικό παρελθόν, 'συνενώνει' λέξεις και αιτήματα, ματωμένα λαϊκά χέρια και κόκκινες σημαίες, παραδόσεις και πολύχρονες αγώνες. Η χυμώδης και ρεαλιστική του ποίηση, αποδομεί και απονομιμοποιεί συνάμα τα στυγνά δικτατορικά καθεστώτα της ηπείρου, λειτουργώντας ως εργαλείο χάραξης ενός νέου κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι.


Αυτό το επικό παλίμψηστο, ανάγει την ποίηση σε ύψιστη μορφή τέχνης, εκεί όπου οι μαχόμενοι άνθρωποι-εργάτες προσδιορίζουν το είναι. Η ποίηση που 'αναπνέει' το ανθρώπινο είναι και τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες είναι ζωτικά επίκαιρη και αναγκαία. Δεν σβήνει ποτέ. Και ναι, η στρατευμένη τέχνη, η στρατευμένη ποίηση που ξεφεύγει από τις νόρμες της προσίδιας ουδετεροποίησης, προσιδιάζει στο ένδοξο αγωνιστικό παρελθόν, στο δύσκολο τώρα και στο ελπιδοφόρο μετά. Η ποίηση τολμά και νικά.

το λογοτεχνικό περιοδικό & οι εκδόσεις

θράκα

παρουσιάζουν το τεύχος 3-4
στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη 
στα Εξάρχεια

Θα ακολουθήσει party


843

Ἀλλά δέν εἶναι
ὅλα τά γεγονότα ὄνειρα
ἀπ᾽ τή στιγμή
πού ἐμεῖς τά προσπερνᾶμε.



Ἐπίμετρο

Ἡ Ἔμιλυ Ντίκινσον πέθανε στίς 15 Μαΐου τοῦ 1886 στά 55 της χρόνια. Σύμφωνα μέ τή διάγνωση τοῦ προσωπικοῦ της γιατροῦ, ὁ θάνατός της ὀφειλόταν στήν ἀσθένεια τοῦ Bright (νεφρίτιδα), ἀπό τήν ὁποία ἔπασχε τά τελευταῖα δυόμισι χρόνια. Στό λευκό της φέρετρο ἔβαλαν περουβιανά ἡλιοτρόπια πού ἀνέδιναν μυρωδιά βανίλιας, μία ὀρχιδέα “Lady’s slipper” καί μιά ἀνθοδέσμη ἀπό μπλε ἄγριες βιολέτες, ἐνῶ τό μετέφεραν στόν τόπο ταφῆς της, περνῶντας το μέσα ἀπό λιβάδια μέ νεραγκοῦλες, κατόπιν δικῆς της ἐπιθυμίας.


Πηγές




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ TAYTOTHTA